Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος
Part 1
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monοtonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
IΩΑΝ. ΖΕΡΒΟΥ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ'.
1. Ο Γύλιππος και ο Πυθήν, αφού επεσκεύασαν τα πλοία, ανεχώρησαν εκ του Τάραντος και πλέοντες κοντά εις τα παράλια έφθασαν εις τους Επιζεφυρίους Λοκρούς· μαθόντες δε εκεί κατά τρόπον θετικώτερον ότι αι Συράκουσαι δεν είχαν εντελώς περιτειχισθή και ότι ήτο δυνατόν να εισέλθουν εις αυτάς ερχόμενοι μετά στρατού εκ των Επιπολών, διεσκέπτοντο αν έπρεπε, προχωρούντες διά θαλάσσης ούτως, ώστε να έχουν δεξιόθεν την Σικελίαν, να αποπειραθούν να εισέλθουν εις τον λιμένα των Συρακουσών, ή να πλεύσουν πρώτον αριστερά προς την Ιμέραν, να προσλάβουν όσους ήθελαν πείσει εκ των κατοίκων της και εκ των άλλων στρατευμάτων, και να φθάσουν εις τας Συρακούσας διά ξηράς. Απεφάσισαν λοιπόν να πλεύσουν διά την Ιμέραν, προ πάντων διότι τα τέσσαρα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν φθάσει ακόμη εις το Ρήγιον, όπου εν τούτοις τα είχε στείλει ο Νικίας, άμα έμαθεν ότι οι εχθροί ήσαν εις τους Λοκρούς. Προλαβόντες δε αυτά διήλθον τον πορθμόν και αποβάντες εις το Ρήγιον και την Μεσσήνην έφθασαν εις την Ιμέραν. Εκεί δε ευρισκόμενοι έπεισαν τους Ιμεραίους να τους βοηθήσουν εις τον πόλεμον αυτόν, να τους ακολουθήσουν και να δώσουν όπλα εις εκείνους εκ των ιδικών των ναυτών όσοι δεν είχαν διότι τα πλοία είχαν τραβηχθή εις την ξηράν. Έστειλαν επίσης προς τους Σελινουντίους, διά να τους προσκαλέσουν να έλθουν εις προϋπάντησίν των με όλον τον στρατόν αυτών. Οι Γελώοι και μερικοί Σικελοί υπεσχέθησαν εις αυτούς να τους στείλουν ολίγον στρατόν, οι Σικελοί δε ούτοι ήσαν τόσω μάλλον πρόθυμοι να ενωθούν με αυτούς, όσω δ' επί τινων Σικελών της χώρας ταύτης βασιλεύων Αρχωνίδης, ο οποίος και ισχυρός ήτο και φίλος των Αθηναίων, είχεν αποθάνει προ ολίγου, ο δε Γύλιππος εφαίνετο ερχόμενος εκ Λακεδαίμονος με πολλήν προθυμίαν. Και ο μεν Γύλιππος ακολουθούμενος από επτακοσίους περίπου εκ των ιδικών του ναυτών και στρατιωτών αποβατικών οπλισμένους και από οπλίτας και ελαφρά ωπλισμένους Ιμεραίους, χιλίους ομού, και εκατόν ιππείς, από μερικούς ελαφρά ωπλισμένους και ιππείς Σελινουντίους, από ολίγους Γελώους, και Σικελούς, χιλίους το όλον, εκίνησε διά τας Συρακούσας.
2. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι ανεχώρησαν εκ της Λευκάδος μετά των άλλων πλοίων και επροχώρουν με όλην την δυνατήν ταχύτητα· είς εκ των στρατηγών των, ο Γόγγυλος, αναχωρήσας τελευταίος μεθ' ενός πλοίου, έφθασε πρώτος εις τας Συρακούσας, ολίγον προ του Γυλίππου. Ευρών δε τους Συρακούσιους την ώραν πού επρόκειτο να συναθροισθούν, διά να διασκεφθούν περί καταπαύσεως του πολέμου, τους απέτρεψε και τους ενεθάρρυνε, λέγων ότι και άλλα πλοία ακόμη θα φθάσουν εντός ολίγου, καθώς και ο αρχηγός Γύλιππος ο Κλεανδρίδου, πεμφθείς υπό των Λακεδαιμονίων. Και οι μεν Συρακούσιοι ανέλαβαν θάρρος και εβγήκαν αμέσως με όλον τον στρατόν αυτών προς συνάντησιν του Γυλίππου, ο οποίος, καθώς έμαθαν, ήτο πλησίον της πόλεως. Ο δε στρατηγός ούτος, αφού εις το αναμεταξύ εκυρίευσε το φρούριον των Σικελών Ιετάς και ετακτοποίησε τα στρατεύματά του ως εις μάχην, έφθασεν εις τας Επιπολάς· και αναβάς εκεί εκ του μέρους του Ευρυήλου, οπόθεν και οι Αθηναίοι είχαν αναβή προηγουμένως, επροχώρησε μετά των Συρακουσίων κατά του τειχίσματος των Αθηναίων. Την στιγμήν δε που έφθασεν, οι Αθηναίοι είχαν ήδη τελειώσει επτά ή οκτώ σταδίους εκ του διπλού τείχους, το οποίον έμελλε να εκταθή μέχρι του μεγάλου λιμένος, και δεν τους έμενε πλέον ειμή μικρόν τι διάστημα πλησίον της θαλάσσης, όπου ειργάζοντο ακόμη. Είς δε το άλλο μέρος του κύκλου, το προς την διεύθυνσιν του Τρωγίλου και της άλλης θαλάσσης, οι λίθοι είχαν ήδη κατατεθή εις το μεγαλύτερον μέρος της γραμμής, και αι εργασίαι αφέθησαν αλλού μεν ημιτελείς, αλλού δε συμπληρωμένοι. Τοιούτον μεν υπήρξε το μέγεθος του κινδύνου, τον οποίον διέτρεξαν αι Συράκουσαι.
3. Οι δε Αθηναίοι, εις το άκουσμα της αιφνίδιας εμφανίσεως του Γυλίππου και των Συρακουσίων, εταράχθησαν μεν κατ' αρχάς, παρετάχθησαν όμως εις μάχην. Ο δε Γύλιππος, σταθείς πλησίον των, έπεμψε κήρυκα διά να τοις είπη ότι, εάν εντός πέντε ημερών ήθελαν να εξέλθουν της Σικελίας λαμβάνοντες τα εις αυτούς ανήκοντα, ήτο έτοιμος να συνθηκολογήση μετ' αυτών. Οι Αθηναίοι όμως επεριφρόνησαν τας προτάσεις ταύτας και απέπεμψαν τον κήρυκα άνευ απαντήσεως. Έπειτα προητοιμάσθησαν και οι δύο στρατοί διά να πολεμήσουν. Και ο Γύλιππος, βλέπων τους Συρακουσίους ταρασσομένους και τακτοποιουμένους όχι εύκολα, επανέφερε το στράτευμα εις μέρος πλέον ευρύχωρον. Ο Νικίας δεν τον ηκολούθησεν, αλλ' έμεινεν ησυχάζων πλησίον του τείχους του. Ο δε Γύλιππος, άμα είδεν ότι οι Αθηναίοι δεν επροχώρησαν εναντίον αυτού επήρε τον στρατόν εις την κορυφήν την καλουμένην Τεμενίτιν και διενυκτέρευσεν εκεί. Την δ' επιούσαν επροχώρησε κατά των οχυρωμάτων των Αθηναίων μετά του πλείστου στρατού, και παρέταξεν αυτόν εις μάχην, διά να μη δυνηθή ο εχθρός να στείλη βοήθειαν αλλού, πέμψας δε απόσπασμά τι εις το φρούριον Λάβδαλον το εκυρίευσε και εφόνευσεν όσους συνέλαβεν εντός αυτού· διότι το μέρος εκείνο δεν ήτο ορατόν εις τους Αθηναίους. Κατά την αυτήν ημέραν εκυριεύθη υπό των Συρακουσίων έν πολεμικόν πλοίον, σταθμεύον προ του μεγάλου λιμένος.
4. Μετά ταύτα οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των ήρχισαν να οικοδομούν απλούν τείχος διά των Επιπολών, αρχίζοντες από το ανώτερον μέρος της πόλεως των, προς το εγκάρσιον τείχος· διά του μέσου τούτου οι Αθηναίοι, εάν δεν κατώρθωναν εν τω μεταξύ να τους εμποδίσουν, δεν θα ηδύναντο να τους αποκλείσουν τριγύρω διά τείχους. Οι Αθηναίοι είχαν ήδη αναβή εις τα ύψη, αφού ετελείωσαν το μέχρι της θαλάσσης τείχος, ότε ο Γύλιππος, παρατηρήσας έν αδύνατον μέρος του τείχους εκείνου των Αθηναίων, ήλθε διά νυκτός με το στράτευμά του διά να το προσβάλη. Αλλ' οι Αθηναίοι, οι οποίοι έτυχαν διανυκτερεύοντες έξω του τείχους, τον ενόησαν και αντεπεξήλθαν· ο δε Γύλιππος, ιδών ότι ανεκαλύφθη, απέσυρε τα στρατεύματα του γρήγορα. Υψώσαντες δε περισσοτέρου το τείχος τούτο οι Αθηναίοι το εφύλατταν αυτοί οι ίδιοι, προσδιορίσαντες εις τους συμμάχους τας θέσεις, τας οποίας καθένας αυτών ώφειλε να φυλάττη εις το άλλο τείχισμα. Εν τούτοις ο Νικίας έκρινεν ωφέλιμον να οχυρώση το μέρος το ονομαζόμενον Πλημμύριον· είναι δε τούτο ακρωτήριον αντιπέραν της πόλεως, το οποίον προεξέχον εντός του μεγάλου λιμένος κάμνει το στόμιον στενόν· η οχύρωσις του μέρους εκείνου θα ευκόλυνε κατά την ιδέαν του την εισαγωγήν των τροφίμων, διότι οι Αθηναίοι θα εστάθμευαν εις ολίγην απόστασιν από του νεωρίου των Συρακουσίων και δεν θα εφώρμων εκ του μυχού του λιμένος εις κάθε κίνησιν του εχθρικού ναυτικού, καθώς εγίνετο έως τότε. Από της στιγμής λοιπόν αυτής επρόσεχε περισσότερον εις τον κατά θάλασσαν πόλεμον, επειδή έβλεπεν ότι τα κατά ξηράν, από της αφίξεως του Γυλίππου, ολιγωτέρας ελπίδας παρείχαν. Μεταβιβάσας λοιπόν εις το Πλυμμύριον τον στρατόν και τα πλοία ωκοδόμησε τρία φρούρια, εις τα οποία απέθεσε τα πλείστα των σκευών και πλησίον των οποίων ηγκυροβόλησαν τα μεγάλα πλοία και τα γρήγορα. Από της εποχής εκείνης τα πληρώματα ήρχισαν να υποφέρουν· δεν ηδύναντο να προμηθεύονται ύδωρ ειμή ολίγον και μακρόθεν, και συγχρόνως, οσάκις οι ναύται εξήρχοντο διά να συνάξουν φρύγανα, εφονεύοντο οι πλείστοι υπό των Συρακουσίων ιππέων, οι οποίοι ήσαν κύριοι της ξηράς, διότι το τρίτον μέρος του ιππικού τούτου, το οποίον είχεν ορισθή να εμποδίζη τους εις το Πλημμύριον να εξέρχωνται και επιφέρουν βλάβας, ευρίσκετο παραταγμένον πλησίον του προαστείου Ολυμπιείου. Μαθών προς τούτοις ο Νικίας ότι τα επίλοιπα πλοία των Κορινθίων επλησίαζαν έστειλε προς κατασκόπευσιν είκοσι πλοία με την διαταγήν να ναυλοχήσουν εις τους Λοκρούς, εις το Ρήγιον και τα προσιτά μέρη της Σικελίας.
5. Ο δε Γύλιππος, μολονότι ωκοδόμει το διά των Επιπολών τείχος, μεταχειριζόμενος προς τούτο τους λίθους, τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν αποθέσει εκεί δι' εαυτούς, εξήγε συγχρόνως τους Συρακουσίους και τους συμμάχους αλληλοδιαδόχως, διά να τους παρατάττη εις μάχην προ του τειχίσματος. Αντιπαρετάσσοντο δε και οι Αθηναίοι. Ότε δε ο Γύλιππος έκρινεν ότι έφθασεν η κατάλληλος στιγμή, ήρχισε την έφοδον· ότε δε συνεκρούσθησαν οι δύο στρατοί, η μάχη εγίνετο μεταξύ των τειχισμάτων, όπου το ιππικόν των Συρακουσίων και των συμμάχων ουδεμίαν ωφέλειαν παρέσχεν. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ηττηθέντες εσύναξαν τους νεκρούς των διά συνθήκης, και οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, ότε ο Γύλιππος συνεκάλεσε τα στρατεύματά του και τοις είπεν ότι η αποτυχία των δεν προήλθε παρ' αυτών αλλά παρ' αυτού· διότι πυκνώσας τας τάξεις πολύ πλησίον των τειχών κατέστησεν ανωφελή την δύναμιν του ιππικού και των ακοντιστών και ότι τώρα αμέσως ήθελε να οδηγήση αυτά κατά του εχθρού. Επρόσθεσεν ότι πρέπει να έχουν κατά νουν ότι δεν ήσαν υποδεέστεροι ως προς τας δυνάμεις, και ότι, ως προς την ανδρείαν, όντες Πελοποννήσιοι και Δωριείς, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι θα ενίκων τους Ίωνας, τους νησιώτας, συρφετόν ξένων, και ότι θα εδίωκον αυτούς εκ της χώρας. Έπειτα, ότε ήλθεν ο καιρός, τους ωδήγησεν εκ νέου κατά του εχθρού.
6. Ο δε Νικίας και οι Αθηναίοι, και αν ακόμη δεν τους προεκάλει ο εχθρός, ησθάνοντο καλώς ότι ήτο ανάγκη να μη επιτρέψουν να συντελεσθή το παράλληλον τείχος, διότι τούτο επλησίαζεν ήδη να υπερβή την άκραν του τείχους των Αθηναίων, και ότι, εάν αυτό έβγαινεν εμπρός, δεν θα υπήρχε καμμία διαφορά μεταξύ του να νικώσι διά παντός μαχόμενος ή να μη πολεμήσουν ολότελα. Επροχώρησαν λοιπόν κατά των Συρακουσίων. Ο Γύλιππος, οδηγήσας τους στρατιώτας έξω των τειχών περισσότερον ή πρότερον, συνεπλάκη με τους Αθηναίους· τους δε ιππείς και τους ακοντιστάς παρέταξεν εκ πλαγίου των Αθηναίων, εις το μάλλον ευρύχωρον μέρος, όπου έληγαν αι οχυρωματικαί εργασίαι αμφοτέρων των στρατών. Εις την μάχην αυτήν προσβαλόντες οι ιππείς το ευώνυμον κέρας των Αθηναίων, πού ήτο απέναντί των, το έτρεψαν εις φυγήν· παρασυρθέν υπό του κινήματος τούτου το επίλοιπον στράτευμα ενικήθη υπό των Συρακουσίων και κατέπεσεν εις τα τειχίσματα. Κατά την επομένην νύκτα οι Συρακούσιοι επρόφθασαν να οικοδομήσουν το τείχος των πλησίον του τείχους των Αθηναίων και το προεξέβαλαν μάλιστα· τοιουτοτρόπως οι μεν Συρακούσιοι δεν είχαν πλέον να φοβώνται άλλο εμπόδιον εκ μέρους των Αθηναίων, ενώ ούτοι, έστω και αν ενίκων, δεν θα ηδύναντο πλέον να τους περιτειχίσουν.
7. Μετά δε τούτο, τα υπολειπόμενα δώδεκα πλοία των Κορινθίων, των Αμπρακιωτών και των Λευκαδίων, διαφυγόντα την προσοχήν των Αθηναίων, εισέπλευσαν εις τον λιμένα των Συρακουσών. Αρχηγός αυτών ήτο ο Κορίνθιος Ερασινίδης. Τα πληρώματα αυτών εβοήθησαν τους Συρακούσιους να τελειώσουν το τείχος των μέχρι του εγκαρσίου τείχους. Τότε ο Γύλιππος ανεχώρησε, διά να περιέλθη την λοιπήν Σικελίαν επί τω σκοπώ να συλλέξη στρατόν ναυτικόν και πεζικόν, και συγχρόνως να ελκύση με το μέρος του εκείνας εκ των πόλεων, όσαι δεν ήσαν ευδιάθετοι, διά τον πόλεμον ή όσαι έως τότε ολότελα δεν είχαν λάβει μέρος εις αυτόν. ’λλοι πρέσβεις των Συρακουσίων και των Κορινθίων εστάλησαν εις την Λακεδαίμονα και την Κόρινθον, διά να ζητήσουν να σταλούν εις την Σικελίαν και άλλα στρατεύματα, είτε διά φορτηγών, είτε διά μικρών πλοίων, είτε διά παντός άλλου μέσου, καθ' ότι και οι Αθηναίοι είχαν ζητήσει νέας επικουρίας. Εκτός τούτου οι Συρακούσιοι κατήρτιζαν ναυτικόν, εξήσκουν αυτό διά να δοκιμάσουν τας δυνάμεις των και κατά θαλασσαν και πολλήν προθυμίαν έδειξαν και εις τας άλλας προετοιμασίας.
8. Ο δε Νικίας ενόησεν όλα ταύτα, και βλέπων ότι καθ' ημέραν ηύξαναν αι δυνάμεις των εχθρών και αι ιδικαί του στενοχωρίαι, έστειλεν αγγέλους εις τας Αθήνας, το οποίον και άλλοτε πολλάς φοράς είχε κάμει ύστερ' από κάθε συμβάν (του πολέμου)· τότε όμως τους επολλαπλασίασε, καθόσον ενόμιζεν ότι αι περιστάσεις ήσαν δειναί και ότι, εάν δεν επροσκάλουν τάχιστα τον στρατόν να επιστρέψη, ή εάν δεν του έστελλαν σημαντικάς βοηθείας, ουδεμία υπήρχεν ελπίς σωτηρίας. Φοβούμενος δε μήπως οι στελλόμενοι, είτε δι' αδυναμίαν περί το λέγειν, είτε δι' έλλειψιν μνήμης, είτε διά να αρέσουν εις το πλήθος, δεν εκθέσουν τα πράγματα όπως είχαν, έγραψεν επιστολήν, νομίζων ότι διά του μέσου τούτου οι Αθηναίοι, λαμβάνοντες ακριβή γνώσιν των σκέψεων του, χωρίς αύται να παραμορφωθούν υπό του στόματος του αγγέλου, θα διασκεφθούν και θα λάβουν μέτρα σύμφωνα προς την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων. Και οι μεν απεσταλμένοι ανεχώρησαν επιφορτισθέντες την επιστολήν και όσα ώφειλαν να ειπούν διά ζώσης, αυτός δε φυλάττων προσεκτικώτερα το στρατόπεδόν απέφευγε να εκτίθεται εκουσίως εις τους κινδύνους.
9. Περί δε τα τέλη του αυτού θέρους ο στρατηγός των Αθηναίων Ευετίων, ενωθείς μετά του Περδίκκου και πολλών Θρακών, εξεστράτευσε κατά της Αμφιπόλεως· μη δυνηθείς όμως να κυριεύση την πόλιν, έφερε τας τριήρεις του εις τον Στρυμόνα και την επολιόρκησεν εκ του μέρους του ποταμού τούτου, εκτελών τας εφόδους εκ του Ιμεραίου. Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος τούτο.
10. Κατά δε τον επόμενον χειμώνα φθάσαντες εις τας Αθήνας οι παρά του Νικίου σταλέντες, και όσα διετάχθησαν να ειπούν διά ζώσης τα είπαν, και εις τας γενομένας ερωτήσεις απεκρίθησαν και την επιστολήν έδωκαν. Προχωρήσας δε ο γραμματεύς της πόλεως ανέγνωσεν αυτήν εις τους Αθηναίους, έχουσαν ως εξής :
11. Τα μεν πρότερον συμβάντα γνωρίζετε, ω Αθηναίοι, εκ πολλών άλλων επιστολών μου· ουχ ήττον δε είναι καιρός σήμερον να μάθετε την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα και να σκεφθήτέ τι οριστικόν. Ενώ είχαμεν νικήσει ημείς εις πλείστας μάχας τους Συρακούσιους, εναντίον των οποίων απεστάλημεν, και είχαμεν οικοδομήσει τα τείχη, εντός των οποίων ευρισκόμεθα σήμερον, ήλθεν ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος έχων μαζί του στρατόν εκ της Πελοποννήσου και έκ τινων πόλεων της Σικελίας. Και εις μεν την πρώτην μάχην νικάται υφ' ημών κατά δε την κατόπιν βιασθέντες υπό πολλών ιππέων και ακοντιστών, κατεφύγομεν εις τα τείχη ημών. Τώρα λοιπόν ημείς μεν, αναγκασθέντες υπό του πλήθους των εναντίων να διακόψωμεν τον περιτειχισμόν, μένομεν ησυχάζοντες, και μη δυνάμενοι να μεταχειρισθώμεν όλον τον στρατόν ημών, διότι η φύλαξις των τειχών μας αφαιρεί μέρος των οπλιτών, οι δε εχθροί οικοδόμησαν απλούν τείχος, παραλλήλως του ιδικού μας, εις τρόπον ώστε, εάν δεν επιτεθώμεν κατά του παρατειχίσματος τούτου μετά πολλού στρατού, διά να το κυριεύσωμεν, δεν υπάρχει πλέον τρόπος να τους περιτειχίσωμεν. Ούτω λοιπόν, ενώ φαινόμεθα ότι πολιορκούμεν άλλους, πράγματι όμως ημείς είμεθα μάλλον οι πολιορκούμενοι, τουλάχιστον κατά ξηράν· διότι το εχθρικόν ιππικόν δεν μας επιτρέπει να εξέλθωμεν μακράν.
12. »Έχουν δε στείλει εις την Πελοπόννησον πρέσβεις, διά να ζητήσουν και άλλον στρατόν, και ο Γύλιππος περιτρέχει τας πόλεις της Σικελίας, διά να πείση τας μεν (εκείνας όσαι μένουν ήσυχοι σήμερον) να ενωθούν μετ' αυτού, και διά να λάβη από τας άλλας, ει δυνατόν, νέας δυνάμεις πεζάς και ναυτικάς· διότι έχουν κατά νουν, καθώς μανθάνω, να κάμουν απόπειραν κατά των τειχών μας με το πεζικόν των, και διά θαλάσσης με τα πλοία. Κανείς ας μη εκπλαγή ότι σκοπεύουν να μας προσβάλουν και διά θαλάσσης, διότι το ναυτικόν ημών (καθώς γινώσκουν και αυτοί οι εχθροί) κατ' αρχάς μεν ήτο εις ανθηράν κατάστασιν, τόσον διά την ξηρότητα των πλοίων, όσον και διά την υγείαν των πληρωμάτων· αλλά τώρα τα πλοία ημών είναι διάβροχα, τόσον καιρόν μείναντα εις την θάλασσαν, και τα πληρώματα αποσυντεθειμένα. Μας είναι αδύνατον να ανελκύσωμεν τα πλοία εις την ξηράν, διά να τα στεγνώσωμεν, διότι ο εχθρικός στόλος, ίσος, και μάλιστα ανώτερος τον αριθμόν, φαίνεται πάντοτε έτοιμος να επιτεθή καθ' ημών και αι ασκήσεις γίνονται φανεραί. Οι δε εχθροί δύνανται ανενοχλήτως και να επιτίθενται και να στεγνώνουν τα πλοία των, διότι δεν είναι αναγκασμένοι να περιπλέουν αενάως.
13. » Μόλις δε θα είχαμεν την αυτήν υπεροχήν, εάν ο στόλος μας ήτο ασυγκρίτως πολυαριθμότερος και εάν δεν ήμεθα αναγκασμένοι, ως σήμερον, να προφυλασσώμεθα μεθ' όλων των πλοίων μας, διότι, ολίγον εάν χαλαρώσωμεν την επιτήρησιν, θα μας λείψουν τα τρόφιμα, τα οποία και ήδη όχι με μικράν δυσκολίαν φθάνουν εις ημάς από μέρη πλησιόχωρα της πόλεως αυτής. Εκείνο δε που κατέστρεψε και καταστρέφει ακόμη τα πληρώματα είναι το ότι οι ναύται, αναγκαζόμενοι να απομακρύνωνται, διά να συνάζουν φρύγανα ή διά να εύρουν λείαν και ύδωρ, φονεύονται υπό του εχθρικού ιππικού, και οι υπηρετούντες δούλοι, αφ' ότου αι δυνάμεις είναι ίσαι εκατέρωθεν, λιποτακτούν· μεταξύ των ξένων, όσοι μεν εμβήκαν εις τα πλοία αναγκαστικώς, με πρώτην εύθετον περίστασιν αποχωρούν εις τας πόλεις των, όσοι δε κατ' αρχάς, δελεασθέντες υπό του μεγάλου μισθού, είχαν φαντασθή να συνάξουν μάλλον χρήματα παρά να πολεμήσουν, άμα παρά την προσδοκίαν των είδαν τους εχθρούς να ανθίστανται μετά στόλου και δι' άλλων μέσων, ευθύς άλλοι μεν απέρχονται υπό την πρόφασιν ότι μεταβαίνουν προς αναζήτησιν των φυγόντων δούλων, άλλοι δε όπως δύνανται. Η δε Σικελία είναι ευρύχωρος. Υπάρχουν τινές μάλιστα, οι οποίοι, διά να εμπορευθούν ενταύθα, αγοράζουν Υκκαρικά ανδράποδα, πείθουν τους τριηράρχους να τα δεχθούν εις τα πλοία αντ' αυτών και μειούται τοιουτοτρόπως το εκλεκτόν των πληρωμάτων.
14. »Εις εσάς δε, πού γνωρίζετε τούτο, γράφω ότι τα πληρώματα των πλοίων δι' ολίγον καιρόν διατηρούνται εις ακμήν, και ότι σπάνιοι είναι οι ναύται οι γνωρίζοντες να διευθύνουν το πλοίον έξω του λιμένος και να κωπηλατούν μετά ρυθμού. Αλλά το πλέον αμήχανον απ' όλα αυτά είναι ότι εγώ ο στρατηγός δεν δύναμαι να εμποδίσω τας αταξίας ταύτας, διότι χαρακτήρ ως ο ιδικός σας δυσκόλως κυβερνάται. Δεν ηξεύρομεν πόθεν να συμπληρώσωμεν τα πληρώματα, ενώ ουδέν τούτου ευκολώτερον εις τους εχθρούς. Διά να επαρκώμεν εις τας καθημερινάς ανάγκας και διά να συμπληρώνωμεν τα κενά, περιοριζόμεθα εις μόνα τα μέσα τα οποία είχαμεν ερχόμενοι ενταύθα, διότι αι σύμμαχοι πόλεις, η Νάξος και η Κατάνη, ουδεμίαν συνδρομήν δύνανται να μας δώσουν· εις τρόπον ώστε, εάν εις τους εχθρούς προστεθή και άλλη μία ευτυχία, εάν παραδείγματος χάριν, αι πόλεις της Ιταλίας αι οποίαι μας τρέφουν, βλέπουσαι εις ποίαν κατάστασιν ήλθαμεν και ότι δεν μας πέμπετε επικουρίας, ενωθούν μετ' αυτών, θέλουν τότε κερδίσει τον πόλεμον αμαχητί, καθότι θα αναγκασθώμεν να παραδοθώμεν. Θα ηδυνάμην εγώ να σας στείλω ειδήσεις ευαρεστοτέρας, αλλ' όχι ωφελιμωτέρας, αφού πρέπει να μάθετε την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων και να σκεφθήτε επ' αυτής. Επειδή άλλως γνωρίζω τον χαρακτήρα σας, ότι αγαπάτε τας μάλλον ευχαρίστους ειδήσεις και έπειτα παραπονείσθε, εάν τα συμβαίνοντα δεν ανταποκρίνονται με τας προσδοκίας σας, έκρινα άσφαλέστερον να σας δηλώσω την αλήθειαν.
15. »Προς το παρόν να είσθε πεπεισμένοι ότι ως προς μεν τον σκοπόν της εκστρατείας, στρατιώται και αρχηγοί ουδεμίαν αιτίαν μομφής έδωκαν· αλλ' επειδή όλη η Σικελία ομονοεί και περιμένει άλλον στρατόν εκ της Πελοποννήσου, σκεφθήτε ότι αι ενταύθα δυνάμεις μας δεν αρκούν ουδέ διά τας παρούσας ανάγκας και ότι πρέπει ή να μας ανακαλέσετε ή να πέμψετε και άλλον στρατόν ξηράς και θαλάσσης ουχί κατώτερον, πολλά χρήματα και ένα στρατηγόν διά να με αντικαταστήση, καθότι πάσχων από ασθένειαν των νεφρών δεν δύναμαι να μένω ενταύθα περισσότερον. Έχω δε την αξίωσιν να με συγχωρήσετε διά τούτο· εν όσω ήμην υγιής πολλάς υπηρεσίας σας παρέσχον εις διαφόρους εντολάς, τας οποίας μου ανεθέσατε. Προ πάντων ό,τι αποφασίσετε, πράξατέ το μόλις αρχίση η άνοιξις, χωρίς αναβολήν διότι, ολίγος χρόνος αρκεί εις τους εχθρούς μας, δια να εύρουν επικουρίας εν τη Σικελία· όσον αφορά εις τας επικουρίας της Πελοποννήσου, ναι μεν αυταί θα έλθουν βραδύτερον, αλλά, εάν δεν προσέχετε, τινές μεν θα σας διαφύγουν, ως και πρότερον, τινές δε θα σας προλάβουν».
16. Τοιούτον μεν ήτο το περιεχόμενον της επιστολής του Νικίου· οι δε Αθηναίοι, αφού ήκουσαν την ανάγνωσιν αυτής, δεν αφήρεσαν μεν την στρατηγίαν από τον Νικίαν αλλά, μέχρις ου φθάσουν οι άλλοι εκλεχθέντες συνάρχοντες αυτού, διόρισαν δυο εκ των εν τη Σικελία ευρισκομένων, τον Μένανδρον και τον Ευθύδημον, διά να μη υφίσταται μόνος τας κακουχίας του πολέμου ασθενής ων. Εψήφισαν επίσης να στείλουν και άλλον στρατόν, ναυτικόν, και πεζόν, συγκείμενον εξ Αθηναίων εγγραμμένων εις τον κατάλογον και εκ σύμμαχων. Συνάρχοντας δε αυτού εξέλεξαν Δημοσθένην τον Αλκισθένους και Ευρυμέδοντα τον Θουκλέους. Και τον μεν Ευρυμέδοντα έστειλαν αμέσως εις την Σικελίαν περί τας χειμερινάς τροπάς του ηλίου μετά δέκα πλοίων και εκατόν είκοσι ταλάντων, διά να αναγγείλη εις τον στρατόν ότι επικουρίαι έμελλαν να φθάσουν και ότι ελάμβαναν φροντίδα δι' όλ' αυτά.
17. Ο δε Δημοσθένης έμενε παρασκευαζόμενος, διά να αποπλεύση περί τας αρχάς της ανοίξεως· συνήθροισε στρατεύματα παρά των συμμάχων και έλαβε παρ' αυτών χρήματα, πλοία και οπλίτας. Έστειλαν επίσης οι Αθηναίοι είκοσι πλοία περί την Πελοπόννησον, διά να φυλάττουν μήπως μεταβή κανείς εκ της Κορίνθου και της Πελοποννήσου εις την Σικελίαν· διότι οι Κορίνθιοι, αφού επέστρεψαν οι πρέσβεις των αναγγέλλοντες ότι τα εν Σικελία επήγαιναν καλλίτερα, κρίναντες ότι η πρώτη αποστολή των πλοίων δεν υπήρξεν ανωφελής, ενεθαρρύνθησαν περισσότερον και ητοιμάζοντο και αυτοί να στείλουν εις την Σικελίαν οπλίτας επί φορτηγών πλοίων και οι Λακεδαιμόνιοι να στείλουν διά του αυτού τρόπου οπλίτας εκ της άλλης Πελοποννήσου. Προς τούτοις οι Κορίνθιοι εγέμιζαν με το χρειαστόν πλήρωμα εικοσιπέντε πλοία, διά να αποπειραθούν ναυμαχίαν κατά των προ της Ναυπάκτου φυλασσόντων πλοίων και ευκολύνουν τον απόπλουν των φορτηγών περισπώντες προς τα πολεμικά πλοία την προσοχήν των Αθηναίων των σταθμευόντων εν Ναυπάκτω.
18. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ητοίμαζαν επίσης και την εις την Αττικήν εισβολήν, την οποίαν είχαν μεν προαποφασίσει, επέσπευσαν όμως την εκτέλεσιν αυτής ενδώσαντες εις τας επιμόνους παρακλήσεις των Συρακουσίων και των Κορινθίων, οι οποίοι ήλπιζαν ότι διά τον περισπασμού τούτον ήθελεν εμποδισθή η υπό των Αθηναίων εις την Σικελίαν αποστολή των επικουριών. Επέμενε δε και ο Αλκιβιάδης να οχυρωθή η Δεκέλεια και να μη παύση ο πόλεμος. Εκείνο δε, το οποίον ενεθάρρυνε προ πάντων τους Λακεδαιμονίους, ήτο η ιδέα ότι οι Αθηναίοι, ενασχολούμενοι εις διπλούν πόλεμον, τον εναντίον αυτών και τον εναντίον των Σικελιωτών, θα καθίσταντο πλέον εύκολοι εις το να καταβληθούν, και ότι οι Αθηναίοι πρώτοι έλυσαν τας σπονδάς. Εις τον πρότερον πόλεμον η ρήξις προήλθε παρά των Λακεδαιμονίων, διότι οι Θηβαίοι εισήλθαν εν καιρώ ειρήνης εις την Πλάταιαν, και μολονότι ήτο γραμμένον εις τας συνθήκας να μη καταφεύγουν εις τα όπλα εναντίον εκείνων οι οποίοι ήθελαν να υποβληθούν εις διαιτησίαν, οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν να δικασθούν προσκληθέντες υπό των Αθηναίων. Και διά τούτο ενόμιζαν ότι δικαίως έπαθαν, και ενθυμούντο την συμφοράν της Πύλου και όλας τας μετά ταύτα δυστυχίας. Αλλ' ότε είδαν ότι οι Αθηναίοι ελεηλάτουν μετά των τριάκοντα πλοίον τους αγρούς της Επιδαύρου, των Πρασιών και άλλων χωρών, και συγχρόνως ότι επεδίδοντο εις ληστρικάς πράξεις εξερχόμενοι της Πύλου, και ότι προσκαλούμενοι υπό των Λακεδαιμονίων ηρνούντο να υποβληθούν εις διαιτησίαν, οσάκις ηγείροντο φιλονεικίαι περί των αμφισβητουμένων άρθρων της συνθήκης, τότε οι Λακεδαιμόνιοι ενόμισαν ότι οι Αθηναίοι περιέπεσαν εις το αυτό έγκλημα, εις το οποίον είχαν περιπέσει και αυτοί πρότερον, και δεν εδίστασαν πλέον να επαναρχίσουν τον πόλεμον. Κατά τον χειμώνα λοιπόν εκείνον διέταξαν τους συμμάχους να τοις προμηθεύσουν σίδηρον, και ητοίμασαν όλα τα απαιτούμενα εργαλεία προς οικοδομήν φρουρίων. Συγχρόνως δε συνεισέφεραν εξ ιδίων των, διά να στείλουν διά φορτηγών πλοίων εις τον εν τη Σικελία στρατόν επικουρίας και ηνάγκασαν τους άλλους Πελοποννησίους να πράξουν το αυτό. Εν τούτοις ο χειμών έληξε, καθώς και το δέκατον όγδοον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.