Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος
Part 6
83. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι, άμα έμαθαν ότι οι Αργείοι έκτιζαν τείχη, εστράτευσαν κατά του ’ργους, αυτοί και οι σύμμαχοι των, πλην των Κορινθίων· είχαν επίσης συνεννοήσεις τινάς και εν αυτώ τω ’ργει. Αρχηγός δε της εκστρατείας ήτο ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων ’γις ο Αρχιδάμου. Και όσα μεν εφαίνοντο προετοιμασμένα εν τη πόλει υπέρ αυτών δεν επέτυχαν ακόμη· καταβαλόντες όμως και κατεδαφίσαντες τα οικοδομούμενα τείχη, και κυριεύσαντες το χωρίον του ’ργους Υσιάς, και φονεύσαντες όλους τους ελευθέρους άνδρας όσους ηχμαλώτισαν, ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις. Μετά τούτο δε εστράτευσαν και οι Αργείοι κατά της Φλειασίας διά τον λόγον ότι εκεί εγίνοντο δεκτοί οι φυγάδες του ’ργους, και λεηλατήσαντες την χώραν επέστρεψαν· τωόντι εκεί είχαν εύρει άσυλον οι πλείστοι των εξορίστων. Κατά τον αυτόν χειμώνα απέκλεισαν οι Αθηναίοι τους λιμένας της Μακεδονίας, επιρρίπτοντες εις τον Περδίκκαν κατηγορίαν ότι είχεν ενωθή μετά των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, και ότι, ενώ οι Αθηναίοι είχαν προπαρασκευαστή να εκστρατεύσουν κατά των Χαλκιδέων της Θράκης και κατά της Αμφιπόλεως υπό τον στρατηγόν Νικίαν του Νικηράτου, αυτός εγκατέλιπε την συμμαχίαν και επροξένησεν ούτω διά της απομακρύνσεώς του την διάλυσιν του στρατού· ήτο λοιπόν εχθρός των. Και τοιουτοτρόπως παρήλθεν ο χειμών αυτός και το δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου.
84. Κατά δε το ακόλουθον θέρος ο Αλκιβιάδης έπλευσεν εις ’ργος μετά είκοσι πλοίων και συνέλαβεν εκεί τριακοσίους άνδρας, οι οποίοι εθεωρούντο ακόμη ως ύποπτοι και ως φρονούντες τα των Λακεδαιμονίων· κατέθεσαν δε αυτούς οι Αθηναίοι εις τας πλησίον νήσους τας εξαρτωμένας απ' αυτούς. Οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν επίσης και εναντίον της νήσου Μήλου μετά πλοίων ιδικών των μεν τριάκοντα, Χίων δε έξ, Λεσβίων δε δύο, και οπλιτών ιδικών των μεν χιλίων διακοσίων και τοξοτών τριακοσίων και ιπποτοξοτών είκοσι, των δε συμμάχων και νησιωτών χιλίων πεντακοσίων περίπου οπλιτών. Οι δε Μήλιοι είναι μεν άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν ήθελαν όμως να υπακούουν εις τους Αθηναίους καθώς οι άλλοι νησιώται, αλλά κατ' αρχάς μεν ετήρησαν ουδετερότητα και έμεναν ησυχάζοντες· κατόπιν όμως, αναγκασθέντες υπό των Αθηναίων, οι οποίοι ελεηλάτουν την νήσον των, ήρχισαν πόλεμον φανερόν. Στρατοπεδεύσαντες λοιπόν εις την χώραν των μετά του στρατού τούτου οι στρατηγοί Κλεομήδης ο Λυκομήδους και Τισίας ο Τισιμάχου, πριν αρχίσουν καμμίαν εχθροπραξίαν έπεμψαν πρέσβεις, διά να συνομιλήσουν μετ' αυτών. Τους πρέσβεις τούτους δεν παρουσίασαν οι Μήλιοι εις τον λαόν, αλλά τους προσεκάλεσαν να συνομιλήσουν μετά των αρχών και των πρώτων πολιτών περί του λόγου της αποστολής των. Οι δε πρέσβεις των Αθηναίων είπον τα εξής :
85. Επειδή οι λόγοι δεν γίνονται προς το πλήθος, προς τον σκοπόν να μη απατηθούν οι πολλοί ακούοντες διά μιας τους δελεαστικούς και ανεξέλεγκτους διά την αδιάκοπον συνέχειαν λόγους μας (διότι εννοούμεν ότι τοιαύτη είναι η σκέψις σας με το να μας φέρετε ενώπιον μικρού αριθμού ακροατών), διά τούτο σεις οι συνελθόντες μαζί μας ασφαλισθήτε έτι μάλλον. Εγκαταλείποντες τον τρόπον της συνεχούς αγορεύσεως ας λέγετε και σεις ό,τι φρονείτε περί ενός εκάστου· οσάκις δε εκφέρομεν γνώμην τινά, εάν αύτη σας φαίνεται απαράδεκτος, αντικρούετε την αμέσως. Και πρώτον είπατε αν σας αρέσκει ο τρόπος ούτος της συνομιλίας».
86. Οι δε σύνεδροι των Μηλίων απεκρίθησαν «Η μεν φιλική πρότασις του να συζητήσωμεν ησύχως δεν είναι αξία μομφής, αλλ' αι πολεμικαί προπαρασκευαί, αι παρούσαι και ουχί μέλλουσαι, μας φαίνονται να αντιφάσκουν προς αυτό. Διότι βλέπομεν ότι ήλθατε ως κριταί των όσα θα ειπωθούν και ότι διά του λόγου τούτου, εάν μεν υπερισχύσωμεν εις το δίκαιον ημών και ένεκα τούτου δεν υποχωρήσωμεν, θα προκαλέσωμεν πόλεμον καθ' ημών, εάν δε υποχωρήσωμεν, δουλείαν».
87. ΑΘΗΝΑΙΟΙ. Εάν μεν, συνήλθατε, διά να υπολογίσετε τας δυσπιστίας σας περί του μέλλοντος ή διά παν άλλο να σκεφθήτε παρά περί της σωτηρίας της πόλεώς σας αναλόγως με τας παρούσας περιστάσεις και με όσα βλέπετε, ας παύσωμεν αν δε τουναντίον, ας ομιλήσωμεν.
88. ΜΗΛΙΟΙ. Φυσικόν και συγγνωστόν είναι, άνθρωποι, εις τοιαύτην (ως την ιδικήν μας) κατάστασιν ευρισκόμενοι, να δίδουν πάσαν έκτασιν εις τους λόγους των και τας σκέψεις των. Αναγνωρίζομεν όμως ότι η συνέλευσις αύτη αντικείμενον έχει την σωτηρίαν ημών. Ας γίνη λοιπόν η συζήτησις, εάν ευαρεστήσθε, κατά τον τρόπον τον οποίον υπεδείξατε.
89. ΑΘ. Ημείς λοιπόν δεν θα ζητήσωμεν λέξεις ευπρεπείς, ούτε θα επιχειρήσωμεν να αποδείξωμεν διά μακρών λόγων οι οποίοι δεν θα έπειθον κανένα ότι είναι δίκαιον να άρχωμεν καθό νικήσαντες τον Μήδον, ή ότι εκδικούμεθα σήμερον ως προσβληθέντες· και σας παρακαλούμεν επίσης να μη μας ειπήτε ότι, επειδή είσθε άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν εξεστρατεύσατε μαζί μας, ή ότι δεν μας ηδικήσατε εις τίποτε, μήτε να αξιώσετε διά τούτο να μας πείσετε· πράξατε μόνον ό,τι είναι δυνατόν να γίνη κατά τα αληθή φρονήματα εκατέρων· διότι γνωρίζομεν επίσης καλώς και οι μεν και οι δε ότι το δίκαιον κατά την κρίσιν των ανθρώπων λαμβάνεται υπ' όψιν μόνον όταν οι κρινόμενοι έχουν ίσην ισχύν, οι δε ισχυροί εξασκούν την δύναμίν των και οι ασθενείς υποχωρούν.
90. ΜΗΛ. Καθώς νομίζομεν λοιπόν είναι ωφέλιμον να σας είπωμεν (είναι δε αναγκαίον τούτο, επειδή σεις επροβάλατε επιτακτικώς ως βάσιν το συμφέρον αντί του δικαίου) ότι δεν πρέπει να καταλύσετε την ελευθερίαν, το κοινόν τούτο αγαθόν, και ότι ο ευρισκόμενος πάντοτε εις κίνδυνον δύναται να επιτύχη διά της πειθούς ωφελήματα ανάλογα και δίκαια, ενίοτε δε και πέραν του αυστηρού δικαίου. Και τούτο σας συμφέρει πλειότερον παντός άλλου, τοσούτω μάλλον, όσω, εάν ποτε ατυχήσετε, θέλετε χρησιμεύσει εις τους άλλους ως παράδειγμα, διά να τιμωρηθήτε αυστηρώς.
91. ΑΘ. Ημείς δε εξ εναντίας, εάν καταλυθή η ημετέρα ηγεμονία, δεν θα λυπηθώμεν· διότι οι άρχοντες άλλων, ως οι Λακεδαιμόνιοι, δεν είναι επίφοβοι εις τους ηττηθέντας (άλλως δεν πρόκειται ενταύθα περί των Λακεδαιμονίων), επίφοβοι όμως είναι οι υπήκοοι, όταν συμβή να προσβάλουν και να νικήσουν τους αρχαίους κυρίους των. Και περί μεν τούτου ας αφεθή εις ημάς (ας μείνη να εξετασθή μόνον από ημάς) ο κίνδυνος, όστις δύναται να προκύψη· ότι δε ήλθομεν ενταύθα μεριμνώντες περί της ημετέρας ηγεμονίας και της σωτηρίας της πόλεως σας, τούτο θέλομεν σας αποδείξει, θέλοντες να είμεθα άρχοντές σας ανεμποδίστως και να καταστήσωμεν την σωτηρίαν σας συμφέρουσαν και εις σας και εις ημάς.
92. ΜΗΛ. Και πώς συμβαίνει να συμφέρη εις ημάς μεν να δουλεύωμεν, εις σας δε να ηγεμονεύετε;
93. ΑΘ. Διότι σεις μεν, εάν υπακούσετε, δεν θα πάθετε τα έσχατα δεινά, ημείς δε, εάν δεν σας εξολοθρεύσωμεν, θα έχωμεν κέρδος.
94. ΜΗΛ. Δεν δέχεσθε λοιπόν να μένωμεν ήσυχοι, όντες φίλοι μεν ιδικοί σας και όχι πολέμιοι, σύμμαχοι δε κανενός;
95. ΑΘ. Όχι· διότι η έχθρα σας μας βλάπτει ολιγώτερον παρά η φιλία σας, η οποία διά τους υπηκόους μας ήθελε δεικνύει την αδυναμίαν ημών, ενώ η έχθρα σας ήθελε δεικνύει την δύναμιν ημών.
96. ΜΗΛ. Λοιπόν οι υπήκοοί σας θέτονται εις την αυτήν κατηγορίαν με εκείνους, οι οποίοι κανένα δεν έχουν δεσμόν με σας και με τους αποίκους σας, εκ των οποίων τινές αποστατήσαντες υπετάχθησαν;
97. ΑΘ. Οι υπήκοοι ημών σκέπτονται ότι δεν στερούνται δικαιολογίας μήτε οι μεν μήτε οι δε, αλλ' ότι ένεκα της ισχύος των οι μεν διαμένουν ελεύθεροι, ημείς δε διά φόβον δεν επερχόμεθα· ώστε υποτάσσοντες σας όχι μόνον θα αυξήσωμεν τον αριθμόν των υπηκόων μας, αλλ' ωσαύτως θα εξασφαλίσωμεν ημάς αυτούς· τοσούτω μάλλον, όσω νησιώται όντες και ασθενέστεροι όχι μόνον απέναντι θαλασσοκρατόρων, όπως είμεθα ημείς, αλλά και εναντίον άλλων δεν θέλετε δυνηθή να υπερισχύσετε.
98. ΜΗΛ. Δεν νομίζετε ότι υπάρχει ασφάλεια εις αυτό το οποίον θα σας είπωμεν; (διότι καθώς απαγορεύοντες εις ημάς τους λόγους επί τη βάσει του δικαίου μας αναγκάζετε να συναρμοζώμεθα προς το συμφέρον σας, ούτω και ημείς υποδεικνύοντες εις σας τι είναι εις ημάς ωφέλιμον θα προσπαθήσωμεν να σας πείσωμεν, εάν η ωφέλεια αύτη είναι επίσης και ιδική σας.) Πώς να μη καταστήσετε εχθρούς σας εκείνους, οι οποίοι σήμερον είνε ουδέτεροι, όταν μάρτυρες της τοιαύτης διαγωγής, θα κρίνωσιν ότι ημέραν τινά θα επιτεθήτε επίσης και κατ' αυτών ; Εκ τούτου δε τι άλλο θέλει προκύψει ειμή να αυξήσουν οι υπάρχοντες εχθροί σας και να αναγκασθούν άλλοι να γίνουν εχθροί παρά την θέλησίν των;
99. ΑΘ. Ουδόλως. Οι λαοί, τους οποίους φοβούμεθα περισσότερον, δεν είναι οι κάτοικοι της στερεάς, οι οποίοι δι' αυτό τούτο, ότι είναι ελεύθεροι, δεν θα σπεύσουν να μας προσβάλουν αλλ' είναι οι ανεξάρτητοι νησιώται, όπως σεις και εκείνοι οίτινες εξεγείρονται και εναντιώνονται εναντίον της ανάγκης να υποταχθούν αυτοί, χωρίς να μετρήσουν τας δυνάμεις των, δύνανται να επισύρουν και κατ' αυτών και καθ' ημών άφευκτον κίνδυνον.
100. ΜΗΛ. Αφού οι μέγιστοι κίνδυνοι αψηφούνται από σας μεν ίνα διατηρήσετε την ηγεμονίαν, από δε τους υπό την δουλείαν ίνα απαλλαγούν αυτής, βεβαίως θα είχομεν μεγάλην μηδαμινότητα και δειλίαν, ημείς πού είμεθα ακόμη ελεύθεροι, αν δεν διεκινδυνεύομεν τα πάντα μάλλον παρά να υποδουλωθώμεν.
101. ΑΘ. Όχι, εάν σκεφθήτε φρονίμως· διότι ενώπιον σας δεν πρόκειται αγών περί ανδραγαθίας προς ίσους, εις τον οποίον θα ήτο αισχύνη διά σας, εάν υπεκύπτετε, αλλά περί της σωτηρίας σας με το να μη αντισταθήτε κατά δυνάμεων πολύ ανωτέρων.
102. ΜΗΛ. Αλλ' ηξεύρομεν ότι ο πόλεμος λαμβάνει πολλάκις ανελπίστους τροπάς και ότι η νίκη δεν συνοδεύει πάντοτε τους αριθμητικώς ανωτέρους· διά τούτο, αν μεν υποχωρήσωμεν αμέσως, ουδεμίαν ελπίδα σωτηρίας έχομεν, αν δε πολεμήσωμεν, υπάρχει ακόμη ελπίς να σωθώμεν.
103. ΑΘ. Η ελπίς, πού παρηγορεί εις τους κινδύνους, βλάπτει μεν τους διακινδυνεύοντας τας περισσευούσας δυνάμεις των, δεν καταστρέφει όμως αυτούς όλως διόλου· αλλ' εις τους διακινδυνεύοντας το παν τίποτε δεν τους αφήνει (διότι είναι φύσει δαπανηρά), μόλις δε φανούν αι παγίδες, εις τας οποίας παρασύρει, και αμέσως βλέπει τις ότι τίποτε δεν του έμεινε, διά να προφυλαχθή εναντίον αυτών· τούτο σεις, ασθενείς όντες και εις κρίσιμον στιγμήν ευρισκόμενοι, προσέξατε μη πάθητε και ομοιάσητε με τους κοινούς των θνητών, οίτινες έχοντες ακόμη μέσα ανθρώπινα διά να σωθούν, όταν, εν τη απελπισία των, πάσα ελπίς ορατή τους εγκαταλείπη, καταφεύγουν εις τας αφανείς ελπίδας, εις την μαντικήν, εις τους χρησμούς και εις παν ό,τι δύναται ούτω ένωμένον με την παραπλάνησιν του νου (φρεναπάτην) να επιφέρη τον όλεθρόν των.
104. ΜΗΛ. Μη αμφιβάλλετε ότι και ημείς επίσης αναγνωρίζομεν ότι είναι δύσκολον να αγωνισθώμεν προς την δύναμίν σας και την τύχην, αν δεν θα είναι ίση· πιστεύομεν όμως, ως προς μεν την τύχην, ότι προστατευόμενοι υπό του θείου δεν θα είμεθα κατώτεροι σας, διότι αγωνιζόμεθα όσιοι προς αδίκους· ως προς δε την έλλειψιν της δυνάμεως, ελπίζομεν ότι θα αναπληρωθή αύτη διά της συμμαχίας των Λακεδαιμονίων, η οποία συμμαχία τους υποχρεώνει να μας βοηθήσουν, αν όχι δι' άλλην αιτίαν, τουλάχιστον διά την συγγένειαν και από φιλοτιμίαν. Βλέπετε λοιπόν ότι δεν είναι όλως παράλογον το θάρρος μας.
105. ΑΘ. Και ημείς μεν ωσαύτως νομίζομεν ότι δεν θα έχωμεν ολιγώτερον ευμενείς τους θεούς· διότι ουδέν επιθυμούμεν ή πράττομεν αντιβαίνον εις τας θρησκευτικάς πεποιθήσεις ή εις τας επιθυμίας των ανθρώπων. Νομίζομεν ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι, κινούμενοι υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, τείνουν εις το να άρχουν, εκείνοι μεν εν τη τάξει των ιδεών, ούτοι δε εν τω κύκλω της πραγματικότητος. Ούτε εθέσαμεν ούτε μετεχειρίσθημεν ημείς πρώτοι τον νόμον τούτον· τον εύρομεν υπάρχοντα και ύστερον από ημάς θα υπάρχη αιωνίως. Κάμνομεν χρήσιν αυτού βέβαιοι ότι και σεις και πολλοί άλλοι ακόμη, περιερχόμενοι εις τοιαύτην δύναμιν ως την ημετέραν, θα επράττετε το αυτό. Ως προς τους θεούς λοιπόν, ουδεμίαν αιτίαν έχομεν να υποθέσωμεν ότι θέλομεν στερηθή της ευνοίας των· ως προς δε την από τους Λακεδαιμονίους ελπίδα σας, οι οποίοι, ως πιστεύετε, θα σας βοηθήσουν από εντροπήν, σας μακαρίζομεν διά την απλότητα σας και δεν ζηλεύομεν βέβαια την αφροσύνην σας. Οι Λακεδαιμόνιοι, διά τον εαυτόν τους μεν και τα εγχώρια έθιμά των ως επί το πλείστον προσφέρονται τιμίως και δικαίως· διά τους άλλους δε συντόμως ηδύνατο τις να είπη ότι, από όλους τους λαούς τους οποίους γνωρίζομεν, αυτοί είναι προφανέστατον ότι νομίζουν τα μεν ευάρεστα έντιμα, τα δε συμφέροντα δίκαια. Η τοιαύτη άρα σκέψις δεν ωφελεί την παράλογον ελπίδα, την οποίαν έχετε σήμερον περί της σωτηρίας σας.
106. ΜΗΛ. Ημείς όμως νομίζομεν ότι ίσα ίσα διά το συμφέρον των δεν θα θελήσουν προδίδοντες τους Μηλίους, αποίκους αυτών όντας, να φανούν άπιστοι προς τους Έλληνας όσοι είναι φίλοι των και να γίνουν ωφέλιμοι εις τους εχθρούς των.
107. ΑΘ. Δεν πιστεύετε λοιπόν ότι το μεν συμφέρον είναι συνδεμένον με την ασφάλειαν, το δε δίκαιον και το έντιμον είναι αχώριστα από τους κινδύνους, εις τους οποίους εις ελάχιστον βαθμόν εκτίθενται οι Λακεδαιμόνιοι.
108. ΜΗΛ. Νομίζομεν εν τούτοις ότι δεν θα διστάσουν να κινδυνεύσουν υπέρ ημών, και ότι θα έχουν πλήρη και τελείαν πεποίθησιν εις ημάς· διότι διά μεν τας εν τη Πελοποννήσω επιχειρήσεις των Λακεδαιμονίων κείμεθα πλησίον αυτής ώστε να τους βοηθώμεν, ως προς δε το φρόνημα μας θα μας εύρωσι πιστοτέρους παρά κάθε άλλον, επειδή την αυτήν καταγωγήν έχομεν μετ' αυτών.
109. ΑΘ. Εκείνοι δε, παρά των οποίων ζητεί τις βοήθειαν, δεν δίδουν αυτήν αποβλέποντες εις την εύνοιαν του ζητούντος αυτήν αλλ' εις την υπεροχήν των πραγματικών του δυνάμεων· τούτο λαμβάνουν υπ' όψιν πλέον απ' όλους τους άλλους οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι δυσπιστούντες εις τας ιδίας των δυνάμεις δεν επέρχονται κατά των άλλων ειμή αφού προσλάβουν πολλούς συμμάχους. Δεν είναι λοιπόν πιθανόν, ενώ ημείς κυριαρχούμεν κατά θάλασσαν, να μεταβιβασθούν εις νήσον.
110. ΜΗΛ. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως όχι μόνον ιδικήν των δύναμιν έχουσιν, αλλά και άλλους δύνανται να στείλουν· το Κρητικόν πέλαγος είναι ευρύ. Εκεί είναι δυσκολώτερον εις τους θαλασσοκράτορας να συλλάβουν τους εχθρούς των παρά εις τούτους να σωθώσιν, όταν θέλωσι να διαφύγωσι· και επί τη υποθέσει όμως ότι ήθελον αποτύχει εις τούτο, πάλιν ήθελον τραπή εναντίον της χώρας σας και κατ' εκείνων των συμμάχων, εις τους οποίους δεν μετέβη ο Βρασίδας· και τότε πλέον θα αναγκασθήτε να πολεμήσετε ουχί περί γης, η οποία διόλου δεν σας ανήκει, αλλά περί της ιδικής σας και της των συμμάχων σας.
111. ΑΘ. Τοιαύτη απόπειρα έγινεν ήδη και γνωρίζετε ότι οι Αθηναίοι ουδέποτε εκ φόβου παρήτησαν πολιορκίαν τινά. Εν τούτοις παρατηρούμεν όμως ότι, ενώ ανηγγείλατε ότι η παρούσα διάσκεψις σκοπόν θα έχη την σωτηρίαν της πόλεώς σας, μολαταύτα καθ' όλην την μακράν ταύτην συνδιάλεξιν δεν είπετέ τι, εις το οποίον να δύναταί τις να βασίση ελπίδα τινά σωτηρίας. Τα ισχυρότερα υποστηρίγματα σας είναι μέλλουσαι ελπίδες, ενώ τα πραγματικά σας μέσα, παραβαλλόμενα προς τα εναντίον σας αντιταχθέντα, είναι ανεπαρκή διά να νικήσετε. Θα πράξετε μεγάλην ανοησίαν, εάν, αφού ημείς αποχωρήσωμεν, δεν σκεφθήτέ τι συνετώτερον· διότι βεβαίως δεν θα γίνετε παίγνια της φιλαυτίας, η οποία εις τους προφανείς και αδόξους κινδύνους φέρει τους ανθρώπους εις την καταστροφήν. Τωόντι, πόσοι άνθρωποι μολονότι προβλέποντες το μέγεθος του κινδύνου τον οποίον διέτρεχον, δελεαζόμενοι όμως υπό του δελεαστικού ονόματος της αισχύνης, δεν ηδυνήθησαν να αντισταθώσιν εις την δύναμιν μιας λέξεως, και πράγματι ενέπεσαν εκουσίως εις αθεράπευτα δυστυχήματα προσλαμβάνοντες αισχύνην αισχροτέραν διά την ανοησίαν των ή διά την τύχην. Φυλαχθήτε από το πάθημα τούτο, εάν είσθε φρόνιμοι. Και μη νομίσετε ότι είναι αισχρόν να υποταχθήτε εις μεγίστην πόλιν, όταν αύτη σας προτείνη επιεικείς προτάσεις, να γίνετε δηλαδή σύμμαχοί της και να διατηρήσετε την χώραν σας πληρώνοντες φόρον. Όντες ελεύθεροι να εκλέξετε μεταξύ ειρήνης και πολέμου μη προτιμήσετε εξ ισχυρογνωμοσύνης το χειρότερον. Όσοι προς μεν τους ίσους δεν ενδίδουν, προς δε τους ανωτέρους καλώς προσφέρονται, απέναντι δε των κατωτέρων είναι επιεικείς, αυτοί κατορθώνουν πολλά. Σκεφθήτε λοιπόν, αφού αποχωρήσωμεν ημείς, και λάβετε προ οφθαλμών πολλάκις ότι σκέπτεσθε περί της πατρίδος σας, η οποία είναι μία μόνη και της οποίας η τύχη εξαρτάται εκ μιας αποφάσεως καλής ή κακής.
112. Και οι μεν Αθηναίοι απεχώρησαν εκ της συνεδριάσεως, οι δε Μήλιοι μείναντες μόνοι, αφού έσχημάτισαν την αυτήν απόφασιν, επέμειναν εις την άρνησίν των και απεκρίθησαν ως εξής: «Ω Αθηναίοι, ούτε μεταβάλλομεν την πρώτην απόφασιν μας, ούτε θα αφήσωμεν να μας αφαιρέσουν εις ολίγας στιγμάς την έλευθερίαν πόλεως από επτακοσίων ετών οικουμένης· αλλ' ελπίζοντες εις την θείαν προστασίαν, η οποία διεφύλαξεν αυτήν μέχρι της σήμερον, και εις την βοήθειαν των θεών και των ανθρώπων και των Λακεδαιμονίων θα προσπαθήσωμεν να την σώσωμεν. Ουχί εχθροί αλλά φίλοι και των δύο σας προσκαλούμεν να εξέλθετε της χώρας μας, αφού κάμετε σπονδάς συμφερούσας και εις σας και εις ημάς».
113. Ταύτα είπον οι Μήλιοι· αλλ' οι Αθηναίοι διαλύοντες την συνεδρίασιν απεκρίθησαν, «Εκ της αποφάσεώς σας φαίνεται, ότι μόνοι μεταξύ των ανθρώπων θεωρείτε τα μέλλοντα ως σαφέστερα των βλεπομένων, και ότι τα αφανή παρίστανται εις τους οφθαλμούς σας ως υπάρχοντα ήδη, και τοιούτος (σύμφωνος προς αυτά) είναι ο πόθος σας. Τα πάντα εμπιστευόμενοι εις τους Λακεδαιμονίους, εις την τύχην, εις τας ελπίδας τα πάντα θα απολέσετε».
114. Και οι μεν πρέσβεις των Αθηναίων επέστρεφαν εις το στρατόπεδον, οι δε στρατηγοί αυτών, βλέποντες την ανυποταξίαν των Μηλίων, ήρχισαν αμέσως να τους πολεμούν και διαιρέσαντες την εργασίαν εις τους στρατιώτας των διαφόρων πόλεων περιετείχισαν κύκλω τους Μηλίους. Έπειτα αφήσαντες οι Αθηναίοι κατά γην και κατά θάλασσαν φρουράν εξ ιδίων στρατιωτών και εκ συμμαχικών ανεχώρησαν μετά του περισσοτέρου στρατού, οι δε μείναντες εξηκολούθησαν την πολιορκίαν.
115. Κατά τον αυτόν χρόνον και οι Αργείοι εισβαλόντες εις την Φλειασίαν και πεσόντες εις ενέδραν στημένην υπό των φυγάδων των και υπό των Φλειασίων απώλεσαν περί τους ογδοήκοντα άνδρας. Και οι εν τη Πύλω Αθηναίοι έλαβαν πολλά λάφυρα παρά των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι διά την αιτίαν ταύτην δεν διέλυσαν μεν τας σπονδάς διά να τους πολεμήσουν, αλλά διεκήρυξαν ότι οι συμπολίταί των ήσαν ελεύθεροι να ληστεύουν τους Αθηναίους. Και οι Κορίνθιοι επολέμησαν επίσης τους Αθηναίους ένεκα ιδιαιτέρων διαφορών· οι δε άλλοι Πελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Και οι Μήλιοι, προσβαλόντες διά νυκτός το προς την αγοράν προτείχισμα των Αθηναίων, εκυρίευσαν αυτό και εφόνευσαν άνδρας τινάς· εισαγαγόντες δε τρόφιμα και όσα περισσότερα ηδυνήθησαν χρήσιμα επέστρεφαν και έμεναν ήσυχοι. Κατόπιν όμως οι Αθηναίοι προσείχον περισσότερον. Και το θέρος παρήλθεν.
116. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάσθησαν να εκστρατεύσουν κατά της Αργολίδος· αλλ' επειδή αι θυσίαι αι οποίαι έγιναν προς διάβασιν των ορίων δεν εφάνησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια. Η τοιαύτη επίδειξις ενέβαλε τους Αργείους εις υπονοίας εναντίον τινών εκ των συμπολιτών των καί τινας μεν εξ αυτών συνέλαβον, οι δε άλλοι διέφυγαν.
Κατά την αυτήν εποχήν οι Μήλιοι κατέλαβαν έτερον μέρος του περιτειχίσματος των Αθηναίων, εις το οποίον δεν ήσαν πολλοί φύλακες. Αλλ' ακολούθως, ελθόντος και άλλου στρατού εξ Αθηνών υπό την οδηγίαν Φιλοκράτους του Δημέου, επολιορκήθησαν ισχυρώς. Επειδή δε εξεδηλώθη και προδοσία εντός της πόλεως, οι Μήλιοι παρεδόθησαν άνευ όρων εις τους Αθηναίους· ούτοι δε όσους μεν εφήβους έλαβον εις την εξουσίαν των εφόνευσαν, τας δε γυναίκας και τους παίδας τους έκαμαν δούλους προς πώλησιν (ανδράποδα) και ύστερον πέμψαντες πεντακοσίους αποίκους κατοίκησαν την πάλιν αυτοί.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
1. Κατά δε τον αυτόν χειμώνα οι Αθηναίοι ηθέλησαν και πάλιν, μετά δυνάμεων μεγαλυτέρων εκείνων τας οποίας είχον ο Λάχης και ο Ευρυμέδων, να πλεύσουν εναντίον της Σικελίας, διά να την υποτάξουν, εάν ήθελον δυνηθή. Οι πλείστοι εξ αυτών ηγνόουν το μέγεθος της νήσου, ως και τον αριθμόν των κατοίκων της, Ελλήνων και βαρβάρων, και ότι ανελάμβανον να κάμουν πόλεμον σχεδόν επίσης σπουδαίον ως τον της Πελοποννήσου. Τωόντι ο περίπλους της Σικελίας είναι οκτώ περίπου ημερών διά πλοίον εμπορικόν, και μόνον εν διάστημα θαλάσσης είκοσι το πολύ σταδίων εμποδίζει την τοσούτον ευρείαν ταύτην νήσον να είναι χώρα της στερεάς γης.
2. Ιδού δε πώς εκατοικήθη αύτη το πάλαι και πόσα έθνη εν όλω περιέχει. Λέγεται ότι οι αρχαιότατοι κάτοικοι ενός μέρους της νήσου υπήρξαν οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες, των οποίων εγώ ούτε την καταγωγήν ηξεύρω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού απεχώρησαν. Πρέπει εν τούτοις να αρκεσθώμεν εις όσα είπαν οι ποιηταί και εις τας διαφόρους γνώμας αίτινες εξηνέχθησαν περί αυτών. Μετ' αυτούς πρώτοι οικήτορες φαίνονται οι Σικανοί· και ούτοι μεν διατείνονται ότι είναι παλαιότεροι, καθότι είναι αυτόχθονες, αλλά το βέβαιον είναι ότι είναι Ίβηρες, διωχθέντες υπό των Λιγύων από τα παρόχθια μέρη του ποταμού Σικανού της Ιβηρίας. Εξ αυτών ωνομάσθη η νήσος Σικανία, πρότερον καλούμενη Τρινακρία, κατοικούν δε αυτοί και μέχρι της σήμερον τα δυτικά μέρη της Σικελίας. Μετά την άλωσιν δε του Ιλίου τινές των Τρώων, διαφυγόντες τους Έλληνας, φθάνουν διά θαλάσσης εις την Σικελίαν· και αποκατασταθέντες εις τα μεθόρια των Σικανών, ωνομάσθησαν μεν όλοι Έλυμοι, πόλεις δε αυτών ιδιαίτεραι ήσαν η Έρυξ και η Έγεστα. Εις την αποικίαν ταύτην προσετέθησαν καί τινες Φωκείς επανερχόμενοι εκ της Τροίας και ριφθέντες υπό της τρικυμίας πρώτον προς την Λιβύην και κατόπιν εις την Σικελίαν. Οι δε Σικελοί, εκ της Ιταλίας όπου κατώκουν, φεύγοντες τους Οπικούς, μετέβησαν πιθανώτατα εις την Σικελίαν επί σχεδίων αναμείναντες προς τούτο την στιγμήν πού ο άνεμος πνέει προς τον πορθμόν, ίσως όμως και δι' άλλου τινός τρόπου εισπλεύσαντες. Υπάρχουν δε και σήμερον ακόμη εις την Ιταλίαν Σικελοί· και η χώρα εκλήθη Ιταλία από του βασιλέως των Σικελών, ο οποίος εκαλείτο Ιταλός. Οι Σικελοί, ελθόντες εις την Σικελίαν μετά στρατού πολλού, ενίκησαν εις μάχην τους Σικανούς και απώθησαν αυτούς προς τα μεσημβρινά και τα δυτικά μέρη της νήσου και αντί Σικανίας επωνόμασαν αυτήν Σικελίαν. Αποκατασταθέντες δε εις τα πλέον εύφορα μέρη του τόπου κατείχον αυτά περί τα τριακόσια έτη από της μεταβάσεώς των μέχρι του ερχομού των Ελλήνων. Ακόμη δε και σήμερον κατέχουν τα μέσα και τα προς βορράν της νήσου. Κατώκησαν επίσης και Φοίνικες περί την Σικελίαν, καταλαβόντες ακρωτήρια και νησίδια παρακείμενα ένεκα της μετά των Σικελών εμπορίας των· αλλ' όταν οι Έλληνες ήρχισαν να έρχωνταί πολλοί διά θαλάσσης, οι Φοίνικες εγκατέλιπον τα πλείστα των μερών τούτων και συνοικίσθησαν εις την Μοτύην, τον Σολόεντα και την Πάνορμον πλησίον των Ελύμων. Διπλούν συμφέρον εύρισκαν εις τούτο· πρώτον την συμμαχίαν των λαών τούτων και δεύτερον ότι ήσαν πλησίον της Καρχηδόνος, η οποία εκ του μέρους τούτου χωρίζεται από της Σικελίας μόνον διά βραχυτάτου διαστήματος. Και οι μεν βάρβαροι τοσούτοι ήσαν και τοιουτοτρόπως κατοίκησαν την Σικελίαν.
3. Μεταξύ δε των Ελλήνων πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εκ της Ευβοίας μετά του οικιστού Θουκλέους, κατοίκησαν την Νάξον και ήγειραν τον βωμόν του Αρχηγέτου Απόλλωνος, ο οποίος σήμερον είναι έξω της πόλεως· επί του βωμού τούτου οι θεωροί, όταν έρχωνται εκ της Σικελίας, κάμνουν τας πρώτας θυσίας. Τας δε Συρακούσας, κατά το επόμενον έτος, ο Αρχίας, είς των Ηρακλειδών, ελθών εκ της Κορίνθου, εκατοίκισεν, αφού πρώτον εδίωξε τους Σικελούς εκ της νήσου, όπου ευρίσκεται η εσωτερική πόλις, της οποίας η θάλασσα δεν βρέχει πλέον σήμερον τα τείχη· με τον καιρόν και η έξω πόλις προστειχισθείσα έγινε πολυάνθρωπος. Ο δε Θουκλής και οι Χαλκιδείς, ορμηθέντες εκ της Νάξου, κατά το πέμπτον έτος μετά την θεμελίωσιν των Συρακουσών, και διώξαντες διά των όπλων τους Σικελούς έκτισαν τους Λεοντίνους και μετ' αυτούς την Κατάνην. Αυτοί δε οι Καταναίοι εξέλεξαν ως οικιστήν των τον Εύαρχον.