Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος
Part 4
47. «Οι Αθηναίοι, καθώς και οι Αργείοι, οι Μαντινείς και οι Ηλείοι, δι' εαυτούς και διά τους συμμάχους επί των οποίων άρχουσιν εκάτεροι, έκαμαν σπονδάς δι' εκατόν έτη κατά γην και κατά θάλασσαν χωρίς δόλον και χωρίς καμμίαν ζημίαν εκατέρωθεν. Δεν επιτρέπεται εις τους Αργείους, εις τους Ηλείους, εις τους Μαντινείς και εις τους συμμάχους των οιαδήποτε εχθροπραξία κατά των Αθηναίων και των συμμάχων επί των οποίων άρχουσιν οι Αθηναίοι· επίσης απαγορεύεται εις τους Αθηναίους και τους συμμάχους των πάσα, δι' οιουδήποτε μέσου και τρόπου, εχθροπραξία εναντίον των Αργείων, των Ηλείων, των Μαντινέων και των συμμάχων των. Επί τη βάσει ταύτη οι Αθηναίοι, οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς θα είνε σύμμαχοι επί εκατόν έτη· και εάν εχθροί εισβάλουν εις την χώραν των Αθηναίων, οφείλουν οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς να σπεύσουν, μόλις ήθελαν ζητήση τούτο οι Αθηναίοι, και να βοηθήσουν τας Αθήνας δι' όλης της δυνάμεως και διά παντός τρόπου· εάν δε οι εχθροί λεηλατήσαντες αναχωρήσουν, να θεωρήται η χώρα των ως εχθρά των Αργείων, των Μαντινέων, των Ηλείων και των Αθηναίων, και να πολεμηθή υπό όλων των πόλεων τούτων· εις ουδεμίαν δε εκ των πόλεων τούτων επιτρέπεται να παύση τον κατά της πόλεως εκείνης πόλεμον χωρίς την συγκατάθεσιν όλων. Επίσης οφείλουν οι Αθηναίοι να σπεύδουν εις βοήθειαν του ’ργους, της Μαντινείας και της Ήλιδος, εάν εχθροί εισβάλουν εις την χώραν των Ηλείων, ή των Μαντινέων, ή των Αργείων, επί τη αιτήσει καθεμιάς εκ των πόλεων τούτων, δι' όλης των της δυνάμεως και διά παντός τρόπου· εάν δε οι εχθροί λεηλατήσαντες αναχωρήσουν, να θεωρήται η χώρα των ως εχθρά των Αθηναίων, των Αργείων, των Μαντινέων και των Ηλείων, και να πολεμηθή υπό όλων των πόλεων τούτων· εις ουδεμίαν δε εκ των πόλεων τούτων επιτρέπεται να παύση τον κατά της πόλεως εκείνης πόλεμον χωρίς την συγκατάθεσιν όλων. Δεν επιτρέπεται εις ενόπλους άνδρας να διέρχωνται διά της χώρας των μεταβαίνοντες εις πόλεμον μηδέ διά της χώρας των συμμάχων επί των οποίων άρχει εκάστη εκ των πόλεων τούτων· επίσης απαγορεύεται και το πέρασμα διά θαλάσσης, εκτός εάν ψηφίσουν τούτο όλαι αι πόλεις, η των Αθηναίων, η των Αργείων, η των Μαντινέων και η των Ηλείων. Η πόλις η οποία θέλει πέμψη επικουρίας, οφείλει να παρέχη και τρόφιμα επί τριάκοντα ημέρας από της στιγμής πού ο στρατός εισέλθη εις την χώραν της πόλεως εκείνης, η οποία ήθελε ζητήση την βοήθειαν, το αυτό δε και όταν ο στρατός αναχωρήση· εάν η διαμονή του στρατού παραταθή, η ζητήσασα αυτόν πόλις θέλει δίδη ως σιτηρέσιον, εις έκαστον μεν οπλίτην, και ψιλόν, και πελταστήν, τρεις οβολούς της Αιγίνης καθ' ημέραν, εις έκαστον δε ιππέα μίαν δραχμήν της Αιγίνης. Η πόλις η ζητήσασα βοήθειαν ας έχη την αρχηγίαν ενόσω ο πόλεμος γίνεται εντός της χώρας της· αλλ' εάν αι πόλεις ήθελαν κρίνη ότι πρέπει να εκστρατεύσουν από κοινού, ας έχη εκάστη ίσον μέρος εις την αρχηγίαν. Τας σπονδάς θα ορκισθούν οι Αθηναίοι δι' εαυτούς και διά τους συμμάχους των, οι δε Αργείοι, οι Μαντινείς, οι Ηλείοι και οι σύμμαχοι τούτων θέλουν ορκισθή κατά πόλεις. Καθείς θα ορκισθή τον μέγιστον επιχώριον όρκον θύων τέλεια θύματα. Ο δε όρκος θα είναι ο εξής: «Θέλω μείνη σταθερός εις την συμμαχίαν, η οποία συνεφωνήθη καθ' ολοκληρίαν δικαία, άνευ βλάβης και άνευ δόλου, και δεν θέλω παραβή αυτήν δι' ουδενός μέσου και κατ' ουδένα τρόπον.» Τον όρκον θα δώσουν εις τας Αθήνας ενώπιον των πρυτάνεων η βουλή και αι επιτόπιαι αρχαί· εις το ’ργος η βουλή, οι ογδοήκοντα και οι αρμοσταί άρχοντες ενώπιον των ογδοήκοντα· εις Μαντίνειαν οι δημογέροντες, η βουλή και αι άλλαι αρχαί, ενώπιον των ιερατικών αρχόντων και των πολεμάρχων εις την Ήλιδα οι δημογέροντες, οι διαχειρισταί των δημοσίων προσόδων και οι εξακόσιοι, ενώπιον των διαρκών δημογερόντων και των νομοφυλάκων. Οι όρκοι θα ανανεούνται υπό των Αθηναίων μεταβαινόντων εις την Ήλιδα, εις την Μαντίνειαν και εις το ’ργος, τριάκοντα ημέρας προ των Ολυμπιακών αγώνων, και υπό των Αργείων, των Ηλείων και των Μαντινέων μεταβαινόντων εις τας Αθήνας δέκα ημέρας προ των μεγάλων Παναθηναίων. Αι περί των σπονδών, των όρκων και της συμμαχίας συνθήκαι θα αναγραφούν υπό των Αθηναίων επί μαρμαρίνης στήλης της ακροπόλεως, υπό των Αργείων εις τον ναόν του Απόλλωνος εν τη αγορά, υπό των Μαντινέων εις τον ναόν του Διός εν τη αγορά· ωρίσθη να κατατεθή επίσης από κοινού χαλκή στήλη εις την Ολυμπίαν κατά τα προσεχώς τελεσθησόμενα Ολύμπια. Εάν αι πόλεις αύται νομίσουν ότι παρελείφθη τι καλόν, δύνανται να το προσθέσουν εις τους όρους τούτους· παν δε ό,τι ήθελε κριθή ως ωφέλιμον διά τας πόλεις αυτάς μετά συζήτησιν από κοινού, τούτο θέλει κυρωθή και έχη ισχύν.»
48. Αι μεν σπονδαί και αι συμμαχίαι κατ' αυτόν τον τρόπον έγιναν εκείναι δε αι οποίαι υπήρχαν μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, δεν διελύθησαν ένεκα τούτου ούτε παρά των μεν ούτε παρά των δε. Οι Κορίνθιοι, μολονότι όντες σύμμαχοι των Αργείων, δεν εισήλθαν εις αυτάς, και δεν έλαβαν μέρος ουδέ εις τας προηγουμένας διά των οποίων οι Ηλείοι, οι Αργείοι και οι Μαντινείς είχαν υποχρεωθή μήτε ειρήνην μήτε πόλεμον να κάμνουν άνευ κοινής συνεννοήσεως· αλλ' είπον ότι ηρκούντο εις την πρώτην γενομένην αμυντικήν συμμαχίαν, κατά την οποίαν ώφειλαν να βοηθώνται αμοιβαίως χωρίς να εκστρατεύσουν εναντίον κανενός από κοινού. Και οι μεν Κορίνθιοι τοιουτοτρόπως απεχωρίσθησαν από τους συμμάχους τούτους και έκλιναν εκ νέου προς τους Λακεδαιμονίους.
49. Κατά το θέρος δε τούτο ετελέσθησαν τα Ολύμπια εις τα οποία ο Αρκάς Ανδροσθένης ενίκησε πρώτος εις το παγκράτιον· και η είσοδος εις τον ναόν απηγορεύθη εις τους Λακεδαιμονίους υπό των Ηλείων, εις τρόπον ώστε ούτοι δεν ηδύναντο πλέον μήτε να προσφέρουν θυσίας μήτε να αγωνίζωνται, διότι δεν επλήρωσαν εις τους Ηλείους το πρόστιμον εις το οποίον κατά τον Ολυμπιακόν νόμον είχαν καταδικασθή υπ' αυτών ως επιτεθέντες εναντίον του φρουρίου Φύρκου και πέμψαντες οπλίτας εις το Λέπρεον και τας Ολυμπιακάς σπονδάς. Η καταδίκη ήτο δισχίλιαι μναι, δύο μναι δι' έκαστον οπλίτην, συμφώνως με τον νόμον. Οι Λακεδαιμόνιοι πέμψαντες πρέσβεις αντέλεγον ότι η εις αυτούς επιβληθείσα καταδίκη δεν ήτο δικαία, επειδή αι σπονδαί δεν είχαν ακόμη αναγγελθή εις την Λακεδαίμονα ότε έπεμψαν τους οπλίτας. Οι Ηλείοι όμως απεκρίθησαν ότι η διακοπή των εχθροπραξιών (εκεχειρία) υπήρχεν ήδη παρά τοις Λακεδαιμονίοις, διότι πρώτον εις την Λακεδαίμονα ανήγγειλαν αυτήν και ενώ οι Ηλείοι ησύχαζαν ως εν καιρώ ανακωχής, οι Λακεδαιμόνιοι λαθραίως διέπραξαν την αδικίαν εκείνην. Οι Λακεδαιμόνιοι απήντησαν ότι οι Ηλείοι δεν θα ανήγγελλαν κατ' εκείνην την εποχήν την διακοπήν των εχθροπραξιών εις την Λακεδαίμονα εάν ενόμιζαν εαυτούς ως υποστάντας προσβολήν, αλλ' ότι ανήγγειλαν αυτήν μη νομίζοντες ότι είχαν υποστή προσβολήν, και ότι από της εποχής εκείνης οι Λακεδαιμόνιοι δεν εσήκωσαν τα όπλα εναντίον των ουδαμού. Αλλ' οι Ηλείοι επέμεναν λέγοντες ότι εις μάτην ισχυρίζοντο οι Λακεδαιμόνιοι ότι δεν έπραξαν την αδικίαν εκείνην αλλ' εάν ήθελαν να τους αποδώσουν το Λέπρεον, παρητούντο του μέρους το οποίον τους ανήκεν εκ του προστίμου και επλήρωναν αυτοί αντ' εκείνων το μέρος το οποίον ανήκεν εις τον θεόν.
50. Επειδή όμως δεν τους εισήκουαν, επρότειναν εις αυτούς πάλιν να μη αποδώσουν το Λέπρεον, εάν δεν ήθελαν, αλλά να αναβούν επί του βωμού του Ολυμπίου Διός, επειδή έχουν επιθυμίαν να εισέρχωνται εις τον ναόν, και να ορκισθούν ενώπιον των Ελλήνων ότι βραδύτερον θα πληρώσουν το ποσόν εις το οποίον κατεδικάσθησαν. Αλλ' επειδή οι Λακεδαιμόνιοι δεν συγκατετέθησαν ουδέ εις τούτο, απεκλείσθησαν από το ιερόν, από τας θυσίας και από τους αγώνας και έκαμναν τας θυσίας εις τον τόπον των, οι δε άλλοι Ελληνες έλαβαν μέρος εις την εορτήν εκτός των Λεπρεατών. Φοβηθέντες όμως οι Ηλείοι μήπως οι Λακεδαιμόνιοι μεταχειρισθούν την βίαν διά να τελέσουν τας θυσίας εν τω ιερώ, έθεταν εκεί φρουράν εκ νέων ωπλισμένων· ήλθον δε προς αυτούς χίλιοι Αργείοι, χίλιοι Μαντινείς, και ιππείς Αθηναίοι, οίτινες περιέμεναν εις το ’ργος την εορτήν. Μέγας φόβος τότε κατέλαβε τους εν τη εορτή μήπως οι Λακεδαιμόνιοι έλθουν ένοπλοι, προ πάντων αφού ο Λακεδαιμόνιος Λίχας ο Αρκεσιλάου έλαβε πληγάς εν τω αγώνι υπό των ραβδούχων. Οι δύο ίπποι του είχαν νικήση εις τον αγώνα, και επειδή δεν του ήτο επιτετραμμένον να συναγωνισθή, ο κήρυξ ανεκήρυξε νικητήν τον λαόν της Βοιωτίας. Τότε ο Λίχας προελθών εις τον αγώνα, εστεφάνωσε τον ηνίοχον, θέλων να δείξη ότι το άρμα ήτο ιδικόν του. Το συμβάν τούτο ηύξησε τον γενικόν φόβον και επερίμεναν να συμβή κανέν κίνημα· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι έμειναν ήσυχοι και ούτως η εορτή ετελείωσε χωρίς να διαταραχθή. Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι και οι σύμμαχοι ήλθαν εις την Κόρινθον διά να παρακαλέσουν τους Κορινθίους να ενωθούν μαζί των· εκεί έτυχον και πρέσβεις εκ Λακεδαίμονος. Αφού δε αντηλλάγησαν πολλοί λόγοι, τέλος τίποτε δεν έγινε, διότι επειδή έγινε σεισμός, διελύθησαν και επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος ετελείωσε.
51. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα οι εν Τραχίνι Ηρακλεώται επολέμησαν προς τους Αινιάνας, τους Δόλοπας, τους Μαλιείς καί τινας Θεσσαλούς. Τα έθνη εκείνα μετά φθόνου έβλεπαν την γειτονικήν αυτήν πόλιν, διότι η ίδρυσίς της μάλλον τας χώρας των ηπείλει παρά κάθε άλλην. Μόλις ιδρυθείσαν ήρχισαν να την παρενοχλούν και να την βλάπτουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Κατ' εκείνην την περίστασιν ενίκησαν εν τη μάχη τους Ηρακλεώτας και εφόνευσαν τον Λακεδαιμόνιον στρατηγόν των Ξενάρην τον υιόν του Κνίδιος· πολλοί δε Ηρακλεώται έπεσαν ομοίως· και ο χειμών ετελείωσε καθώς και το δωδέκατον έτος του πολέμου τούτου.
52. ’μα ήρχισε το ακόλουθον θέρος, οι Βοιωτοί κατέλαβαν την Ηράκλειαν, η οποία υπέστη πολλά δεινά μετά την μάχην ταύτην, και απέπεμψαν ένεκα της κακής διοικήσεώς του τον Λακεδαιμόνιον Ηγησιππίδαν. Κατέλαβαν δε την πόλιν ταύτην φοβηθέντες μήπως κάμουν κατοχήν αυτής οι Αθηναίοι καθ' ον καιρόν οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν περιπλεγμένοι εις τας ταραχάς της Πελοποννήσου. Ουχ ήττον ωργίσθησαν κατ' αυτών οι Λακεδαιμόνιοι. Κατά το αυτό δε θέρος Αλκιβιάδης ο Κλεινίου, στρατηγός των Αθηναίων, συμπραττόντων των Αργείων και των συμμάχων των, εισήλθεν εις την Πελοπόννησον μετ' ολίγων οπλιτών και τοξοτών Αθηναίων, και παραλαβών τινάς εκ των αυτόθεν συμμάχων αποκατέστησε μετ' αυτών την τάξιν εις τας συμμαχικάς πόλεις. Διερχόμενος δε την Πελοπόννησον μετά στρατού, έπεισε τους Πατρείς να κτίσουν τείχη μέχρι της θαλάσσης, και αυτός συνέλαβε το σχέδιον να εγείρη άλλα εις το Τίον το Αχαϊκόν. Οι Κορίνθιοι όμως, οι Σικυώνιοι και εκείνοι οίτινες εβλάπτοντο διά της τειχίσεως ταύτης έτρεξαν και τους εμπόδισαν (τους Πατρείς).
53. Κατά το αυτό θέρος έγινε πόλεμος μεταξύ Επιδαυρίων και Αργείων διά το θύμα το οποίον οι Επιδαύριοι ώφειλαν να φέρουν εις τον Πυθαέα Απόλλωνα διά τα Βουτόμια και το οποίον ημέλησαν να στείλουν (ήσαν δε οι Αργείοι απόλυτοι κύριοι του ιερού). Αλλά και άνευ της προφάσεως ταύτης, ο Αλκιβιάδης και οι Αργείοι ήθελαν να καταλάβουν ει δυνατόν την Επίδαυρον, διά να κρατούν εις ησυχίαν την Κόρινθον και διά να ανοίξουν εις τους Αθηναίους, τους μεταβαίνοντας εκ της Αιγίνης προς βοήθειαν των Αργείων, οδόν βραχυτέραν, και να μη αναγκάζωνται να περιπλέουν το Σκύλλαιον. Παρεσκευάζοντο λοιπόν οι Αργείοι να εισβάλουν εις την Επίδαυρον διά να απαιτήσουν την παράδοσιν του θύματος.
54. Κατά την αυτήν εποχήν οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως αυτών ’γιδος του Αρχιδάμου, επροχώρησαν μέχρι των Λεύκτρων, τελευταίας πόλεως της χώρας των προς το Λύκαιον όρος· ουδείς εγίνωσκε διά ποίον μέρος εξεστράτευαν, ουδέ αύται αι πόλεις αίτινες παρέσχον τους στρατιώτας. Αλλ' επειδή αι θυσίαι των διά την διάβασιν των ορίων δεν απέβησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια, και παρήγγειλαν εις τους συμμάχους να είναι έτοιμοι μετά τον επόμενον μήνα (τον μήνα Καρνείον, κατά τον οποίον οι Δωριείς ετέλουν εορτήν) δι' άλλην εκστρατείαν. Οι δε Αργείοι, αφού αυτοί ανεχώρησαν, εξελθόντες της χώρας των την τετάρτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός του προηγουμένου του Καρνείου, μετεχειρίσθησαν όλην εκείνην την ημέραν εις το να οδοιπορούν και καθ' άλας τας υπολειπομένας έξ ημέρας εισέβαλαν εις την χώραν των Επιδαυρίων και ελεηλάτουν αυτήν. Οι Επιδαύριοι προσεκάλεσαν τους συμμάχους· αλλ' οι μεν εξ αυτών επροφασίσθησαν τας πανηγύρεις του μηνός, οι δε προχωρήσαντες μέχρι των ορίων της Επιδαυρίας έμεναν ήσυχοι.
55. Ενώ οι Αργείοι ήσαν εις την Επίδαυρον, συνήλθαν εις την Μαντίνειαν πρεσβείαι από των πόλεων κατά πρόσκλησιν των Αθηναίων. Κατά τας συνδιαλέξεις αυτών ο Κορίνθιος Ευφαμίδας είπεν ότι τα έργα δεν ήσαν σύμφωνα με τους λόγους· διότι ενώ αυτοί συνήλθαν διά να ενασχοληθούν περί της ειρήνης, οι Επιδαύριοι, οι σύμμαχοι των, και οι Αργείοι ήσαν αντιπαραταγμένοι με τα όπλα εις τας χείρας· ότι έπρεπε πρώτον να διαλύσουν τα δύο στρατόπεδα και κατόπιν να ομιλήσουν περί ειρήνης. Επειδή δε έγινε δεκτή η πρότασις αυτή, ανεχώρησαν αμέσως και κατώρθωσαν να απομακρύνουν τους Αργείους από την Επιδαυρίαν. Κατόπιν συνηθροίσθησαν, αλλά δεν συνεφώνησαν τίποτε. Εν τούτοις οι Αργείοι εισέβαλαν πάλιν εις την Επιδαυρίαν και ελεηλάτουν αυτήν. Οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν μέχρι των Καρυών· αλλ' επειδή μηδέ ενταύθα αι θυσίαι υπήρξαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι δε Αργείοι, λεηλατήσαντες το εν τρίτον περίπου της Επιδαυρίας χώρας, ανεχώρησαν. Χίλιοι οπλίται Αθηναίοι, διοικούμενοι υπό του Αλβιάδου, ήλθαν εις βοήθειαν των· αλλά μαθόντες ότι οι Λακεδαιμόνιοι ανεχώρησαν και ότι δεν ήτο πλέον αναγκαία η παρουσία των εις τους Αργείους, επέστρεψαν εις τα ίδια. Και ούτω διήλθε το θέρος.
56. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι διαφυγόντες την προσοχήν των Αθηναίων έπεμψαν διά θαλάσσης εις την Επίδαυρον τριακοσίους φρουρούς υπό την αρχηγίαν του Αγησιππίδου. Ελθόντες δε οι Αργείοι εις τους Αθηναίους παρεπονέθησαν ότι επέτρεψαν να διέλθουν διά θαλάσσης τα στρατεύματα εκείνα, μολονότι ήτο γραμμένον εν ταις σπονδαίς να μη αφήνουν να διέρχωνται εχθροί διά της χώρας των, και επρόσθεσαν ότι οι Αθηναίοι θα έπραττον αδικίαν προς αυτούς εάν δεν έστελλαν εις Πύλον, εναντίον των Λακεδαιμονίων, τους Μεσσηνίους και τους Είλωτας. Οι Αθηναίοι, κατά πρότασιν του Αλκιβιάδου, έγραψαν κάτωθεν της Λακωνικής στήλης ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν έμειναν πιστοί εις τους όρκους των, και μετέφεραν τους Είλωτας εκ Κρανίων εις Πύλον διά να ληστεύουν την χώραν, κατά τα άλλα δε έμειναν ήσυχοι. Κατά τον χειμώνα τούτον, ότε επολέμουν οι Αργείοι και οι Επιδαύριοι, μάχη μεν εκ προετοιμασίας ουδεμία εγένετο, αλλά μόνον ενέδραι και επιδρομαί, εις τας οποίας εφονεύοντο τινές από τα δύο μέρη. Κατά το τέλος δε του χειμώνος και περί τας αρχάς του έαρος οι Αργείοι κλίμακας έχοντες ήλθαν εις την Επίδαυρον διά να καταλάβουν αυτήν εξ εφόδου υποθέτοντες αυτήν ανυπεράσπιστον ένεκα του πολέμου, αλλ' απήλθαν άπρακτοι. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το δέκατον τρίτον έτος του πολέμου.
57. Κατά τα μέσα του ακολούθου θέρους οι Λακεδαιμόνιοι βλέποντες ότι οι Επιδαύριοι σύμμαχοί των εκακοπάθουν και ότι εκ των άλλων λαών της Πελοποννήσου, οι μεν είχαν αποσπασθή από την συμμαχίαν των, οι δε ήσαν δυσηρεστημένοι κατ' αυτών, και νομίσαντες ότι, εάν δεν περιώριζαν το κακόν, όσον το δυνατόν ταχύτερον, θα ηύξανεν, εξεστράτευσαν πανδημεί, αυτοί και οι Είλωτες, κατά του ’ργους υπό την αρχηγίαν του βασιλέως ’γιδος του Αρχιδάμου. Εξεστράτευσαν δε μαζί με αυτούς οι Τεγεάται και όσοι άλλοι Αρκάδες ήσαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Οι εκ της άλλης Πελοποννήσου σύμμαχοι και οι έξωθεν συνηθροίσθησαν εις τον Φλιούντα. Και οι μεν Βοιωτοί είχαν στείλη πεντακισχιλίους οπλίτας, ισαρίθμους ψιλούς, πεντακοσίους ιππείς και ισαρίθμους πεζούς γυμνασμένους να πολεμούν και επί των ίππων (αμίππους), οι δε Κορίνθιοι δισχιλίους οπλίτας και οι άλλοι αναλόγως των δυνάμεων των. Οι Φλιάσιοι ήλθαν όλοι, καθότι η συγκέντρωσις εγίνετο επί της χώρας των.
58. Οι δε Αργείοι προειδοποιηθέντες περί των ετοιμασιών των Λακεδαιμονίων και ότι επροχώρουν προς τον Φλιούντα θέλοντες να ενωθούν μετά των άλλων συμμάχων, εξεστράτευσαν τότε και αυτοί. Οι Μαντινείς μετά των ιδικών των συμμάχων ήλθαν εις βοήθειάν των καθώς και τρισχίλιοι οπλίται Ηλείοι. Προχωρούντες, συνήντησαν τους Λακεδαιμονίους εν Μεθυδρίω της Αρκαδίας. Τότε οι δύο στρατοί κατέλαβαν ανά ένα λόφον και οι μεν Αργείοι ητοιμάζοντο να ωφεληθούν εκ της απομονώσεως των Λακεδαιμονίων διά να τους καταπολεμήσουν· αλλ' ο ’γις εσήκωσεν εκείθεν τον στρατόν κατά την νύκτα και διαφυγών την προσοχήν των πολεμίων επορεύετο προς τον Φλιούντα διά να ενωθή με τους άλλους συμμάχους. Οι Αργείοι εννοήσαντες τούτο επροχώρησαν μόλις εξημέρωσε πρώτον μεν προς το ’ργος, έπειτα δε προς την οδόν της Νεμέας, όπου υπέθεταν ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα καταβούν μετά των συμμάχων των. Αλλ' ο ’γις αντί να ακολουθήση την οδόν αυτήν, ετράπη άλλην τραχυτέραν και κατέβη εις την πεδιάδα του ’ργους επί κεφαλής των Λακεδαιμονίων, των Αρκάδων και των Επιδαυρίων. Οι Κορίνθιοι, οι Πελληνείς και οι Φλιάσιοι επορεύοντο δι' ομαλωτέρας οδού· εις δε τους Βοιωτούς, τους Μεγαρείς και τους Σικυωνίους εδόθη διαταγή να καταβούν διά της οδού της Νεμέας, όπου οι Αργείοι ήσαν εστρατοπεδευμένοι, ίνα, εάν οι Αργείοι επετίθεντο κατά των εν τη πεδιάδι Λακεδαιμονίων, καταδιώξουν αυτούς διά του ιππικού. Και ο μεν ’γις τοιαύτα διατάξας εισέβαλεν εις την πεδιάδα και ελεηλάτησε την Σάμινθον και άλλα χωρία.
59. Οι δε Αργείοι εννοήσαντες ταύτα ανεχώρησαν εκ της Νεμέας ενώ ήτο πλέον ημέρα και συναντήσαντες το στρατόπεδον των Φλιασίων και Κορινθίων, εκ μεν των Φλιασίων ολίγους εφόνευσαν, υπό δε των Κορινθίων ολίγους και αυτοί απώλεσαν. Εν τούτοις οι Βοιωτοί, οι Μεγαρείς και οι Σικυώνιοι, συμφώνως με την διαταγήν πού είχαν λάβη, επροχώρουν προς την Νεμέαν, αλλά δεν εύρον πλέον εκεί τους Αργείους, διότι ούτοι είχαν καταβή, όταν είδαν να λεηλατούνται οι αγροί των, και είχαν παραταχθή εις μάχην. Αντιπαρεσκευάζοντο δε και οι Λακεδαιμόνιοι. Εις το μέσον δε περιεκλείσθησαν οι Αργείοι· διότι εκ μεν της πεδιάδος τούς εμπόδιζαν πάσαν μετά της πόλεως συγκοινωνίαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτών, άνωθεν ήσαν οι Κορίνθιοι, οι Φλιάσιοι, οι Πελληνείς, και προς την Νεμέαν οι Βοιωτοί, οι Σικυώνιοι και οι Μεγαρείς. Ιππικόν δεν είχαν, διότι μόνοι εκ των Συμμάχων οι Αθηναίοι δεν είχαν φθάση ακόμη. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι γενικώς επίστευαν ότι η θέσις των δεν ήτο τόσον κακή, ότι η μάχη ήθελεν αποβή υπέρ αυτών και ότι οι Λακεδαιμόνιοι περιεκλείσθησαν εν τω μέσω αυτών και πλησίον της πόλεώς των. Αλλ' ο Θράσυλλος, είς εκ των πέντε στρατηγών, και ο Αλκίφρων, πρόξενος των Λακεδαιμονίων, την στιγμήν πού οι δύο στρατοί έμελλον να συμπλακούν προσελθόντες εις τον ’γιν τον απέτρεψαν από του να πολεμήση, λέγοντες ότι οι Αργείοι ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν εις διαιτησίαν τας μετά των Λακεδαιμονίων διαφοράς των και του λοιπού να διάγουν εν ειρήνη αφού κάμουν σπονδάς.
60. Και οι μεν Αργείοι οι ταύτα ειπόντες ενήργουν αυτοβούλως και όχι τη συγκαταθέσει του στρατού· ο δε ’γις παραδεχθείς τους λόγους των, αυτός μόνος, και χωρίς να συμβουλευθή τους περισσοτέρους, αλλ' ανακοινώσας μόνον αυτούς εις ένα εκ των μετ' αυτού συνεκστρατευόντων αρχόντων, έκαμε σπονδάς διά τέσσαρας μήνας, εις το διάστημα των οποίων ώφειλον οι Αργείοι να εκτελέσουν τας υποσχέσεις των. Και ευθύς απήγαγε τον στρατόν, χωρίς να είπη τίποτε εις κανένα εκ των συμμάχων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ηκολούθουν μεν τον ’γιν ως ηγεμόνα των, κατά τον νόμον, αλλά παρεπονούντο εναντίον αυτού πικρώς μεταξύ των λέγοντες ότι, ενώ τοιαύτη καλή ευκαιρία διά να πολεμήσουν τον εχθρόν περικυκλωμένον πανταχόθεν υπό των ιππέων και των πεζών παρουσιάσθη εις αυτούς, έφευγον χωρίς να κάμουν τίποτε άξιον των προπαρασκευών των· διότι τωόντι ο στρατός εκείνος ήτο ο κάλλιστος από όσους συνηθροίσθησαν εις την Ελλάδα μέχρι της εποχής εκείνης· εφάνη δε προ πάντων εις όλην την λαμπρότητά του ότε συνηθροίσθη εις την Νεμέαν, όπου ευρέθησαν οι Λακεδαιμόνιοι πανστρατιά, οι Αρκάδες, οι Βοιωτοί, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Πελληνείς, οι Φλιάσιοι, οι Μεγαρείς, όλοι άνδρες εκλεκτοί από κάθε έθνος και οίτινες εφαίνοντο δυνάμενοι να αντιμετρηθούν όχι μόνον προς την συμμαχίαν του ’ργους αλλά και προς πάσαν άλλην πού ήθελεν ενωθή με αυτήν. Ούτω λοιπόν ο στρατός, δυσηρεστημένος κατά του ’γιδος ανεχώρησε και επέστρεψε καθείς εις τα ίδια· οι δε Αργείοι ήσαν και αυτοί ακόμη περισσότερον δυσηρεστημένοι κατ' εκείνων οίτινες έκαμαν τας σπονδάς άνευ της συγκαταθέσεως του πλήθους, νομίζοντες ότι αφήσαντες τους Λακεδαιμονίους να φύγουν έχασαν την καλυτέραν περίστασιν ήτις ηδύνατό ποτε να παρουσιασθή εις αυτούς· διότι τωόντι ο αγών θα εγίνετο πλησίον της πόλεώς των και ενώ θα εβοήθουν σύμμαχοι πολλοί και γενναίοι. Κατά την επιστροφήν των δε ήρχισαν να λιθοβολούν τον Θράσυλλον εν τω χειμάρρω Χαράδρω, όπου, πριν εισέλθουν εις την πόλιν, δικάζουν τα στρατιωτικά εγκλήματα. Ο Θράσυλλος, καταφυγών εις τον βωμόν, εσώθη· αλλ' η περιουσία αυτού εδημεύθη.
61. Μετά τούτο, ότε ήλθαν προς βοήθειαν χίλιοι Αθηναίοι, οπλίται και τριακόσιοι ιππείς υπό την αρχηγίαν του Λάχητος και του Νικοστράτου, οι Αργείοι, οι οποίοι εδίσταζαν να λύσουν τας μετά των Λακεδαιμονίων σπονδάς, τους προσεκάλεσαν να αναχωρήσουν και δεν τους επαρουσίασαν εις τον δήμον, μετά του οποίου οι Αθηναίοι ήθελαν να συνεννοηθούν, ειμή αφού ηναγκάσθησαν υπό των παρακλήσεων των Μαντινέων και των Ηλείων, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί ακόμη. Οι Αθηναίοι, διά του πρεσβευτού των Αλκιβιάδου, είπαν εις τους Αργείους και εις τους συμμάχους ταύτα, ότι αι σπονδαί δεν έγιναν ορθώς άνευ της συμμετοχής των άλλων πόλεων και ότι τόρα (αφού ήλθαν εγκαίρως) έπρεπε να αρχίσουν τον πόλεμον. Πείσαντες διά των λόγων των τους συμμάχους, ευθύς επροχώρησαν κατά του Αρκαδικού Ορχομενού πάντες πλην των Αργείων, οι οποίοι, μολονότι πεισθέντες, έμειναν κατ' αρχάς οπίσω, αλλ' ύστερον ήλθαν και αυτοί. Στρατοπεδεύσαντες δε έμπροσθεν του Ορχομενού, επολιόρκουν πάντες και έκαμναν εφόδους όχι μόνον διά να κυριεύσουν τον Ορχομενόν, αλλά και διότι ευρίσκοντο όμηροι εκ της Αρκαδίας κατατεθέντες εκεί υπό των Λακεδαιμονίων. Οι δε Ορχομένιοι, διότι το τείχος ήτο αδύνατον και διά το πλήθος των εχθρών φοβηθέντες μήπως εξολοθρευθούν πριν τους βοηθήσουν, εσυνθηκολόγησαν ώστε να είναι σύμμαχοι των πολιορκούντων, να δώσουν ομήρους εις τους Μαντινείς εκ των συμπολιτών των και να παραδώσουν εκείνους τους οποίους κατέθεσαν εκεί οι Λακεδαιμόνιοι.
62. Μετά τούτο οι σύμμαχοι, κατέχοντες ήδη τον Ορχομενόν, διεσκέφθησαν κατά ποίας πόλεως, μεταξύ εκείνων αίτινες έμεναν, έπρεπε να προχωρήσουν κατά πρώτον. Και οι μεν Ηλείοι επρότειναν να προσβάλουν το Λέπρεον, οι δε Μαντινείς την Τεγέαν οι Αργείοι και οι Αθηναίοι προσετέθησαν με την γνώμην των Μαντινέων. Και οι μεν Ηλείοι οργισθέντες διότι δεν εψηφίσθη η προσβολή του Λεπρέου, ανεχώρησαν εις τα ίδια· οι δε άλλοι σύμμαχοι παρεσκευάζοντο εν τη Μαντινεία διά να οδεύσουν κατά της Τεγέας. Τινές μάλιστα Τεγεάται ήθελαν να παραδώσουν εις αυτούς την πόλιν.
63. Οι Λακεδαιμόνιοι οι οποίοι είχαν αναχωρήσει εξ ’ργους μετά την συνομολόγησιν της τετραμήνου ανακωχής, πικρώς παρεπονούντο εναντίον του ’γιδος, διότι δεν καθυπέταξε το ’ργος, αφήσας ούτω να διαφύγη η καλυτέρα περίστασις πού ημπορούσε ποτέ να παρουσιασθή, ως ενόμιζαν αυτοί· διότι δεν ήτο εύκολον να εύρη τις συνηθροισμένους εις έν μέρος τοσούτους και τοιούτους συμμάχους. Επειδή δε διεδόθη η είδησις ότι εκυριεύθη ο Ορχομενός, ηγανάκτησαν πολύ περισσότερον και εν τη οργή των απεφάσισαν ευθύς, εναντίον της συνηθείας των, ότι έπρεπε να κατεδαφίσουν την οικίαν του και να τον καταδικάσουν εις πρόστιμον εκατόν χιλιάδων δραχμών. Εκείνος δε τους ικέτευσε να μη πράξουν τίποτε, βεβαιών ότι εις την πρώτην εκστρατείαν θα εξαγόραζε τας επιπλήξεις ταύτας διά λαμπρού κατορθώματος· εν εναντία περιπτώσει, θα ήσαν κύριοι να πράξουν ό,τι ήθελαν νομίση καλόν. Οι Λακεδαιμόνιοι ανέβαλαν το πρόστιμον και την κατεδάφισιν, αλλ' εξέδωκαν τότε νόμον, ο οποίος ουδέποτε άλλοτε υπήρξεν εις αυτούς· εξέλεξαν συμβούλιον εκ δέκα Σπαρτιατών, χωρίς την συγκατάθεσιν του οποίου να μη δύναται να οδηγή (ο βασιλεύς) στρατόν εκ της πόλεως (2).