Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Part 3

Chapter 3 15 words Public domain Markdown

33. Κατά το αυτό θέρος οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την οδηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Πλειστοάνακτος του Παυσανίου, εισήλθαν εις την χώραν των Παρρασίων της Αρκαδίας, οι οποίοι ήσαν υπήκοοι των Μαντινέων. Προσκληθέντες εκεί υπό των μερίδων αι οποίαι εφιλονίκουν μεταξύ των, ήθελαν συγχρόνως να κατεδαφίσουν εάν ηδύναντο το εν Κυψέλοις τείχος, το οποίον κείμενον εις την Παρρασικήν πλησίον της Λακωνικής Σκιρίτιδος είχε κτισθή υπό των Μαντινέων και εφρουρείτο παρ' αυτών. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ελεηλάτουν την χώραν των Παρρασίων, οι δε Μαντινείς, εμπιστευθέντες την πόλιν των εις φύλακας Αργείους, εφρούρουν αυτοί οι ίδιοι την χώραν των συμμάχων· αλλ' ιδόντες ότι ήτο αδύνατον να υπερασπίζουν συγχρόνως το εν Κυψέλοις φρούριον και τας πόλεις των Παρρασίων, ανεχώρησαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και τους Παρρασίους αυτονόμους καταστήσαντες και το τείχος κατεδαφίσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια.

34. Κατά το αυτό θέρος, ότε οι στρατιώται οι μετά του Βρασίδου συνεκστρατεύσαντες ανεχώρησαν εκ της Θράκης και επέστρεψαν μετά τας σπονδάς εις την Λακεδαίμονα, οδηγούμενοι υπό του Κλεαρίδου, οι Λακεδαιμόνιοι εψήφισαν να μείνουν ελεύθεροι και να κατοικήσουν όπου ήθελαν οι Είλωτες οι μετά του Βρασίδου πολεμήσαντες, και μετ' ολίγον καιρόν πολεμούντες ήδη προς τους Ηλείους, αποκατέστησαν αυτούς μετά των νεοδαμωδών (νεωστί ελευθερωθέντων Ειλώτων) εις το Λέπρεον, κείμενον εις τα σύνορα της Λακωνικής και της Ηλείας. Διά δε τους εν τη Σφακτηρία αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν παραδώση τα όπλα, φοβηθέντες οι Λακεδαιμόνιοι μήπως ένεκα του δυστυχήματος αυτού νομίσουν εκείνοι ότι έχασαν την κοινήν υπόληψιν και ως εκ τούτου επιχειρήσουν πραξικόπημα τι εάν εξηκολούθουν διατηρούντες τα δικαιώματα των, τους εστέρησαν των δικαιωμάτων τούτων, μολονότι πολλοί εξ αυτών κατείχον αξιώματα. Η καθαίρεσις αύτη συνίστατο εις το να μη δύνανται ούτοι μήτε να γίνωνται άρχοντες μήτε να διαχειρίζωνται τα ιδικά των αγοράζοντες ή πωλούντες. Κατόπιν όμως ούτοι απέκτησαν πάλιν τα πολιτικά ταύτα δικαιώματα.

35. Κατά το αυτό θέρος οι Δικτιδιείς εκυρίευσαν την εις την παραλίαν του ’θω Θύσσον, η οποία ήτο σύμμαχος των Αθηναίων. Καθ' όλον το θέρος τούτο συνεκοινώνουν μεν μεταξύ των οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι, αλλ' αμέσως μετά τας σπονδάς υπώπτευαν αλλήλους και οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι ένεκα της μη αποδόσεως εκατέρωθεν πόλεών τινων. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι υποχρεωθέντες πρώτοι υπό του λαχνού να αποδώσουν την Αμφίπολιν και τα άλλα μέρη, ούτε αυτά απέδωκαν, ούτε ενήργησαν να δεχθούν την ειρήνην οι σύμμαχοι της Θράκης, οι Βοιωτοί και Κορίνθιοι, μολονότι υπέσχοντο πάντοτε ότι εν περιπτώσει αρνήσεως θα τους ηνάγκαζαν ενούμενοι μετά των Αθηναίων. Επροσδιώρισαν εν τούτοις άνευ γραπτής συμφωνίας τον χρόνον μετά την παρέλευσιν του οποίου, όσοι δεν ήθελαν εισέλθη εις την συμμαχίαν, θα ελογίζοντο ως εχθροί και των δύο. Βλέποντες λοιπόν οι Αθηναίοι ότι ουδεμία των υποσχέσεων τούτων εξεπληρούτο, ήρχισαν να υποπτεύουν τους Λακεδαιμονίους ότι δεν διενοούντο τίποτε δίκαιον. Διά τούτο και αυτοί όχι μόνον με όλας τας επανειλημμένας απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων ηρνήθησαν να αποδώσουν την Πύλον, αλλά και μετενόουν διότι απέδωκαν τους αιχμαλώτους της νήσου· διατηρούντες δε τα άλλα μέρη απεφάσισαν να περιμείνουν έως ότου εκπληρώσουν οι Λακεδαιμόνιοι τας υποσχέσεις των. Οι δε Λακεδαιμόνιοι έλεγαν ότι έπραξαν παν ό,τι ηδύναντο, ότι απέδωκαν τους Αθηναίους αιχμαλώτους όσους είχον εις την χώραν αυτών, ότι έδωκαν διαταγήν να επιστρέψουν τα στρατεύματα, τα οποία είχον εις την Θράκην και εις άλλα μέρη πού εξουσιάζαν· αλλ' όσον αφορά εις την Αμφίπολιν, εβεβαίωσαν ότι δεν ήτο εις την εξουσίαν των να την παραδώσουν· ήθελον όμως προσπαθήση να εισέλθουν εις τας συνθήκας οι Βοιωτοί και οι Κορίνθιοι, να αποδοθή το Πάνακτον και να επιστραφούν οι υπάρχοντες εις τους Βοιωτούς αιχμάλωτοι Αθηναίοι· επέμεναν όμως να τους αποδοθή η Πύλος, ή να εξαγάγουν τουλάχιστον απ' αυτής οι Αθηναίοι τους Μεσσηνίους και τους Είλωτας, όπως και οι Λακεδαιμόνιοι είχαν ανακαλέση τους στρατιώτας των εκ της Θράκης· τους άφηναν δε ελευθέρους, εάν ήθελαν να θέσουν εκεί Αθηναίους φρουρούς. Μετά πολλάς δε διαπραγματεύσεις γενομένας καθ' όλον το θέρος, έπεισαν τους Αθηναίους να εξαγάγουν εκ της Πύλου τους Μεσσηνίους και τους άλλους Είλωτας, οίτινες είχαν αποδράση εκ της Λακωνικής, και τους αποκατέστησαν εις τα Κράνια της Κεφαλληνίας. Παρήλθε λοιπόν το θέρος εκείνο ήσυχα και χωρίς να διακοπούν αι μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων σχέσεις.

36. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα (έτυχαν δε να έχουν την αρχήν άλλοι έφοροι παρ' εκείνοι επί των οποίων εγένετο η συνθήκη, καί τινες μάλιστα εξ αυτών ήσαν εναντίοι της γενομένης συνθήκης) ήλθαν εις την Λακεδαίμονα πρεσβείαι από τας συμμάχους πόλεις· παρευρίσκοντο δε εκεί και Αθηναίοι και Βοιωτοί και Κορίνθιοι. Αφού δε πολλοί λόγοι αντηλλάγησαν μεταξύ των και εις ουδέν συμπέρασμα κατέληξαν, ητοιμάζοντο να αναχωρήσουν, ότε ο Κλεόβουλος και ο Ξενάρης, εκείνοι εκ των εφόρων οίτινες προ πάντων ήθελαν να διαλυθούν αι σπονδαί, έρχονται εις ιδιαιτέρας συνεννοήσεις με τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους συμβουλεύοντες αυτούς επιμόνως να ομονοήσουν και προτρέποντες τους Βοιωτούς να εισέλθουν πρώτοι εις την συμμαχίαν των Αργείων και να προσπαθήσουν ακολούθως να καταστήσουν συμμάχους των Λακεδαιμονίων τους Αργείους ηνωμένους μετά των Βοιωτών· τοιουτοτρόπως δεν θα ηναγκάζοντο οι Βοιωτοί να εισέλθουν εις την αττικήν συμμαχίαν, οι δε Λακεδαιμόνιοι ολιγώτερον εφοβούντο την διάλυσιν των μετά των Αθηναίων συνθηκών, παρά το να έλθουν εις έριδας με το ’ργος· διότι πάντοτε είχαν ως αρχήν να επιζητούν την φιλίαν της πόλεως ταύτης νομίζοντες ότι διά του μέσου τούτου ο έξω της Πελοποννήσου πόλεμος ήθελεν είσθαι μάλλον εύκολος. Εν τούτοις παρεκάλεσαν τους Βοιωτούς να παραδώσουν εις αυτούς το Πάνακτον, ίνα ανταλλάσσοντες αυτό, εάν το κατόρθωναν, με την Πύλον, καταστήσουν ούτως ευχερέστερον τον προς τους Αθηναίους πόλεμον.

37. Και οι μεν Βοιωτοί και οι Κορίνθιοι λαβόντες τας οδηγίας ταύτας παρά του Ξενάρους και του Κλεοβούλου και όλων των Λακεδαιμονίων όσοι ήσαν φίλοι των, διά να τας ανακοινώσουν εις τας βουλάς της πατρίδος του έκαστος, ανεχώρησαν. Δύο όμως Αργείοι κατέχοντες τα πρώτιστα αξιώματα παρεμόνευσαν αυτούς καθ' οδόν, ενώ επέστρεφαν, και συναντήσαντες τους ηρώτησαν εάν οι Βοιωτοί ήθελαν να γίνουν σύμμαχοι των, ως οι Κορίνθιοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς, και τοις παρέστησαν ότι, εάν εγίνετο η συμμαχία αυτή, θα ήτο εύκολον εις τους Βοιωτούς, κοινώς συνεννοουμένους, και να πολεμήσουν και να ειρηνεύσουν, είτε μετά των Λακεδαιμονίων εάν ήθελαν, είτε μεθ' οιουδήποτε ήθελεν επιστή ανάγκη. Οι Βοιωτοί πρέσβεις μετ' ευχαριστήσεως ήκουσαν τας προτάσεις ταύτας, διότι κατά σύμπτωσιν τοις εζήτουν αυτό ακριβώς, το οποίον τους εσυστήθη παρά των εις την Λακεδαίμονα φίλων. Οι δύο λοιπόν Αργείοι, ιδόντες αυτούς δεχομένους ευνοϊκώς τους λόγους εκείνους, τους είπαν, ότι ήθελαν πέμψη πρέσβεις εις Βοιωτίαν, και απήλθον. Επιστρέψαντες οι Βοιωτοί ανήγγειλαν εις τους βοιωτάρχας και τας των Λακεδαιμονίων προτάσεις και τας των Αργείων τους οποίους συνήντησαν. Τότε οι βοιωτάρχαι ευχαριστήθησαν και ο ζήλος των ηύξησεν όταν είδαν ότι αμφοτέρωθεν οι μεν φίλοι τους οποίους είχαν εις την Λακεδαίμονα απέτειναν εις αυτούς τας ομοίας αιτήσεις, οι δε Αργείοι συνέτρεχαν προς τον αυτόν σκοπόν. Ύστερον δε απ' ολίγον ήλθαν εις την Βοιωτίαν πρέσβεις των Αργείων διά να ζητήσουν την εκτέλεσιν εκείνων τα οποία είχαν συμφωνηθή· και οι βοιωτάρχαι τους έστειλαν οπίσω αφού εδέχθησαν τας προτάσεις των και υπεσχέθησαν να στείλουν πρέσβεις εις το ’ργος διά να διαπραγματευθούν την συμμαχίαν.

38. Εν τούτοις οι βοιωτάρχαι, οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς και οι πρέσβεις της Θράκης ενόμισαν πρέπον να υποχρεωθούν προ παντός άλλου δι' αμοιβαίων όρκων να δώσουν προσωρινήν βοήθειαν εις οποιονδήποτε ήθελε λάβη ανάγκην αυτής και να μη κάμουν πόλεμον ή ειρήνην ειμή μετά προηγουμένην κοινήν συνεννόησιν. Υπό τους όρους τούτους οι Βοιωτοί και οι Μεγαρείς, οι οποίοι ενήργουν εκ συμφώνου, υπέσχοντο να συμμαχήσουν με τους Αργείους. Πριν όμως δοθούν οι όρκοι, οι βοιωτάρχαι ανεκοίνωσαν τας αποφάσεις ταύτας εις τας τεσσάρας βουλάς των Βοιωτών, αι οποίαι έχουν την υπερτάτην εξουσίαν, και εζήτησαν παρ' αυτών να υποχρεωθούν επισήμως μεθ' όλων των πόλεων όσαι ήθελον να συνασπισθούν προς κοινήν υπεράσπισιν. Αλλ' αι βουλαί δεν εδέχθησαν την πρότασιν ταύτην επί τω φόβω μήπως ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων των Λακεδαιμονίων συνδεόμενοι με κοινόν συμμαχίας όρκον μετά των Κορινθίων, οίτινες είχαν αποσπασθή από αυτούς· διότι οι βοιωτάρχαι δεν είχαν ανακοινώσει εις τας βουλάς τα εν Λακεδαίμονι συμβάντα, δηλαδή ότι οι έφοροι Κλεόβουλος, Ξενάρης και οι φίλοι των Βοιωτών τους συνεβούλευσαν να γίνουν πρώτον σύμμαχοι των Αργείων και των Κορινθίων, διά να τους ελκύσουν ακολούθως εις την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων· οι βοιωτάρχαι είχαν νομίση ότι η βουλή αύτη, και εις περίστασιν, κατά την οποίαν δεν ήθελαν είπη εις αυτήν όλας ταύτας τας λεπτομερείας, δεν ήθελε ψηφίση άλλα ειμή όσα είχαν αποφασισθή κατά προηγουμένην συνεννόησιν. Επειδή λοιπόν το πράγμα έλαβε τροπήν εναντίαν, οι μεν Κορίνθιοι και οι από Θράκης πρέσβεις απήλθον άπρακτοι, οι δε βοιωτάρχαι, οι οποίοι ώφειλαν πρώτον, εάν επετύγχαναν εις την υπόθεσιν ταύτην, να προσπαθήσουν και κάμουν συμμαχίαν προς τους Αργείους, δεν έκαμαν πλέον εις τας βουλάς άλλην πρότασιν αφορώσαν εις τους Αργείους και δεν έπεμψαν εις το ’ργος τους πρέσβεις τους οποίους υπεσχέθησαν. Τα πάντα λοιπόν αμελήθησαν και ανεβλήθησαν επ' αόριστον.

39. Κατά τον αυτόν χειμώνα οι Ολύνθιοι προσέβαλαν αιφνιδίως την Μηκύβερναν, την οποίαν εφύλατταν οι Αθηναίοι, και την εκυρίευσαν. Μετά δε ταύτα (διότι μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων εξηκολούθουν αι φιλονικίαι περί των αμοιβαίων αποδόσεων) οι Λακεδαιμόνιοι, ελπίζοντες ότι, εάν το Πάνακτον αποδοθή υπό των Βοιωτών εις τους Αθηναίους, αυτοί θα ελάμβαναν οπίσω (από τους Αθηναίους) την Πύλον, έστειλαν πρεσβείαν εις τους Βοιωτούς και παρεκάλουν να τους παραδώσουν το Πάνακτον και τους Αθηναίους δεσμώτας, διά να λάβουν αντ' αυτών την Πύλον. Αλλ' οι Βοιωτοί απεκρίθησαν ότι δεν τα απέδιδαν πριν οι Λακεδαιμόνιοι συνομολογήσουν και μετ' αυτών ιδιαιτέραν συμμαχίαν, καθώς συνωμολόγησαν μετά των Αθηναίων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ηξεύροντες μεν ότι θα ηδίκουν τους Αθηναίους (καθότι ήτο συμφωνημένον μήτε πόλεμον μήτε ειρήνην να κάμουν άνευ κοινής συνεννοήσεως), θέλοντες όμως να λάβουν το Πάνακτον, διά να το ανταλλάξουν με την Πύλον, και συγχρόνως επειδή οι υπέρ της διαλύσεως των συνθηκών εργαζόμενοι υπεστήριζαν ενθέρμως τους Βοιωτούς, έκλεισαν την συμμαχίαν κατά τα τέλη πλέον του χειμώνος και ενώ εκόντευεν η άνοιξις. Αμέσως το Πάνακτον κατεδαφίσθη και ούτως ετελείωσε το ενδέκατον έτος του πολέμου τούτου.

40. ’μα δε ήλθεν η άνοιξις, κατά τας πρώτας ημέρας του επομένου θέρους (1) οι Αργείοι, μη βλέποντες ερχομένους τους πρέσβεις τους οποίους οι Βοιωτοί είχαν υποσχεθή να τους πέμψουν, και μαθόντες συγχρόνως ότι το Πάνακτον είχε κατεδαφισθή και ότι οι Βοιωτοί συνήψαν ιδιαιτέραν συμμαχίαν μετά των Λακεδαιμονίων, εφοβήθησαν μήπως απομονωθούν και όλοι οι σύμμαχοί των προσχωρήσουν εις τους Λακεδαιμονίους. Ενόμιζαν ότι οι Βοιωτοί είχαν αναγκασθή υπό των Λακεδαιμονίων να κατεδαφίσουν το Πάνακτον και να εισέλθουν εις την συμμαχίαν των Αθηναίων, και ότι οι Αθηναίοι ήσαν εν γνώσει τούτων εις τρόπον ώστε εφοβούντο ότι δεν θα ηδύναντο πλέον να συμμαχήσουν ουδέ με τους Αθηναίους· διότι κατ' αρχάς είχαν ελπίση ότι συνεπεία των διαφορών, εάν συνέβαινε να διαλυθή η μετά των Λακεδαιμονίων συνθήκη, θα ηδύναντο τουλάχιστον να συνδέσουν συμμαχίαν μετά των Αθηναίων. Ευρισκόμενοι λοιπόν εις αμηχανίαν οι Αργείοι και φοβούμενοι μήπως αναγκασθούν να πολεμήσουν κατά των Λακεδαιμονίων, των Τεγεατών, των Βοιωτών και των Αθηναίων συγχρόνως, αυτοί οίτινες πρότερον δεν εδέχθησαν την συνθήκην των Λακεδαιμονίων, αλλ' εκολακεύοντο εν τη υπερηφανεία των ότι ήθελαν γίνη ηγεμόνες της Πελοποννήσου, έστειλαν ως ηδύναντο τάχιστα πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα, τον Εύστροφον και τον Αίσωνα, οίτινες ενομίζοντο ότι είχαν μεγίστην εύνοιαν από τους Λακεδαιμονίους, νομίζοντες ότι το καλλίτερον πού είχαν να κάμουν προς το παρόν ήτο να συνθηκολογήσουν μετά των Λακεδαιμονίων όπως ηδύναντο και να μένουν ησυχάζοντες.

41. ’μα τη αφίξει των οι πρέσβεις ούτοι συνωμίλησαν με τους Λακεδαιμονίους περί των όρων υπό τους οποίους ηδύναντο να γίνουν αι σπονδαί. Και κατ' αρχάς μεν εζήτησαν οι Αργείοι να αναθέσουν εις την διαιτησίαν πόλεώς τινος ή ιδιώτου την διαφοράν την οποίαν είχαν αιωνίως περί της Κυνουρίας, χώρας μεθορίας, πού περικλείει τας πόλεις Θυρέαν και Ανθήνην και ανήκει εις τους Λακεδαιμονίους· έπειτα δε, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι δεν επέτρεπαν να γίνεται μνεία περί της χώρας ταύτης, αλλ' έλεγαν ότι ήσαν έτοιμοι, εάν ήθελαν οι Αργείοι, να συνθηκολογήσουν ως πρότερον, οι πρέσβεις του ’ργους, με όλην την άρνησιν ταύτην, τους έπεισαν να συγκατατεθούν εις τους εξής όρους· προς το παρόν να κάμουν σπονδάς πεντηκονταετείς, κατά το διάστημα των οποίων οι δύο λαοί ήθελαν, έχει το δικαίωμα, προηγουμένης διακηρύξεως και εκτός της περιπτώσεως λοιμού ή πολέμου εις την Λακεδαίμονα ή το ’ργος, να διαμφισβητήσουν μεν διά των όπλων την κυριότητα της χώρας ταύτης, όπως τούτο είχε γίνη άλλοτε, ότε αμφότερα τα μέρη ηξίωσαν ότι ενίκησαν, να μη εκτείνουν δε την καταδίωξιν πέραν των ορίων του ’ργους ή της Λακεδαίμονος. Αι προτάσεις αύται εφάνησαν κατ' αρχάς εις τους Λακεδαιμονίους μωραί, έπειτα όμως (επειδή επεθύμουν εξ ανάγκης να έχουν την φιλίαν του ’ργους) συγκατετέθησαν και έδωκαν έγγραφον συνθήκην. Αλλά πριν την επικυρώσουν παρεκάλεσαν τους πρέσβεις να επιστρέψουν πρώτον εις το ’ργος διά να την υποβάλουν εις το πλήθος, και εάν εγίνετο παρ' αυτού δεκτή, να επανέλθουν εις την εορτήν του Υακίνθου προς ανταλλαγήν των απαιτουμένων όρκων.

42. Και οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν. Εις τον αυτόν δε καιρόν, πού οι Αργείοι διεπραγματεύοντο ταύτα, οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων Ανδρομέδης, Φαίδιμος και Αντιμενίδας, οι οποίοι έπρεπε να λάβουν παρά των Βοιωτών το Πάνακτον και τους αιχμαλώτους διά να τα αποδώσουν εις τους Αθηναίους, εύρον το μεν Πάνακτον παρ' αυτών των Βοιωτών κατεδαφισμένον, επί τη προφάσει ότι υπήρχαν παλαιοί όρκοι μεταξύ των Αθηναίων και των Βοιωτών γενόμενοι καθ' ον καιρόν ημφισβήτουν την θέσιν ταύτην, την οποίαν μήτε οι μεν μήτε οι δε έπρεπε να κατοικήσουν αλλά να έχουν την νομήν αυτής από κοινού. Τους δε άνδρας των Αθηναίων, τους οποίους είχον αιχμαλώτους οι Βοιωτοί, παραλαβόντες οι περί τον Ανδρομέδην έφεραν και τους απέδωκαν εις τους Αθηναίους. Ανήγγειλαν επίσης ότι το Πάνακτον είχε κατεδαφισθή, αξιούντες ότι απέδωκαν και τούτο, αφού ουδείς εχθρός των Αθηναίων ήθελε κατοίκηση εις αυτό. Εις τους λόγους τούτους οι Αθηναίοι ηγανάκτησαν, διότι ενόμιζαν ότι έγιναν θύματα της αδικίας των Λακεδαιμονίων διά της καθαιρέσεως του Πανάκτου, το οποίον έπρεπε να τοις παραδοθή ακέραιον, και διότι έμαθαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν κάμη εκτός τούτου ιδιαιτέραν συμμαχίαν με τους Βοιωτούς, μολονότι είχαν υποσχεθή προηγουμένως να ενώσουν τας προσπαθείας των διά να αναγκάσουν εις ειρήνην τους αρνουμένους. Ηρεύνησαν συγχρόνως οι Αθηναίοι λεπτομερώς όλας τας άλλας παραβιάσεις της συνθήκης και εθεώρησαν εαυτούς ως εξαπατηθέντας· διά τούτο αποκριθέντες τραχέως προς τους πρέσβεις απέπεμψαν αυτούς.

43. Ενώ οι Λακεδαιμόνιοι είχαν τας διαφοράς ταύτας προς τους Αθηναίους, οι εν Αθήναις επιθυμούντες την διάλυσιν των συνθηκών ήρχισαν αμέσως τας ενεργείας των. Μεταξύ αυτών ήτο και ο Αλκιβιάδης ο υιός του Κλεινίου, ο οποίος εις κάθε άλλην πόλιν κατ' εκείνην την εποχήν θα εθεωρείτο ως νεανίας, ο οποίος δε ετιμάτο διά την ευγένειαν των προγόνων του· ούτος είχε πλήρη την πεποίθησιν ότι ήτο προτιμότερον να ενωθούν με τους Αργείους· αλλ' η αντίστασίς του κατά των Λακεδαιμονίων επήγαζε προ πάντων εκ της προσβληθείσης υπερηφάνειας του, διότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν διαπραγματευθή την ειρήνην διά του Νικίου και του Λάχητος περιφρονούντες αυτόν διά την νεότητά του και μη τιμώντες διά την αρχαίαν προξενίαν από της οποίας είχε μεν παραιτηθή ο πάππος του, αλλ' ο Αλκιβιάδης διενοείτο να την ανανεώση προσφέρων τας υπηρεσίας του εις τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Νομίζων λοιπόν ότι προσεβλήθη υπό πάσαν έποψιν, πρώτον μεν αντέστη εις την ειρήνην λέγων ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήσαν ασφαλείς, και ότι έκαμαν την ειρήνην αποκλειστικώς και μόνον διά να στερήσουν τους Αθηναίους των Αργείων, συμμαχούντες μετ' αυτών και να επιτεθούν κατόπιν κατά των Αθηναίων απομονωμένων· έπειτα, όταν προέκυψεν η φιλονικία εκείνη έστειλεν αμέσως απεσταλμένους προς τους Αργείους αυθορμήτως διά να τους παραγγείλη επιμόνως να έλθουν ως τάχιστα μετά των Μαντινέων και των Ηλείων και ζητήσουν την συμμαχίαν των Αθηναίων, καθότι η στιγμή ήτο κατάλληλος, και ότι αυτός ήθελε συμπράξη όσον ηδύνατο.

44. Εις την αγγελίαν ταύτην οι Αργείοι, οίτινες προ πάντων έμαθαν ότι η συμμαχία των Βοιωτών μετά των Λακεδαιμονίων έγινεν άνευ της συγκαταθέσεως των Αθηναίων και ότι είχεν εγερθή μεγάλη φιλονικία μεταξύ τούτων και των Λακεδαιμονίων, έδειξαν αδιαφορίαν πλέον διά τους πρέσβεις οίτινες είχαν αναχωρήση διά να διαπραγματευθούν την ειρήνην εις Λακεδαίμονα, και έστρεψαν όλην την προσοχήν των προς τους Αθηναίους νομίζοντες ότι εάν περιπλακούν εις πόλεμον ήθελον έχη ως σύμμαχον μίαν πόλιν, αρχαίαν αυτών φίλην, δημοκρατουμένην ως αυτοί, και μεγάλην έχουσαν την κατά θάλασσαν δύναμιν. Ευθύς λοιπόν έστειλαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους διά να διαπραγματευθούν περί της συμμαχίας· συναπεστάλησαν δε και οι Ηλείοι και οι Μαντινείς. Αλλά και οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ταχέως πρέσβεις προς τους Αθηναίους εκείνους τους οποίους ενόμιζαν ότι ήσαν εις αυτούς ευνοϊκοί, ήτοι τον Φιλοχαρίδαν, τον Λέοντα και τον Ένδιον, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι εν τη οργή των συμμαχήσουν με τους Αργείους, και συγχρόνως θέλοντες να ζητήσουν την Πύλον αντί του Πανάκτου, και να δικαιολογήσουν την μετά των Βοιωτών συμμαχίαν των παριστώντες αυτήν ως αβλαβή διά τους Αθηναίους.

45. Οι πρέσβεις λοιπόν ούτοι αναγγείλαντες εις την βουλήν το αντικείμενον της αποστολής των και ότι ήλθαν έχοντες πληρεξουσιότητα να συμβιβάσουν άλας τας διαφοράς, εφόβησαν τον Αλκιβιάδην μήπως, εάν έλεγαν τα αυτά και εις τον δήμον, καταπείσουν το πλήθος και ούτως απορριφθή η των Αργείων συμμαχία. Ιδού λοιπόν τι επενόησε κατ' αυτών ο Αλκιβιάδης· πείθει τους Λακεδαιμονίους, δίδων εις αυτούς διαβεβαιώσεις, ότι, εάν δεν ανήγγελλαν εις τον δήμον ότι είχαν έλθη εφωδιασμένοι με πάσαν πληρεξουσιότητα, θα απέδιδεν εις αυτούς την Πύλον ότι θα εύρισκε τρόπον να πείση τους Αθηναίους, όπως (πριν) τους είχε πείση να αντισταθούν μέχρι της στιγμής εκείνης, και ότι θα τους εβοήθει να τακτοποιήσουν τα επίλοιπα. Ενήργει δε ταύτα διότι ήθελε να αποσπάση τους Λακεδαιμονίους από τον Νικίαν και να διαβάλη αυτούς εις τον δήμον παριστών ότι ουδέν ειλικρινές είχαν κατά νουν και αντέφασκον, διά του τρόπου δε τούτου να καταστήση συμμάχους των Αθηναίων τους Ηλείους και τους Μαντινείς. Τούτο και εγένετο. Όταν οι πρέσβεις παρουσιάσθησαν ενώπιον του δήμου, και εις τας αποταθείσας προς αυτούς ερωτήσεις δεν απεκρίθησαν (ως εν τη βουλή) ότι είχαν έλθη με πληρεξουσιότητα, τότε οι Αθηναίοι έχασαν την υπομονήν των· και επειδή ο Αλκιβιάδης επετίθετο μετά πλειοτέρας σφοδρότητος ή πρότερον κατά των Λακεδαιμονίων, τον ήκουσαν και ήσαν έτοιμοι να εισαγάγουν τους Αργείους και τους μετ' αυτών και να συνομολογήσουν μετ' αυτών την συμμαχίαν αλλά, επειδή συνέβη σεισμός πριν γίνη ψηφοφορία, η εκκλησία εκείνη ανεβλήθη.

46. Κατά την επομένην εκκλησίαν ο Νικίας, με όλην την απάτην εις την οποίαν είχαν περιπέση οι Λακεδαιμόνιοι και αυτός ο ίδιος, αναγκάσας αυτούς να μη ομολογήσουν ότι ήλθαν με πάσαν πληρεξουσιότητα, παρέστησεν ότι ήτο προτιμότερον να γίνουν φίλοι των Λακεδαιμονίων, να αναβάλουν τας μετά των Αργείων διαπραγματεύσεις και να στείλουν ακόμη πρέσβεις εις τους Λακεδαιμονίους διά να μάθουν τι διανοούνται, λέγων ότι ο πόλεμος ανεβλήθη προς το συμφέρον των Αθηναίων και ταπείνωσιν των Λακεδαιμονίων, ότι την ευδαιμονίαν εκείνην την οποίαν είχαν έπρεπε να την διατηρήσουν όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι ευρίσκοντο εις δυστυχίαν, είχαν μέγιστον συμφέρον να αρχίσουν τον αγώνα όσον το δυνατόν ταχύτερον. Τους έπεισε λοιπόν να στείλουν πρέσβεις, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, διά να προσκαλέσουν τους Λακεδαιμονίους, εάν οι σκοποί των ήσαν ειλικρινείς, να αποδώσουν το Πάνακτον ανέπαφον, καθώς και την Αμφίπολιν, και να παραιτηθούν της μετά των Βοιωτών συμμαχίας (εκτός εάν ούτοι ήθελαν να μετάσχουν της κοινής συνθήκης) συμφώνως με τον όρον ο οποίος εις ουδένα επέτρεπε να συνάψη συμμαχίαν τινά άνευ της συγκαταθέσεως και των δύο. Οι πρέσβεις είχαν επίσης διαταγήν να είπουν ότι, εάν οι Αθηναίοι ήθελαν να φανούν άδικοι, θα παρελάμβαναν ήδη εις την συμμαχίαν των τους Αργείους, οι οποίοι είχαν έλθη προς αυτόν τον σκοπόν εις τας Αθήνας. Ο Νικίας λοιπόν και οι σταλέντες μετ' αυτού άλλοι πρέσβεις λαβόντες οδηγίας περί όλων των παραπόνων ανεχώρησαν και φθάσαντες εις την Λακεδαίμονα εγνωστοποίησαν την αποστολήν των και τέλος είπαν ότι, εάν οι Λακεδαιμόνιοι δεν παρητούντο της συμμαχίας των Βοιωτών, ενόσω οι τελευταίοι ούτοι έμεναν εκτός της κοινής συνθήκης, θα έκλειαν και οι Αθηναίοι συμμαχίαν με τους Αργείους και τους μετ' αυτών. Οι Λακεδαιμόνιοι ακούσαντες τους λόγους (υποστάντες την επίδρασιν) του εφόρου Ξενάρους και των συμμεριζομένων την γνώμην αυτού, απεκρίθησαν ότι δεν παρητούντο της συμμαχίας· εν τούτοις ανενέωσαν τους όρκους επί τη αιτήσει του Νικίου, ο οποίος εφοβείτο να αναχωρήση χωρίς να πράξη τίποτε και να κατηγορηθή, το οποίον και συνέβη, ότι ήτο αίτιος των μετά των Λακεδαιμονίων σπονδών. Μετά την αναχώρησιν αυτού, άμα έμαθαν οι Αθηναίοι ότι ουδέν επράχθη εις την Λακεδαίμονα, ευθύς ωργίσθησαν, και νομίσαντες ότι προσεβλήθησαν, έκαμαν μετά των Αργείων και των συμμάχων αυτών, οίτινες ευρίσκοντο εις τας Αθήνας και τους οποίους προσήγαγεν ο Αλκιβιάδης, την ακόλουθον ειρήνην και συμμαχίαν.