Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Part 2

Chapter 2 16 words Public domain Markdown

17. Λυπούμενος διά τας ύβρεις ταύτας και νομίζων ότι, όταν αποκαθίστατο η ειρήνη και ηλευθερώνοντο οι αιχμάλωτοι, θα έπαυαν οι εχθροί του κατηγορούντες αυτόν, ενώ εφ' όσον υπάρχει πόλεμος αναγκαίως οι αρχηγοί συκοφαντούνται εν περιπτώσει αποτυχίας, επεθύμει διακαώς την σύμβασιν. Καθ' όλον εκείνον τον χειμώνα και προς το έαρ αι συνεντεύξεις εξηκολούθουν. Συγχρόνως οι Λακεδαιμόνιοι, διά να καταστήσουν τους Αθηναίους μάλλον ευδιαλλάκτους, ηπείλησαν πολεμικάς παρασκευάς και διέσπειραν ανά τας πόλεις την φήμην ότι έμελλαν να εγείρουν φρούρια εις την Αττικήν. Επειδή δε εις τας συνεδριάσεις ταύτας πολλαί αξιώσεις επροτάθησαν εκατέρωθεν, συνεφώνησαν να κάμουν ειρήνην, αφού καθείς αποδώση όσα κατέκτησε και οι Αθηναίοι κρατήσουν την Νίσαιαν (διότι, ότε απήτησαν οι Αθηναίοι την απόδοσιν των Πλαταιών, οι Θηβαίοι άπεκρίθησαν ότι η Πλάταια παρεδόθη ουχί διά της βίας αλλά θεληματικώς των κατοίκων, οίτινες δεν επροδόθησαν· τούτου ένεκα λοιπόν ανταπήντησαν οι Αθηναίοι ότι κατείχον την Νίσαιαν διά του αυτού τρόπου)· τότε δε οι Λακεδαιμόνιοι συνεκάλεσαν τους συμμάχους των και όλοι, πλην των Κορινθίων, των Ηλείων και των Μεγαρέων (διότι εις αυτούς δεν ήρεσκαν τα πραττόμενα) εψήφισαν υπέρ της ειρήνης και κατά συνέπειαν δι' αμοιβαίων σπονδών και όρκων μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων έγινεν η εξής συνθήκη.

18. «Οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι συνωμολόγησαν ειρήνην υπό τους ακολούθους όρους, των οποίων εκάστη πόλις ωρκίσθη την τήρησιν. Καθείς θα είναι ελεύθερος σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα να προσφέρη θυσίας εις τα κοινά ιερά, να μεταβαίνη εις αυτά, να ερωτά τα μαντεία και να πέμπη θεωρούς διά ξηράς και διά θαλάσσης χωρίς να φοβήται τίποτε. Το ιερόν και ο ναός του εν Δελφοίς Απόλλωνος και οι Δελφοί να είναι αυτόνομοι, αφορολόγητοι και να κρίνωνται παρά των ιδίων των δικαστηρίων κατά τα πατροπαράδοτα. Η ειρήνη θέλει διαρκέσει πεντήκοντα έτη, άνευ δόλου και βλάβης, κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, μεταξύ των Αθηναίων και των συμμάχων των Αθηναίων αφ' ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των Λακεδαιμονίων αφ' ετέρου. Απαγορεύεται πάσα εχθροπραξία δι' οιουδήποτε μέσου ή τρόπου εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων, καθώς και εκ μέρους των Αθηναίων και των συμμάχων εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Εάν δε προκύψη μεταξύ των καμμία διαφορά, να καταφεύγωσιν εις την δικαιοσύνην και τους όρκους και να συμμορφώνονται με τας συνθήκας, αι οποίαι θα συνομολογηθούν. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι να αποδώσουν εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, οι κάτοικοι δε των πόλεων τας οποίας θα παραδώσουν εις τους Αθηναίους οι Λακεδαιμόνιοι είναι ελεύθεροι να απέλθουν, εάν θέλουν, λαμβάνοντες μεθ' εαυτών τα πράγματα των. Αι πόλεις αύται θα κυβερνώνται διά των ιδίων των νόμων, πληρώνουσαι τον κατά την εποχήν του Αριστείδου ταχθέντα φόρον. Δεν επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και τους συμμάχους των να φέρουν όπλα εναντίον των πόλεων τούτων με σκοπόν να τας βλάψουν, εάν εξακολουθήσουν πληρώνουσαι τον ειρημένον φόρον μετά την συνθήκην. Αι πόλεις αύται είναι η ’ργιλος, η Στάγειρος, η ’κανθος, η Σκώλος, η Όλυνθος, η Σπάρτωλος. Να μη συμμαχήσουν αύται μήτε μετά των Λακεδαιμονίων μήτε μετά των Αθηναίων. Εάν όμως οι Αθηναίοι τας πείσουν, επιτρέπεται εις αυτούς να τας έχουν ως συμμάχους. Δύνανται οι Μηκυβερναίοι, οι Σαναίοι και οι Σιγγαίοι να κατοικούν τας πόλεις των καθώς οι Ολύνθιοι και οι Ακάνθιοι. Να αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι το Πάνακτον εις τους Αθηναίους, να αποδώσουν δε οι Αθηναίοι εις τους Λακεδαιμονίους το Κορυφάσιον, τα Κύθηρα, την Μεθώνην, τον Πτελεόν και την Αταλάντην. Να αποδώσουν επίσης όλους τους Λακεδαιμονίους, όσοι ευρίσκονται εις τας φύλακας των Αθηνών ή οιουδήποτε άλλου τόπου υπαγομένου εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων. Να αφήσουν ελευθέρους τους πολιορκουμένους εις την Σκιώνην Πελοποννησίους, και όλους τους άλλους συμμάχους των Λακεδαιμονίων τους ευρισκομένους εις την Σκιώνην, και όλους όσους είχε διαβιβάσει ο Βρασίδας, και τέλος όλους τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων, οίτινες ευρίσκοντο εις τας φυλακάς των Αθηνών ή εις οιονδήποτε άλλο μέρος υπαγόμενον εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων. Να αποδώσουν δε και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ομοίως όσους έχουν Αθηναίους και συμμάχους. Οι Αθηναίοι είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν ό,τι θέλουν περί της Σκιώνης, της Τορώνης και των άλλων πόλεων των υπό την ηγεμονίαν αυτών. Οι Αθηναίοι υποχρεούνται να δώσουν όρκον προς τους Λακεδαιμονίους και προς έκαστον των συμμάχων χωριστά. Και από καθένα αμοιβαίως θέλει δοθή ο επιχώριος και μέγιστος όρκος εκάστης πόλεως· ο τύπος δε του όρκου τούτου θέλει είσθαι ο εξής: «Θα εμμείνω πιστός εις τας συνθήκας και τας σπονδάς ταύτας με πάσαν δικαιοσύνην και άνευ ουδενός δόλου». Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των υποχρεούνται να ομόσουν τον αυτόν όρκον ενώπιον των Αθηναίων ο όρκος ούτος θέλει ανανεούσθαι κατ' έτος υπ' αμφοτέρων και θέλει χαραχθή επί στηλών, εις την Ολυμπίαν, εις τους Δελφούς, εις τον Ισθμόν, εις την ακρόπολιν των Αθηνών και εις το Αμύκλαιον της Λακεδαίμονος. Εάν λησμονηθή τι υπό του ενός ή του άλλου μέρους, επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους να τροποποιήσουν τας συνθήκας ως προς τούτο, αφού προηγουμένως συμφωνήσουν μεταξύ των».

19. Η συνθήκη αυτή έγινε την τετάρτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός Αρτεμισίου, εφορεύοντος εν Σπάρτη του Πλειστόλα, εις δε τας Αθήνας την έκτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός Ελαφηβολιώνος επί άρχοντος Αλκαίου. Ωρκίσθησαν δε και έκαμαν σπονδάς οι ακόλουθοι· εκ μεν των Λακεδαιμονίων (ο Πλειστοάναξ, ο ’γις), ο Πλειστόλας, ο Δαμάγητος, ο Χίονις, ο Μεταγένης, ο ’κανθος, ο Δάιθος, ο Ισχαγόρας, ο Φιλοχαρίδας, ο Ζευξίδας, ο ’ντιππος, ο Τέλλις, ο Αλκινίδας, ο Εμπεδίας, ο Μηνάς και ο Λάφιλος· εκ δε των Αθηναίων ο Λάμπων, ο Ισθμιόνικος, ο Νικίας, ο Λάχης, ο Ευθύδημος, ο Προκλής, ο Πυθόδωρος, ο ’γνων, ο Μυρτίλος, ο Θρασικλής, ο Θεαγένης, ο Αριστοκράτης, ο Ιώλκιος, ο Τιμοκράτης, ο Λέων, ο Λάμαχος και ο Δημοσθένης.

20. Η ειρήνη αύτη εκλείσθη περί τα τέλη του χειμώνος και σχεδόν ενώ ήρχιζε το έαρ, αμέσως μετά τα εν τη πόλει τελούμενα Διονύσια, δέκα ολοκλήρων παρελθόντων ετών καί τινων ημερών από της πρώτης εις την Αττικήν εισβολής και της αρχής του πολέμου τούτου. Διά να πεισθή δε τις περί τούτου, ας παρατηρήση την χρονολογικήν τάξιν και ας μη βασισθή κατά προτίμησιν εις την απαρίθμησιν των αρχόντων ταύτης ή εκείνης της πόλεως ή των τιμητικών ονομάτων, τα οποία φανερώνουν τα παρελθόντα συμβεβηκότα, διότι ο τελευταίος αυτός τρόπος δεν είναι ακριβής και δεν φανερώνει αν γεγονός τι συνέβη κατά την αρχήν, κατά το μέσον ή κατά το τέλος της εξασκήσεως των ρηθέντων αξιωμάτων, αλλ' ας αριθμήση, ως έπραξα εγώ, κατά θέρη και κατά χειμώνας, και εύρη εν τη απαριθμήσει των δύο τούτων ωρών του έτους, αίτινες ομού απαρτίζουν τον ενιαυτόν, ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και ίσους χειμώνας.

21. Οι Λακεδαιμόνιοι (οι οποίοι ηναγκάσθησαν υπό του λαχνού να αποδώσουν πρώτοι όσα είχον) ηλευθέρωσαν αμέσως όλους τους αιχμαλώτους και έστειλαν ευθύς πρέσβεις εις τας πόλεις της Θράκης, τον Μηνάν και τον Φιλοχαρίδαν, διατάττοντες τον μεν Κλεαρίδαν να αποδώση εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, τους δε άλλους να δεχθούν την ειρήνην καθώς είχε συμφωνηθή μεταξύ των. Αλλ' ούτε αυτοί την εδέχθησαν, νομίζοντες ότι δεν ήτο συμφέρουσα, ούτε ο Κλεαρίδας παρέδωκε την πόλιν χαριζόμενος εις τους Χαλκιδείς και λέγων ότι δεν ηδύνατο να τους αναγκάση να την παραδώσουν. Ελθών δε με σπουδήν μετά Χαλκιδέων πρέσβεων εις την Λακεδαίμονα, διά να απολογηθή εν περιπτώσει κατά την οποίαν ο Ισχαγόρας ήθελε τον κατηγορήσει επί απειθεία και συγχρόνως θέλων να μάθη αν ήτο δυνατόν να μεταβληθή η συνθήκη, και ευρών την συνθήκην ταύτην επισφραγισμένην, αυτός μεν ανεχώρησεν αμέσως σταλείς υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι τον διέταξαν ρητώς να παραδώση την πόλιν, ή τουλάχιστον να εξαγάγη όλους τους Πελοποννησίους όσοι ήσαν εντός.

22. Ενώ δε οι σύμμαχοι ευρίσκοντο συναθροισμένοι εις την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τους μη δεχθέντας την συνθήκην να την δεχθούν άνευ αναβολής. Ούτοι όμως υπό την αυτήν πρόφασιν, υπό την οποίαν είχαν απορρίψει την συνθήκην κατά την πρώτην φοράν, απεκρίθησαν και τώρα ότι δεν την εδέχοντο, εάν δεν εγίνετο υπό όρους δικαιοτέρους. Επειδή λοιπόν δεν ενέδιδον εις τας προτροπάς των Λακεδαιμονίων, ούτοι τους διέλυσαν και έκαμαν συμμαχίαν μετά των Αθηναίων, έχοντες πεποίθησιν ότι οι Αργείοι δεν θα ανενέουν τας μετ' αυτών σπονδάς, αφού ηρνήθησαν τούτο προηγουμένως, ότε ο Αμπελίδας και ο Λίχας είχαν μεταβή προς αυτούς, νομίζοντες ότι άνευ των Αθηναίων οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα ήσαν επίφοβοι και ότι οι άλλοι Πελοποννήσιοι ήθελαν μείνει ησυχάζοντες, διότι, εάν ηδύναντο, θα ετάσσοντο με τους Αργείους. Ενώ ευρίσκοντο λοιπόν εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις των Αθηναίων, ήλθον μετ' αυτών εις διαπραγματεύσεις και συνεφώνησαν μεθ' όρκων την ακόλουθον συμμαχίαν.

23. «Οι Λακεδαιμόνιοι θα είναι σύμμαχοι των Αθηναίων επί πεντήκοντα έτη υπό τους ακολούθους όρους. Εάν εχθρός τις ήθελεν εισέλθει εις την χώραν των Λακεδαιμονίων και θελήση να βλάψη τους Λακεδαιμονίους, οι Αθηναίοι οφείλουν να βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με παν οτιδήποτε μέσον ήθελον νομίσει συντελεστικώτερον. Εάν δε ο εχθρός αναχωρήση, αφού λεηλατήση την χώραν, τότε η πόλις του εχθρού τούτου να θεωρηθή υπό των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ως εχθρική, να πολεμηθή υπ' αμφοτέρων και να καταστραφή από κοινού. Οι όροι αυτοί θέλουν τηρηθή μετά δικαιοσύνης, μετά προθυμίας και άνευ δόλου. Εάν δε επαναστατήσουν οι Είλωτες, οι Αθηναίοι θα βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με όλας τας δυνάμεις των και δι' όλων των δυνατών μέσων. Τους όρους τούτους θέλουν ορκισθή εκατέρωθεν εκείνοι, οι οποίοι ωρκίσθησαν και τας προηγουμένας σπονδάς. Θα ανανεούνται δε κατ' έτος οι όρκοι ούτοι, και προς τον σκοπόν τούτον οι μεν Λακεδαιμόνιοι θα μεταβαίνουν κατά τα Διονύσια εις τας Αθήνας, οι δε Αθηναίοι εις την Λακεδαίμονα κατά τα Υακίνθια. Αμφότεροι οφείλουν να στήσουν ανά μίαν στήλην, την μεν εις την Λακεδαίμονα πλησίον του Αμυκλαίου Απόλλωνος, την δε εις την ακρόπολιν των Αθηνών πλησίον της Αθηνάς. Εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι νομίσουν ότι πρέπει να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν κάτι από την παρούσαν συνθήκην, δύνανται να πράξουν τούτο, αρκεί να υπάρχη η συγκατάθεσις αμφοτέρων».

24. Τον όρκον δε τούτον ωρκίσθησαν εκ μεν των Λακεδαιμονίων οι εξής· Πλειστοάναξ, ’γις, Πλειστόλας, Δαμάγητος, Χίονις, Μεταγένης, ’κανθος, Δάιθος, Ισχαγόρας, Φιλοχαρίδας, Ζευξίδας, ’ντιππος, Αλκινίδας, Τέλλις, Εμπεδίας, Μηνάς, Δάφιλος· εκ δε των Αθηναίων οι εξής· Αάμπων, Ισθμιόνικος, Λάχης, Νικίας, Ευθύδημος, Προκλής, Πυθόδωρος, ’γνων, Μυρτίλος, Θρασυκλής, Θεαγένης, Αριστοκράτης, Ιώλκιος, Τιμοκράτης, Λέων, Λάμαχος, Δημοσθένης. Η συμμαχία αύτη έγινεν όχι πολύ ύστερον από τας κοινάς σπονδάς, και οι Αθηναίοι απέδωκαν εις τους Λακεδαιμονίους τους αιχμαλώτους της νήσου και το θέρος του ενδεκάτου έτους ήρχισεν. Ένταύθα δε τελειώνει η διήγησις του πρώτου πολέμου, ο οποίος διήρκεσε δέκα έτη άνευ διακοπής.

25. Μετά τας σπονδάς και την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, αι οποίαι έγιναν μετά τον δεκαετή πόλεμον επί Πλειστόλα μεν εν Λακεδαίμονι εφόρου, επί Αλκαίου δε άρχοντος εν Αθήναις, έγινε ειρήνη μεταξύ των πόλεων όσαι είχαν δεχθή τας συμφωνίας ταύτας· αλλ' οι Κορίνθιοι καί τινες άλλαι πόλεις της Πελοποννήσου ηθέλησαν να ανατρέψουν τα πεπραγμένα και ευθύς ανεφύησαν νέαι δυσχέρειαι μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Συγχρόνως δε, προϊόντος του χρόνου, οι Λακεδαιμόνιοι έγιναν ύποπτοι εις τους Αθηναίους, διότι δεν εξετέλουν τινά εκ των συμφωνημένων. Και επί έξ μεν έτη και μήνας δέκα απέσχον αμφότεροι πάσης εναντίον της χώρας αλλήλων εκστρατείας, ενώ διήρκει όμως η αβεβαία αυτή ανακωχή, έβλαπτον έξωθεν αλλήλους παραπολύ μέχρις ου τέλος ηναγκάσθησαν να λύσουν τας μετά τα δέκα έτη του πολέμου σπονδάς, και να αρχίσουν εκ νέου πόλεμον φανερόν.

26. Ο αυτός Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε και τα συμβάντα ταύτα κατά την τάξιν που καθέν συνέβη, κατά θέρη και κατά χειμώνας, μέχρις ου και την ηγεμονίαν των Αθηναίων κατέλυσαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον. Μέχρι δε της εποχής ταύτης ο πόλεμος διήρκεσεν εικοσιεπτά όλα έτη. Ο μη παραδεχόμενος ως πόλεμον το διάστημα της ανακωχής δεν κρίνει αληθώς και δικαίως, διότι αρκεί να θεωρήση τα πράγματα όπως εξετέθησαν και θα εύρη ότι δεν πρέπει να ονομασθή ειρήνη η κατάστασις εκείνη, κατά την οποίαν και οι μεν και οι δε ούτε έδωκαν ούτε έλαβαν όσα συνεφώνησαν, και εκτός τούτου κατά τον πόλεμον της Μαντινείας και της Επιδαύρου, και εις άλλας περιστάσεις ηγέρθησαν παράπονα από τα δύο μέρη. Οι σύμμαχοι της Θράκης ήσαν ουχ ήττον εχθροί, και οι Βοιωτοί δεν υπεσχέθησαν ειμή δεκαήμερον ανακωχήν. Ώστε εάν ενώση τις ομού τον πρώτον δεκαετή πόλεμον, την μετ' αυτόν αμφίβολον ανακωχήν και τον μετέπειτα πόλεμον, ευρίσκει, υπολογίζων την τάξιν των εποχών, ότι τα έτη είνε τοσαύτα, όσα ανέφερα, καί τινες ημέραι ακόμη, και δι' εκείνους οίτινες θέλουν να βεβαιώσουν το μέλλον διά χρησμών, η βεβαίωσις αύτη είνε η μόνη επαληθεύσασα· διότι εγώ ενθυμούμαι πάντοτε ότι, από της αρχής του πολέμου μέχρι του τέλους αυτού, πολλοί προείπον ότι έμελλε να διαρκέση τρις εννέα έτη. Επέζησα δε καθ' όλην την διάρκειαν αυτού, έχων πλήρεις τας διανοητικάς μου δυνάμεις και προσέχων να μανθάνω ακριβώς την αλήθειαν. Συνέβη δε να ζω εξόριστος εκ της πατρίδος μου επί είκοσιν έτη μετά την εις Αμφίπολιν στρατηγίαν μου· και επειδή παρευρέθην εις τα συμβάντα αμφοτέρων, προ πάντων εις όσα συνέβησαν εις τους Πελοποννησίους ένεκα της εξορίας μου, εγνώρισα μεθ' όλης της απαιτουμένης ησυχίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων. Θέλω λοιπόν αναφέρει τα συμβάντα πού διεδέχθησαν τον πρώτον δεκαετή πόλεμον, την διάλυσιν της ανακωχής και την επανάληψιν των εχθροπραξιών.

27. Μετά την συνομολόγησιν των πεντηκονταετών σπονδών και την μετέπειτα συμμαχίαν, οι πρέσβεις της Πελοποννήσου, οι ελθόντες επίτηδες εις την Λακεδαίμονα, ανεχώρησαν και επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι Κορίνθιοι όμως μετέβησαν κατ' αρχάς εις το ’ργος και συνομιλήσαντες μετά τινων των εκ των ευρισκομένων εις την εξουσίαν παρέστησαν εις αυτούς ότι, αφού οι Λακεδαιμόνιοι συνωμολόγησαν ειρήνην και συμμαχίαν μετά των Αθηναίων, οι οποίοι πρότερον ήσαν αμείλικτοι εχθροί των, ουχί επ' αγαθώ, αλλά προς υποδούλωσιν της Πελοποννήσου, καθήκον είχον οι Αργείοι να σκεφθούν πως να σώσουν την Πελοπόννησον και να ψηφίσουν ώστε πάσα πόλις ελληνίς η οποία είναι αυτόνομος και απολαύει ίσων δικαιωμάτων να δύναται ελευθέρως να συμμαχήση μετά των Αργείων και να συνομολογήση αμοιβαίαν βοήθειαν· να εκλέξουν δε προς τον σκοπόν τούτον ολίγους άνδρας έχοντας απόλυτον εξουσίαν και να μη συνδιαλέγωνται μετά του δήμου, διά να μη φωραθούν υπό των Λακεδαιμονίων οι μη πείθοντες το πλήθος. Προσέθηκαν δε ότι ένεκα μίσους εναντίον των Λακεδαιμονίων πολλαί πόλεις ήθελον εισέλθει εις την συμμαχίαν ταύτην. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα συμβουλεύσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια.

28. Οι δε Αργείοι ακούσαντες ανεκοίνωσαν τα λεχθέντα εις τους άρχοντας και εις τον δήμο. Απεφασίσθη λοιπόν να εκλέξουν δώδεκα πολίτας μετά των οποίων όλοι οι Έλληνες ηδύναντο να κάμουν συμμαχίαν εκτός των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, οίτινες δεν ηδύναντο να συνθηκολογήσουν ειμή απ' ευθείας μετά του δήμου. Τα μέτρα ταύτα παρεδέχθησαν οι Αργείοι τόσο μάλλον προθύμως, όσο έβλεπον ότι δεν έμελλε να βραδύνη ο κατά των Λακεδαιμονίων πόλεμος (διότι η συνθήκη την οποίαν είχαν με αυτούς επλησίαζε να λήξη) και συγχρόνως διότι ήλπιζαν να γίνουν ηγεμόνες της Πελοποννήσου. Κατ' εκείνον τον χρόνον η Λακεδαίμων πολλάς ύβρεις ήκουσε και εξουθενώσεις διά τας ταλαιπωρίας τας οποίας έπαθαν οι Ελληνες, ενώ εξ εναντίας οι Αργείοι ήσαν ακμαιότατοι, διότι δεν συνεπολέμησαν μετά των Λακεδαιμονίων κατά των Αθηναίων, αλλά μάλλον μένοντες φίλοι αμφοτέρων έδρεψαν τους καρπούς της ουδετερότητος ταύτης. Οι μεν Αργείοι λοιπόν εδέχθησαν τοιουτοτρόπως εις την συμμαχίαν των εκείνους εκ των Ελλήνων όσοι ηθέλησαν να συμμετάσχουν αυτής.

29. Οι δε Μαντινείς και οι σύμμαχοι των, φοβούμενοι τους Λακεδαιμονίους, εισήλθαν πρώτοι εις την συμμαχίαν ταύτην. Υποδουλώσαντες, ενόσω ακόμη διήρκει ο κατά των Αθηναίων πόλεμος, μέρος τι της Αρκαδίας υπήκοον των Λακεδαιμονίων, εσκέπτοντο ότι οι Λακεδαιμόνιοι μη έχοντες πλέον ενασχόλησιν δεν θα παρέβλεπαν την κατάληψιν εκείνην. Διά τούτο άσμενοι απετάθησαν προς τους Αργείους ως προς πόλιν μεγάλην, η οποία ήτο πάντοτε εχθρά των Λακεδαιμονίων και εκυβερνάτο δημοκρατικώς όπως αυτοί. Ότε δε απεστάτησαν οι Μαντινείς, η άλλη Πελοπόννησος εθορύβησεν ότι έπρεπε να ακολουθήση το παράδειγμά των, νομίσασα ότι οι Μαντινείς, μεταβαλόντες συμμάχους, είχαν προς τούτο λόγους ισχυροτέρους· και συγχρόνως ηγανάκτει διά πολλούς λόγους και μεταξύ άλλων, διότι εις τας Αττικάς σπονδάς εγράφη ότι ήτο επιτετραμμένον εις τους Λακεδαιμονίους και τους Αθηναίους να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν ό,τι ήθελε φανή εύλογον εις αυτούς. Τούτο προ πάντων το άρθρον εθορύβει την Πελοπόννησον και εγέννα την υποψίαν μήπως οι Λακεδαιμόνιοι μετά των Αθηναίων προτίθενται να υποδουλώσουν αυτήν· διότι η δικαιοσύνη απήτει ώστε η μεταβολή εκείνη εν τη συνθήκη να εφαρμόζεται εις όλους τους συμμάχους. Φοβούμενοι λοιπόν οι πολλοί έσπευσαν να συμμαχήσουν μετά των Αργείων.

30. Οι Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες τον θόρυβον εκείνον ο οποίος υπήρχεν εις την Πελοπόννησον, και ότι οι Κορίνθιοι, οι οποίοι ήσαν οι υποκινηταί, επρόκειτο και αυτοί να συμμαχήσουν με τους Αργείους, έστειλαν πρέσβεις εις την Κόρινθον, διά να προλάβουν την συμμαχίαν, και εξέφεραν κατηγορίαν εναντίον των Κορινθίων ως πρωταιτίων όλων εκείνων των ταραχών και ως ετοίμων να εγκαταλίπουν την συμμαχίαν της Λακεδαίμονος διά να συμμαχήσουν με τους Αργείους, προσθέτοντες ότι η Κόρινθος παρεβίαζε τους όρκους της και ότι είχεν ήδη άδικον μη δεχομένη την συνθήκην των Αθηναίων, μολονότι υπήρχε ρητή συμφωνία ώστε πάσα απόφασις της πλειονοψηφίας των συμμάχων να είναι ισχυρά, εκτός εάν υπήρχε προς τούτο κανέν εμπόδιον προκύπτον από τους θεούς ή τους ήρωας. Οι Κορίνθιοι, παρόντων και των συμμάχων εκείνων οίτινες δεν είχαν δεχθή την συνθήκην (και τους οποίους είχαν προσκαλέση προηγουμένως να παρευρεθούν), αντέλεγαν εις τους Λακεδαιμονίους, και χωρίς να είπουν αναφανδόν τα παράπονά των ως προς την μη απόδοσιν του Σολλίου, και του Ανακτορίου παρά των Αθηναίων, ουδέ να υπαινιχθώσι καμμίαν εκ των άλλων αδικιών τας οποίας ενόμιζαν ότι υπέστησαν, επροφασίσθησανν ότι δεν ηδύναντο να προδώσουν τους συμμάχους της Θράκης, προς τους οποίους από της πρώτης μετά των Ποτειδαιατών αποστασίας είχαν κάμη όρκους ιδιαιτέρους και άλλους ύστερον. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν παρεβίαζαν τους όρκους των συμμάχων μη εισερχόμενοι εις τας σπονδάς των Αθηναίων· διότι λαβόντες ως μάρτυρας τους θεούς, θα επιώρκουν εάν επρόδιδον αυτούς. ’λλως ήτο γραμμένον εις τας συνθήκας «εκτός εάν υπάρχη κανέν εμπόδιον προκύπτον από τους θεούς ή τους ήρωας», τούτο δε (ήτοι οι προηγούμενοι όρκοι) εθεωρείτο παρ' αυτών ως εμπόδιον θείον. Και περί μεν των παλαιών συνθηκών ταύτα είπον, περί δε της μετά των Αργείων συμμαχίας είπον ότι ήθελαν συσκεφθή μετά των φίλων των και πράξη ό,τι ήτο δίκαιον. Και οι μεν πρέσβεις των Λακεδαιμονίων επέστρεψαν εις τα ίδια. Έτυχον δε παρόντες εν Κορίνθω και πρέσβεις των Αργείων, οι οποίοι προέτρεπαν τους Κορινθίους να εισέλθουν άνευ αναβολής εις την συμμαχίαν των, αλλ' ούτοι τους προσεκάλεσαν να παρευρεθούν εις την προσεχή συνέλευσιν η οποία θα συνεκαλείτο εις την πόλιν των.

31. Ήλθε δε κατά τον αυτόν καιρόν και πρεσβεία των Ηλείων και έκαμε πρώτον μεν συμμαχίαν με τους Κορινθίους, έπειτα δε απ' εκεί ελθόντες οι πρέσβεις εις το ’ργος, καθώς προελέχθη, συνωμολόγησαν συμμαχίαν και με τους Αργείους. Διότι ευρίσκοντο εις διάστασιν με τους Λακεδαιμονίους περί του Λεπρέου. Καθόσον ότε ποτέ οι Λεπρεάται έκαμαν πόλεμον μέ τινας εκ των Αρκάδων και παρεκλήθησαν υπό των Λεπρεατών οι Ηλείοι να γίνουν σύμμαχοί των παραχωρούντες το ήμισυ της γης αυτών και (συνεπεία τούτου) ότε ετελείωσεν ο πόλεμος, οι Ηλείοι αφήσαντες εις τους Λεπρεάτας να νέμωνται όλην την γην των υπεχρέωσαν αυτούς μόνον να φέρουν ετησίως έν τάλαντον εις τον Δία τον εν Ολυμπία· και μέχρι της εποχής του Αττικού (Πελοποννησιακού) πολέμου οι Λεπρεάται επλήρωναν, έπειτα δε επειδή φέροντες πρόφασιν τον πόλεμον έπαυσαν, οι Ηλείοι τους υπεχρέωσαν αναγκαστικώς· εκείνοι δε απηυθύνθησαν προς τους Λακεδαιμονίους. Και επειδή οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν να δικάσουν την διαφοράν, προϋποθέσαντες οι Ηλείοι ότι δεν θα ελάμβαναν το δίκαιόν των, εκδιώξαντες την επιτροπήν των Λεπρεατών, ελεηλάτουν την χώραν τούτων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ουχ ήττον εξέδωκαν απόφασιν ότι οι Λεπρεάται είναι αυτόνομοι και ότι έχουν άδικον οι Ηλείοι· και επειδή ούτοι δεν συνεμορφώθησαν με την απόφασιν, απέστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι φρουράν οπλιτών εις το Λέπρεον. Οι δε Ηλείοι εκφράζοντες την γνώμην ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέδειξαν ούτως ότι η πόλις αυτών (των Ηλείων) δεν ήτο φιλική των και προβάλλοντες την συνθήκην εις την οποίαν ωρίζετο, καθείς ό,τι είχε πριν αρχίση ο Αττικός πόλεμος τούτο και να διατηρήση μετά την παύσιν του πολέμου, απεχωρίσθησαν των Λακεδαιμονίων ως μη απολαύοντες ισοδικίας και μετέβησαν προς τους Αργείους και ως προελέχθη συμμαχίαν μετ' αυτών συνωμολόγησαν και ούτοι. Έγιναν δε και οι Κορίνθιοι αμέσως έπειτα από εκείνους σύμμαχοι των Αργείων και προς τούτοις οι εν τη Χαλκιδική Θράκη. Οι Βοιωτοί δε και οι Μεγαρείς μολονότι λέγοντες ότι θα έκαμναν το ίδιον, έμεναν όμως ήσυχοι, παραμελούμενοι υπό των Λακεδαιμονίων, νομίζοντες όμως εν τούτοις ότι η δημοκρατία των Αργείων ήτο δι' αυτούς, πού είχαν ολιγαρχικόν πολίτευμα, ολιγώτερον συμφέρουσα παρ' ό,τι ο τρόπος του πολιτεύεσθαι των Λακεδαιμονίων.

32. Περί την αυτήν εποχήν του θέρους τούτου οι Αθηναίοι εκπολιορκήσαντες τους Σκιωναίους, τους μεν εφήβους απέκτειναν, τους δε παίδας και τας γυναίκας έκαμαν δούλους και έδωκαν την χώραν να την νέμωνται οι Πλαταιείς· αποκατέστησαν πάλιν τους Δηλίους εις την Δήλον, ενθυμούμενοι τας συμφοράς τας οποίας υπέστησαν εις τας μάχας και συμμορφούμενοι με τον χρησμόν του εν Δελφοίς θεού. Οι Φωκείς και οι Λοκροί ήρχισαν τον πόλεμον. Οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι, ήδη σύμμαχοι μεταξύ των, μετέβησαν εις την Τεγέαν διά να την αποσπάσουν από τους Λακεδαιμονίους· βλέποντες ότι η Τεγέα απετέλει μέγα μέρος της Πελοποννήσου, ενόμιζαν ότι λαμβάνοντες αυτήν με το μέρος των θα προσελάμβαναν όλην την Πελοπόννησον. Αλλ' επειδή οι Τεγεάται απεκρίθησαν ότι δεν είχαν διάθεσιν να πράξουν τίποτε εναντίον των Λακεδαιμονίων, οι Κορίνθιοι, οι οποίοι μέχρι της στιγμής εκείνης ενήργουν μετά πολλής προθυμίας, εχαλάρωσαν τον ζήλον των φοβηθέντες μήπως δεν ενωθή κανείς μετ' αυτών. Ελθόντες όμως εις τους Βοιωτούς παρεκάλουν αυτούς να γίνουν σύμμαχοι αυτών και των Αργείων, και να ενεργήσουν από κοινού· και επειδή υπήρχε μεταξύ των Αθηναίων και των Βοιωτών δεκαήμερος ανακωχή γενομένη ολίγον χρόνον μετά τας πεντηκονταετείς σπονδάς, οι Κορίνθιοι παρεκίνησαν τους Βοιωτούς να τους συνοδεύσουν εις τας Αθήνας και να επιτύχουν υπέρ αυτών ανακωχήν ομοίαν εκείνης οπού είχον αυτοί οι Βοιωτοί· εν περιπτώσει δε αρνήσεως εκ μέρους των Αθηναίων, οι Κορίνθιοι απήτουν να διαλύσουν οι Βοιωτοί την ανακωχήν και να μη διαπραγματεύωνται εις το εξής ειμή συνεννοούμενοι από κοινού. Εις τας αιτήσεις ταύτας των Κορινθίων, οι Βοιωτοί, διά μεν την μετά των Αργείων συμμαχίαν επρότειναν να την αναβάλουν, ελθόντες δε εις τας Αθήνας μετά των Κορινθίων δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσουν υπέρ αυτών την δεκαήμερον ανακωχήν, καθότι οι Αθηναίοι απεκρίθησαν ότι υπήρχον σπονδαί μετά των Κορινθίων, αφού ούτοι ήσαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Ουχ ήττον οι Βοιωτοί δεν διέλυσαν την δεκαήμερον ανακωχήν, με άλας τας παρακλήσεις και τας αιτήσεις των Κορινθίων να συμμαχήσουν μετ' αυτών· υφίστατο δε μεταξύ των Κορινθίων και των Αθηναίων ανακωχή αλλ' άνευ συνθήκης.