Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Part 12

Chapter 12 13 words Public domain Markdown

88. Ταύτα είπε και ο Εύφημος, οι δε Καμαριναίοι δεν ήξευραν τι να αποφασίσουν. Φίλοι των Αθηναίων, μολονότι τους ενόμιζον ελθόντας με σκοπόν να κατακτήσουν την Σικελίαν, είχον πάντοτε διαφοράς μετά των Συρακουσίων ως γείτονές των, εν τούτοις, επειδή εφοβούντο μήπως οι Συρακούσιοι, εγγύς όντες, αναδειχθώσι νικηταί και άνευ της συνδρομής των, απέστειλαν κατ' αρχάς προς αυτούς ολίγους ιππείς αποφασίσαντες ίνα εις το μέλλον βοηθήσουν αυτούς αποτελεσματικώτερον, μεθ' όλης όμως της δυνατής προφυλάξεως· αλλ' εις την παρούσαν περίστασιν, διά να μη φανούν ολιγώτερον ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους, οίτινες είχον νικήσει εις την εσχάτως γενομένην μάχην, ενόμισαν ότι ώφειλον να δώσουν ομοίαν απόκρισιν εις αμφοτέρους. Ούτω λοιπόν διασκεφθέντες απεκρίθησαν ότι, επειδή ήσαν φίλοι και των δύο πολεμούντων λαών, δίκαιον είναι να μη βοηθήσουν ούτε τους μεν ούτε τους δε. Και οι πρέσβεις εκατέρων απήλθον. Και οι μεν Συρακούσιοι κατεγίνοντο περί τας πολεμικάς ετοιμασίας των, οι δε Αθηναίοι στρατοπεδευμένοι εις την Νάξον διεπραγματεύοντο μετά των Σικελών, διά να προσελκύσουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους με το μέρος των. Και οι μεν Σικελοί οι κατοικούντες εις την πεδιάδα, όντες οι πλείστοι υπήκοοι των Συρακουσίων, απεσπάσθησαν απ' αυτών οι δε κατοικούντες εις τα μεσόγεια, αυτόνομοι όντες πάντοτε, ηνώθησαν αμέσως μετά των Αθηναίων, εκτός ολίγων και έστειλαν εις το στράτευμα των Αθηναίων τροφάς, τινές δε μάλιστα και χρήματα. Εκστρατεύοντες δε οι Αθηναίοι κατά των απειθούντων τινάς μεν αναγκαστικώς υπεχρέωναν, τινάς δε εμπόδιζαν να ενωθούν με τους Συρακουσίους, οι οποίοι τους έστειλαν φρουράς και βοηθείας. Κατά την διάρκειαν του χειμώνος, μεταθέσαντες οι Αθηναίοι τον σταθμόν των εκ της Νάξου εις την Κατάνην ανεκαίνισαν το υπό των Συρακουσίων πυρποληθέν στρατόπεδόν των και διεχείμασαν εις τούτο το μέρος. Έπεμψαν τριήρη εις την Καρχηδόνα ζητούντες φιλίαν και, ει δυνατόν, βοηθείας· έπεμψαν επίσης και εις την Τυρρηνίαν, όπου πόλεις τινές τοις είχον υποσχεθή να συμπολεμήσουν μετ' αυτών. Αποστείλαντες δε αγγελιαφόρους πανταχού προς τους Σικελούς και τους Εγεσταίους εζήτουν να προμηθεύσουν εις αυτούς ούτοι ίππους όσον το δυνατόν περισσοτέρους. Ητοίμαζον δε συγχρόνως πλινθία και σίδηρον και πάντα τα αναγκαία διά τας πολιορκητικές εργασίας, ίνα, άμα ήρχετο η άνοιξις, αρχίσουν τον πόλεμον. Οι δε Συρακούσιοι πρέσβεις, οίτινες είχαν πεμφθή εις την Κόρινθον και την Λακεδαίμονα, προσεπάθουν καθ' οδόν να πείσουν τους Ιταλιώτας να προσέχουν εις τα υπό των Αθηναίων γινόμενα, διότι οι σκοποί των ήσαν και προς αυτούς ωσαύτως εχθρικοί. Φθάσαντες εις την Κόρινθον εξέθεσαν το αντικείμενον της αποστολής των και εζήτησαν, διά την συγγένειαν την οποίαν είχον μετ' αυτών, να στείλουν εις αυτούς βοηθείας. Και οι Κορίνθιοι, ευθύς ψηφίσαντες αυτοί πρώτοι να τους βοηθήσουν προθύμως, συναπέστειλαν εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις, ίνα από κοινού πείσουν τους Λακεδαιμονίους να επαναλάβουν αναφανδόν τον κατά των Αθηναίων πόλεμον και στείλουν εις την Σικελίαν βοηθείας τινάς. Οι Κορίνθιοι πρέσβεις συνηντήθησαν εις την Λακεδαίμονα μετά του Αλκιβιάδου, ο οποίος αναχωρήσας μετά των συμφυγάδων επί φορτηγού πλοίου εκ της Θουρίας έφθασε πρώτον μεν εις την Κυλλήνην της Ηλείας, έπειτα δε εις την Λακεδαίμονα προσκληθείς υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι του υπεσχέθησαν ασφάλειαν ζωής· διότι τους εφοβείτο διά την ανάμιξίν του εις τα Μαντινιακά πράγματα. Συνέπεσε λοιπόν εις την εκκλησίαν των Λακεδαιμονίων να αποτείνουν τας αυτάς παρακλήσεις και οι Κορίνθιοι και οι Συρακούσιοι και ο Αλκιβιάδης προς τους Λακεδαιμονίους, διά να τους πείσουν να πολεμήσουν. Ενώ δε οι έφοροι εσκέπτοντο να στείλουν πρέσβεις εις τας Συρακούσας, διά να εμποδίσουν τον μετά των Αθηναίων συμβιβασμόν χωρίς όμως να έχουν σκοπόν να στείλουν βοηθείας, σηκωθείς ο Αλκιβιάδης παρώξυνε τους Λακεδαιμονίους και παρώρμησεν αυτούς λέγων ταύτα:

89. «Είναι απαραίτητον να ομιλήσω προς σας πρώτον περί της εναντίον μου συκοφαντίας, ίνα μη η κατ' εμού δυσπιστία σάς αναγκάση να ακροασθήτε μετ' ολιγωτέρας προσοχής όσα θα σας ειπώ περί των συμφερόντων της πόλεως σας. Παραιτηθέντων των προγόνων μου από τον δεσμόν της προξενίας, τον οποίον είχαν με σας εξ αιτίας δυσαρεσκείας τινός, εγώ προσεπάθησα να επαναλάβω αυτήν με το να σας εξυπηρετήσω εις πολλάς περιστάσεις και ιδίως εις την συμφοράν την δυστυχή υπόθεσιν της Πύλου. Ενώ δε εγώ ήμην διά σας πλήρης ζήλου, σεις συνδιηλλάγητε μετά των Αθηναίων· και μετά των εχθρών μου διαπραγματευθέντες, εις αυτούς μεν προσήψατε τιμήν, εις εμέ δε ατιμίαν. Τούτου ένεκα δικαίως εβλάπτεσθε υπ' εμού, ο οποίος έστρεψα προς το μέρος των Μαντινέων και των Αργείων και αντέπραττα προς σάς εις πολλάς άλλας περιστάσεις. Εάν τις τότε ωργίσθη αδίκως εναντίον εμού, ότε έπασχεν, ας μεταβάλη γνώμην σκεπτόμενος συμφώνως με την αλήθειαν· ή εάν τις εσχημάτισε κακήν ιδέαν περί εμού διά την προσήλωσίν μου μάλλον εις την δημοκρατίαν, ας μη νομίση ορθήν την ιδέαν του ως προς τούτο. Εγώ και οι πρόγονοι μου πάντοτε υπήρξαμεν εχθροί των τυράννων, και επειδή παν ό,τι ανθίσταται εις τους δυναστεύοντας καλείται λαός, διά τούτο ένεκα της έχθρας εκείνης παρέμεινεν εις ημάς η προστασία του πλήθους. ’λλως, επειδή η πόλις ημών κυβερνάται δημοκρατικώς, ανάγκη να ακολουθή τις εις πολλάς περιστάσεις το επικρατούν σύστημα· και μολαταύτα επροσπαθούμεν εις την πολιτικήν μας να φαινώμεθα μετριώτεροι παρ' όσον απήτει η επικρατούσα ακολασία. ’λλοι ήσαν οι δημαγωγοί, οι οποίοι και κατά την εποχήν των προγόνων ημών και σήμερον έσπρωχναν τον όχλον προς τα πονηρά, και οι οποίοι εξώρισαν και εμέ. Ημείς δε οσάκις ευρέθημεν εις την κυβέρνησιν της όλης πόλεως ενομίσαμεν δίκαιον ότι έπρεπε να διατηρηθή το πολίτευμα εκείνο, το οποίον παρελάβομεν και το οποίον είχε καταστήσει την πόλιν μας τόσον ισχυράν και τόσον ελευθέραν. Εν τούτοις όσοι εξ ημών είχον ολίγην φρόνησιν ήξευραν τι είναι δημοκρατία· εγώ προ πάντων την εγνώριζα πλειότερον παντός άλλου, διότι πολλάς αφορμάς παραπόνων είχα κατ' αυτής. Αλλά περί ομολογουμένου παραλογισμού ουδέν νέον έχω να προσθέσω. Εν τούτοις δεν μας εφαίνετο ακίνδυνος η κατάργησις αυτής ενόσω πλησίον ημών είχαμεν σας πολεμίους.

90. Και ταύτα μεν ήσαν τα αίτια των εναντίον εμού διαβολών τώρα δε, εάν ηξεύρω τι περισσότερον, θα σας οδηγήσω τι πρέπει να αποφασίσετε. Εις Σικελίαν μετέβημεν, πρώτον μεν διά να υποτάξωμεν, ει δυνατόν, τους Σικελιώτας, κατόπιν δ' εκείνων τους Ιταλιώτας, έπειτα διά να κάμωμεν απόπειραν κατά των επαρχιών της Καρχηδόνος και κατ' αυτής της ιδίας. Εάν τα σχέδια ταύτα επετύγχανον, ή όλα ή και μόνον τα περισσότερα, είχαμεν σκοπόν αμέσως να επιτεθώμεν κατά της Πελοποννήσου, μεταφέροντες όλας τας εκεί σχηματισθησομένας εξ Ελλήνων δυνάμεις, και μισθούντες πολλούς βαρβάρους, είτε Ίβηρας είτε άλλους εκ των εκεί γνωστών την σήμερον ως μαχιμωτάτων βαρβάρων. Προς τας υπαρχούσας τριήρεις ναυπηγούντες και άλλας πολλάς (διότι η Ιταλία έχει άφθονα ξύλα) θα επολιορκούμεν πέριξ δι' αυτών την Πελοπόννησον, και συγχρόνως δι' εφόδων, αι οποίαι θα εγίνοντο με το πεζικόν διά ξηράς, θα είχαμεν ελπίδα να καθυποτάξωμεν αυτήν ευκόλως, είτε κυριεύοντες τας πόλεις διά της βίας είτε περιτειχίζοντες αυτάς, και ακολούθως να κυριαρχήσωμεν όλης της Ελλάδος. Ως προς τα χρήματα δε και τα τρόφιμα, όσα ήσαν αναγκαία διά να διεξαχθή ευκολώτερον καθένα των σχεδίων μας, αυτοί οι κατακτηθέντες τόποι θα εξήρκουν εις τας ανάγκας μας, άνευ των εκ της Ελλάδος προσόδων.

91. » Ταύτα μεν είχαμεν κατά νουν αποστέλλοντες εσχάτως τον στόλον εκεί, και πεισθήτε εις εμέ, ο οποίος είμαι εις θέσιν να γνωρίζω τούτο καλύτερα από κάθε άλλον· οι μένοντες δε στρατηγοί θα εκτελέσουν, εάν δυνηθούν, τα σχέδια ταύτα. Μάθετε τώρα ότι, εάν δεν στείλετε βοηθείας, η Σικελία δεν σώζεται. Οι Σικελιώται, μολονότι απειρότεροι, ενούμενοι όμως δύνανται και σήμερον ακόμη να υπερισχύσουν. Μόνοι όμως οι Συρακούσιοι, ηττημένοι ήδη και περιοριζόμενοι συγχρόνως υπό των πλοίων, δεν θα δυνηθούν να ανθέξουν κατά των δυνάμεων, τας οποίας οι Αθηναίοι έχουν συναθροίσει κατ' αυτήν την στιγμήν εκεί. Εάν δε κυριευθή η πόλις αύτη, εντός ολίγου κυριεύεται όλη η Σικελία και μετ' αυτήν η Ιταλία· εις την περίπτωσιν αυτήν ο κίνδυνος, τον οποίον σας προείπα, δεν θ' αργήση να επιπέση εναντίον σας. Ώστε μη νομίση τις ότι βουλεύεται μόνον περί της Σικελίας, αλλά και περί της Πελοποννήσου αυτής, η οποία θέλει διατρέξει τον έσχατον κίνδυνον, εάν δεν πράξετε ταύτα γρήγορα· να πέμψετε εκεί μετά στόλου στρατιώτας, οι οποίοι, αφού χρησιμεύσουν ως κωπηλάται, να πολεμήσουν κατόπιν ως οπλίται· εκείνο δε, το οποίον νομίζω ως ωφελιμώτερον και αυτού του στρατού, τον οποίον παραινώ, είναι να στείλετε άρχοντα Σπαρτιάτην, ο οποίος και την εν Σικελία υπάρχουσαν πρόχειρον δύναμιν να υποβάλη εις πειθαρχίαν, και τους μη θέλοντας να οπλισθούν να αναγκάση προς τούτο· τοιουτοτρόπως και οι υπάρχοντες φίλοι σας θα λάβουν πλειότερον θάρρος, και οι διστάζοντες θα προσέλθουν μάλλον αφόβως. Πρέπει επίσης να κινήσετε φοβερώτερον τον εδώ πόλεμον, ίνα οι Συρακούσιοι, βλέποντες ότι φροντίζετε περί αυτών αντέχουν ακόμη πλειότερον, και οι Αθηναίοι στέλλουν ολιγώτερον ευκόλως βοηθείας εις τον στρατόν των. Πρέπει επίσης να περιτειχίσετε την εν τη Αττική Δεκέλειαν, το οποίον προ παντός άλλου φοβούνται οι Αθηναίοι και νομίζουν ότι εκ των εν τω πολεμώ δεινών αυτό είναι το μόνον, το οποίον δεν εδοκίμασαν ακόμη. Το καλλίτερον μέσον να βλάπτη τις τους εχθρούς του είναι να μανθάνη το κύριον αίτιον του φόβου των, και, αφού το μάθη ακριβώς, να το μεταχειρίζεται ως όπλον εναντίον των· διότι καθείς είναι κάλλιστος κριτής των κινδύνων πού τον απειλούν. Όσας δε ωφελείας θα έχετε από την κατοχήν ταύτην και όσας ζημίας θα υποστώσιν οι εχθροί σας, παραλείπων πολλάς κεφαλαιωδώς θα σας απαριθμήσω. Όλα τα πλούτη της Αττικής θέλουν περιέλθει εις την εξουσίαν σας, τα μεν κτήματα λαμβανόμενα, οι δε φυλάσσοντες προσερχόμενοι αυθορμήτως, και οι Αθηναίοι θα χάσουν επίσης τας προσόδους των μεταλλείων του Λαυρείου, και παν ό,τι εισπράττουν σήμερον είτε εκ των γαιών των είτε εκ των δικαστηρίων· θα πάθουν προ πάντων ως εκ της ελαττώσεως της προσόδου της διηνεκώς παρεχομένης υπό των συμμάχων, οι οποίοι με την ιδέαν ότι ο πόλεμος πλέον ενεργείται από σας δραστηρίως θα αμελήσουν εις την καταβολήν των φόρων.

92. »Η δε εν μέρει τουλάχιστον επιτυχία του σχεδίου τούτου από σας εξαρτάται, ω Λακεδαιμόνιοι, εάν φανήτε ταχείς και κάπως πρόθυμοι· διότι έχω πλήρη πεποίθησιν περί του δυνατού της εκτελέσεώς του και δεν φρονώ ότι απατώμαι. Μη συλλάβετε περί εμού κακήν ιδέαν, εάν, φημιζόμενος άλλοτε ως καλός πατριώτης, επέρχομαι σήμερον εναντίον της πατρίδος μου μετά σφοδρότητος, ενούμενος μετά των πολεμιωτάτων αυτής εχθρών, και μη νομίσετε ότι αυτά τα οποία λέγω προέρχονται εκ της προθυμίας κάθε φυγάδος· διότι είμαι μεν φυγάς από την πονηρίαν των εκδιωξάντων με, δεν αποφεύγω όμως και την περίστασιν να σας ωφελήσω εάν θελήσετε να με ακούσετε. Πολεμιώτεροι εχθροί μου δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι έβλαψάν που τους αντιπάλους των, όπως σεις δηλαδή, αλλά μάλλον οι αναγκάσαντες τους φίλους να γίνουν εχθροί. Αγαπώ ως πατρίδα μου ουχί τον τόπον όπου ηδικήθην, αλλά τον τόπον όπου ως πολίτης έζησα εν ασφαλεία· ουδέ νομίζω ότι εκστρατεύω κατά της πατρίδος, την οποίαν έχω ακόμη, αλλά μάλλον ενεργώ, διά να ανακτήσω την μη υπάρχουσαν. Ο αληθής πατριώτης δεν είναι εκείνος, όστις, αφού απώλεσε την πατρίδα του αδίκως, δεν επέρχεται κατ' αυτής, αλλ' εκείνος, όστις αγαπών αυτήν προσπαθεί να την ανακτήση διά παντός μέσου. Δι' όλους τούτους τους λόγους, ω Λακεδαιμόνιοι, σας παρακαλώ να με μεταχειρισθήτε αφόβως εις πάντα κίνδυνον και εις πάσαν ταλαιπωρίαν, ενθυμούμενοι το κοινώς θρυλούμενον λόγιον ότι, εάν ως εχθρός σας έβλαψα πολύ, δύναμαι ως φίλος να σας ωφελήσω πολύ περισσότερον, τοσούτω μάλλον, όσω τας μεν υποθέσεις των Αθηναίων γνωρίζω καλώς, περί δε των ιδικών σας έχω σχηματίσει ακριβή ως έγγιστα ιδέαν. Σήμερον σεις, έχοντες υπ' όψει ότι σκέπτεσθε περί μεγίστων συμφερόντων, μη διστάσετε να εκστρατεύσετε κατά της Σικελίας και της Αττικής· διά του μέσου τούτου πέμποντες εις την Σικελίαν μικρόν μέρος της δυνάμεώς σας θα διασώσετε μεγάλα συμφέροντα, θα καταβάλετε την παρούσαν και την μέλλουσαν δύναμιν των Αθηναίων, θα ζήσετε μετά ταύτα ασφαλώς και θα άρξετε όλης της Ελλάδος, η οποία θα υποταγή εκουσίως, ουχί διά της βίας, αλλ' ένεκα ευγνωμοσύνης».

93. Ο μεν Αλκιβιάδης ταύτα είπεν, οι δε Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι εξ αρχής είχον μεν διανοηθή και αυτοί να εκστρατεύσουν κατά των Αθηνών, αλλ' ανέβαλλαν ακόμη και εδίσταζαν, ενεθαρρύνθησαν τότε ακούσαντες τας δοθείσας λεπτομερείς διασαφήσεις υπό του Αλκιβιάδου, τον οποίον εθεώρουν ως άνθρωπον ακριβείς πληροφορίας έχοντα περί όλων· αμέσως λοιπόν ενησχολήθησαν να τειχίσουν την Δεκέλειαν και να στείλουν προς το παρόν βοηθείας τινάς εις τους εν τη Σικελία. Καταστήσαντες αρχηγόν των Συρακουσίων τον Γύλιππον τον Κλεανδρίδου τον διέταξαν να συνεννοηθή με τούτους και με τους Κορινθίους, ίνα, αναλόγως των μέσων, τα οποία ηδύναντο να παράσχουν, στείλουν τάχιστα βοηθείας τινάς εις την Σικελίαν. Ο δε Γύλιππος εζήτησε να του στείλουν εις Ασίνην οι Κορίνθιοι δύο ναυς προς το παρόν και να προετοιμάσουν όλας τας άλλας όσας διενοούντο να στείλουν, διά να είναι έτοιμοι προς απόπλουν άμα έλθη ο καιρός. Ταύτα συμφωνήσαντες οι πρέσβεις ανεχώρησαν εκ της Λακεδαίμονος. Εν τω αναμεταξύ έφθασεν εκ της Σικελίας η τριήρης των Αθηναίων, την οποίαν είχαν στείλει οι στρατηγοί, διά να ζητήση χρήματα και ιππείς. Ακούσαντες δε οι Αθηναίοι την αίτησιν να στείλουν τροφάς και ιππείς εις τον στρατόν των ενέκριναν ταύτην. Και τοιουτοτρόπως έληξεν ο χειμών και το δέκατον έβδομον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

94. Κατά δε το επόμενον θέρος εις την αρχήν της ανοίξεως οι εν τη Σικελία Αθηναίοι αναχωρήσαντες από την Κατάνην παρέπλευσαν μέχρι των εν τη Σικελία Μεγάρων, τους κατοίκους, των οποίων επί του τυράννου Γέλωνος, ως είπον ανωτέρω, έδιωξαν οι Συρακούσιοι και κατέλαβαν την χώραν αυτοί. Αποβιβασθέντες οι Αθηναίοι ελεηλάτησαν τους αγρούς, και ελθόντες πλησίον φρουρίου τινός των Συρακουσίων, αλλά μη δυνηθέντες να το κυριεύσουν ανεχώρησαν μετά του πεζού στρατού και των πλοίων και επλησίασαν εις τον Τηρίαν ποταμόν· προχωρήσαντες δε εις τα εσωτερικά της χώρας ελεηλάτησαν την πεδιάδα και έκαυσαν τον σίτον. Συναντήσαντες ολίγους Συρακουσίους εφόνευσαν μερικούς και στήσαντες τρόπαιον επέστρεψαν εις τα πλοία. Διαβάντες δε από την Κατάνην και λαβόντες εκείθεν τροφάς επροχώρησαν μεθ' όλου του στρατού εις Κεντόριπα, πόλιν των Σικελών, εγένοντο κύριοι αυτής διά συνθήκης και ανεχώρησαν καύσαντες συγχρόνως τον σίτον των Ινησσαίων και των Υβλαίων. Και φθάσαντες εις την Κατάνην ευρήκαν διακοσίους πεντήκοντα ιππείς ελθόντας εκ των Αθηνών μετά της αποσκευής των αλλ' άνευ ίππων επί τη ιδέα ότι ήθελαν εύρει τοιούτους εν τω τόπω. Ευρήκαν επίσης τριάκοντα ιπποτοξότας και τριακόσια τάλαντα εις άργυρον.

95. Κατά το αυτό δε έαρ οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν εναντίον του ’ργους και επροχώρησαν μέχρι των Κλεωνών· αλλ' επειδή συνέβη σεισμός απεχώρησαν. Μετά ταύτα οι Αργείοι, εισβαλόντες εις την Θυρεάτιν, η οποία ήτο γειτονική των, ήρπασαν από τους Λακεδαιμονίους πολλά λάφυρα, τα οποία επώλησαν αντί εικοσιπέντε περίπου ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα, κατά το αυτό θέρος, ο λαός των Θεσπιέων επιτεθείς εναντίον των αρχόντων δεν ηδυνήθη να υπερισχύση· ότε όμως τους εβοήθησαν οι Θηβαίοι, τινές μεν εκ των αρχόντων συνελήφθησαν, τινές δε κατέφυγαν εις τας Αθήνας.

96. Κατά το αυτό θέρος και οι Συρακούσιοι, μαθόντες ότι ήλθαν ιππείς εις τους Αθηναίους και ότι ούτοι έμελλον μετ' ολίγον να βαδίσουν εναντίον των, ενόμισαν ότι, εάν οι Αθηναίοι δεν κατελάμβαναν τας Επιπολάς, μέρος απόκρημνον και κείμενον κατ' ευθείαν άνωθεν της πόλεως, οι Συρακούσιοι, και εν περιπτώσει ακόμη ήττης, δεν θα ήτο εύκολον να περικυκλωθούν διά τείχους· διενοήθησαν λοιπόν να φυλάξουν τα πέριξ, διά να μη δυνηθούν οι εχθροί να αναβούν κρυφίως, διότι ήτο αδύνατον να φθάσουν εκεί δι' άλλου μέρους. Τωόντι εξ όλων των άλλων μερών υπάρχουν λόφοι επικλινείς· μέχρι της πόλεως, εις τρόπον ώστε εντεύθεν βλέπει τις όλην την έκτασίν των. Οι Συρακούσιοι ωνόμασαν το μέρος τούτο Επιπολάς, διότι κείται υπεράνω της λοιπής χώρας. Εξήλθον λοιπόν πανστρατιά μόλις εξημέρωσε, διά να μεταβούν εις την πεδιάδα την παρά τον ’ναπον ποταμόν, διότι ο Ερμοκράτης και οι άλλοι, στρατηγοί οι προ ολίγου παραλαβόντες την αρχήν ήσαν ήδη μετ αυτών, και επιθεωρήσαντες τους οπλίτας εξέλεξαν κατ' αρχάς εξακοσίους άνδρας διαλεκτούς, τους οποίους ωδήγει ο εξ ’νδρου φυγάς Διόμιλος και τους διέταξαν να φυλάττουν τας Επιπολάς και συσσωματωθέντες να βαδίζουν ταχέως όπου θα ήτο ανάγκη.

97. Κατά δε την νύκτα, η οποία προηγήθη της ημέρας πού έγινεν η επιθεώρησις αυτή, οι Αθηναίοι ανεχώρησαν μεθ' όλου του στρατού από την Κατάνην και προσήγγισαν εις μέρος τι καλούμενον Λέοντα και έξ ή επτά σταδίους απέχον των Επιπολών. Αποβιβάσαντες εκεί τους πεζούς επροχώρησαν και προσωρμίσθησαν εις την Θάψον, η οποία είναι χερσόνησος, κείται επί ισθμού στενού, προχωρεί εις την θάλασσαν και ολίγον απέχει των Συρακουσών, είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Και ο μεν ναυτικός στρατός των Αθηναίων ο εν τη Θάψω, διασταυρώσας τον ισθμόν, έμενεν ησυχάζων· ο δε πεζός ευθύς επροχώρησε τροχάδην προς τας Επιπολάς, όπου επρόφθασε να αναβή διά του Ευρυήλου πριν τον ίδουν οι Συρακούσιοι εκ του λειμώνος, όπου ενησχολούντο επιθεωρούντες τον στρατόν. Ούτοι προσέδραμαν μετά πάσης σπουδής, προηγουμένων των περί τον Διόμιλον εξακοσίων· αλλ' από του λειμώνος μέχρι του εχθρού είχαν να διατρέξουν διάστημα όχι ολιγώτερον των εικοσιπέντε σταδίων· διά τούτο οι Συρακούσιοι επιτεθέντες ατακτότερα ενικήθησαν εις τας Επιπολάς και απεχώρησαν εις την πόλιν. Ο Διόμιλος και τριακόσιοι περίπου άνδρες έπεσαν εις την μάχην ταύτην. Μετά τούτο οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον και απέδοσαν τους νεκρούς εις τους Συρακουσίους διά συνθήκης· κατά δε την επομένην ημέραν κατέβησαν μέχρι των τειχών της πόλεως. Και επειδή ουδείς εξήρχετο εναντίον αυτών, απεχώρησαν και έκτισαν εις Λάβδαλον, επί της κορυφής των κρημνών των Επιπολών, φρούριον βλέπον προς τα Μέγαρα, το οποίον έμελλε να χρησιμεύση ως αποθήκη διά το υλικόν του πολέμου και διά τα χρήματα οσάκις επλησίαζαν εις τας Συρακούσας, είτε διά να πολεμήσουν είτε διά να εγείρουν φρούρια κατ' αυτών.

98. Και μετ' ολίγον ήλθαν προς αυτούς τριακόσιοι ιππείς εκ της Εγέστης και εκατόν περίπου εκ των Σικελών, εκ των Ναξίων και εξ άλλων πόλεων. Οι εκ των Αθηνών ελθόντες διακόσιοι πεντήκοντα ιππείς επρομηθεύθησαν ίππους, άλλους παρά των Εγεσταίων, άλλους παρά των Καταναίων, και άλλους ηγόρασαν και τοιουτοτρόπως συνηθροίσθησαν το όλον εξακόσιοι πεντήκοντα ιππείς. Αφού δε έθεσαν φρουράν εις το Λάβδαλον, επροχώρησαν οι Αθηναίοι προς την Συκήν, εστρατοπέδευσαν εκεί, και πολύ βιαστικά ωχύρωσαν αυτήν διά κυκλοτερούς τείχους. Οι Συρακούσιοι μεγάλως εξεπλάγησαν διά την ταχύτητα της οικοδομής εκείνης, και ελθόντες εναντίον αυτών είχαν κατά νουν να επιχειρήσουν μάχην, διά να την διακόψουν. Ενώ δε τα στρατεύματα αντιπαρετάσσοντο προς άλληλα, οι στρατηγοί των Συρακουσίων, βλέποντες τον στρατόν των διεσκορπισμένον και μη δυνάμενον ευκόλως να τεθή εις τάξιν, τον επανέφεραν εις την πόλιν, εκτός μικρού μέρους ιππέων, οίτινες αντέστησαν και ημπόδισαν τους Αθηναίους να συνάξουν λίθους και να διασκορπισθούν μακράν. Μία φυλή Αθηναίων οπλιτών, υποστηριζομένη παρ' όλου του ιππικού, προσέβαλε και έτρεψεν εις φυγήν τους Συρακουσίους ιππείς, εφόνευσέ τινας εξ αυτών και έστησε τρόπαιον προς ανάμνησιν της ιππομαχίας ταύτης.

99. Και την άλλην ημέραν άλλοι μεν των Αθηναίων ετείχιζαν το προς βορράν του κυκλοτερούς τείχους της Συκής μέρος, άλλοι δε εμάζευαν λίθους και ξύλα και τα απέθεταν εις το μέρος το καλούμενον Τρώγιλον, προχωρούντες πάντοτε εκεί όπου ολίγον μόνον διάστημα τοις έμενε να τειχίσωσιν, από του μεγάλου λιμένος μέχρι της άλλης θαλάσσης. Οι δε Συρακούσιοι, κατά συμβουλήν των στρατηγών και ιδίως του Ερμοκράτους, δεν ηθέλησαν πλέον να διακινδυνεύσουν εναντίον των Αθηναίων γενικάς μάχας· ενόμισαν δε προτιμότερον να εγείρουν αντιτείχισμα κάτωθεν του μέρους, όπου οι Αθηναίοι έμελλαν να διευθύνουν το ιδικόν των. Και, εάν μεν το σχέδιον τούτο επετύγχανεν, ο αποκλεισμός ήτο βέβαιος· εάν δε, διαρκούσης της εργασίας, ο εχθρός ήρχετο να τους προσβάλη, εσκόπευον να αντιτάξουν κατ' αυτού μέρος τι του στρατού των και να τον προλάβουν καταλαμβάνοντες τα πέριξ και περιχαρακούμενοι· διά του τρόπου τούτου ο εχθρός θα έπρεπε να παύση τας εργασίας του, διά να βαδίση πανστρατιά κατ' αυτών. Εξήλθον λοιπόν και ύψωναν τείχος, αρχίσαντες από της πόλεώς των, κάτωθεν του κύκλου των Αθηναίων και άγοντες αυτό εγκαρσίως· κόψαντες δε τας ελαίας του τεμένους ύψωσαν ξύλινους πύργους. Τα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν φθάσει ακόμη εις τον μέγαν λιμένα παραπλέοντα την Θαψον· οι Συρακούσιοι ήσαν πάντοτε κύριοι της περί αυτούς θαλάσσης, και οι Αθηναίοι έφεραν τας τροφάς εκ της Θάψου διά ξηράς.

100. Ότε δε ενόμισαν οι Συρακούσιοι ότι αρκούντως επροχώρησε το χαράκωμα και η οικοδομή του υποτειχίσματος, χωρίς να ενοχληθούν υπό των Αθηναίων, οι οποίοι εφοβούντο μήπως διαιρούμενοι θα έμεναν ευκολώτερα εκτεθειμένοι εις τας προσβολάς του εχθρού και οι οποίοι άλλως έσπευδαν να τελειώσουν την ιδικήν των περιτείχισιν, άφησαν μίαν φυλήν, διά να φυλάττη το οικοδόμημα, και επέστρεψαν εις την πόλιν των. Οι δε Αθηναίοι κατέστρεψαν τους υπογείους οχετούς, οι οποίοι έφερναν το ύδωρ εις την πόλιν· και παρατηρήσαντες ότι οι Συρακούσιοι απεσύροντο εις τας σκηνάς των κατά την μεσημβρίαν, ότι πολλοί μάλιστα απήρχοντο εις την πόλιν και ότι οι εις τα χαρακώματα μένοντες εφύλατταν αυτά αμελώς, έστειλαν τριακοσίους εκλεκτούς καί τινας διαλεκτούς και καλώς ωπλισμένους ψιλούς διατάξαντες αυτούς να τρέξουν αιφνιδίως προς το υποτείχισμα. Η επίλοιπος στρατιά διηρέθη εις δύο σώματα· και το μεν πρώτον, υπό τας διαταγάς του ενός εκ των δύο στρατηγών, επροχώρησε προς την πόλιν, διά να εμποδίση την έξοδον των πολιορκουμένων· το δε άλλο, μετά του ετέρου στρατηγού, μετέβη εις το παρά την πυλίδα διασταύρωμα, κατά του οποίου επιτεθέντες οι τριακόσιοι το εκυρίευσαν, διότι το εγκατέλειψαν οι φύλακες και κατέφυγαν εις το περί τον Τεμενίτην περιτείχισμα. Οι διώκοντες επέπεσαν εναντίον αυτών· αλλά μόλις έφθασαν εντός απεκρούσθησαν ισχυρώς. Ολίγοι Αργείοι καί τινες Αθηναίοι έπεσαν εκεί. Και αναχωρήσας πάλιν όλος ο στρατός κατηδάφισε την υποτείχισιν, ανέσπασε το διασταύρωμα, μετέφερε τους πασσάλους εις το στρατόπεδον και έστησε τρόπαιον.