Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Part 11

Chapter 11 18 words Public domain Markdown

70. Αφού δε συνεκροτήθη μάχη, αμφότερα τα μέρη αντείχον επί πολύ, ότε επήλθον βρονταί τίνες συνοδευόμεναι υπό αστραπών και βροχής πολλής, το οποίον συνετέλεσε πολύ εις το να εκφοβήση τους πρώτον ήδη μαχομένους και πολύ ολίγον εξοικιωμένους προς τον πόλεμον, ενώ οι μάλλον έμπειροι εθεώρουν μεν τα γινόμενα ως φυσικά διά την περί τα τέλη της ώραν του έτους, εξεπλήττοντο δε έτι μάλλον διά την παρατεινομένην αντίστασιν των πολεμίων. Ότε δε απώθησαν κατ' αρχάς οι Αργείοι το ευώνυμον κέρας των Συρακουσίων, και οι Αθηναίοι έπειτα το απέναντι αυτών, το επίλοιπον στράτευμα των Συρακουσίων διερράγη και ετράπη εις φυγήν. Οι Αθηναίοι δε κατεδίωξαν αυτούς επί πολύ, διότι ημποδίζοντο υπό των Συρακουσίων ιππέων, οίτινες πολλοί όντες και αήττητοι ώρμων κατά των Αθηναίων οπλιτών, ανέστελλον δε αυτούς οσάκις τους έβλεπον προχωρούντας εις την καταδίωξιν. Αφού δε όλοι ομού ηκολούθησαν τον εχθρόν όσον το δυνατόν ασφαλέστερον, απεχώρησαν και έστησαν τρόπαιον. Οι δε Συρακούσιοι συναθροισθέντες εις την Ελωρινήν οδόν και συνταχθέντες όσον ηδυνήθησαν καλλίτερον έπεμψαν έν απόσπασμα εις το Ολυμπιείον, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι διασπάσουν τα ευρισκόμενα εκεί χρήματα. Ο επίλοιπος στρατός επέστρεψεν εις την πόλιν.

71. Οι δε Αθηναίοι εις μεν το ιερόν δεν ήλθον, συναθροίσαντες δε τους νεκρούς των και θέσαντες αυτούς επί πυράς διενυκτέρευσαν αυτόσε· την επιούσαν δε απέδοσαν διά συνθήκης εις τους Συρακουσίους τους νεκρούς (των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις διακοσίους πεντήκοντα, συμπεριλαμβανομένων και των συμμάχων), συνέλεξαν τα οστά των ιδικών των, των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις πεντήκοντα περίπου Αθηναίους και συμμάχους), και σκυλεύσαντες τους πολεμίους απέπλευσαν εις την Κατάνην. Επειδή δε ήτο χειμών, δεν τοις εφαίνετο δυνατόν να πολεμούν εκ του μέρους εκείνου πριν ζητήσουν να έλθουν εκ των Αθηνών ιππείς και προμηθευθούν τοιούτους εκ των συμμάχων της Σικελίας, διά να μη συγκρατούνται εντελώς υπό του εχθρικού ιππικού. Ήθελον επίσης να συνάξουν χρήματα εκ της Σικελίας, να φέρουν άλλα εξ Αθηνών και να προσελκύσουν πόλεις τινάς, τας οποίας ήλπιζαν ότι θα εύρισκον μάλλον διατεθειμένας προς υπακοήν μετά την μάχην· τέλος να προμηθευθούν τρόφιμα και παν άλλο αναγκαίον υλικόν, διά να επιχειρήσουν κατά την άνοιξιν την προσβολήν των Συρακουσών.

72. Και οι μεν Αθηναίοι επί τω σκοπώ τούτω επέστρεψαν εις την Νάξον και την Κατάνην, διά να διέλθουν τον χειμώνα· οι δε Συρακούσιοι, θάψαντες τους νεκρούς των, συνεκάλεσαν εκκλησίαν. Και προελθών εις το μέσον Ερμοκράτης ο Έρμωνος, ανήρ ουδενός υποδεέστερος ως προς την σύνεσιν, πλείστην δε πολεμικήν εμπειρίαν έχων και επιφανής διά την ανδρείαν, ενεθάρρυνε και δεν άφηνε να καταβληθή το πνεύμά των υπό της πρώτης εκείνης αποτυχίας, λέγων ότι δεν ενικήθη το θάρρος των, ότι το κακόν προήρχετο εκ της αταξίας, ότι μολοντούτο δεν εδείχθησαν κατώτεροι του εχθρού παρ' όσον επερίμενέ τις πολεμήσαντες εναντίον των μάλλον εμπειροπολέμων μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί ούτως ειπείν οι δόκιμοι και μαθητευόμενοι, εναντίον εχθρών πρώτων τεχνιτών ως προς τα πολεμικά έργα· ότι εκείνο, το οποίον τους έβλαψε προ πάντων, ήτο το πλήθος των στρατηγών και η πολυαρχία (διότι ήσαν μεταξύ αυτών δεκαπέντε στρατηγοί), η αταξία και η αναρχία του πλήθους. Αλλά, εάν περιώριζον τον αριθμόν των στρατηγών εις ολίγους εμπείρους, εάν κατά τον χειμώνα εκείνον παρεσκεύαζον οπλίτας, δίδοντες όπλα εις τους μη έχοντας, ίνα σχηματίσουν σώμα όσον το δυνατόν μάλλον πολυάριθμον, και ηνάγκαζαν αυτούς εις στρατιωτικά γυμνάσια, ήτο σχεδόν βέβαιον, έλεγαν, ότι θα υπερίσχυαν των εναντίων, διότι έχοντες ήδη την ανδρείαν θα προσέθετον και την πειθαρχίαν, προτερήματα τα οποία συναυξάνουν αμφότερα· η μεν πειθαρχία γυμναζομένη εν μέσω των κινδύνων, η δε ανδρεία αφ' εαυτής και ενθαρρυνομένη υπό της ασφαλείας, την οποίαν παρέχει η επιστήμη. Δεν έπρεπε να εκλέξουν ειμή ολίγους στρατηγούς έχοντας πάσαν πληρεξουσιότητα και να υποχρεωθούν προς αυτούς μεθ' όρκου ότι θα τους άφηναν να τους διοικούν όπως ήθελαν· τοιουτοτρόπως δε παν ό,τι έπρεπε να μείνη κρυπτόν θα έμενε κρυπτόν, και τα πάντα θα παρεσκευάζοντο μετά τάξεως και προθυμίας.

73. Οι δε Συρακούσιοι, ακούσαντες όσα είπεν αυτός, έδοσαν την ψήφον των εις όσα μέτρα επρότεινε και εξέλεξαν ως στρατηγούς τον Ερμοκράτην, τον Λυσιμάχου Ηρακλείδην και τον Εξηκέστου Σικανόν, το όλον τρεις· έπεμψαν δε πρέσβεις εις την Κόρινθον και εις την Λακεδαίμονα, διά να ζητήσουν βοηθείας και διά να υποχρεώσουν τους Λακεδαιμονίους και κάμουν αναφανδόν πόλεμον ενεργητικώτερον κατά των Αθηναίων, ίνα ή από της Σικελίας αναγκάσουν αυτούς να αναχωρήσουν ή τουλάχιστον παρεμποδίσουν τας βοηθείας, αι οποίαι θα εστέλλοντο εις αυτούς.

74. Το δε εν τη Κατάνη στράτευμα των Αθηναίων έπλευσεν αμέσως διά την Μεσσήνην επί τη ελπίδι ότι η πόλις ήθελε κυριευθή διά προδοσίας. Αλλ' αι ραδιουργίαι, τας οποίας ενήργουν εκεί αι Αθηναίοι, δεν επέτυχον· διότι ο Αλκιβιάδης, όταν αφήκε την Σικελίαν καθαιρεθείς της αρχής και ανακληθείς εις την πατρίδα του, γνωρίζων ότι έμελλε να εξορισθή, ανήγγειλεν εις τους εν Μεσσήνη φίλους των Συρακουσίων τα τεκταινόμενα· ούτοι δε και τους συνωμότας εφόνευσαν πριν έλθη ο εχθρικός στρατός, και μετά την έλευσίν του εστασίασαν και λαβόντες τα όπλα υπερίσχυσαν οι μη θέλοντες να δεχθούν τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι, διαμείναντες δεκατρείς σχεδόν ημέρας, πασχόντες εκ του χειμώνος, στερούμενοι τροφών και ουδέν μέσον επιτυχίας βλέποντες, επέστρεψαν εις την Νάξον και περιχαρακώσαντες το στρατόπεδον διεχείμαζον αυτού. Απέστειλαν επίσης τριήρη εις τας Αθήνας ζητούντες να τοις σταλούν μόλις ήρχετο η άνοιξις χρήματα και ιππείς.

75. Οι δε Συρακούσιοι επωφελήθησαν εκ του χειμώνος, διά να ενώσουν τον Τεμενίτην μετά της πόλεως διά τείχους βλέποντος όλον το προς τας Επιπολάς μέρος, και διά να καταστήσουν δυσχερεστέραν την περικύκλωσιν της πόλεως εν περιπτώσει αποτυχίας· ήγειραν επίσης φρούριον εις τα Μέγαρα, και άλλο εις το Ολυμπιείον· περιεσταύρωσαν μάλιστα την παραλίαν πανταχού όπου υπήρχε φόβος αποβάσεως. Επειδή δε ήξευρον ότι οι Αθηναίοι διεχείμαζον εις την Νάξον, εστράτευσαν πανδημεί εναντίον της Κατάνης, ελεηλάτησαν μέρος της χώρας, έκαυσαν τας σκηνάς και το στρατόπεδον των Αθηναίων και επέστρεψαν εις τα ίδια. Πληροφορηθέντες ότι οι Αθηναίοι, κατά την επί Λάχητος γενομένην συμμαχίαν, είχαν πέμψει πρέσβεις εις την Καμάριναν, διά να προσελκύσουν, έπεμψαν και αυτοί πρεσβείαν, εφοβούντο μήπως οι Καμαριναίοι, οι οποίοι και κατά την πρώτην μάχην δεν έπεμψαν προθύμως όσα έπεμψαν, τους εγκαταλείψουν εντελώς, και μήπως, μάρτυρες γενόμενοι της νίκης των Αθηναίων ενωθούν μετ' αυτών παρασυρόμενοι υπό της αρχαίας φιλίας. Αφού λοιπόν ο μεν Ερμοκράτης εκ μέρους των Συρακουσίων, ο δε Εύφημος εκ μέρους των Αθηναίων, ήλθαν εις την Καμαρίναν έκαστος μετά των συμπρέσβεων, οι Καμαριναίοι συνεκρότησαν συμβούλιον, και ο Ερμοκράτης, θέλων να προδιαθέση τα πνεύματα κατά των Αθηναίων, είπε ταύτα:

76. «Ω Καμαριναίοι, ήλθαμεν ενταύθα ως πρέσβεις, όχι διότι εφοβήθημεν μήπως σας πτοήση η παρουσία των Αθηναίων και αι δυνάμεις αυτών, αλλά μάλλον μήπως παρασυρθήτε από τους λόγους των πριν ακούσετε και ημάς. Οι Αθηναίοι ήλθον εις την Σικελίαν υπό την πρόφασιν, την οποίαν εμάθετε, με σκοπόν, δε, τον οποίον πάντες υπονοούμεν· ουδόλως πιστεύω ότι ήλθον, διά να αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους, αλλά μάλλον διά να διώξουν ημάς, διότι δεν είναι λογικόν να ερημώνουν τας εν τη Ελλάδι πόλεις, διά να συνοικίζουν άλλας εις την Σικελίαν, να φροντίζουν τόσον περί των Λεοντίνων, που είναι Χαλκιδείς, ως εάν ήσαν συγγενείς των, και να αφήνουν εις την δουλείαν τους εν Ευβοία Χαλκιδείς, των οποίων οι Λεοντίνοι είναι άποικοι. Με τον αυτόν δε σκοπόν, ο οποίος ενέπνευσεν εις αυτούς τας εκεί κατακτητικάς ιδέας, τους φέρει σήμερον και εδώ. Γενόμενοι με την ελευθέραν συγκατάθεσιν των Ιώνων και όλων των αποίκων των αρχηγοί αυτών υπό την πρόφασιν να τιμωρήσουν τον Μήδον τους υπεδούλωσαν αλληλοδιαδόχως τους μεν ως μη παρασχόντας τους αναγκαίους στρατιώτας, τους δε διότι επολέμουν κατ' αλλήλων, και μεταχειριζόμενοι καθ' ενός εκάστου πρόφασίν τινα ευπρόσωπον τους υπεδούλωσαν όλους. Τούτο αποδεικνύει αρκούντως ότι εν τω κατά του Μήδου πολέμω ούτε οι Αθηναίοι εμάχοντο υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων ούτε αυτοί οι ίδιοι οι Ελληνες υπέρ της ανεξαρτησίας των, αλλ' οι μεν Αθηναίοι, διά να υποδουλωθώσιν οι Ελληνες εις αυτούς και όχι εις τον Μήδον, οι δε διά να μεταπέσουν υπό δεσπότην πονηρότερον και πανουργότερον.

77. »Εν τούτοις δεν ήλθαμεν, διά να αποδείξωμεν την τόσον εύκολα δυναμένην να κατηγορηθή πόλιν των Αθηναίων ενώπιον γνωριζόντων, αλλά μάλλον διά να κατηγορήσωμεν ημάς αυτούς· διότι έχοντες τα παραδείγματα των εκεί Ελλήνων, οι οποίοι υπεδουλώθησαν, διότι δεν εβοήθησαν αλλήλους, και σήμερον ακόμη, με όλα τα σοφίσματα, τα οποία προβάλλουν, διά να μας απατήσουν, ως τας αποκαταστάσεις των Λεοντίνων ως συγγενών των, και τας βοηθείας τας παρεχομένας εις τους Εγεσταίους ως συμμάχους, αρνούμεθα εν τούτοις να συνασπισθώμεν μετά σπουδής και να δείξωμεν εις αυτούς ότι δεν έχουν να κάμουν ούτε με Ίωνας, ούτε με Ελλησποντίους, ούτε με νησιώτας, οι οποίοι αλλάσσοντες πάντοτε δεσπότην, είτε Μήδον είτε άλλον, μένουν πάντοτε δούλοι· αλλά με Δωριείς ελευθέρους, οι οποίοι κατάγονται από την αυτόνομον Πελοπόννησον και κατοικούν την Σικελίαν. Ή περιμένομεν να κυριευθώμεν ιδιαιτέρως καθένας εις την πόλιν του ; όταν ηξεύρωμεν ότι διά μόνου του μέσου τούτου δύνανται να μας υποδουλώσουν, όταν βλέπωμεν τους Αθηναίους ακολουθούντας το σύστημα τούτο της πολιτικής, ώστε τούτους μεν να διαιρούν διά των διαβολών των, τούτους δε να διεγείρουν διά του θελγήτρου της συμμαχίας των, και ζητούντας να μας βλάπτουν όσον δύνανται περισσότερον αποτείνοντες προς έκαστον ελκυστικούς λόγους. Και νομίζομεν ότι, όταν τυχόν καταστραφή ο μακράν διαμένων συμπατριώτης μας, ο κίνδυνος δεν θα εκταθή μέχρις ημών, αλλ' ότι ο πρώτος παθών θα είναι ο μόνος δυστυχής;

78. »Εάν τις στοχάζεται ότι οι Αθηναίοι δεν είναι ιδικοί του αλλά των Συρακουσών εχθροί, και εάν νομίζη ότι είναι πολύ κοπιαστικόν να εκτεθή χάριν της πατρίδος μου, ας ενθυμηθή ότι μέλλει να πολεμήση εις την πατρίδα μου χάριν και της ιδικής του· ότι η θέσις του θα είναι ασφαλεστέρα κατά τούτο, ότι, εφ' όσον πρότερον δεν καταστραφώμεν ημείς (οι Συρακούσιοι), θέλει εύρει εις ημάς στήριγμα και δεν θα υποστή μόνος τον αγώνα· τέλος ότι οι Αθηναίοι δεν θέλουν να τιμωρήσουν την κατ' αυτών έχθραν των Συρακουσίων, αλλά μάλλον να μεταχειρισθούν την πατρίδα μου ως πρόφασιν, διά να εξασφαλίσουν εις εαυτούς την φιλίαν σας. Εάν τις από σας υπό φθόνου ή φόβου (διότι αμφότερα ταύτα επισύρει εναντίον του ο υψούμενος) επιθυμή να πάθουν μεν αι Συράκουσαι διά να σωφρονισθούν, να σωθούν δε χάριν της ιδικής του ασφαλείας, ελπίζει πράγμα υπερβαίνον τα όρια της ανθρωπίνης δυνάμεως, διότι είναι αδύνατον ο ίδιος ενταυτώ να γίνη κύριος κατ' ίσον λόγον και της επιθυμίας του και της τύχης. Και εάν αποτύχη εις ταύτην του την επιθυμίαν, αφού θρηνήση διά τας δυστυχίας του, θα ποθήση ίσως τον καιρόν, κατά τον οποίον εφθονούσε την ευτυχίαν μας· αλλά θα είναι αργά, εάν μας εγκαταλείψη και δεν συμμερισθή τους κοινούς κινδύνους προσηλούμενος εις τους λόγους και όχι εις τα έργα· διότι λόγω μεν θα σώση την ημετέραν δύναμιν, πράγματι δε εαυτόν. Εις σας ανήκει προ πάντων, ω Καμαριναίοι, οι οποίοι είσθε γείτονές μας και διατρέχετε ευθύς κατόπιν από ημάς τον αυτόν κίνδυνον, να προΐδετε πάντα ταύτα και να μη μας βοηθήτε τόσον απροθύμως καθώς μέχρι της σήμερον· σεις μάλλον έπρεπε να έλθετε προς ημάς· και καθώς θα εζητείτε την βοήθειάν μας, εάν οι Αθηναίοι ήρχοντο πρώτον εναντίον της Καμαρίνης, τοιουτοτρόπως έπρεπε να μας βοηθήσετε σήμερον, παροτρύνοντες ημάς να μη ενδώσωμεν. Ούτε όμως σεις ούτε οι άλλοι μέχρι τούδε εδείξατε τοιαύτην διάθεσιν.

79. »Ίσως δε ένεκα υπερμέτρου περισκέψεως θέλετε να δείξετε προς ημάς και προς τους επελθόντας τον σεβασμόν σας προς το δίκαιον, λέγοντες ότι έχετε συμμαχίαν μετά των Αθηναίων. Αλλά την συμμαχίαν ταύτην βεβαίως συνωμολογήσατε, ουχί διά να πολεμήσετε τους φίλους σας, αλλά τους εχθρούς, οίτινες θα ήρχοντο να σας προσβάλουν· την συνήψατε όπως βοηθήτε τους Αθηναίους όταν αδικώνται παρ' άλλων, και όχι όταν αυτοί αδικούν τους άλλους, καθώς πράττουν σήμερον. Ιδέτε τους Ρηγίνους, οι οποίοι, μολονότι Χαλκιδείς, αρνούνται να εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους, Χαλκιδείς όντας και αυτούς. Είναι οδυνηρόν να βλέπη τις τους μεν Ρηγίνους, υποπτεύοντας την αληθινήν αιτίαν της ευπρεπούς δικαιολογίας, να τηρούν παρά την λογικήν συνετήν διαγωγήν, σας δε, μολονότι έχετε εύλογον πρόφασιν, να ευνοήτε τους φυσικούς εχθρούς σας και να ζητήτε να βλάψετε μετά των αμειλίκτων τούτων εχθρών σας τους ακόμη πλέον φυσικούς συγγενείς. Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον· οφείλετε μάλλον να μας βοηθήσετε, χωρίς να φοβηθήτε τας δυνάμεις, τας οποίας επιδεικνύουν· αι δυνάμεις αύται δεν θα είναι τρομεραί, εάν ενωθώμεν όλοι· θα είναι δε τοιαύται, εάν τουναντίον διαιρεθώμεν, το οποίον επιθυμούν οι Αθηναίοι. Απόδειξις τούτου είναι ότι, ότε ήλθον να μας προσβάλουν, ήμεθα μόνοι, και, μολονότι ενίκησαν, απέτυχον εις τα σχέδια των και ανεχώρησαν βιαστικά.

80. »Εάν λοιπόν ενωθώμεν, δεν πρέπει να χάνωμεν το θάρρος μας· ας συμμαχήσωμεν μετά περισσοτέρας προθυμίας, τοσούτω μάλλον, όσω περιμένομεν εντός ολίγου βοήθειαν εκ Πελοποννησίων, οι οποίοι εις την στρατιωτικήν τέχνην είναι υπέρτεροι των Αθηναίων καθ' όλα. Μη νομίζετε ότι η υποτιθεμένη αύτη προφύλαξις του να μη βοηθήτε κανένα εξ ημών, επί τω λόγω ότι είσθε σύμμαχοι αμφοτέρων, είναι αδιάφορος δι' ημάς και ασφαλής διά σας· κατά δικαίωμα μεν τούτο είναι αληθές, πραγματικώς όμως όχι· διότι, εάν μη συμμαχούντες μεθ' ημών, οι Συρακούσιοι νικηθούν και οι Αθηναίοι νικήσουν, τι άλλο θα πράξετε διά της ουδετερότητάς σας ή να εμποδίσετε την σωτηρίαν των ηττηθέντων και να υποβοηθήσετε την απιστίαν των νικητών ; Βεβαίως προτιμότερον να ενωθήτε με τους αδικουμένους, οι οποίοι συγχρόνως είναι συγγενείς σας, διά να εξασφαλίσετε την σωτηρίαν όλης της Σικελίας και να σώσετε τους λεγομένους φίλους σας, τους Αθηναίους, από του να περιπέσουν εις σφάλμα. Με συντομίαν λέγομεν ημείς οι Συρακούσιοι, όχι θέλοντες να σας αναπτύξωμεν πράγματα γνωστά και εις σας και εις τους άλλους, ότι ήλθομεν ζητούντες την βοήθειάν σας· εάν δε αι παρακλήσεις μας αποβούν μάταιαι, διαμαρτυρόμεθα ότι υφιστάμεθα μεν επιβουλήν υπό των αιωνίων εχθρών μας Ιώνων, προδιδόμεθα δε υπό Δωριέων Δωριείς όντες· ότι, εάν υποτάξουν ημάς οι Αθηναίοι, αιτία του θριάμβου των θα είναι η θελησίς σας, ενώ το όνομά των μόνον θα τιμηθή και άθλον της νίκης των θέλει είναι η δουλεία των αιτίων της νίκης· εάν δ' εξεναντίας υπερισχύσωμεν ημείς, σεις πάλιν θα τιμωρηθήτε, διότι εγίνατε εις ημάς αίτιοι κινδύνων. Σκεφθήτε λοιπόν και εκλέξατε από τώρα ή την πάραυτα και άνευ κινδύνων δουλείαν, ή, νικώντες μεθ' ημών, να διαφύγετε την αισχράν δουλείαν των Αθηναίων και την έχθραν ημών, η οποία δεν είναι περιφρονητέα.

81. Ταύτα είπεν ο Ερμοκράτης· μετ' αυτόν δε ο πρεσβευτής των Αθηναίων Εύφημος είπε τα εξής :

82. «Ήλθαμεν μεν προς ανανέωσιν της παλαιάς συμμαχίας, αλλ' επειδή ο Συρακούσιος πρεσβευτής κατηγορεί ημάς, ανάγκη να είπωμεν ότι δικαίως έχομεν την αρχήν. Μεγίστην απόδειξιν τούτου έδωκεν αυτός ο ίδιος ειπών ότι οι Ίωνες είναι πάντοτε εχθροί των Δωριέων· και ούτως έχει το πράγμα. Ημείς όντες Ίωνες εσκέφθημεν διά τίνος μέσου θα ηδυνάμεθα να γίνωμεν εντελώς ανεξάρτητοι από τους Πελοποννησίους, οι οποίοι είναι Δωριείς και οι οποίοι, υπέρτεροι τον αριθμόν, κατοικούν πλησίον ημών. Μετά τον Μηδικόν πόλεμον, αποκτήσαντες πλοία, απηλλάγημεν της αρχής και της ηγεμονίας των Λακεδαιμονίων, επειδή δεν ήτο δίκαιον ούτε εκείνοι να δίδουν εις ημάς διαταγάς ούτε ημείς εις εκείνους, οι οποίοι τότε ήσαν ισχυρότεροι. Γενόμενοι ηγεμόνες των υπό τον βασιλέα διατελούντων πρότερον λαών αυτοκυβερνώμεθα εις την πόλιν μας, επειδή ενομίσαμεν ότι, έχοντες δυνάμεις ικανάς διά να υπερασπισθώμεν, δεν πρέπει να υποτασσώμεθα εις τους Πελοποννησίους. Και σύμφωνα με την ακρίβειαν ουδέ αδίκως υπετάξαμεν τους Ίωνας και τους νησιώτας, τους οποίους οι Συρακούσιοι μας επιπλήττουν ότι υπεδουλώσαμεν, μολονότι συγγενείς όντας· διότι ενωθέντες μετά του Μήδου ήλθον κατά των Αθηνών, της μητροπόλεως των, και δεν ετόλμησαν αποσπώμενοι απ' αυτού να καταστρέψουν τα υπάρχοντά των, όπως επράξαμεν ημείς, όταν εκενώσαμεν την πόλιν μας. Διατελούντες εκείνοι υπό δουλείαν ήθελον να επιβάλουν και εις ημάς το αυτό.

83. »Τούτων ένεκα είμεθα άξιοι να άρχωμεν, άμα μεν διότι εις ημάς οι Έλληνες εύρον ναυτικόν πολυάριθμον και προθυμίαν απροφάσιστον, ενώ αυτοί ενεργούντες μετά της αυτής προθυμίας υπέρ του Μήδου έβλαπταν ημάς· άμα δε διότι ηθέλομεν να σχηματίσωμεν δύναμιν ικανήν να αντιταχθή προς τους Πελοποννησίους. Αλλ' ας αφήσωμεν τους ωραίους λόγους, διά των οποίων θα ηδυνάμεθα να αποδείξωμεν ότι αξίως άρχομεν, διότι ημείς μόνοι κατερρίψαμεν τον βάρβαρον και διετρέξαμεν πλειοτέρους κινδύνους διά την ελευθερίαν των Ιώνων τούτων ή διά την ελευθερίαν όλων των Ελλήνων και την ημετέραν· και ας περιορισθώμεν να είπωμεν ότι δεν είναι αξιόμεμπτος ο φροντίζων περί της ιδίας αυτού σωτηρίας. Περί αυτής δε της σωτηρίας ελθόντες σήμερον ενταύθα βλέπομεν ότι ήλθομεν και διά το ιδικόν σας επίσης συμφέρον. Τούτο αποδεικνύεται εκ των κατηγοριών, τας οποίας εκτοξεύουν οι Συρακούσιοι, και εκ των υπονοιών, αίτινες γεννώνται εις σας υπό του φόβου. Ηξεύρομεν ότι οι ένεκα φόβου καθιστάμενοι φιλύποπτοι αρέσκονται προς στιγμήν εις το θέλγητρον της ευγλωττίας· αλλ' έπειτα κατά την πράξιν οδηγός αυτών είναι το συμφέρον. Το είπομεν· ο φόβος μας παρεκίνησε να λάβωμεν την ηγεμονίαν της Ελλάδος, και η αυτή αιτία μας φέρει εις Σικελίαν, διά να τακτοποιήσωμεν τα εδώ ασφαλώς με την συνδρομήν σας· ήλθομεν, ουχί διά να υποδουλώσωμεν τους φίλους ημών, αλλά διά να προσπαθήσωμεν να μη πάθουν τούτο.

84. »Κανείς δε ας μη νομίση ότι, χωρίς να έχωμεν συμφέρον τι, φροντίζομεν διά σας· μάθετε ότι ενόσω διατηρείτε πολιτικήν ύπαρξιν και ενόσω έχετε αρκούσας δυνάμεις, όπως αντέχετε εναντίον των Συρακουσίων, τα στρατεύματα, τα οποία θα στέλλουν εις τους Πελοποννησίους, δεν θα μας βλάπτουν πολύ· υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην το συμφέρον μας συνδέεται στενώτατα με το ιδικόν σας. Διά τον αυτόν λόγον εργαζόμεθα να αποκαταστήσωμεν τους Λεοντίνους, ουχί ως υπηκόους, καθώς είναι οι εν τη Ευβοία συγγενείς αυτών, αλλ' ως δυνατωτάτους, ίνα γείτονες όντες των Συρακουσίων δύνανται εκ της χώρας των να μας ωφελούν βλάπτοντες αυτούς. Εν Ελλάδι αρκούμεν ημείς αυτοί εναντίον των εχθρών μας· και οι Χαλκιδείς, τους οποίους ο ρήτωρ μας επέπληξεν ότι υπεδουλώσαμεν άνευ αιτίας, ενώ ερχόμεθα να ελευθερώσωμεν τους εν Σικελία, μας είναι ωφέλιμοι, διότι γυμνοί από πολεμικήν προετοιμασίαν χρήματα μόνον παρέχουν. Ως προς δε τας εδώ υποθέσεις, και οι Λεοντίνοι και άλλοι ημών φίλοι δεν θα μας είναι ολιγώτερον ωφέλιμοι απολαύοντες εντελούς αυτονομίας.

85. «Εις άνδρα δε τύραννον ή πόλιν ισχυράν τίποτε δεν είναι παράλογον πού είναι συμφέρον και τίποτε δεν είναι φιλικόν πού δεν είναι πιστόν· πρέπει δε καθείς να γίνεται προς εκάστους φίλος ή εχθρός αναλόγως των περιστάσεων. Το συμφέρον ημών δεν είναι να βλάψωμεν τους εδώ φίλους μας, αλλά να εξασθενίσωμεν τους εχθρούς διά της δυνάμεως των φίλων· δεν πρέπει δε να απιστήτε εις ημάς. Τους εις την Ελλάδα συμμάχους μας μεταχειριζόμεθα κατά την χρησιμότητα, την οποίαν καθείς των μας παρέχει· τους μεν Χίους και τους Μηθυμναίους παρέχοντας πλοία, αφήνομεν αυτονόμους, τους δε περισσοτέρους, διότι ζητούμεν παρ' αυτών αναγκαστικώς χρήματα· άλλους δε, μολονότι νησιώτας και ευαλώτους, έχομεν συμμάχους εντελώς ανεξαρτήτους, διότι κατέχουν μέρη επίκαιρα περί την Πελοπόννησον. Είναι εύλογον λοιπόν και ενταύθα να φροντίσωμεν περί του συμφέροντός μας και να καταστήσωμεν σας φόβητρον των Συρακουσίων, ως είπομεν· διότι οι Συρακούσιοι θέλουν να σας υποτάξουν και εκμεταλλευόμενοι τας υποψίας σας να σας συνασπίσουν εναντίον ημών· κατόπιν δε, αφού ημείς αναχωρήσωμεν άπρακτοι, να γίνουν κύριοι της Σικελίας είτε διά της βίας είτε διά την απομόνωσίν σας. Εξ ανάγκης δε θα γίνη τούτο, εάν ενωθήτε με αυτούς· διότι ούτε ημείς θα δυνηθώμεν να υπερισχύσωμεν κατά τοσούτων δυνάμεων συνενωμένων, ούτε οι Συρακούσιοι, όταν ημείς δεν θα είμεθα παρόντες, δεν θα είναι τόσον αδύνατοι, διά να σας υποτάξουν.

86. «Όστις έχει εναντίαν γνώμην εξελέγχεται δι' αυτών των πραγμάτων, διότι πρότερον προσεκαλέσατε ημάς λέγοντες ότι, εάν σας αφήναμεν να σας υποτάξουν οι Συρακούσιοι, θα διετρέχομεν και ημείς τον ίδιον κίνδυνον· δεν είναι δίκαιον λοιπόν τώρα να δυσπιστήτε προς τους ιδίους σας λόγους, ούτε να υποπτεύεσθε ημάς, διότι ήλθαμεν με δυνάμεις ανωτέρας των Συρακουσίων, πολύ δε μάλλον πρέπει να δυσπιστήτε κατ' αυτών, διότι ημείς δεν δυνάμεθα να μένωμεν εδώ, διαρκώς χωρίς την βοήθειάν σας. Και εάν ακόμη ηθέλαμεν δειχθή κακοί, ώστε να υποτάξωμεν την Σικελίαν, πάλιν δεν θα ήμεθα ικανοί να διατηρήσωμεν αυτήν ένεκα της μακράς αποστάσεως και του μεγέθους των πόλεων της, αι οποίαι έχουν κατά ξηράν πολεμικάς προπαρασκευάς· ενώ οι Συρακούσιοι, οι οποίοι κατοικούν πλησίον ουχί εις στρατόπεδον, αλλ' εις πόλιν ισχυροτέραν της παρούσης ημών δυνάμεως, σας υποβλέπουν πάντοτε και ουδεμίαν θα παραμελήσουν περίστασιν, διά να σας βλάψουν. Πολλά μέχρι τούδε συμβάντα απέδειξαν τούτο, εσχάτως δε η προς τους Λεοντίνους διαγωγή των. Και σήμερον ακόμη, ως εάν ήσθε αναίσθητοι, τολμούν να σας ερεθίζουν κατ' εκείνων, οι οποίοι ανθίστανται εις τα σχέδια των, και μέχρι σήμερον δεν άφησαν την Σικελίαν να περιέλθη εις την εξουσίαν των. Ακούσατε λοιπόν συμβουλάς υπαγορευομένας υπό ειλικρινούς ενδιαφέροντος διά την σωτηρίαν σας και μη απορρίψετε τας ωφελείας της συμμαχίας μας. Σκεφθήτε ότι ισχυροί όντες οι Συρακούσιοι δεν έχουν ανάγκην συμμάχων, διά να σας προσβάλουν, και ότι η προς σας οδός είναι πάντοτε ανοικτή προς αυτούς, ενώ σεις δεν θα ευρίσκετε πολλάκις τοσαύτας επικουρίας, διά να υπερασπίζεσθε. Εάν, ένεκα των υποψιών σας, αφήσετε την παρούσαν δύναμιν να απέλθη άπρακτος ή νικημένη, θα έλθη καιρός να επιθυμήσετε έστω και το πολλοστημόριον αυτής, ότε η παρουσία της θα σας είναι ανωφελής.

87. »Αλλ' όμως, ω Καμαριναίοι, δεν πρέπει μήτε σεις μήτε οι άλλοι σύμμαχοι να απατηθήτε υπό των συκοφαντιών των Συρακουσίων. Σας είπομεν δε όλην την αλήθειαν διά τας δυσπιστίας, των οποίων είμεθα αντικείμενον, κεφαλαιωδώς δε υπενθυμίζοντες θέλομεν προσπαθήσει να σας πείσωμεν. Σας λέγομεν λοιπόν ότι ηγεμονεύομεν της Ελλάδος, διά να μη υπακούωμεν εις άλλους· ότι θέλομεν να καταστήσωμεν ελευθέρους τους λαούς της Σικελίας ίνα μη πάσχωμεν υπ' αυτών ότι είμεθα αναγκασμένοι να πράξωμεν πολλά, διότι και από πολλά οφείλομεν να προφυλαττώμεθα· ότι σήμερον, ως και άλλοτε, ήλθαμεν ως σύμμαχοι προσκληθέντες υπό των αδικουμένων και ουχί απρόσκλητοι. Σεις, οι οποίοι δεν είσθε ούτε δικασταί ούτε επικριταί των πράξεων μας, μη προσπαθήσετε να μας αποτρέψετε του σκοπού τούτου, διότι θα ήτο δύσκολον· αλλά, εάν εις την πολυπραγμοσυνών ημών ή εις τον χαρακτήρα μας εύρετέ τι δυνάμενον να σας ωφελήση, τούτο αποχωρίσαντες των άλλων λάβετε. Πιστεύσατε ότι αι ιδιότητες ημών αύται, αντί να βλάπτουν όλους ομοίως, εξ εναντίας είναι ωφέλιμοι εις τους πλείστους των Ελλήνων. Εις κάθε τόπον, και εκεί ακόμη όπου δεν ευρισκόμεθα, όλοι ομοίως, και ο αδικούμενος και ο επιβουλεύων, κυριεύονται ο μεν υπό της ελπίδος ότι θέλομεν τον συνδράμει, ο δε υπό του φόβου ότι κατά την άφιξίν μας θα κινδυνεύση η ασφάλεια του· αμφότεροι λοιπόν αναγκάζονται ο μεν να σωφρονή άκων, ο δε να σώζεται χωρίς αγώνας. Μη απωθήσετε την σωτηρίαν ταύτην, η οποία σας προσφέρεται σήμερον καθώς και εις πάντα έχοντα ανάγκην· αλλ' ομοιωθέντες με τους άλλους, αντί να μένετε πάντοτε αμυνόμενοι κατά των Συρακουσίων, ενωθήτε με ημάς και αποδώσατε αυτοίς κακόν αντί κακού».