Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Part 10

Chapter 10 17 words Public domain Markdown

53. Και εκεί εύρον την Σαλαμινίαν ναυν ελθούσαν εξ Αθηνών με διαταγήν να μεταφέρη τον Αλκιβιάδην, όπως απολογηθή δι' όσα τον κατηγόρει η πόλις, καί τινας των συστρατιωτών του κατηγορουμένους διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων και των Ερμών. Τωόντι, μετά την αποχώρησιν του στρατού, οι Αθηναίοι ουδόλως εχαλάρωσαν τας ερεύνας των, διά να ανακαλύψουν τους διακωμωδήσαντας τα μυστήρια και ακρωτηριάσαντας τους Ερμάς, αλλά χωρίς να εξετάζουν το ποιόν των μηνυτών και υποπτευόμενοι τους πάντας εδέχοντο αδιακρίτως κάθε μαρτυρίαν και δίδοντες πίστιν εις ανθρώπους πονηρούς συνελάμβανον και εφυλάκιζον χρηστοτάτους ανθρώπους. Επροτίμων να ανακαλύψουν την αλήθειαν διά πάσης θυσίας παρά να αφήσουν ανθρώπους ακηλιδώτου υπολήψεως να διαφύγουν τας ερεύνας χάρις εις την ατιμίαν του μηνυτού. Ο λαός εγίνωσκεν εξ ακοής ότι η τυραννία του Πεισιστράτου και των παίδων αυτού κατήντησεν επί τέλους αφόρητος και ότι δεν κατελύθη ούτε υπό των Αθηναίων ούτε υπό του Αρμοδίου, αλλ' υπό των Λακεδαιμονίων διά τούτο εφοβείτο πάντοτε και εδυσπίστει προς όλους.

54. Το τόλμημα του Αριστογείτονος και του Αρμοδίου επεχειρήθη δι' ερωτικήν αιτίαν, την οποίαν θέλω διηγηθή εν εκτάσει, διά να αποδείξω ότι ούτε οι ξένοι ούτε αυτοί οι Αθηναίοι είπαν τίποτε ακριβές περί των ιδίων των τυράννων και περί του γεγονότος τούτου. Αφού απέθανεν ο Πεισίστρατος, γέρων και διατηρών το αξίωμα του τυράννου, κατέλαβε την αρχήν, όχι, ως φρονούν οι πολλοί, ο Ίππαρχος, αλλ' ο Ιππίας, ο οποίος ήτο πρεσβύτερος. Κατ' εκείνην δε την εποχήν ο Αρμόδιος ήτο εις το άνθος της ηλικίας του και λαμπράς ωραιότητος, ο δε Αριστογείτων, πολίτης της μεσαίας τάξεως, ηράσθη αυτού και τον απήλαυσεν. Ίππαρχος ο υιός του Πεισιστράτου επεχείρησε και αυτός να τον δελεάση, αλλ' ο Αρμόδιος δεν επείσθη και τον κατήγγειλεν εις τον Αριστογείτονα. Ούτος, λυπηθείς ερωτικά υπερμέτρως και φοβηθείς μήπως ο Ίππαρχος κάμη χρήσιν της δυνάμεώς του, όπως προσελκύση τον Αρμόδιον διά της βίας, συνέλαβεν αμέσως το σχέδιον, εις τοιαύτην κατάστασιν διατελών, να καταλύση την τυραννίαν. Εν τούτοις ο Ίππαρχος, ο οποίος και εκ δευτέρου απεπειράθη και δεν έπεισε τον Αρμόδιον, ουδεμίαν μεν ηθέλησε να μεταχειρισθή βίαν, αλλά διενοήθη να τον προσβάλη εμμέσως, δι' άλλην δήθεν αιτίαν και όχι διότι δεν τον κατέπεισεν. Η εξουσία των τυράννων τούτων δεν ήτο επαχθής εις τους πολλούς, διότι επί πολύν χρόνον εκυβέρνων όχι αξιόμεμπτα, αλλά μετά μετριοπαθείας και φρονήσεως. Μη λαμβάνοντες παρά των Αθηναίων ειμή το εικοστόν των εισοδημάτων των, διεκόσμουν την πόλιν αυτών καλώς, διεξήγαν τους πολέμους και έθυον εις τα ιερά· καθ' όλα δε τα λοιπά η πόλις ενήργει αφ' εαυτής και σύμφωνα προς τους αρχαίους νόμους. Εφρόντιζαν εν τούτοις πάντοτε να κατέχουν τα ανώτατα αξιώματα διάφορα μέλη της οικογενείας των. Πολλοί εξ αυτών κατέλαβον την ενιαυσίαν αρχήν των Αθηνών καθώς και ο υιός του τυραννεύσαντος Ιππίου, ο έχων το όνομα του πάππου Πεισίστρατος, ο οποίος άρχων ων έκαμε τον εις την αγοράν κείμενον βωμόν των δώδεκα θεών και τον εν τη ιερά περιοχή του Πυθίου βωμόν του Απόλλωνος. Και του μεν εν τη αγορά βωμού επεκτείνας ύστερον ο δήμος των Αθηναίων την οικοδομήν ηφάνισε το επίγραμμα, του δε εν τω ναώ του Πυθίου το επίγραμμα φαίνεται ακόμη και σήμερον δι' αμυδρών γραμμάτων λέγον τα εξής:

«Το μνημείον τούτο της ιδικής του αρχής ο Πεισίστρατος, υιός του Ιπ- πίου, ανέθηκεν εις το τέμενος του Πυθίου Απόλλωνος».

55. Ότι δε ο Ιππίας έλαβε την αρχήν ως πρωτότοκος, τούτο δύναμαι να βεβαιώσω καθό γνωρίζων την παράδοσιν ακριβέστερον παντός άλλου· δύναταί τις όμως να πεισθή και εκ των ακολούθων παρατηρήσεων. Είναι βέβαιον ότι εκ των δύο τούτων γνησίων αδελφών ο ένας μόνον απέκτησε τέκνα, ως δεικνύει ο βωμός και η στηθείσα εν τη ακροπόλει των Αθηναίων στήλη προς ανάμνησιν της αδικίας των τυράννων. Ούτε του Θεσσαλού ούτε του Ιππάρχου υπάρχει τέκνον αναφερόμενον εις καμμίαν επιγραφήν, αλλά μόνον πέντε τέκνα του Ιππίου, τα οποία ούτος εγέννησεν εκ της Μυρρίνης θυγατρός Καλλίου του Υπερεχίδου· είναι λοιπόν φυσικόν ότι ο πρωτότοκος ενυμφεύθη πρώτος. ’λλως είναι εγγραμμένος επί της στήλης πρώτος μετά τον πατέρα του, το οποίον και είναι εύλογον, επειδή ως πρωτότοκος διεδέχθη τον πατέρα του εις την τυραννίαν. Εκτός τούτου νομίζω ότι ουδέ θα κατελάμβανεν ο Ιππίας αμέσως και ευκόλως την τυραννίδα, εάν ο μεν Ίππαρχος απέθνησκεν άρχων, αυτός δε τον διεδέχετο αυθημερόν. Αλλ' ο φόβος, τον οποίον προ πολλού χρόνου ενέπνευσεν εις τους πολίτας, και η ακριβής πειθαρχία των δορυφόρων του διετήρησαν την εξουσίαν του εις πληρεστάτην ασφάλειαν και δεν ησθάνθη τας δυσκολίας εκείνας, τας οποίας θα ησθάνετο, εάν ήτο νεώτερος του αδελφού του και κατά συνέπειαν είχεν ολιγωτέραν πείραν εις το να άρχη. Συνέβη λοιπόν ότι ο Ίππαρχος, γενόμενος, ονομαστός διά την επισυμβάσαν εις αυτόν δυστυχίαν, ενομίσθη κατόπιν ότι υπήρξε τύραννος.

56. Εν τούτοις ο Ίππαρχος προσέβαλεν όπως διενοείτο τον αρνηθέντα την αποδοχήν των προτάσεων του (πείρασιν) Αρμόδιον, διότι μίαν αδελφήν αυτού, κόρην, ενώ προσέταξαν να έλθη βαστάζουσα κάνιστρον εις τελετήν τινα, εξεδίωξαν λέγοντες ότι δεν της ανέθεσαν τιμήν, της οποίας δεν ήτο αξία. Ο Αρμόδιος θανάσιμον ησθάνθη λύπην διά την προσβολήν εκείνην, και χάριν αυτού ακόμη περισσότερον εξωργίσθη ο Αριστογείτων. Αφού συνεφώνησαν μετά των συνεταίρων των τι έπρεπε να πράξουν, επερίμεναν τα μεγάλα Παναθήναια, μόνην ημέραν, καθ' ην η ένοπλος συνάθροισις των συνοδευόντων την τελετήν δεν ενέπνεε δυσπιστίαν· συνεφωνήθη αυτοί μεν να κάμουν αρχήν, οι δε συνωμόται να προστρέξουν αμέσως εις βοήθειάν των κατά των δορυφόρων. Ήσαν δε όχι πολλοί οι συνωμόται, χάριν ασφαλείας, διότι ήλπιζαν ότι και όσοι δεν ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, έχοντες όπλα, εις το ελάχιστον κτύπημα θα έσπευδον να ενωθούν μετ' αυτών, διά να ανακτήσουν την ελευθερίαν των.

57. Επελθούσης της εορτής ο μεν Ιππίας έξω της πόλεως, εις τον καλούμενον Κεραμεικόν, ενησχολείτο μετά των δορυφόρων κανονίζων τα της τελετής, ο δε Αρμόδιος και ο Αριστογείτων έχοντες ήδη τα εγχειρίδια επροχώρησαν, διά να τον κτυπήσουν αλλ' ιδόντες ένα των συνωμοτών συνδιαλεγόμενον κατά τρόπον οικείον μετά του Ιππίου (διότι ο Ιππίας ήτο καταδεκτικός εις όλους) εφοβήθησαν και ενόμισαν ότι κατηγγέλθησαν και μετ' ολίγον έμελλον να συλληφθούν. Ηθέλησαν λοιπόν να εκδικηθούν πρότερον, εάν ηδύναντο, εναντίον εκείνου πού τους επρόσβαλε και τους ηνάγκασε να ριψοκινδυνεύσουν την ζωήν των και καθώς ήσαν, εισέρχονται ταχέως εις την πόλιν και συναντήσαντες τον Ίππαρχον πλησίον εις το καλούμενον Λεωκόριον, επιπίπτουν κατ' αυτού· και έξω φρενών αμφότεροι, ο μεν υπό ζηλοτυπίας, ο δε διά την ύβριν, την οποίαν έλαβε, τον κτυπούν και τον φονεύουν. Και ο μεν Αριστογείτων, επειδή έτρεξεν εκεί ο όχλος, διέφυγε προς στιγμήν τους δορυφόρους, αλλ' ύστερον συλληφθείς ετιμωρήθη σκληρώς· ο δε Αρμόδιος εφονεύθη αμέσως.

58. Ότε δε έμαθε την είδησιν ο Ιππίας εν τω Κεραμεικώ, διηυθύνθη ουχί εις τον τόπον της σκηνής, αλλά προς τους μεθ' όπλων συνοδεύοντας την πομπήν πριν ούτοι μάθουν τίποτε, διότι είχαν απομακρυνθή· και πλάσας το πρόσωπόν του ούτως, ώστε να κρύπτη την συμφοράν, διέταξεν αυτούς να μεταβούν εις μέρος τι, το οποίον τους υπέδειξε. Και ούτοι μεν μετέβησαν, νομίζοντες ότι ήθελε να τους είπη τι· αλλ' ο Ιππίας, διατάξας τους δορυφόρους του να τους αφοπλίσουν, εξεχώρισεν αμέσως εκείνους, τους οποίους ενομιζεν υπόπτους, και εκείνους, οι οποίοι ευρέθησαν έχοντες εγχειρίδια· διότι εις τας τελετάς η συνήθεια ήτο να φέρουν μόνον ασπίδα και δόρυ.

59. Κατά τοιούτον μεν τρόπον ερωτική λύπη παρήγαγε το σχέδιον της συνωμοσίας και αιφνίδιος φόβος το παράτολμον κίνημα του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος. Μετά το γεγονός τούτο η τυραννία κατέστη πλέον βαρεία εις τους Αθηναίους. Φοβούμενος περισσότερον ο Ιππίας εφόνευσε πολλούς πολίτας και συγχρόνως έστρεφε τα βλέμματα του προς τα έξω, διά να ίδη αν θα ηδύνατο, εν περιπτώσει επαναστάσεως, να εύρη κάπου ασφάλειαν. Έδωκε λοιπόν, μολονότι ήτον Αθηναίος, την θυγατέρα του Αρχεδίκην εις άνδρα Λαμψακηνόν, τον Αιαντίδην, υιόν του τυράννου της Λαμψάκου Ιππόκλου, επειδή εγνώριζεν ότι η οικογένεια αύτη μεγάλως ίσχυε πλησίον του βασιλέως Δαρείου. Και ο τάφος της Αρχεδίκης υπάρχει εις την Λάμψακον και φέρει το εξής επίγραμμα·

«Ανδρός που επρώτευσεν εις την Ελλάδα μεταξύ των συγχρόνων του του Ιππίου θυγατέρα, την Αρχεδίκην, σκεπάζει η σκόνη αυτή, Πατέρα, σύζυγον, αδελφούς έχουσα ηγεμόνας και τέκνα ακόμη, όμως δεν ήτο ξιππασμένη από αλαζονείαν».

Ο δε Ιππίας ετυράννευσεν εις τας Αθήνας επί τρία έτη ακόμη και κατά το τέταρτον τον έρριψαν από την αρχήν του οι Λακεδαιμόνιοι και οι εξόριστοι Αλκμεωνίδαι. Ανεχώρησε λοιπόν με σπονδάς πρώτον μεν εις το Σίγειον, έπειτα δε πλησίον του Αιαντίδου εις Λάμψακον και τελευταίον προς τον βασιλέα Δαρείον. Μετά είκοσιν έτη, γέρων ήδη ων συνώδευσε τους Μήδους εις τον Μαραθώνα.

60. Ταύτα ενθυμούμενος ο λαός των Αθηναίων και αναμιμνησκόμενος όσα ήξευρεν εξ ακοής εδεικνύετο τότε δύστροπος και φιλύποπτος προς πάντας τους επί βεβηλώσει των μυστηρίων κατηγορουμένους. Ενόμιζεν ότι τα πάντα επράχθησαν υπό συνωμοσίας ολιγαρχικής και τυραννικής. Επειδή δε, ας εκ της εξεγέρσεως ταύτης των πνευμάτων, πολλοί και αξιόλογοι άνθρωποι ήσαν ήδη εις το δεσμωτήριον, και επειδή τα μέτρα ταύτα δεν εφαίνοντο προσεγγίζοντα εις τέλος τι, αλλ' από ημέρας εις ημέραν, γινόμενα αγριώτερα, επολλαπλασίαζον τας συλλήψεις, εις των φυλακισμένων τότε, ο οποίος εφαίνετο μάλλον ένοχος, κατεπείσθη υφ' ενός των συνδεσμωτών του να δώση πληροφορίας αληθείς ή ψευδείς (αι εικασίαι περί του αντικειμένου τούτου είναι διηρημέναι και ουδείς ούτε τότε ούτε ύστερον ηδυνήθη να είπη τι σαφές περί των διαπραξάντων το έγκλημα.) Ο συνδεσμώτης του, διά να τον πείση, του είπεν ότι έπρεπεν, έστω και αν δεν ήτο ένοχος, και αυτός να σωθή απαλλασσόμενος της ποινής και την πόλιν να λυτρώση από της επικρεμαμένης ανησυχίας· ότι πολύ περισσότερον θα εξησφάλιζε την σωτηρίαν του διά καταθέσεως συνεπαγούσης απόλυσιν ή δι' αρνήσεων, των οποίων το αποτέλεσμα ήθελεν είσθαι η εις δίκην εισαγωγή του. Και αυτός μεν κατηγόρησε τον εαυτόν του και άλλους διά την ακρωτηρίασιν των Ερμών· ο δε δήμος των Αθηναίων εδέχθη μετά χαράς εκείνο, το οποίον ενόμιζεν ως αλήθειαν. Αγανακτήσας διότι μέχρι της ημέρας εκείνης δεν είχε δυνηθή να ανακαλύψη την κατά της δημοκρατίας επιβουλήν εκείνην απέλυσεν αμέσως τον μηνυτήν και τους άλλους, όσους αυτός δεν είχε κατηγορήσει· εκείνους δε που κατήγγειλεν αυτός δικάσας, τους μεν συλληφθέντας απέκτεινε, τους δε διαφυγόντας κατεδίκασεν εις θάνατον και υπεσχέθη χρηματικήν αμοιβήν εις εκείνον, όστις ήθελε τους φονεύσει. Αγνοείται εν τούτοις αν οι παθόντες ετιμωρήθησαν αδίκως, αλλ' όλη η πόλις, εις την περίστασιν ταύτην, ησθάνθη προφανή ανακούφισιν.

61. Ότε δε ο Αλκιβιάδης κατηγγέλθη υπό των ιδίων εχθρών, οίτινες επετέθησαν κατ' αυτού και προ της αναχωρήσεώς του, οι Αθηναίοι ωργίσθησαν σφόδρα εναντίον αυτού. ’μα ενόμισαν ότι αρκούντως διεφωτίσθησαν περί της υποθέσεως των Ερμών, επείσθησαν ότι κατά μεγαλύτερον λόγον και η των μυστηρίων, εις την οποίαν ήτο ενοχοποιημένος, επήγαζεν επίσης εκ συνωμοσίας εναντίον της δημοκρατίας. Κατά παράδοξον σύμπτωσιν, κατά τον αυτόν χρόνον που υπήρχον αι ταραχαί αύται, συνέβη, ώστε ολίγος στρατός Λακεδαιμονίων να προχωρήση μέχρι του ισθμού, κατόπιν συνεννοήσεώς τινος μετά των Βοιωτών. Επίστευσαν λοιπόν ότι ο Αλκιβιάδης δεν ήτο αμέτοχος εις το κίνημα εκείνο, ότι επρόκειτο ουχί περί της Βοιωτίας αλλά περί συνωμοσίας, της οποίας αυτός ήτο ο κύριος μοχλός, και ότι, αν δεν τον επρολάμβανον συλλαμβάνοντες τους συνωμότας, η πόλις ήθελε κυριευθή διά προδοσίας. Νύκτα τινά μάλιστα κατεκλίθησαν μετά των όπλων των εις τον ναόν του Θησέως, ο οποίος είναι εντός της πόλεως. Εις τον αυτόν καιρόν οι συνδεόμενοι διά φιλοξενίας με τον Αλκιβιάδην εις το ’ργος έγιναν ύποπτοι ότι ήθελαν να επιτεθούν κατά του δήμου· ένεκα τούτου οι Αθηναίοι παρέδοσαν εις τον δήμον των Αργείων τους φυλαγμένους υπ' αυτών εις τας νήσους ομήρους των Αργείων, διά να τους αποκτείνη. Ούτω λοιπόν τα πάντα συνέτρεχαν εις το να κάμνουν τον Αλκιβιάδην ύποπτον. Θέλοντες δε οι Αθηναίοι να προσαγάγουν αυτόν εις δίκην και να τον θανατώσουν έστειλαν εις την Σικελίαν την Σαλαμινίαν ναυν, διά να μεταφέρη αυτόν και εκείνους, οίτινες περιείχοντο εις την καταγγελίαν. Διαταγή είχε δοθή να επιστρέψη μεν μετά του πλοίου εκείνου εις τας Αθήνας, διά ναπολογηθή, να μη συλληφθή δε. Και τούτο, διότι εφοβούντο μη εγερθή ταραχή τις μεταξύ των εις την Σικελίαν πεμφθέντων στρατιωτών και των εχθρών· ήθελον δε προ πάντων να κρατήσουν τους Μαντινείς και τους Αργείρυς, νομίζοντες ότι ούτοι εξ αιτίας του Αλκιβιάδου επείσθησαν να συνεκστρατεύσουν μετ' αυτών. Ο Αλκιβιάδης και οι συγκατηγορούμενοι εισελθόντες εις το πλοίον του απέπλευσαν εκ της Σικελίας συνοδευόμενοι υπό της Σαλαμινίας, ως εάν είχαν σκοπόν να μεταβούν εις τας Αθήνας. Αλλά, φθάσαντες εις τους Θουρίους έπαυσαν να την ακολουθούν και καταβάντες από του πλοίου έγιναν άφαντοι, φοβηθέντες να μεταβούν εις τας Αθήνας διά τοιαύτην κατηγορίαν και να δικασθούν. Οι δε εκ της Σαλαμινίας επί τινα μεν χρόνον εζήτουν τον Αλκιβιάδην και τους μετ' αυτού, ουδαμού δε βλέποντες αυτούς ανεχώρησαν. Ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ούτως ήτο πλέον φυγάς, επεραιώθη μετ' ολίγον επί μικρού πλοίου εκ της Θουρίας εις την Πελοπόννησον οι δε Αθηναίοι, δικάσαντες αυτόν ερήμην, τον κατεδίκασαν μετά των συνεταίρων του εις θάνατον.

62. Μετά ταύτα δε οι άλλοι στρατηγοί των Αθηναίων, οι οποίοι ήσαν εις την Σικελίαν, διαιρέσαντες το στράτευμα εις δύο μέρη, έκαστον των οποίων έλαβεν ένα καθένας από τους δύο με κλήρον διηυθύνθησαν μεθ' όλου του στόλου προς τον Σελινούντα και την Έγεσταν, διά να μάθουν αν οι Εγεσταίοι θα τους έδιδαν τα υποσχεθέντα χρήματα, να επιθεωρήσουν την κατάστασιν των Σελινουντίων και να μάθουν τας μετά των Εγεσταίων διαφοράς των. Παραπλέοντες την Σικελίαν αριστερά, το μέρος το προς τον Τυρρηνικόν κόλπον, προσήγγισαν εις την Ιμέραν, η οποία κατά το μέρος τούτο είναι η μόνη ελληνική πόλις της Σικελίας. Επειδή όμως δεν εδέχθησαν αυτούς, εξηκολούθησαν παραπλέοντες· και κατά τον πλουν πλησίον της παραλίας εκυρίευσαν τα Ύκκαρα, μικράν πόλιν Σικανικήν, εχθράν των Εγεσταίων και παραθαλασσίαν. Ανδραποδίσαντες δε τους κατοίκους παρέδωκαν την πόλιν εις τους Εγεσταίους, των οποίων οι ιππείς είχον φθάσει εκεί. Έπειτα το μεν πεζικόν επροχώρησε διά των Σικελών έως ου έφθασεν εις την Κατάνην, τα δε πλοία περιέπλευσαν έχοντα τους αιχμαλώτους. Ευθύς ο Νικίας παρέπλευσεν εκ των Υκκάρων εις την Έγεσταν και τακτοποιήσας τας εκεί υποθέσεις έλαβε τριάκοντα τάλαντα και επανήλθεν εις το στρατόπεδον πωλήσαντες δε τους αιχμαλώτους ωφελήθησαν εικοσιπέντε τάλαντα. Περιήλθον επίσης και τους συμμάχους τόπους των Σικελών ζητούντες παρ' αυτών να τους στείλουν στρατόν. Το ήμισυ του στρατού ώδευσε κατά της Ύβλας της Γελεάτιδος, την οποίαν δεν ηδυνήθη να κυριεύση. Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος.

63. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα αφ' ενός μεν οι Αθηναίοι ητοιμάσθησαν να επιτεθούν άνευ αναβολής εναντίον των Συρακουσών, αφ' ετέρου δε οι Συρακούσιοι εμελέτων το αυτό. Επειδή ο στρατός των Αθηναίων δεν επετέθη κατ' αυτών αμέσως εις την πρώτην στιγμήν του φόβου και της προσδοκίας, ανελάμβανον πλειότερον θάρρος ημέραν με την ημέραν και όταν είδον τους Αθηναίους πλέοντας μακράν προς το αντιπέραν μέρος της Σικελίας· όταν τους είδον φθάσαντας εις την Ύβλαν και μετά ματαίαν απόπειραν μη δυνηθέντες να κυριεύσουν αυτήν διά της βίας, ακόμη περισσότερον τους περιεφρόνησαν· και, ως συνηθίζει να πράττη το αναλαμβάνον θάρρος πλήθος, εζήτησαν παρά των στρατηγών να τους οδηγήσουν εις την Κατάνην, αφού οι Αθηναίοι δεν ήρχοντο προς αυτούς. Ιππείς Συρακούσιοι ήλαυνον εμπρός διά να κατασκοπεύουν πάντοτε το στράτευμα των Αθηναίων, και μεταξύ άλλων σκωμμάτων τους ηρώτων αν ήλθον εις την ξένην γην μάλλον διά να κατοικήσουν μετ' αυτών παρά διά να επαναφέρουν τους Λεοντίνους εις την πατρίδα των.

64. Ταύτα κατανοούντες οι στρατηγοί των Αθηναίων και θέλοντες να ελκύσουν τους Συρακούσιους πανδημεί όσον το δυνατόν μακράν της πόλεως, ενώ αυτοί κατά το διάστημα τούτο επροτίθεντο, παραπλέοντες την παραλίαν νύκτα μετά του στόλου, να καταλάβωσι θέσιν καταλληλοτέραν διά το στρατόπεδον, αισθανόμενοι ότι δεν θα είχον την αυτήν υπεροχήν, εάν απεβιβάζοντο ενώπιον προητοιμασμένου εχθρού ή εάν εφαίνοντο προχωρούντες διά ξηράς· διότι κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν οι ψιλοί και το άλλο πλήθος, δι' έλλειψιν ίππων, θα υφίσταντο μεγάλας απωλείας εκ μέρους των Συρακουσίων ιππέων, πολλών όντων, ενώ κατά την άλλην θα κατελάμβανον θέσιν δυναμένην να τους προφυλάξη από το εχθρικόν ιππικόν. Οι δε ακολουθούντες αυτούς φυγάδες των Συρακουσίων τοις υπέδειξαν θέσιν τινά κειμένην πλησίον του Ολυμπιείου, την οποίαν και κατέλαβον. Ιδού δε τι μέσον μετεχειρίσθησαν οι στρατηγοί, διά να επιτύχουν του σκοπού των. Πέμπουν εις τας Συρακούσας άνθρωπον πιστόν μεν εις αυτούς, όχι ολιγώτερον δε κατά τα φαινόμενα πιστόν και εις τους στρατηγούς των Συρακουσίων· ο άνθρωπος εκείνος ήτο εκ Κατάνης και είπεν ότι ήρχετο εκ μέρους τινών Καταναίων, των οποίων οι Συρακούσιοι στρατηγοί εγνώριζαν τα ονόματα και ήξευραν ότι ήσαν εκ των εντός εκείνης της πόλεως απομεινάντων εις αυτούς φίλων· είπεν ότι οι Αθηναίοι διενυκτέρευαν εντός της πόλεως μακράν του στρατοπέδου· ότι, εάν οι Συρακούσιοι ήθελαν καθ' ωρισμένην ημέραν να προχωρήσουν άμα τη αυγή πανστρατιά κατά του εχθρικού στρατοπέδου, αυτοί μεν οι Καταναίοι ήθελαν κρατήσει τους ευρεθησομένους εν τη πάλει και ήθελαν πυρπολήσει τα πλοία, οι δε Συρακούσιοι, προσβάλλοντες τα χαρακώματα, ευκόλως ήθελαν κυριεύσει το στρατόπεδον· τέλος, ότι πολλοί Καταναίοι ήθελαν συμπράξει εις την επιχείρησιν ταύτην, ότι ήσαν ήδη προητοιμασμένοι και ότι ήλθεν εκ μέρους αυτών.

65. Οι δε στρατηγοί των Συρακουσίων, οι οποίοι άλλως ήσαν πλήρεις εμπιστοσύνης και εσκέπτοντο μάλιστα, και άνευ αυτής της ειδήσεως, να παρασκευασθούν, διά να βαδίσουν εναντίον της Κατάνης, επίστευσαν πολύ απερισκέπτως εις τον άνθρωπον εκείνον και αμέσως συμφωνήσαντες διά την ημέραν, κατά την οποίαν ήθελαν φθάσει, τον απέπεμψαν. Επειδή δε οι Σελινούντιοι καί τινες άλλοι εκ των συμμάχων είχαν ήδη έλθει, οι στρατηγοί διέταξαν να εξέλθουν πανστρατιά όλοι οι Συρακούσιοι. Και αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα και προσήγγισεν η συμφωνηθείσα ημέρα, οι Συρακούσιοι, κινήσαντες, διενυκτέρευσαν εις τας όχθας του ποταμού Συμαίθου, εις την χώραν των Λεοντίνων. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθαν ότι επλησίαζαν, σηκώσαντες όλον το στρατόπεδόν των καθώς και τους Σικελούς και όλους όσοι είχαν έλθει να ενωθούν μετ' αυτών και επιβιβασθέντες εις τα πλοία και τα πλοιάρια έπλευσαν διά νυκτός προς τας Συρακούσας. Μόλις δε εξημέρωσεν οι Αθηναίοι απέβησαν εις την πλησίον του Ολυμπιείου θέσιν, διά να στήσουν το στρατόπεδόν των. Οι Συρακούσιοι ιππείς, προχωρήσαντες πρώτοι μέχρι της Κατάνης και παρατηρήσαντες ότι όλος ο στόλος είχεν αναχωρήσει επέστρεψαν, διά να φέρουν την είδησιν εις τους πεζούς· και όλοι αμέσως μεταστραφέντες έτρεξαν εις βοήθειαν της πόλεως των.

66. Εν τούτοις, επειδή οι Συρακούσιοι είχαν μακρόν διάστημα να διατρέξουν, οι Αθηναίοι ηδυνήθησαν ανέτως να στήσουν το στρατόπεδόν των εις χώρον επιτήδειον, όπου και την μάχην θα ηδύναντο να αρχίσουν, όποτε ήθελε τοις φανή αναγκαίον, και οι ιππείς των Συρακουσίων δεν θα ηδύναντο να τους ανησυχήσουν ούτε κατά το έργον ούτε προ αυτού· διότι αφ' ενός μεν μικρά τείχη, οικίαι, δένδρα και λίμνη επροστάτευαν αυτούς, αφ' ετέρου δε κρημνοί. Κόψαντες δε τα πλησίον δένδρα και μετακόμισαντες αυτά εις το παράλιον εσχημάτισαν χαρακώματα κατά μήκος των πλοίων και ήγειραν μετά σπουδής οχύρωμα εκ λίθων εκλεκτών και ξύλων πλησίον του Δάσκωνος, εις το μέρος το μάλλον ευπρόσιτον εις τους πολεμίους· τέλος έκοψαν την γέφυραν του Ανάπου. Ενώ δε κατεγίνοντο εις ταύτα, εκ μεν της πόλεως ουδείς εξήλθε, διά να τους εμποδίση, πρώτοι δε οι ιππείς των Συρακουσίων έτρεξαν εις βοήθειαν, και μετ' ολίγον συνηθροίσθη όλος ο στρατός. Και κατ' αρχάς μεν επλησίασαν ούτοι εις το στρατόπεδον των Αθηναίων έπειτα όμως, επειδή οι Αθηναίοι δεν αντεπεξήρχοντο, ανεχώρησαν και διαβάντες την Ελωρινήν οδόν διενυκτέρευσαν εκεί.

67. Κατά την ακόλουθον δε ημέραν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι παρεσκευάσθησαν διά την μάχην και ετακτοποιήθησαν ως ακολούθως. Το μεν δεξιόν κέρας είχον οι Μαντινείς, το μέσον οι Αθηναίοι, το δε αριστερόν οι άλλοι σύμμαχοι. Και το μεν ήμισυ του στρατεύματος των παρετάχθη επί οκτώ κατά βάθος, το δε άλλο ήμισυ παρετάχθη τετραγωνικώς πλησίον των σκηνών επί οκτώ επίσης κατά βάθος, λαβόν διαταγήν να επιβλέπη και να προστρέχη οπουδήποτε κατεπονείτο το στράτευμα. Οι δε Συρακούσιοι παρέταξαν επί δεκαέξ κατά βάθος τους οπλίτας, οι οποίοι όλοι ήσαν Συρακούσιοι, και τους συμμάχους, όσοι έφθασαν κατ' εκείνην την στιγμήν. Οι Σελινούντιοι προ πάντων είχαν τρέξει εις βοήθειάν των, και έπειτα Γελώοι ιππείς, εν όλω διακόσιοι, και προσέτι είκοσι περίπου Καμαριναίοι ιππείς και πεντήκοντα ως έγγιστα τοξόται. Οι ιππείς, οι οποίοι δεν ήσαν περισσότεροι των χιλίων διακοσίων, ετάχθησαν εις το δεξιόν κέρας και πλησίον αυτών οι ακοντισταί. Καθ' ην στιγμήν δε οι Αθηναίοι επρόκειτο να αρχίσουν την μάχην, ο Νικίας, διατρέχων τα διάφορα σώματα του στρατού, απέτεινε προς όλον τον στρατόν την εξής προτροπήν:

68. «Στρατιώται, προς τι να σας κάμω μακράν παραίνεσιν, αφού όλοι είμεθα ηναγκασμένοι να πολεμήσωμεν από κοινού; Η τοιαύτη προετοιμασία μου φαίνεται μάλλον ικανή να εμπνεύση το θάρρος παρά οι ευγλώττως εκφραζόμενοι λόγοι προς ασθενή στρατόν απευθυνόμενοι. Συνενωθέντες ενταύθα Αργείοι, Μαντινείς, Αθηναίοι και οι μάλλον ισχυροί των νησιωτών, πώς με τοσούτους και τοιούτους συμμάχους να μη έχη έκαστος ημών μεγίστην την ελπίδα της νίκης ; προ πάντων όταν μαχώμεθα κατ' ανθρώπων αμυνομένων αναμίξ και ουχί εκλεκτών, και προσέτι όταν ούτοι είναι Σικελιώται, οι οποίοι, μολονότι καταφρονούσιν ημάς, δεν θα δυνηθούν όμως να μας αντιταχθούν, διότι έχουν ολιγωτέραν εμπειρίαν παρά τόλμην. Ας λάβη δε έκαστος υπ' όψιν και τούτο, ότι είμεθα μακράν της ημετέρας πατρίδος και ότι δεν θα ευρεθή δι' ημάς γη φιλική εκτός εάν κατακτήσωμε αυτήν μαχόμενοι. Σας υπενθυμίζω το εναντίον εκείνου, το οποίον είμαι βέβαιος ότι οι εχθροί λέγουν προς αλλήλους, διά να ενθαρρυνθούν· διότι ούτοι μεν λέγουν ότι ο αγών είναι περί πατρίδος, εγώ δε λέγω ότι ο αγών θα είναι εις εχθρικήν χώραν, εκ της οποίας, εάν δεν νικήσωμεν, δεν θα δυνηθώμεν να αποχωρήσωμεν ευκόλως, διότι πολλοί ιππείς θα επιτεθούν εναντίον μας. Ενθυμούμενοι λοιπόν την αξίαν σας βαδίσατε θαρραλέως εναντίον του εχθρού και ενθυμηθήτε ότι η παρούσα ανάγκη και η αμηχανία είναι φοβερώτεραι απ' αυτόν (τον εχθρόν)».

69. Ο μεν Νικίας ταύτα ειπών ωδήγησεν αμέσως τον στρατόν εις την μάχην, οι δε Συρακούσιοι διόλου δεν επερίμεναν ότι θα ήρχιζεν η μάχη τόσον ταχέως, καί τινες μάλιστα εξ αυτών, επειδή η πόλις ήτο πλησίον, απήλθον εις αυτήν· άλλοι, μολονότι σπεύδοντες να έλθουν εις βοήθειαν, έφθανον όμως βραδέως και ετοποθετούντο όπου έκαστος ηδύνατο να ενωθή με το πλήθος. Βεβαίως δεν εστερούντο ούτε προθυμίας, ούτε τόλμης, είτε εις αυτήν την μάχην είτε εις τας άλλας· αλλ' ίσοι κατά το θάρρος οσάκις τους υπεβοήθει η επιστήμη, ενέδιδον άκοντες τότε μόνον, όταν αύτη τους έλειπεν. Εν τούτοις μη νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι ήθελον τους προσβάλει πρώτοι, και αναγκασθέντες να τεθούν εις άμυναν βιαστικά έλαβον τα όπλα και αντεπεξήλθαν ευθύς. Και πρώτον μεν οι λιθοβόλοι, οι σφενδονήται και οι τοξόται ήρχισαν την μάχην αμφοτέρωθεν· και καθώς συμβαίνει εις τους ψιλούς, πότε οι μεν, πότε οι δε ετρέποντο εις φυγήν έπειτα δε οι μάντεις έφεραν τα καθιερωμένα σφάγια και αι σάλπιγγες παρώτρυναν τους οπλίτας να συμπλακούν· οι δύο δε στρατοί εκινήθησαν συγχρόνως, οι μεν Συρακούσιοι, διά να πολεμήσουν υπέρ της πατρίδος των, με την ιδέαν καθένας της παρούσης σωτηρίας του και της μελλούσης ελευθερίας του, οι δε εναντίοι δι' άλλον λόγον· οι μεν Αθηναίοι, διά να οικειοποιηθούν ξένην χώραν χωρίς να βλάψουν την ιδικήν των, εάν ηττώντο· οι Αργείοι και οι αυτόνομοι σύμμαχοι, διά να μετάσχουν μετά των Αθηναίων εις τας κατακτήσεις, διά τας οποίας ήλθον, και διά να επανίδουν την πατρίδα των νικηταί· τέλος οι υπήκοοι σύμμαχοι με την ιδέαν ότι τότε μόνον θα εσώζοντο, εάν ενίκων, και ότι συντελούντες εις την υποδούλωσιν των άλλων θα ανεκούφιζον την ιδικήν των δουλείαν.