Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος
Part 8
11. Μετά την παρότρυνσιν ταύτην του Δημοσθένους οι Αθηναίοι ησθάνθησαν πλειότερον θάρρος, και ακολουθήσαντες αυτόν παρετάχθησαν παρά την θάλασσαν, Οι δε Λακεδαιμόνιοι επροχώρησαν τότε και προσέβαλαν την θέσιν διά του πεζού στρατού και των πλοίων, τα οποία ήσαν τεσσαράκοντα τρία· ήτο δε ναύαρχος αυτών ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας ο Κρατησικλέους, όστις και προσέβαλε το μέρος το οποίον είχε προϊδεί ο Δημοσθένης. Και οι μεν Αθηναίοι ημύνοντο αμφοτέρωθεν, και εκ της ξηράς και εκ της θαλάσσης· οι δε Λακεδαιμόνιοι, διαιρέσαντες τον στόλον εις μικράς μοίρας, διότι δεν ηδύναντο να πλησιάσουν πολλοί, προσέβαλλαν και ανεπαύοντο αλληλοδιαδόχως. Οι δε στρατιώται κάθε προθυμίαν κατέβαλλαν παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά ν' απωθήσουν τους Αθηναίους και καταλάβουν την θέσιν, προ πάντων όμως διεκρίθη ο Βρασίδας. Αυτός διοικών έν πλοίον και βλέπων ότι ένεκα του δυσπροσίτου της ακτής οι τριήραρχοι και οι κυβερνήται, φοβούμενοι μήπως συντρίψουν τα πλοία των, εδίσταζον να πλησιάσουν και εις αυτά ακόμη τα μέρη όπου εφαίνετο δυνατή η προσέγγισις, εβόα λέγων ότι δεν έπρεπε, φειδόμενοι ξύλων, να αφήσουν τους εχθρούς να εγείρουν τείχος εις την χώραν των, και παρώτρυνεν όχι μόνον να προσεγγίσουν και να κατασυντρίψουν τα πλοία, αλλά και οι σύμμαχοι να μη διστάσουν κατόπιν τόσων ευεργεσιών, να θυσιάσουν κατά την περίστασιν ταύτην τα πλοία των εις τους Λακεδαιμονίους, εξοκέλλοντες δε και αποβιβαζόμενοι διά παντός τρόπου να νικήσουν τους εχθρούς και να κυριεύσουν την θέσιν.
12. Και ο μεν Βρασίδας τοιουτοτρόπως παρώτρυνε και τους άλλους και τον ιδικόν του κυβερνήτην αναγκάσας να εξοκείλη το πλοίον επροχώρησε προς την αποβάθραν· αλλ' ενώ προσεπάθει να αποβή ανεκόπη υπό των Αθηναίων, και τραυματισθείς εις πολλά μέρη του σώματος ελιποψύχησε· καθ' ην στιγμήν δε έπιπτεν εις τα έμπροσθεν της πρώρας, η ασπίς ωλίσθησεν εις την θάλασσαν και οι Αθηναίοι λαβόντες αυτήν, ριφθείσαν υπό των κυμάτων εις την ξηράν, προσήρτησαν ύστερα εις το τρόπαιον, το οποίον έστησαν προς ανάμνησιν της προσβολής εκείνης. Οι δε άλλοι, με όλας των τας προσπάθειας, δεν ηδυνήθησαν να αποβούν τόσον ένεκα του δυσπροσίτου της θέσεως, όσον και ένεκα της αντιστάσεως των Αθηναίων, οι οποίοι δεν υπεχώρουν.
Αλλόκοτος μεταβολή τύχης! Οι Αθηναίοι κατά ξηράν και εις χώραν Λακωνικήν απέκρουον τους Λακεδαιμονίους επιτιθεμένους διά θαλάσσης, ενώ ούτοι επιβαίνοντες εις πλοία προσεπάθουν να αποβιβασθούν εις ιδίαν χώραν, γενομένην όμως εχθρικήν, και να προσβάλλουν τους Αθηναίους· διότι κατ' εκείνον τον χρόνον, γενική επεκράτει ιδέα ότι οι μεν υπερείχον διά την ηπειρωτικήν τακτικήν, οι δε διά την περί τα ναυτικά τελείαν εμπειρίαν των.
13. Μετά τας προσβολάς τας οποίας έκαμον κατ' εκείνην την ημέραν και μέρος της ακολούθου έπαυσαν την μάχην· κατά την τρίτην δε ημέραν έστειλαν και μερικά πλοία εις Ασίνην, διά να φέρουν ξύλα προς κατασκευήν μηχανών, ελπίζοντες διά των μηχανών τούτων να κυριεύσουν το προς τον λιμένα τείχος, το οποίον ήτο μεν υψηλόν, παρείχεν όμως ευκολίαν προς απόβασιν. Εν τούτω τω μεταξύ φθάνουν τα πεντήκοντα πλοία των Αθηναίων εκ της Ζακύνθου· διότι μετ' αυτών είχαν ενωθή τινα εκ των φρουρούντων την Ναύπακτον και τέσσαρα των Χίων. Ότε δε είδον την ήπειρον και την νήσον πλήρη οπλιτών, και εις τον λιμένα τον εχθρικόν στόλον μη εξερχόμενον, ευρέθησαν εις απορίαν πού να αράξουν· ακολούθως όμως έπλευσαν προς την νήσον Πρώτην, η οποία είναι έρημος και δεν απέχει πολύ, και διενυκτέρευσαν εκεί. Την επιούσαν δ' έπλευσαν εις τανοικτά προπαρασκευασθέντες ως διά ναυμαχίαν, κάμνοντες διπλήν υπόθεσιν, ή ότι ο εχθρός θα εξήρχετο εις το πέλαγος προς συνάντησίν των, ή ότι αυτοί θα εισήρχοντο εις τον λιμένα. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ούτε εξήλθον εις το πέλαγος, ούτε έκλεισαν τας εισόδους του λιμένος, ως διενοήθησαν αλλ' ησυχάζοντες επί της ξηράς ενησχολούντο να επιβιβάζουν τα στρατεύματα των και να παρασκευάζωνται, εν περιπτώσει προσβολής, να ναυμαχήσουν εντός του λιμένος, ο οποίος δεν ήτο μικρός.
14. Οι δε Αθηναίοι εννοήσαντες τους σκοπούς των επέπεσαν κατ' αυτών δι' αμφοτέρων των εισόδων, και προσβαλόντες τα περισσότερα πλοία, τα οποία προτείναντα την πρώραν απεμακρύνοντο ήδη από της παραλίας, έτρεψαν αυτά εις φυγήν. Καταδιώκοντες δε αυτά, επειδή ο χώρος ήτο μικρός, έβλαψαν πολλά, εκυρίευσαν πέντε, και έν πλοίον πολεμικόν με όλον το πλήρωμα· ώρμησαν δε και κατά των λοιπών, τα οποία είχον καταφύγει εις την ξηράν και κατέστρεψαν εκείνα εις τα οποία, δεν είχον προφθάσει να εισέλθουν τα πληρώματα και να απομακρυνθούν· άλλα πάλιν τα έδεσαν εκ της πρύμνης και τα έσυρον κενά, τραπέντων εις ταχείαν φυγήν των εις αυτά ανδρών. Ταύτα βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι και υπερβολικά στενοχωρούμενοι διά το πάθημα, το οποίον έκλειεν εις την νήσον τους πολεμιστάς των, ηγωνίσθησαν να τους βοηθήσουν και εισερχόμενοι εις την θάλασσαν ένοπλοι ελάμβαναν τα πλοία των και τα έσυρον προς το μέρος, όπου έμεναν. Έκαστος ενόμιζεν ότι θα επήρχετο αποτυχία όπου αυτούς δεν συνήργει ατομικώς. Ηγέρθη λοιπόν θόρυβος μέγας και διαφέρων μόνον ως προς τον τρόπον, διά του οποίου καθείς των μαχομένων επολέμει πέριξ των πλοίων διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι καταπλαγέντες, αλλά πλήρεις προθυμίας, ουδέν άλλο έπρατταν, ούτως ειπείν, παρά εναυμάχουν επί της ξηράς, οι δε Αθηναίοι, νικώντες και θέλοντες, να παρατείνουν όσον το δυνατόν περισσότερον τα πλεονεκτήματα των, επεζομάχουν επί των πλοίων. Τέλος μετά πολλούς αγώνας και πληγάς εκατέρωθεν εχωρίσθησαν, και οι Λακεδαιμόνιοι διέσωσαν τα κενά των πλοία, εκτός εκείνων, τα οποία είχον κυριευθή εις τας αρχάς. Ότε δε απεσύρθησαν καθείς εις το ίδιον στρατόπεδον, οι μεν Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, απέδωκαν τους νεκρούς, εσύναξαν τα ναυάγια των πλοίων και ευθύς ήρχισαν να περιπλέουν την νήσον, διά να αποκλείουν φυλάττοντες τους εν αυτή μείναντας Λακεδαιμονίους, οι δε εν τη ηπείρω Πελοποννήσιοι, οι οποίοι πανταχόθεν είχον έλθει ήδη προς βοήθειαν, έμειναν στρατοπεδευμένοι πλησίον της Πύλου.
15. ’μα ηγγέλθησαν εις την Σπάρτην τα γεγονότα της Πύλου, απεφασίσθη, ως αν προέκειτο περί μεγάλης συμφοράς, να καταβούν οι άρχοντες εις το στρατόπεδον, ίνα, εκ του σύνεγγυς βλέποντες τα πράγματα, σκεφθούν αμέσως τι συνέφερε να πράξουν. Οι άρχοντες ανεγνώρισαν μεν το αδύνατον του να συντρέξουν τους πολεμιστάς των, δεν ηθέλησαν όμως να τους αφήσουν να αποθάνουν της πείνης ή να καταβληθούν υπό του πλήθους· έκριναν λοιπόν ότι προτιμότερον ήτο να συνομολογήσουν με τους στρατηγούς των Αθηναίων ανακωχήν μόνον ως προς την Πύλον, εάν συγκατετίθεντο να στείλουν εις τας Αθήνας πρέσβεις προς συμβιβασμόν και να προσπαθήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον να ελευθερώσουν τους πολεμιστάς των.
16. Ότε δε εδέχθησαν οι στρατηγοί την πρότασιν ταύτην, συνωμολογήθη η ανακωχή υπό τους εξής όρους. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι να φέρουν εις την Πύλον και να παραδώσουν εις τους Αθηναίους τα πλοία μετά των οποίων είχον ναυμαχήσει καθώς και όλα τα μακρά πλοία όσα ευρίσκοντο εις την Λακωνικήν, και να απέχουν κάθε επιθέσεως εναντίον του τειχίσματος είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης· οι δε Αθηναίοι να επιτρέπουν εις τους εν τη νήσω αποκλεισμένους άνδρας ωρισμένην ποσότητα σίτου αλεσμένου, ήτοι δύο χοίνικας Αττικάς αλεύρου δι' έκαστον, δύο κοτύλας οίνου και κρέας, εις έκαστον δε υπηρέτην τα μισά εκ τούτων· αι αποστολαί αύται ώφειλον να γίνουν υπό τα όμματα των Αθηναίων και κανέν πλοίον να μη εισπλεύση κρυφά· να φυλάττουν δε και την νήσον οι Αθηναίοι χωρίς όμως να αποβιβασθούν εις αυτήν και να απέχουν κάθε επιθέσεως κατά του Πελοποννησιακού στρατού είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Εις την ελαχίστην δε παραβίασιν, η οποία ήθελε γίνει υπό του ενός ή υπό του άλλου, η ανακωχή διελύετο. Έμελλε δε αύτη να διαρκέση μέχρις ου επανέλθουν εκ των Αθηνών οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, τους οποίους υπεχρεούντο να αποστείλουν οι Αθηναίοι διά πολεμικού πλοίου και να τους επαναφέρουν. ’μα δε τη επιστροφή των η ανακωχή ήθελε παύσει και οι Αθηναίοι ώφειλαν να παραδώσουν τα πλοία εις την κατάστασιν εις την οποίαν τα είχον παραλάβει. Και η μεν ανακωχή έγινεν υπό τοιούτους όρους και παρεδόθησαν πλοία περί τα εξήκοντα· οι δε πρέσβεις ελθόντες εις τας Αθήνας είπον ταύτα.
17. « Οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς, ω Αθηναίοι, διά να διαπραγματευθώμεν μαζί σας περί των ευρισκομένων εις την νήσον ανδρών και να σας πείσωμεν να πράξετε εκείνο, το οποίον και εις σας θα είναι ωφέλιμον, και εις ημάς αξιοπρεπές εις την παρούσαν ημών συμφοράν. Δεν παραβαίνομεν δε τας συνηθείας μας, εάν σήμερον μακρύνωμεν τον λόγον, διότι το αξίωμά μας είναι να ομιλώμεν ολίγα, όπου δεν χρειάζονται πολλά, και να λέγωμεν πολλά, όταν παρουσιάζεται περίστασις να πράττωμεν το καθήκον μας ερμηνεύοντες διά λόγων μακροτέρων κάθε σπουδαίαν υπόθεσιν. Ακούσατε λοιπόν τους λόγους τούτους όχι ως παρά πολεμίων λεγομένους, μηδέ ως διδασκαλίαν γινομένην προς ασυνέτους, αλλά μάλλον ως υπενθύμισιν διδομένην προς άνδρας συνετούς, όπως σκεφθούν καλώς. Εις την εξουσίαν σας απόκειται το να μεταχειρισθήτε την παρούσαν ευτυχίαν προς το συμφέρον σας διατηρούντες όσα κατέχετε και προσλαμβάνοντες τιμήν και δόξαν. Μη μιμηθήτε τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι ευτυχήσαντες απροσδοκήτως δεν έχουν πλέον όριον εις την φιλοδοξίαν των. ’νθρωποι, πού καθώς σεις και ημείς εδοκιμάσαμεν πόσον η τύχη είναι ασταθής, έχουν δικαίωμα και καθήκον να δυσπιστούν προς αυτήν.
18. » Διά να πεισθήτε, αρκεί να ρίψετε έν βλέμμα εις τας παρούσας ημών συμφοράς. Ημείς, οι οποίοι απολαύομεν πλείστης υπολήψεως μεταξύ των Ελλήνων, ερχόμεθα να ζητήσωμεν από σας εκείνο, το οποίον προ ολίγου ενομίζαμεν ότι ημείς μάλλον ήμεθα κύριοι να δώσωμεν. Και μόλον τούτο επάθαμεν αυτό ούτε ένεκα στερήσεως δυνάμεως ούτε υπερηφανευθέντες διά την αύξησιν αυτής, αλλ' επειδή, την αυτήν έχοντες πάντοτε δύναμιν, ηπατήθημεν εις τας σκέψεις μας, όπως τούτο δύναται να συμβή εις πάντας. Δεν πρέπει λοιπόν και σεις, ένεκα της δυνάμεως της πόλεώς σας και του μεγέθους των προσφάτων επιτυχιών σας, να πιστεύσετε ότι η ευτυχία θα σας είναι πάντοτε σύντροφος. Φρόνιμοι είναι οι εξασφαλίζοντες τας αμφιβόλους ευτυχίας, οι προς τας συμφοράς συνετώτερον αντέχοντες, και οι γνωρίζοντες ότι δεν δύνανται να μακραίνουν ή να παρατείνουν κατ' αρέσκειαν τον πόλεμον, αλλ' ότι αι περιστάσεις οδηγούν αυτούς· οι δε τοιούτοι εις ολιγώτερα περιπίπτουν σφάλματα, διότι δεν επαίρονται βασιζόμενοι εις την κατά τον πόλεμον επιτυχίαν των και συμβιβάζονται προς τους εχθρούς εις αυτήν την ακμήν της ευτυχίας των. Τούτο είναι έντιμον, ω Αθηναίοι, να πράξετε σήμερον προς ημάς, ίνα μη βραδύτερον αποδοθούν εις την τύχην και αι μέχρι τούδε επιτυχίαι σας, εάν μη πειθόμενοι πράξετε σφάλματα (εις τα οποία πολλά όντα ενδέχεται να περιπέσετε), ενώ δύνασθε να καταλίπετε εις τους μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν ανδρείας και ευβουλίας.
19. » Οι δε Λακεδαιμόνιοι σας προσκαλούν να συνθηκολογήσετε και να διαλύσετε τον πόλεμον, προσφέροντες μεν εις σας ειρήνην, συμμαχίαν και κάθε φιλίαν και οικειότητα προς αλλήλους να υπάρχη· αντί τούτων δε ζητούν τους εν τη νήσω άνδρας, νομίζοντες ότι είναι προτιμότερον εις αμφοτέρους ημάς να μη διατρέξωμεν πλέον άλλους κινδύνους είτε διαφύγουν οι άνδρες ούτοι διά της βίας ωφελούμενοι από κάποιαν ευνοϊκήν περίστασιν είτε, στενώς πολιορκηθέντες, περιέλθουν περισσότερον εις την εξουσίαν σας παρ' ό,τι τώρα. Και έχομεν την γνώμην ότι αι μεγαλύτεραι έχθραι διαλύονται βεβαιότερα όχι όταν ανταμυνόμενος κανείς και νικών κατά το πλείστον εις τον πόλεμον αναγκάζη αυτόν δι' όρκων και μη θέλοντα εις συνθήκας αδίκους, αλλ' όταν, δυνάμενος να πράξη τούτο μετ' επιεικείας, και υπερτερών κατά την γενναιότητα την προσδοκίαν του εχθρού, συμβιβάζεται μετ' αυτού με μετρίους όρους. Τότε ο εχθρός ούτος, οφείλων να μη εκδικηθή ως βιασθείς, αλλά ν' αποδώση την ευεργεσίαν, αισχύνεται και εμμένει προθυμότερον εις τας συνθήκας· άλλως οι άνθρωποι δεικνύουν μετριοπάθειαν μάλλον προς τους μεγαλυτέρους εχθρούς των παρά προς εκείνους, μετά των οποίων έχουν μετρίας διενέξεις. Εις εκείνους οι οποίοι έκαμαν θεληματικάς παραχωρήσεις είναι φυσικόν να ενδίδη κανείς με πλειοτέραν ευχαρίστησιν, ενώ προς τους μεγαλαυχούντας ανθίσταται εναντίον του ορθού λόγου.
20. » Εις ημάς δε η συμφιλίωσις είναι εκατέρωθεν είπερ ποτέ καλή, πριν μας επέλθη καμμία παρεμπεσούσα ανεπανόρθωτος βλάβη εις το μέσον, διότι τότε αναγκαίως μαζί με την κοινήν να έχετε και την ιδιαιτέραν ημών αιωνίαν έχθραν, και να στερηθήτε εκείνο, το οποίον σας προσκαλούμεν να δεχθήτε σήμερον. Ας διαλλαγώμεν ενόσω ακόμη μένουν αναποφάσιστοι τα εις την Σφακτηρίαν πράγματα και δύνασθε να εξασφαλίσετε την δόξαν σας και την φιλίαν μας· ενώ ημείς, πριν πάθωμεν τίποτε αισχρόν, δυνάμεθα να υποστώμεν μετρίαν ποινήν. Ας προτιμήσωμεν αμφότεροι την ειρήνην αντί του πολέμου και ας δώσωμεν ανάπαυσιν μετά τοσαύτα παθήματα εις τους άλλους Έλληνας, οι οποίοι και κατά την περίστασιν ταύτην θα σας νομίσουν ως κυριοτέρους αιτίους του ευεργετήματος τούτου· διότι ευρίσκονται εις πόλεμον χωρίς να γνωρίζουν τις πρώτος ήρχισεν αυτόν όταν δε επέλθη κατάπαυσις του πολέμου, πού σήμερον εξαρτάται από σας μάλλον, τότε προς σας θα χρεωστούν χάριν. Εάν πεισθήτε, θα καταστήσετε τους Λακεδαιμονίους βέβαιους φίλους, διότι αυτοί οι ίδιοι σας προσκαλούν ελπίζοντες ότι μάλλον θα χαρισθήτε ή θα μεταχειρισθήτε βίαν. Σκεφθήτε πόσα καλά δύνανται να προέλθουν εκ της συμφιλιώσεως ταύτης, διότι όταν ημείς έχωμεν ομόνοιαν οι άλλοι Έλληνες, οι οποίοι είναι υποδεέστεροι, θα σέβωνται τα υφ' ημών οριζόμενα».
21. Οι μεν λοιπόν Λακεδαιμόνιοι τοσαύτα είπον νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι προηγουμένως διατεθειμένοι προς συμβιβασμόν, όστις ένεκα της εναντιώσεως των Λακεδαιμονίων είχεν αποτύχει, ήθελαν μετά προθυμίας δεχθή την προσφερομένην ειρήνην και ήθελαν αποδώσει τους εν τη νήσω άνδρας. Αλλ' οι Αθηναίοι, έχοντες αυτούς αποκλεισμένους, επίστευαν ότι ήσαν κύριοι να κλείσουν ειρήνην ότε ήθελον, και τούτου ένεκα ηύξανεν η πλεονεξία των. Προ πάντων δε ηρέθιζεν αυτούς ο Κλέων του Κλεαινέτου, δημαγωγός της εποχής εκείνης και εις τον οποίον μεγάλως επείθετο το πλήθος· τους έπεισε λοιπόν να αποκριθούν ότι έπρεπε πρώτον να παραδοθούν και να κομισθούν εις τας Αθήνας οι εν τη νήσω άνδρες και τα όπλα, μετά δε την αφιξίν των να αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα, και την Αχαΐαν, τας οποίας έλαβον ουχί δικαιώματι πολέμου αλλά διά προηγουμένης συνθήκης, εις την οποίαν οι Αθηναίοι είχαν ενδώσει κατόπιν συμφορών και ότε η ειρήνη ήτο δι' αυτούς μάλλον αναγκαία· μόνον υπό τους όρους τούτους έστεργον να αποδώσουν τους άνδρας και να κάμουν ειρήνην, της οποίας αμφότεροι ήθελον προσδιορίσει την διάρκειαν.
22. Οι δε πρέσβεις ουδεμίαν αντίρρησιν έκαμαν εις την απόκρισιν ταύτην, αλλ' εζήτησαν να εκλεχθώσι σύνεδροι, οι οποίοι να συζητήσουν ησύχως μετ' αυτών τα διάφορα άρθρα και να παραδεχθούν εκείνα, εις τα οποία αμφότεροι ήθελον συμφωνήσει. Εις την πρότασιν όμως ταύτην ο Κλέων είπε μετά πλειοτέρας βιαιότητας ότι ήξευρε μεν και πρότερον ότι οι Λακεδαιμόνιοι ουδένα καλόν σκοπόν είχον, αλλά τώρα εγίνετο τούτο καταφανές, αφού ηρνούντο να εξηγηθούν ενώπιον του πλήθους και ήθελαν να συζητήσουν εις συνέλευσιν η οποία ν' αποτελήται από ολίγους μόνον άνδρας. Τους προσεκάλεσε λοιπόν, εάν οι σκοποί των ήσαν ειλικρινείς, να τους εκθέσουν επί παρουσία όλων. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι ήτον αδύνατον να ομιλήσουν ενώπιον του πλήθους, μολονότι ήθελαν ένεκα των συμφορών των να κάμουν υποχωρήσεις, επί τω φόβω όμως μήπως συκοφαντηθούν εις τους συμμάχους ότι ωμίλησαν και δεν εισηκούσθησαν, και προϋποθέτοντες άλλως ότι οι Αθηναίοι δεν θα συγκατετίθεντο με μετρίους όρους, ανεχώρησαν εξ Αθηνών άπρακτοι.
23. Κατά την επιστροφήν των ευθύς διελύθη η ανακωχή της Πύλου, και οι Λακεδαιμόνιοι απήτουν τα πλοία των, όπως είχον συμφωνήσει· αλλ' οι Αθηναίοι, προφασιζόμενοι ότι επετέθησαν κατά του τειχίσματος παρά τα συμφωνηθέντα και ότι έπραξαν και άλλας τινάς ασημάντους παραβιάσεις, δεν τα απέδωκαν και επέμεναν ότι η ανακωχή εθεωρείτο διαλυθείσα εις την ελαχίστην οιανδήποτε παραβίασιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι αντέλεγαν ελέγχοντες αυτούς ότι κατεκράτουν αδίκως τα πλοία, και απήλθον, διά ν' αρχίσουν εκ νέου τας εχθροπραξίας. Αμφότεροι λοιπόν ήρχισαν να πολεμούν με όλας τας δυνάμεις των περί την Πύλον. Και οι μεν Αθηναίοι περιέπλεον δι' όλης της ημέρας την νήσον μετά δύο πλοίων διασταυρουμένων, κατά δε την νύκτα όλα τα πλοία περιεκύκλουν την νήσον, όχι όμως και το προς το πέλαγος μέρος, ότε έπνεεν άνεμος· είχον δε έλθει εξ Αθηνών προς φύλαξιν της νήσου είκοσι πλοία, ώστε όλος ο στόλος συνέκειτο ήδη εξ εβδομήκοντα πολεμικών πλοίων· οι δε Πελοποννήσιοι, εστρατοπεδευμένοι εις την ήπειρον και προσβάλλοντες το τείχος, επερίμενον κατάλληλον περίστασιν να σώσουν τους συμπολεμιστάς των.
24. Εν τούτοις οι εις την Σικελίαν Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι, ενώσαντες με τα πλοία τα οποία εφρούρουν την Μεσσήνην εκείνα τα οποία είχαν παρασκευάσει, ήρχισαν εκ της πόλεως ταύτης να κάμουν πολεμικάς επιδρομάς. Ηρέθιζον δε αυτούς προ πάντων οι Λοκροί διά το μίσος το οποίον είχον κατά των Ρηγίνων, εισελθόντες πανδημεί και αυτοί εις το Ρήγιον. Ήθελον δε οι Συρακούσιοι, να αποπειραθούν και ναυμαχίας· βλέποντες ότι οι Αθηναίοι ολίγα μόνον πλοία είχον παρόντα, και ηξεύροντες ότι τα πλειότερα τα οποία έμελλον να φθάσουν επολιόρκουν την Σφακτηρίαν. Ήλπιζον ότι νικώντες άπαξ κατά θάλασσαν ευκόλως ήθελαν υποτάξει το Ρήγιον, προσβάλλοντες αυτό διά πεζού στρατού και πλοίων, και αυξήσει ούτω την δύναμίν των· διότι ένεκα της μικράς αποστάσεως, η οποία υπήρχε μεταξύ του εν Ιταλία Ρηγίου και της εν Σικελίω Μεσσήνης, οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να προσορμίζωνται εκεί και να είναι κύριοι του πορθμού. Πορθμός δε είναι η μεταξύ Ρηγίου και Μεσσήνης θάλασσα, εις το μέρος όπου η Σικελία προσεγγίζει πλειότερον προς την ήπειρον καλείται Χάρυβδις και λέγουν ότι την διήλθεν ο Οδυσσεύς. Ένεκα δε της στενότητος αυτού τα ύδατα της Τυρρηνικής και της Σικελικής θαλάσσης, εισπίπτοντα μεθ' ορμής, κάμνουν ρεύματα, ώστε δικαίως ενομίσθη επικίνδυνος.
25. Εντός τούτου λοιπόν του στενού οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι μετά πλοίων ολίγω περισσοτέρων των τριάκοντα ηναγκάσθησαν περί την δύσιν του ηλίου να ναυμαχήσουν εξ αιτίας ενός πλοίου διαβαίνοντος, προχωρήσαντες εναντίον δεκαέξ πλοίων των Αθηναίων και οκτώ των Ρηγίνων. Νικηθέντες όμως υπό των Αθηναίων απέπλευσαν γρήγορα και όπως ηδυνήθη έκαστος εις τα στρατόπεδα τους, εις Μεσσήνην και εις Ρήγιον, χάσαντες έν πλοίον, και η μάχη διήρκεσε μέχρι νυκτός. Μετά δε τούτο οι μεν Λοκροί απήλθον εκ της χώρας των Ρηγίνων, τα δε πλοία των Συρακουσίων και των συμμάχων συναθροισθέντα εις την Πελωρίδα της Μεσσήνης προσωρμίσθησαν εκεί παρόντος και του πεζού στρατού. Οι Αθηναίοι και Ρηγίνοι επλησίασαν, και βλέποντες τα πλοία κενά ώρμησαν κατ' αυτών, αλλ' απώλεσαν μίαν ναυν υπό σιδηράς αρπάγης (χειρός) συλληφθείσαν, της οποίας το πλήρωμα εσώθη κολυμβών. Έπειτα, ενώ οι Συρακούσιοι εισελθόντες εις τα πλοία έσυρον αυτά διά σχοινιών και έπλεον κοντά εις την παραλίαν, διά να φθάσουν εις την Μεσσήνην, προσεβλήθησαν πάλιν υπό των Αθηναίων· αλλ' ο στόλος των Συρακουσίων απομακρυνθείς της παραλίας και ορμήσας κατ' αυτών εκυρίευσε και άλλο πλοίον. Εις τον διάπλουν και την ναυμαχίαν ταύτην τοιουτοτρόπως γενομένην οι Συρακούσιοι ουδεμίαν ελάττωσιν υποστάντες έφθασαν εις τον εν τη Μεσσήνη λιμένα. Και οι μεν Αθηναίοι, ειδοποιηθέντες ότι η Καμαρίνα επροδόθη εις τους Συρακουσίους υπό του Αρχίου και των μετ' αυτού, έπλευσαν εκεί· οι δε Μεσσήνιοι εν τούτω τω μεταξύ πανδημεί διά ξηράς και διά θαλάσσης εστράτευσαν κατά της Νάξου της Χαλκιδικής, η οποία ήτο όμορος. Την πρώτην ημέραν κλείσαντες τους Ναξίους εις τα τείχη των ελεηλάτουν την χώραν, την επομένην δε διά μεν των πλοίων περιπλεύσαντες τον Ακεσίνην ποταμόν ελεηλάτουν τους αγρούς, διά δε του πεζικού στρατού εισέβαλαν εις την πόλιν. Αλλά κατά το διάστημα τούτο πολλοί Σικελοί κατέβαιναν από τα ύψη, διά να την βοηθήσουν κατά των Μεσσηνίων. ’μα είδον αυτούς οι Νάξιοι, ενεθαρρύνθησαν και, παροτρυνόμενοι αμοιβαίως με την ιδέαν ότι οι Λεοντίνοι και οι άλλοι Έλληνες σύμμαχοι έρχονται να τους βοηθήσουν, εξέρχονται αίφνης εκ της πόλεως και επιπίπτουν κατά των Μεσσηνίων· τρέψαντες αυτούς εις φυγήν εφόνευσαν υπέρ τους χιλίους, οι δε λοιποί μόλις και μετά βίας εσώθησαν διότι οι βάρβαροι επιπεσόντες εις τας οδούς κατέστρεφαν τους πλείστους. Και τα πλοία τα προσορμισθέντα εις την Μεσσήνην διελύθησαν ύστερον και καθείς επέστρεφεν εις τα ίδια. Ευθύς δε οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοι εξεστράτευσαν μετά των Αθηναίων κατά της Μεσσήνης, νομίζοντες αυτήν εξησθενημένην. Και προσβαλόντες αυτήν οι μεν Αθηναίοι έκαμναν αποπείρας διά των πλοίων προς το μέρος του λιμένος, ο δε πεζός στρατός προς το μέρος της πόλεως. Οι Μεσσήνιοι καί τινες Λοκροί υπό τον Δημοτέλην, οίτινες μετά το πάθημα είχαν μείνει ως φρουροί, εξελθόντες και επιπεσόντες αιφνιδίως, έτρεψαν εις φυγήν το πλείστον μέρος του στρατεύματος των Λεοντίνων και εφόνευσαν πολλούς. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι και αποβάντες εκ των πλοίων εβοήθουν, επέπεσαν δε κατά των εν αταξία ευρισκομένων Μεσσηνίων και κατεδίωξαν αυτούς μέχρι της πόλεως. Έπειτα έστησαν τρόπαιον και ανεχώρησαν εις το Ρήγιον. Μετά ταύτα δε οι εν τη Σικελία Έλληνες εξηκολούθησαν πολεμούντες αναμεταξύ των διά ξηράς και διά θαλάσσης χωρίς την συνδρομήν των Αθηναίων.
26. Εις δε την Πύλον οι Αθηναίοι εξηκολούθουν πολιορκούντες τους εν τη νήσοι Λακεδαιμονίους, ενώ το εις την αντικρύ ξηράν στρατόπεδον των Πελοποννησίων έμενεν εις τας θέσεις του. Η φρούρησις όμως της νήσου ήτον επίπονος διά τους Αθηναίους ένεκα της ελλείψεως τροφίμων και ύδατος· διότι μία μόνον κρήνη υπήρχεν εις την ακρόπολιν της Πύλου, και αύτη όχι μεγάλη· διά τούτο οι περισσότεροι σκάπτοντες οπάς εις την χαλικώδη παραλίαν έπιναν τοιούτον δήθεν πόσιμον ύδωρ. Εις μικρόν χώρον στρατοπεδευμένοι, υπέκειντο εις πολλάς στερήσεις· επειδή δε δεν υπήρχεν όρμος διά τα πλοία, μέρος των πληρωμάτων μετέβαινεν εις την ξηράν και επρομηθεύετο, ενώ το άλλο έμενεν εις το πέλαγος. Προ πάντων όμως τους έφερεν εις πλείστην αθυμίαν η παρά πάσαν προσδοκίαν χρονοτριβή, διότι κατ' αρχάς είχαν πιστεύσει ότι έφθαναν ολίγαι ημέραι, διά να υποτάξουν ανθρώπους πολιορκουμένους εις νήσον έρημον και πίνοντας αλμυρόν ύδωρ. Την παράτασιν δε ταύτην επέτυχαν οι Λακεδαιμόνιοι προσφέροντες πολλήν χρηματικήν αμοιβήν εις καθένα, που ήθελε φέρει εις την νήσον άλευρον, οίνον, τυρόν και κάθε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τους πολιαρκουμένους, και υποσχόμενοι την ελευθερίαν εις κάθε είλωτα, ο οποίος ήθελεν εισαγάγει τοιαύτα είδη. Πολλοί λοιπόν, ιδίως δε οι είλωτες, εισήγον τοιαύτα με κίνδυνον της ζωής των· ανεχώρουν δε εξ όλων των μερών της Πελοποννήσου και επλησίαζαν νύκτα εις τα προς το πέλαγος μέρη της νήσου, προ πάντων όμως έπραττον τούτο, ότε έπνεεν ο άνεμος εκ του πελάγους, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα την προσοχήν των πολεμικών πλοίων, τα οποία δεν ηδύναντο να περιπλέουν την νήσον ένεκα της τρικυμίας, ενώ ούτοι αψήφιστα επεχείρουν να προσεγγίσουν· έρριπτον δε τα πλοία εις την ξηράν βέβαιοι ότι ήθελαν αποζημιωθή διά την απώλειαν αυτών· υπήρχον άλλως οπλίται φυλάττοντες όλα τα ευπρόσιτα μέρη της νήσου. Όσοι όμως εισέπλεαν εις καιρόν γαλήνης συνελαμβάνοντο. Εισήρχοντο δε εις τον λιμένα δύται κολυμβηταί σύροντες διά καλωδίου ασκούς περιέχοντας μήκωνας διατηρημένους με μέλι και λινόσπορον τριμμένον. Και κατ' αρχάς μεν επερνούσαν απαρατήρητοι, ύστερον όμως επετηρούντο. Εκατέρωθεν δε κάθε μέσον εφεύρισκον, οι μεν διά να εισαγάγουν τρόφιμα, οι δε διά να εμποδίσουν την εισαγωγήν.