Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος
Part 4
54. » Παρέχοντες όμως προς υπεράσπισίν μας δικαιολογίας ως προς τας διενέξεις ημών προς τους Θηβαίους και προς σας τους άλλους Έλληνας θέλομεν κάμει υπόμνησιν των αγαθών πράξεων ημών και θέλομεν προσπαθήσει να σας πείσωμεν. Αποκρινόμεθα λοιπόν προς την βραχείαν εκείνην επερώτησιν. «Εάν κατά τον παρόντα πόλεμον προσεφέραμεν καμμίαν εκδούλευσιν εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους»· εάν μεν μας ερωτάτε ως εχθρούς, δεν πρέπει να εύρετε κακόν ότι δεν σας παρέσχομεν καμμίαν υπηρεσίαν, εάν δε μας νομίζετε φίλους, τον εαυτόν σας μάλλον να κατηγορήσετε, διότι ήλθατε να μας πολεμήσετε. Ως προς δε την διαγωγήν ημών εν καιρώ ειρήνης και εν καιρώ του πολέμου κατά του Μήδου, αύτη υπήρξεν άμεμπτος· και την μεν ειρήνην δεν διελύσαμεν ημείς πρώτοι, κατά δε τον μηδικόν πόλεμον μόνοι ημείς εκ των Βοιωτών επολεμήσαμεν διά την ελευθερίαν της Ελλάδος. Μολονότι ηπειρώται, εναυμαχήσαμεν εις το Αρτεμίσιον, και κατά την μάχην την γενομένην εις την χώραν μας ηνώθημεν μαζί με σας και τον Παυσανίαν· δεν υπάρχει δε κίνδυνος απειλήσας κατ' εκείνην την εποχήν τους Έλληνας εις τον οποίον να μη μετέσχομεν περισσότερον των δυνάμεών μας. Ως προς σας δε ιδίως, ότε ο σεισμός περιέζωσε την Σπάρτην και απεχώρησαν εις την Ιθώμην οι αποστατήσαντες Είλωτες, ημείς επέμψαμεν εις βοήθειαν σας το έν τρίτον του στρατού μας· τοιαύται υπηρεσίαι δεν πρέπει να λησμονώνται.
55. »Και κατά μεν τας παλαιάς και κρισίμους εκείνας περιστάσεις τοιούτοι εφάνημεν, ύστερον όμως εγενόμεθα εχθροί. Τούτου αίτιοι είσθε σεις, διότι, ότε, εζητήσαμεν την συμμαχίαν σας ότε μας προσέβαλον διά της βίας οι Θηβαίοι, σεις μας απεκρούσατε ειπόντες να αποταθώμεν προς τους Αθηναίους υπό την πρόφασιν ότι ούτοι είναι πλησίον, σεις δε πολύ μακράν. Και κατά μεν τον πόλεμον τούτον ούτε επάθετε ούτε εκινδυνεύσατε να πάθητε τίποτε υφ' ημών. Εάν δε δεν ηθελήσαμεν να αποσπασθώμεν από τους Αθηναίους, καθώς μας εσυμβουλεύσατε, η διαγωγή μας δεν ήτο άδικος, διότι και οι Αθηναίοι εβοήθησαν ημάς εναντίον των Θηβαίων, ότε σεις ηρνήθητε να μας βοηθήσετε. Ήθελεν είσθαι αισχρόν να τους προδώσωμεν προ πάντων ότε, αφού εδέχθημεν τας ευεργεσίας των, εισήλθομεν εις την συμμαχίαν των, ζητήσαντες αυτήν, και μετέσχομεν του δικαιώματος της ισοπολιτείας. Είχομεν λοιπόν καθήκον να ακολουθώμεν προθύμως τας διαταγάς των. Εις τας διαταγάς, τας οποίας δίδετε ως ηγεμόνες οι μεν ή οι δε εις τους συμμάχους σας, εάν υπάρχη τι αξιοκατάκριτον, δεν πταίουν οι ακολουθούντες αλλ' οι αρχηγούντες, οι οποίοι δεν οδηγούσιν ορθώς.
56. » Οι δε Θηβαίοι πολλάς και άλλας αδικίας έπραξαν προς ημάς, την δε τελευταίαν γνωρίζετε σεις, διότι ένεκα ταύτης πάσχομεν ταύτα σήμερον. Εισήλθον εις την πόλιν μας εν καιρώ ειρήνης και εις ημέραν εορτής, δικαίως λοιπόν τους ετιμωρήσαμεν σύμφωνα με τον κοινώς ανεγνωρισμένον νόμον, όστις καθιεροί το δικαίωμα να απωθή τις τον επερχόμενον πολέμιον, και δεν είναι δίκαιον να μας τιμωρήσετε σήμερον χάριν αυτών. Εάν θεωρήσετε το δίκαιον αποβλέποντες εις το προσωρινόν συμφέρον σας και την έχθραν εκείνων, θέλετε φανή ότι είσθε όχι αληθείς κριταί του ορθού, αλλά μάλλον δούλοι του συμφέροντος. Εν τούτοις, εάν οι Θηβαίοι σας φαίνωνται χρήσιμοι σήμερον, ημείς όμως και οι άλλοι Έλληνες υπήρξαμεν πολύ περισσότερον άλλοτε, ότε διετρέχετε μεγαλύτερον κίνδυνον· αλλά κατ' εκείνον τον καιρόν, ότε ο βάρβαρος έφερε πανταχού την δουλείαν, οι Θηβαίοι ήσαν μετ' αυτού. Δίκαιον λοιπόν είναι εις το σημερινόν σφάλμα, εάν τωόντι εσφάλομεν, να αντισταθμίσετε την τότε προθυμίαν. Θα εύρετε δε ταύτην σχετικώς μεγαλυτέραν και εις περιστάσεις, κατά τας οποίας ήτο σπάνιον μεταξύ των Ελλήνων να αντιτάξη τις ανδρείαν κατά της δυνάμεως του Ξέρξου. Τότε επηνούντο μάλλον οι μη πράττοντες ακινδύνως τα συμφέροντα εις αυτούς ως προς την έφοδον των βαρβάρων, και εκουσίως αψηφούντες τους κινδύνους χάριν του καλού. Απ' αυτούς όντες και ημείς και τιμηθέντες άλλοτε διά των πρώτων τιμών φοβούμεθα σήμερον μήπως χαθώμεν, διότι ηκολουθήσαμεν τας αυτάς αρχάς προτιμήσαντες τους Αθηναίους χάριν της δικαιοσύνης μάλλον παρά εκ συμφέροντος. Εν τούτοις πρέπει να έχετε την αυτήν γνώμην περί των αυτών, και να μη νομίσετε ότι το συμφέρον είναι άλλο τι παρά το να δύνασθε να συμβιβάζετε την εκάστοτε ωφέλειάν σας με την σταθεράν ευγνωμοσύνην των συμμάχων.
57. »Σκεφθήτε επίσης ότι παρά των πλείστων Ελλήνων νομίζεσθε ως παράδειγμα αρετής· εάν εκφέρετε καθ' ημών άδικον απόφασιν (η δε δίκη δεν δύναται να δικασθή αφανώς, διότι και οι κρίνοντες είναι επαινούμενοι και οι κρινόμενοι αξιόμεμπτοι), προσέξατε μήπως απαρέση εις τους Έλληνας να καταδικασθούν άνδρες ανδρείοι υπό ανδρών ακόμη πλέον ανδρείων και ανατεθούν εις τα κοινά ιερά τα εκ των πτωμάτων λάφυρα ημών των ευεργετών της Ελλάδος. Θα φανή τρομερόν ότι σεις οι Λακεδαιμόνιοι επορθήσατε την Πλάταιαν, την οποίαν οι μεν πατέρες σας ως μαρτύριον ανδρείας ανέγραψαν εις τον εν Δελφοίς τρίποδα, σεις δε εξηφανίσατε σύρριζα από όλον το ελληνικόν χάριν των Θηβαίων. Ιδού λοιπόν εις ποίον σημείον συμφοράς περιήλθομεν ημείς, οι οποίοι, και οι Μήδοι εάν ενίκων, θα κατεστρεφόμεθα και σήμερον νικώμεθα υπό των Θηβαίων εμπρός εις σας, οι οποίοι άλλοτε ήσθε φίλτατοι. Δύο τρομερούς αγώνας υπέστημεν· προ μικρού μεν εκινδυνεύσαμεν να αποθάνωμεν υπό πείνης, εάν δεν παρεδίδομεν την πόλιν, τώρα δε να καταδικασθώμεν εις θάνατον, και εξ όλων των Ελλήνων ημείς οι Πλαταιείς οι τοσούτον πρόθυμοι εις το να συντρέχωμεν τους Έλληνας υπεράνω των δυνάμεων μας, ημείς μόνοι παρηγκωνίσθημεν και κατηντήσαμεν να εγκαταλειφθώμεν έρημοι και αβοήθητοι· ουδείς εκ των τότε συμμάχων μας ωφελεί, φοβούμεθα δε ότι και σεις, ω Λακεδαιμόνιοι, η μόνη ελπίς, ουδεμίαν βοήθειαν θέλετε μας παράσχει.
58. » Σας ικετεύομεν εν ονόματι των θεών των εφόρων της ημετέρας συμμαχίας και εν ονόματι της αφοσιώσεως ημών προς τους Έλληνας να καμφθήτε και να μεταβάλετε την απόφασιν την οποίαν εσχηματίσατε πεισθέντες εις τους Θηβαίους, και σας παρακαλούμεν να απαιτήσετε και σεις την χάριν να μη φονεύσετε εκείνους τους οποίους δεν αρμόζει εις σας να φονεύσετε· απολαύσατε έντιμον ευγνωμοσύνην αντί ατίμου, και μη επισύρετε εναντίον σας δυσφημίαν, διά να αρέσητε εις τους άλλους· μία στιγμή αρκεί, διά να εξαφανίση τα σώματα ημών, είναι όμως επίπονον να εξαλείψετε την δυσφημίαν από την πράξιν αυτήν. Ημείς τους οποίους θα τιμωρήσετε δεν είμεθα εχθροί, διότι τότε θα ήτο δίκαιον, αλλά φίλοι, οι οποίοι εξ ανάγκης σας επολέμησαν. Χαρίζοντες εις ημάς την ζωήν θέλετε πράξει όσιον έργον. Ενθυμηθήτε ότι παρεδόθημεν εκουσίως τείνοντες προς σας ικέτιδας χείρας (ο δε καθιερωμένος νόμος εις τους Έλληνας απαγορεύει να φονεύωνται ικέται), και προσέτι εγενόμεθα ευεργέται σας εις κάθε περίστασιν. Αποβλέψατε εις τους τάφους των πατέρων σας, τους οποίους φονευθέντας υπό των Μήδων και ταφέντας εις την ημετέραν γην, ετιμώμεν κατ' έτος δημοσία προσφέροντες και τας εν χρήσει θυσίας και τας απαρχάς όλων των ημετέρων καρπών, ευνοϊκοί προς άνδρας εκ φιλικής χώρας καταγομένους και σύμμαχοι προς αρχαίους συμπολεμιστές. Τούτων θέλετε πράξει σεις τα εναντία, εάν εκφέρετε άδικον απόφασιν. Σκεφθήτε καλώς· ο Παυσανίας έθαψεν αυτούς ενταύθα νομίζων ότι τους απέθετε και εις γην φιλικήν και πλησίον φίλων· σεις δε, εάν μας φονεύσετε και την χώραν των Πλαταιών μεταβάλετε εις χώραν των Θηβών, τι άλλο θα πράξετε παρά θα εγκαταλείψετε τους πατέρας σας και τους συγγενείς σας εις γην πολεμίαν και πλησίον των φονέων των, και θα τους στερήσετε των τιμών, τας οποίας έχουν σήμερον ; Προς τούτοις και την γην, εις την οποίαν ηλευθερώθησαν οι Έλληνες, θα την καταστήσετε υπόδουλον, και τους ναούς των θεών, τους οποίους επικαλεσθέντες ενίκησαν τους Μήδους θέλετε ερημώσει, και θέλετε αφαιρέσει από τους ναούς τούτους τας θυσίας, τας οποίας εθέσπισαν οι ιδρυταί αυτών.
59. » Τοιαύτη διαγωγή, ω Λακεδαιμόνιοι, θα ήτον αναξία της δόξης σας, εναντία εις τα κοινά των Ελλήνων έθιμα, και υβριστική διά τους προγόνους σας· μη θυσιάσετε ημάς τους ευεργέτας ένεκα έχθρας, την οποίαν άλλοι μας έχουν, αλλά μάλλον φεισθήτε ημών και καμφθήτε υπό συμπαθείας συνετής. Λάβετε υπ' όψιν όχι μόνον την σπουδαιότητα της ποινής, την οποίαν θα υποστώμεν, αλλ' ότι θέλουν υποστή αυτήν άνδρες ωσάν ημείς και ότι δεν δύναται κανείς να προΐδη πότε και επάνω εις ποίον θα πέση η συμφορά, που δυνατόν να μη ήτο άξιος αυτής. Ημείς, όπως πρέπει εις δυστυχείς και όπως απαιτεί η ανάγκη, επικαλούμενοι τους θεούς τους τιμωμένους εις τους αυτούς και ομοίους βωμούς και κοινούς εις όλους τους Έλληνας ικετεύωμεν να σας πείσουν περί τούτων, συνάμα ζητούντες να μη λησμονήσετε ότι ενθυμούμενοι τους όρκους, τους οποίους ώμοσαν οι πατέρες σας, εγενόμεθα ικέται των πατρόων τάφων σας και επικαλούμενα τους αποθανόντας να μη δουλωθώμεν υπό των Θηβαίων μήτε να παραδοθώμεν εις εχθίστους, ενώ είμεθα φίλοι. Υπενθυμίζομεν προσέτι την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν μετ' εκείνων εδοξάσθημεν, ενώ η παρούσα μας απειλεί διά της εσχάτης τιμωρίας. Περαίνοντες τον λόγον, το οποίον είναι υποχρεωτικόν συνάμα, αλλά και φοβερόν διά τους εν τοιαύτη καταστάσει ευρισκομένους, επειδή και ο βίος συντελευτά συνήθως μετά του λόγου, λέγομεν τέλος, ότι δεν παρεδώσαμεν εις τους Θηβαίους την πόλιν ημών (διότι αντί τούτου προτιμότερος ο ελεεινότατος θάνατος ο διά του λιμού), αλλά προσήλθομεν εμπιστευθέντες εις σας. Είναι δίκαιον, εάν δεν πείσωμεν, να επανέλθωμεν εις την αυτήν θέσιν, εις την οποίαν ευρισκόμεθα προτερον και να μας αφήσετε την εκλογήν του κινδύνου. Σας εξορκίζομεν συγχρόνως, ω Λακεδαιμόνιοι, να μη παραδώσετε διά των ιδίων σας χειρών και εναντίον της πίστεώς σας τους ικέτας σας και προθυμοτάτους υπερασπιστάς της Ελλάδος Πλαταιείς εις τους Θηβαίους τους εχθροτάτους προς ημάς. Γενήτε μάλλον σωτήρες ημών και μη μας εξολοθρεύσετε καθ' ην στιγμήν αποδίδετε την ελευθερίαν εις τους άλλους Έλληνας ».
60. Ταύτα είπον οι Πλαταιείς, οι δε Θηβαίοι φοβηθέντες μήπως οι Λακεδαιμόνιοι καμφθώσι παρασυρόμενοι από τον λόγον τούτον επροχώρησαν λέγοντες ότι ήθελαν και αυτοί να ομιλήσουν, αφού, εναντίον της γνώμης, την οποίαν είχαν δώσει, επετράπη εις τους Πλαταιείς να παρατείνουν πέραν του δέοντος την απόκρισίν των εις την υποβληθείσαν ερώτησιν. ’μα δε εδόθη εις αυτούς η άδεια, είπαν τα εξής.
61. «Δεν θα εζητούμεν τον λόγον, εάν οι Πλαταιείς απεκρίνοντο με συντομίαν εις την ερώτησιν και εάν στρέφοντες τον λόγον εναντίον μας δεν κατηγόρουν ημάς· τέλος, εάν δεν έκαμναν μακράν και έξω του προκειμένου απολογίαν και δεν επήνουν εκείνα, τα οποία ουδείς εμέμφθη. Τούτο μας αναγκάζει τα μεν να αποκρούσωμεν, τα δε να εξελέγξωμεν, διά να μη ωφεληθούν μήτε από την κακίαν ημών μήτε από την ιδικήν των δόξαν και διά να δικάσετε, αφού ακούσετε τα αληθή περί αμφοτέρων. Η πρώτη αιτία, διά την οποίαν εχωρίσθημεν απ' αυτούς, είναι, διότι οι Πλαταιείς, αφού ημείς εγίναμεν κύριοι της Βοιωτίας και εκτίσαμεν την Πλάταιαν και άλλας πόλεις, εκ των οποίων εδιώξαμεν τους συμμίκτους λαούς, δεν κατεδέχοντο να κυβερνώνται υφ' ημών, όπως εσυμφωνήθη κατ' αρχάς, μόνοι δε μεταξύ των Βοιωτών παραβαίνοντες τα πάτρια, επειδή ηθελήσαμεν να τους σωφρονίσωμεν, ηνώθησαν με τους Αθηναίους και μετ' αυτών μας έβλαπταν πολύ, αλλά και ημείς τοις ανταπεδίδαμεν τα ίσα.
62. » Ότε δε ο βάρβαρος ήλθε κατά της Ελλάδος, λέγουν ότι αυτοί μόνοι δεν εμήδισαν (ετάχθησαν με τους Μήδους), και τούτου ένεκα προ πάντων αγάλλονται και μας χλευάζουν. Ημείς όμως δεν είπομεν ότι εμήδισαν, καθώς ούτε οι Αθηναίοι· αλλ' ότε βραδύτερον οι Αθηναίοι, τον αυτόν σκοπόν έχοντες ως οι Μήδοι, επήλθον κατά των Ελλήνων, λέγομεν ότι οι Πλαταιείς μόνοι μεταξύ των Βοιωτών εκηρύχθησαν αττικίζοντες. Σκεφθήτε εν τούτοις ποίον πολίτευμα μας διείπεν εκατέρους, ότε επράξαμεν τούτο. Η μεν πόλις ημών ούτε κατ' ολιγαρχίαν αριστοκρατικήν επολιτεύετο τότε, ούτε κατά δημοκρατίαν· αλλ' εκείνο που και εις τους νόμους και εις την σωφροσύνην είναι εναντιώτατον και εις την τυραννίαν πλησιέστατον εγίνετο εις ημάς, ήτοι ολίγοι άνδρες κατείχον βιαίως την αρχήν. Ούτοι δε ελπίσαντες ότι ήθελον γίνει δυνατώτεροι, εάν επεκράτουν οι Μήδοι, προσεκάλεσαν αυτούς κυριαρχούντες του λαού διά της βίας· και ότε ολόκληρος η πόλις έπραξε τούτο, δεν ήτο κυρία εαυτής και δεν έπρεπε να ονειδίζεται δι' εκείνα, τα οποία έπραξεν ευρισκομένη εις έκνομον κατάστασιν. Αλλ' ότε ο Μήδος έφυγε και η πόλις ανέλαβε το νόμιμόν της πολίτευμα, ότε βραδύτερον εισέβαλον οι Αθηναίοι προσπαθούντες να καθυποτάξουν την χώραν ημών και την άλλην Ελλάδα, ότε διά των διαιρέσεων κατέλαβαν ήδη τα πλείστα μέρη αυτής, σκεφθήτε, αν νικήσαντες αυτούς εις την Κορώνειαν δεν ηλευθερώσαμεν την Βοιωτίαν και εάν σήμερον δεν συνελευθερούμεν προθύμως τους άλλους και ιππικόν παρέχοντες και πολεμικά εφόδια πλειότερα παρά κάθε άλλος εκ των συμμάχων. Και ταύτα μεν απολογούμεθα ως προς τον μηδισμόν ημών.
63. » Ότι δε σεις (οι Πλαταιείς) ηδικήσατε περισσότερον τους Έλληνας και ότι είσθε αξιώτεροι παρ' ό,τι ημείς κάθε τιμωρίας, τούτο θα προσπαθήσωμεν να αποδείξωμεν. Λέγετε ότι, διά να μας εκδικηθήτε, εγίνατε σύμμαχοι και πολίται αυτών. Έπρεπε λοιπόν μόνον καθ' ημών να φέρετε αυτούς και όχι να βαδίσετε μετ' αυτών κατά των άλλων· τούτο δε ήτο εις την εξουσίαν σας, και εάν ακόμη εβιάζεσθε υπό των Αθηναίων, αφού η μετά των Λακεδαιμονίων κατά του Μήδου συμμαχία υπήρχεν ήδη, συμμαχία, την οποίαν προβάλλετε αιωνίως. Τωόντι αύτη ήτο ικανή να σας προφυλάττη από τας προσβολάς μας, και προ πάντων να σας επιτρέπη να σκέπτεσθε αφόβως. Αλλ' εκόντες, και ουχί βιαζόμενοι επροτιμήσατε τους Αθηναίους. Λέγετε ότι θα ήτο αισχρόν να προδώσετε τους ευεργέτας· και όμως ήτο πολύ αισχρότερον και αδικώτερον να καταπροδίδετε όλους τους Έλληνας, μετά των οποίων είχετε συμμαχήσει, παρά τους Αθηναίους μόνους, από την στιγμήν, πού αυτοί μεν ειργάζοντο προς υποδούλωσιν της Ελλάδος, εκείνοι δε προς ελευθέρωσιν αυτής. Και όμως δεν ανταπεδώκατε εις αυτούς ουδέ καν ισαξίαν χάριν, η οποία να μη φέρη αισχύνην, διότι προσεκαλέσατε μεν αυτούς, ως διατείνεσθε, διά να σας προφυλάξουν από πάσης αδίκου επιθέσεως, εγίνετε δε συνεργοί αυτών να επιτεθούν αδίκως εναντίον των άλλων. Εν τούτοις είναι μάλλον αισχρόν το να μη αποδίδη κανείς τας ίσας χάριτας παρά τας δικαίως μεν οφειλομένας, των οποίων όμως η απόδοσις αδικεί άλλους.
64. » Κατεστήσατε φανερόν ότι, εάν σεις μόνοι δεν εμηδίσατε τότε, επράξατε τούτο όχι χάριν των Ελλήνων, αλλά διότι και οι Αθηναίοι δεν εμήδισαν, και διότι άλλοτε μεν ηθέλετε να μιμήσθε τούτους, άλλοτε δε να αντιπράττετε εις τους άλλους. Και σήμερον αξιούτε να ωφεληθήτε εξ εκείνων, τα οποία επράξατε προς όφελος και προς χάριν άλλων. Αλλά τούτο δεν είναι δίκαιον· αφού επροτιμήσατε τους Αθηναίους, μένετε τούτων σύμμαχοι και συναγωνισταί, και μη προβάλλετε την κατά τον γνωστόν εκείνον χρόνον γενομένην συμμαχίαν λέγοντες ότι πρέπει να σωθήτε ένεκα αυτής. Την εγκατελίπετε, την παρεβιάσατε συντελούντες εις το να υποδουλωθούν οι Αιγινήται και άλλοι σύμμαχοι, αντί να κωλύετε τούτο. Και όλα ταύτα δεν τα επράττετε ακουσίως, αλλ' αυτόνομοι όντες μέχρι σήμερον και χωρίς να αναγκάζεσθε ως ημείς. Την τελευταίαν πρόσκλησιν, η οποία, πριν να πολιορκηθήτε σας έγινεν όπως ησυχάζετε και μένετε ουδέτεροι, δεν την εδέχεσθε. Τίνες λοιπόν άλλοι παρά σεις, οι οποίοι προς βλάβην εκείνων επεδεικνύετε αρετήν, είναι δικαιότερον να μισώνται υφ' όλων των Ελλήνων; Και όσα μεν παρέσχετε άλλοτε από ενάρετον πρόθεσιν, όπως διατείνεσθε, απεδείξατε σήμερον ότι δεν ήσαν σύμφωνα με τον αληθινόν σας χαρακτήρα, όσα δε ήθελεν ο φυσικός σας χαρακτήρ εφανερώθησαν κατά την αληθή των όψιν, διότι ηκολουθήσατε τους Αθηναίους εις την οδόν της αδικίας. Και ως προς μεν τον ημέτερον ακούσιον μηδισμόν και τον ιδικόν σας εκούσιον αττικισμόν αυτά είχομεν να είπωμεν.
65. » Ως προς δε τα τελευταία αδικήματα, τα οποία λέγετε (ότι δηλαδή παρανόμως επετέθημεν κατά της πόλεώς σας, ενώ ήτον ειρήνη και ετελείτο εορτή), νομίζομεν ότι ουδέ εις ταύτα αδικούμεν πλειότερον παρ' ό,τι σεις. Διότι, εάν ημείς αυτόκλητοι ηρχόμεθα εις την πόλιν σας με σκοπόν να πολεμήσωμεν και να λεηλατήσωμεν την χώραν ως πολέμιοι, θα είχομεν άδικον· αφού όμως πολλοί εκ των συμπολιτών σας, οι πρώτοι κατά τα χρήματα και το γένος, θέλοντες να σας αποσπάσουν από την εξωτερικήν συμμαχίαν και να σας επαναφέρουν εις τα κοινά πάτρια πάντων των Βοιωτών, μας προσεκάλεσαν μόνοι των θεληματικώς, τότε πού η αδικία ημών; Διότι οι άγοντες παρανομούν μάλλον παρά οι ακολουθούντες. Αλλά, καθώς κρίνομεν ημείς, ούτε εκείνοι παρενόμησαν ούτε ημείς. Πολίται όντες, ως σεις, και πλειότερα έχοντες να χάσουν ήνοιξαν τας θύρας και εισήγαγον ημάς φιλικώς, και όχι εχθρικώς, εις την πόλιν των. Ήθελαν και οι μεταξύ σας πλέον κακοί να μη γίνουν χειρότεροι, και οι καλλίτεροι να τιμηθούν κατ' αξίαν. Ήθελαν να περιστείλουν την ορμήν της ψυχής ημών χωρίς να στερήσουν την πόλιν από τα άτομα, συμφιλιώνοντες σάς προς τους ομοφύλους σας και μη κάμνοντες εχθρούς κανενός, αλλά φίλους όλων.
66. » Απόδειξις δε ότι ενηργούμεν όχι εχθρικώς και ότι δεν ηδικήσαμεν κανένα είναι ότι ημείς προείπομεν ότι ο θέλων δύναται να προσέλθη προς ημάς και να διέπεται κατά τα πάτρια των Παμβοιωτών. Και σεις με προθυμίαν δεχθέντες τούτο και σύμβασιν ποιήσαντες κατ' αρχάς μεν ησυχάζατε, ύστερον δε εννοήσαντες ημάς ολίγους όντας (υποτεθείσθω δε ότι εφέρθημεν ολίγον απρεπώς εισελθόντες εις την πόλιν σας άνευ της συγκαταθέσεως του πλήθους) τα μεν ίσα δεν ανταπεδώκατε εις ημάς, αλλά, χωρίς να μας προειδοποιήσετε ότι ηθέλετε παρεκτραπή εις βιαιοπραγίας, χωρίς να προσπαθήσετε διά του λόγου να μας πείσετε να εξέλθωμεν, επετέθητε εναντίον μας παραβαίνοντες την συμφωνίαν. Και όσους μεν εφονεύσατε μετ' αυτών κατά την συμπλοκήν δεν λυπούμεθα (διότι οπωσδήποτε τούτο εγένετο κατά τους πολεμικούς νόμους), αλλά δεν είναι δεινόν πράγμα να φονεύσετε παρανόμως τους ικέτας, τους οποίους εσυλλάβετε ζώντας και τους οποίους μας υπεσχέθητε ύστερον ότι δεν θα φονεύσετε; Και εν τούτοις, ενώ επράξατε εντός ολίγου καιρού τρεις αδικίας, την διάλυσιν της συμβάσεως, τον μετά ταύτα θάνατον των συλληφθέντων και την ψευδή υπόσχεσιν ότι δεν θα τους φονεύσετε, εάν αφήσωμεν αβλαβείς τους αγρούς σας, όμως λέγετε ότι ημείς παρενομήσαμεν και ότι σεις δεν πρέπει να τιμωρηθήτε. Όχι, εάν ούτοι δικάσουν ορθώς· αλλά προ πάντων ένεκα τούτων των αδικιών θέλετε τιμωρηθή.
67. » Και ταύτα, ω Λακεδαιμόνιοι, διά τον λόγον αυτόν διεξήλθομεν διά σας και δι' ημάς, ίνα σεις μεν εννοήσετε ότι δικαίως θέλετε καταδικάσει αυτούς, ημείς δε, ότι ακόμη δικαιοτέραν εκδίκησιν θέλομεν λάβει από σας. Μη καμφθήτε εκ της απαριθμήσεως των πολλών ανδραγαθιών των, εάν έκαμάν ποτε τοιαύτας. Αι ανδραγαθίαι δύνανται να έλθουν εις επικουρίαν ανδρών αδικουμένων, αλλά πρέπει να επισύρουν διπλήν τιμωρίαν κατ' εκείνων, οι οποίοι κάμνουν έργα άτιμα, διότι το έγκλημά των είναι διάψευσις της προτέρας αρετής. Ας μη τους ωφελήσουν ο ολοφυρμός και ο οίκτος, μολονότι επικαλούνται τους τάφους των πατέρων σας και την ιδίαν των εγκατάλειψιν, διότι και ημείς θα αντιτάξωμεν ότι πολύ χειρότερα έπαθον οι υπ' αυτών φονευθέντες νέοι, των οποίων οι πατέρες οι μεν έπεσαν εις την Κορώνειαν θέλοντες να καταστήσουν σύμμαχόν σας την Βοιωτίαν, οι δε εγκαταλειφθέντες γέροντες και άνευ τέκνων εις τας οικίας, σας ικετεύουν πολύ δικαιότερον να τους τιμωρήσετε. Οι παρ' αξίαν πάσχοντες, ούτοι είναι μάλλον άξιοι οίκτου· αλλά διά τους δικαίως πάσχοντας, ως τους Πλαταιείς τούτους, εξ εναντίας η τιμωρία των καθίσταται αντικείμενον χαράς. Την σημερινήν των εγκατάλειψιν εις ουδένα άλλον πρέπει να την αποδώσουν παρά εις εαυτούς, διότι τους καλλιτέρους συμμάχους μόνοι τους τούς απέρριψαν και παρενόμησαν χωρίς να πάθουν τίποτε προηγουμένως υφ' ημών, αλλά παρακινούμενοι από μίσος μάλλον παρά από δικαιοσύνην και χωρίς να τιμωρηθούν μέχρι τούδε όπως έπρεπε, θέλουν δε τιμωρηθή κατά τους νόμους, όχι επειδή έτειναν, ως λέγουν, μετά την μάχην χείρας ικέτιδας, αλλ' επειδή δυνάμει συμβάσεως παρεδόθησαν διά να δικασθούν. Εκδικήσατε λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, τους νόμους των Ελλήνων, παραβιασθέντας υπό τούτων, και ανταποδώσατε εις ημάς χάριν δικαίαν διά την προθυμίαν, την οποίαν επεδείξαμεν. Μη απωθήσετε ημάς πεισθέντες εις τους λόγους των, αλλά δείξατε διά παραδείγματος εις τους Έλληνας ότι οι αγώνες, τους οποίους θέλετε προβάλει, δεν είναι λόγων αγώνες, αλλ' έργων· ταύτα, όταν μεν είναι αγαθά, αρκούν ολίγαι λέξεις διά να τα αναγγείλουν, όταν δε είναι αξιόμεμπτα, έχουν ανάγκην λόγων στολισμένων δι' εντέχνων φράσεων, αίτινες χρησιμεύουν ως περικαλύμματα. Αλλ' εάν οι αρχηγοί, όπως είσθε σεις σήμερον, τα πάντα εις έν συμπεριλαβόντες διακοινώσουν συντόμους αποφάσεις, εις το εξής θα ελαττωθούν οι έντεχνοι λόγοι διά τας αδίκους πράξεις».
68. Ταύτα είπον και οι Θηβαίοι. Οι δε Λακεδαιμόνιοι δικασταί ενόμισαν συμφέρον να επιμείνουν εις την προτέραν ερώτησιν, « εάν παρέσχον οι Πλαταιείς εκδούλευσίν τινα εις αυτούς ». Επειδή τωόντι είχαν προσκαλέσει άλλοτε τους Πλαταιείς να ησυχάζουν, σύμφωνα με τας παλαιάς συνθήκας, αι οποίαι συνωμολογήθησαν μετά την φυγήν του Μήδου· επειδή ύστερον, πριν τους πολιορκήσουν, τους επρότειναν, δυνάμει της αυτής συνθήκης, να μένουν ουδέτεροι και δεν το εδέχθησαν· υπό την πρόφασιν ταύτην οι Λακεδαιμόνιοι, νομίζοντες ότι οι Πλαταιείς παραβιάσαντες τας σπονδάς δικαίως υπέστησαν επίθεσιν, διέταξαν αυτούς να παρουσιασθούν, και απέτειναν εκ νέου εις έκαστον αυτών την αυτήν ερώτησιν «εάν κατά τον παρόντα πόλεμον παρέσχον υπηρεσίαν τινά εις τους Λακεδαιμονίους »· επί τη αρνητική δε αποκρίσει των απήγον αυτούς και τους εφόνευον χωρίς να εξαιρέσουν κανένα. Διά του τρόπου τούτου εθανατώθησαν όχι ολιγώτεοοι των διακοσίων Πλαταιέων και εικοσιπέντε Αθηναίοι, οι οποίοι είχον συμπολιορκηθή, αι δε γυναίκες εξηνδραποδίσθησαν. Όσον αφορά την πόλιν, οι Θηβαίοι προσέφεραν αυτήν να την κατοικήσουν οι Μεγαρείς, οι οποίοι ένεκα εμφυλίων ερίδων είχαν απομακρυνθή της πατρίδος των, και εις τους ομοφρονούντας εκ των Πλαταιέων, τους οποίους δεν ετιμώρησαν καθόλου· ύστερον δε κατεδαφίσαντες αυτήν εκ θεμελίων ωκοδόμησαν πλησίον του Ηραίου πανδοχείον διακοσίων ποδών, έχον ολόγυρα οικήματα διώροφα. Διά την οικοδομήν ταύτην μετεχειρίσθησαν τας στέγας και τα θυρώματα των Πλαταιών. Τα δε εν τη πόλει έπιπλα, χαλκά και σιδηρά, τα μετεχειρίσθησαν προς κατασκευήν κλινών ανατεθεισών εις την Ήραν, οικοδομήσαντες συγχρόνως προς τιμήν αυτής λίθινον ναόν εκτάσεως εκατόν ποδών. Αι γαίαι εδημεύθησαν και εμισθώθησαν επί δέκα έτη, ενέμοντο δε αυτάς οι Θηβαίοι. Το κύριον δε αίτιον, αν όχι το μόνον, της τόσης αποστροφής των Λακεδαιμονίων προς την πόλιν των Πλαταιέων ήτο πως να αρέσουν εις τους Θηβαίους, νομίζοντες ότι ούτοι ήθελον τους ωφελήσει κατά τον προ ολίγου αρχίσαντα πόλεμον. Ούτω κατεστράφη η Πλάταια, αφού επί ενενήκοντα τρία έτη υπήρξε σύμμαχος των Αθηναίων.
69. Εν τούτοις τα τεσσαράκοντα πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία ήρχοντο προς βοήθειαν των Λεσβίων, και τα οποία, ως εγνωρίσαμεν, έφυγον διά του πελάγους καταδιωκόμενα από τα των Αθηναίων, υπέστησαν κατά τα παράλια της Κρήτης τρικυμίαν, η οποία τα διεσκόρπισε προς την Πελοπόννησον. Φθάσαντα συνήντησαν εις την Κυλλήνην δεκατρείς τριήρεις των Λευκαδίων και των Αμπρακιωτών και τον Βρασίδαν τον Τέλλιδος ελθόντα ως σύμβουλον του Αλκίδου. Ήθελον δε οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή απέτυχον εις την Λέσβον, να αυξήσουν το ναυτικόν των, να πλεύσουν εις την Κέρκυραν, η οποία διετέλει εις στάσιν, και να προλάβουν τους Αθηναίους μη έχοντας πλησίον της Ναυπάκτου ειμή δώδεκα μόνον πλοία, και πριν έλθουν εξ Αθηνών άλλαι βοήθειαι. Ο Βρασίδας λοιπόν και ο Αλκίδας παρεσκευάζοντο προς ταύτα.