Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

Part 3

Chapter 3 15 words Public domain Markdown

39. » Εκ τούτων των ελαττωμάτων θέλων να σας αποτρέψω αποφαίνομαι ότι οι Μυτιληναίοι την πόλιν ημών πλειότερον παρά κάθε άλλη πόλις ηδίκησαν. Και εκείνους μεν οίτινες απεστάτησαν μη δυνηθέντες να υποφέρουν την ημετέραν δεσποτείαν ή αναγκασθέντες υπό των εχθρών τους συγχωρώ· τι να είπω όμως δι' εκείνους οίτινες έχοντες νήσον μετά τειχών και μόνον κατά θάλασσαν φοβούμενοι τους ημετέρους εχθρούς, και εν τη οποία όμως (θαλάσση) ηδύναντο να αντιτάξουν προς αυτούς πλοία, είναι αυτόνομοι και απολαύουν των πρώτων τιμών; τι άλλο παρά ότι η διαγωγή των είναι συνωμοσία και επανάστασις μάλλον παρά αποστασία (διότι η αποστασία προέρχεται μόνον από καταπιεζομένους), τι άλλο τέλος παρά συνεννόησις μετά των σκληροτάτων εχθρών μας, διά να τους βοηθήσουν να μας καταστρέψουν; Το έγκλημά των είναι μεγαλύτερον παρά εάν στηριζόμενοι επί των ιδίων των δυνάμεων μας εκήρυτταν πόλεμον φανερόν. Ουδέν εχρησίμευσεν αυτοίς ως παράδειγμα, ούτε αι συμφοραί των άλλων όσοι αποστατήσαντες από ημάς υπετάγησαν ήδη, ούτε η παρούσα ευδαιμονία των τους απέτρεψεν από του να ριφθούν εις τους κινδύνους, γενόμενοι δε θρασείς προς το μέλλον και ελπίσαντες πράγματα μεγαλύτερα μεν της δυνάμεώς των, μικρότερα δε της πραγματικής θελήσεώς των έκαμαν πρώτοι πόλεμον, προτιμήσαντες την βίαν παρά την προς ημάς πίστιν· και άμα ενόμισαν ότι ήσαν ισχυρότεροι προσέβαλον ημάς χωρίς να αδικηθούν. Πολλάκις συμβαίνει ώστε αι πόλεις εις όσας έλθη απροσδόκητος ευτυχία να τρέπωνται εις την ύβριν· εξ εναντίας αι κατά τους φυσικούς νόμους ευτυχίαι είναι ολιγώτερον επικίνδυνοι των απροσδοκήτων και είναι ευκολώτερον ούτως ειπείν να αποκρούσουν την δυστυχίαν παρά να διασώσουν την ευδαιμονίαν. Έπρεπε προ πολλού ήδη οι Μυτιληναίοι να μη τιμώνται παρ' ημών τόσον ευνοϊκώτερα των άλλων· εάν εγίνετο τούτο, δεν θα περιήρχοντο εις τοιούτον βαθμόν αυθαδείας, τοσούτω μάλλον όσω έγκειται εις την φύσιν του ανθρώπου να περιφρονή τους θωπεύοντας και να σέβεται τους μη υποχωρούντας. Ας τιμωρηθούν λοιπόν σήμερον ανταξίως της αδικίας των, και μη συγχωρήσετε τον λαόν επιρρίπτοντες το σφάλμα εις τους ολιγαρχικούς. Όλοι επετέθησαν καθ' ημών ομοίως, ενώ ηδύναντο προστρέχοντες εις ημάς να αποκατασταθούν τώρα πάλιν εις την πόλιν των· αλλά προτιμήσαντες να συγκινδυνεύσουν μετά των αριστοκρατών συναπεστάτησαν. Σκέφθητε καλώς· εάν επιβάλλετε την αυτήν τιμωρίαν εις τους συμμάχους οίτινες αποστατούν αναγκαζόμενοι υπό των εχθρών και εις τους συμμάχους των οποίων η αποστασία είναι εκουσία, νομίζετε ότι θα ευρεθή κανείς, όστις δεν θέλει αποστατήσει με την πλέον παραμικράν πρόφασιν, όταν λάβη υπ' όψιν του ότι νικήσας μεν θα γίνη ελεύθερος, νικηθείς δε δεν θα πάθη τίποτε αθεράπευτον; Πολεμούντες εναντίον κάθε πόλεως θέλομεν διακινδυνεύει την περιουσίαν και τα σώματα ημών. Και εάν μεν επιτύχωμεν, θα παραλαμβάνωμεν πόλιν κατεστραμμένην και θα στερώμεθα διά παντός της προσόδου, ήτις αποτελεί την δύναμιν ημών· εάν δε αποτύχωμεν, θα προσθέτωμεν εις τους προϋπάρχοντας και άλλους εχθρούς, και τον χρόνον τον οποίον έπρεπε να διαθέτωμεν εις το να πολεμώμεν τους υπάρχοντας εχθρούς θα τον διαθέτωμεν εις το να πολεμώμεν τους ιδικούς μας συμμάχους.

40. » Δεν πρέπει λοιπόν να ελπίσουν ότι θα τύχουν συγγνώμης, διότι ημάρτησαν ανθρωπίνως, ούτε διά της πειθούς ούτε διά των χρημάτων· διότι έβλαψαν όχι χωρίς να θέλουν, αλλ' επεβουλεύθησαν ημάς εν γνώσει· είναι δε αξιοσυγχώρητα μόνα τα ακούσια σφάλματα. Εγώ και τότε και σήμερον διατείνομαι ότι δεν πρέπει να μετανοήτε διά τα άπαξ αποφασισθέντα, εάν θέλετε να αποφύγετε τους τρεις βλαπτικωτάτους διά την πολιτείαν σκοπέλους, τον οίκτον, την από τους λόγους γοητείαν και την επιείκειαν. Διότι δίκαιος οίκτος οφείλεται προς ανθρώπους ομοίους με ημάς, ουδόλως δε προς εκείνους, οίτινες είναι ανάξιοι του οίκτου ημών και οίτινες δεν θα παύσουν να είναι πάντοτε εχθροί. Οι ρήτορες πού σας ευχαριστούν με τους λόγους των δύνανται να εύρουν στάδιον εις άλλας περιστάσεις ολιγώτερον σπουδαίας από την παρούσαν, και όχι τώρα, ότε η μεν πόλις βραχείαν ηδονήν απολαύσασα θέλει ζημιωθή μεγάλως, αυτοί δε θέλουν πληρωθή καλώς διά την καλήν ομιλίαν των. Τέλος η επιείκεια οφείλεται εις τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι και θα είναι φίλοι, και όχι εις εκείνους, οι οποίοι θα μείνουν πάντοτε οι ίδιοι και την αυτήν έχθραν θα διατρέφουν πάντοτε προς ημάς. Εν ενί λόγω, εάν μεν πεισθήτε εις εμέ, θέλετε πράξει ό,τι είναι δίκαιον προς τους Μυτιληναίους και συμφέρον προς ημάς, μη πεισθέντες δε όχι μόνον αυτών την ευγνωμοσύνην δεν θέλετε επισύρει, αλλά μάλλον θα καταδικάσετε τον εαυτόν σας. Διότι, εάν η αποστασία των ήτο νόμιμος, τότε η κυριαρχία σας δεν θα είναι τοιαύτη. Εάν δε, μολονότι παράνομον ούσαν, θελήσετε εισέτι να την εξασκήτε, πρέπει επίσης παρανόμως και τούτους να τιμωρήσετε χάριν του συμφέροντος της αρχής. ’λλως παραιτήσατε την αρχήν και μετέρχεσθε ανδραγαθίαν ακίνδυνον. Μεταχειρισθήτε αυτούς όπως θα σας μετεχειρίζοντο. Διαφυγόντες τον κίνδυνον μη φανήτε πλέον απαθείς από εκείνους, που σας επεβουλεύθησαν. Ενθυμηθήτε τι θα έπραττον ούτοι πιθανώς προς σας, εάν ενίκων, και προ πάντων ότι αυτοί υπήρξαν οι πρώτοι αδικήσαντες. Οι άνευ προφάσεως προσβάλλοντές τινα επιμένουν μέχρις ου τον εξολοθρεύσουν, επειδή φοβούνται τον εκ του υπολειπομένου εχθρού κίνδυνον· διότι ο αδίκως παθών τι οργίζεται μάλλον κατά του αδικήσαντος αυτόν παρά ο παθών τι από δικαίας αιτίας. Μη γίνετε προδόται του εαυτού σας, αλλά αναλογιζόμενοι τι εμέλλετε να πάθετε, και προ πάντων πόσας θυσίας ηθέλετε υποστή, διά να τους νικήσετε, ανταποδώσατε σήμερον ό,τι εμέλλετε να πάθετε, χωρίς να δείξετε αιφνιδίαν αδυναμίαν και χωρίς να λησμονήσετε τον προ ολίγου επί των κεφαλών επικρεμασθέντα κίνδυνον. Και τούτους τιμωρήσατε αξίως και δείξατε φανερά διά παραδείγματος εις τους συμμάχους ότι πάσης αποστασίας η τιμωρία θα είναι θάνατος. ’μα γίνη γνωστή η απόφασίς σας, σπανιώτερον θα αμελήτε τους εχθρούς σας, διά να πολεμήτε τους συμμάχους σας ».

41. Ταύτα είπεν ο Κλέων· μετ' αυτόν δε ο Διόδοτος ο Ευκράτους, ο οποίος και κατά την προτέραν εκκλησίαν επολέμησε ζωηρώς το κατά των Μυτιληναίων ψήφισμα θανάτου, αναβάς και τότε εις το βήμα, είπε τα εξής.

42. « Ούτε τους προτείναντας την δευτέραν περί των Μυτιληναίων διάσκεψιν κατηγορώ, ούτε επαινώ εκείνους, που επικρίνουν την επανειλημμένην σύσκεψιν περί των σπουδαιοτάτων υποθέσεων· νομίζω δε ότι δύο πράγματα είναι εναντιώτατα εις την καλήν σκέψιν, η ταχύτης και η οργή, εκ των οποίων η μεν προέρχεται από ανοησίαν, η δε από την αγροικίαν και την μετριότητα του νου. Ο υποστηρίζων ότι η συζήτησις δεν διαφωτίζει τα πράγματα, ή ασύνετος είναι ή έχει ατομικόν συμφέρον· ασύνετος, εάν νομίζη ότι υπάρχει άλλο μέσον, διά να εκφρασθή τις περί του μέλλοντος και του αφανούς· ενδιαφερόμενος, εάν θέλων να προτείνη κάτι κακόν και μη ελπίζων ότι θα δυνηθή να υποστηρίξη διά κακών λόγων κακήν υπόθεσιν ζητή δι' επιτηδείων διαβολών να εκφοβίση τους αντιπάλους και τους ακροατάς του. Οι επικινδυνότατοι όμως πάντων είναι οι κατηγορούντες τους ανταγωνιστάς των ότι πωλούν αντί χρημάτων την ρητορικήν των τέχνην. Εάν κατηγορούν αυτούς δι' αμάθειαν, τότε η ήττα αυτών θα επέφερεν απώλειαν ρητορικής ικανότητος μόνον, όχι δε και τιμιότητος· αλλ' ενώπιον κατηγορίας επί αισχροκερδεία, εάν μεν ο ρήτωρ πείση, καθίσταται ύποπτος, εάν δε αποτύχη του σκοπού, χάνει συγχρόνως την υπόληψίν του και ως προς την φρόνησιν και ως προς την τιμιότητα του. Εις τοιαύτην δε περίστασιν η πόλις ουδόλως ωφελείται, διότι ο φόβος στερεί αυτήν των συμβούλων της, ενώ εξ εναντίας θα ηυδαιμόνει περισσότερον, εάν οι τοιούτοι κατήγοροι δεν ήσαν καλοί ρήτορες, διότι τότε δεν θα την παρέσυρον εις τόσα σφάλματα. Πρέπει δε ο αγαθός πολίτης να φαίνεται ότι προτείνει τα άριστα, όχι θέλων να εκφοβίζη τους αντιφρονούντας, αλλ' ομιλών χωρίς να εξασφαλίζη κανέν ιδιαίτερον πλεονέκτημα, η δε σώφρων πολιτεία δεν πρέπει μήτε μαζί με την υπάρχουσαν να δίδη και άλλην τιμήν εις τον πολλά και άριστα συμβουλεύοντα, μήτε όμως να μικρύνη την εις αυτόν υπάρχουσαν· όχι μόνον δεν πρέπει να τιμωρή τον αποτυγχάνοντα ρήτορα, αλλ' ούτε και να δεικνύη προς αυτόν δυσμένειαν. Διά του τρόπου τούτου ούτε ο επιτυχών εις τας προτάσεις του θα ομιλή εναντίον του αισθήματος του και διά να αρέση εις το πλήθος, όπως αξιωθή ακόμη μεγαλυτέρων τιμών, ούτε ο αποτυχών θα καταφεύγη εις αυτά τα μέσα, χαριζόμενος και αυτός διά να προσελκύση το πλήθος.

43. »Τούτων ημείς πράττομεν τα εναντία, και ακόμη εάν κανείς τα άριστα μεν συμβουλεύη, καταστή όμως ύποπτος ότι ομιλεί διά κάποιον κέρδος, φθονήσαντες αυτόν διά τα κέρδη περί των οποίων υποψίαν μόνον έχομεν, στερούμεν την πολιτείαν φανεράς ωφελείας. Εις τοιούτο δε σημείον περιήλθομεν, ώστε αι καλαί συμβουλαί, άνευ ρητορικων στολισμάτων λεγόμεναι, δεν είναι ολιγώτερον ύποπτοι των κακών. Είναι λοιπόν ανάγκη όχι μόνον ο προτείνων ολεθριωτάτην πρότασιν να πείθη το πλήθος δι' απάτης, αλλά και η μάλλον ωφέλιμος γνώμη πρέπει να περιβάλλεται με ψεύδος, διά να γίνη πιστευτή. Ένεκα του φιλυπόπτου αυτής χαρακτήρος η πόλις ημών είναι η μόνη την οποίαν δεν δύναται κανείς να υπηρετήση φανερά και χωρίς να την απατήση. Ο δίδων φανερώς ωφέλιμον συμβουλήν διεγείρει υπονοίας ότι επιζητεί κρυφίως κάποιαν ατομικήν αμοιβήν. Πρέπει δε, προκειμένου περί των μεγίστων συμφερόντων και εις τοιαύτην κρίσιμον περίστασιν, να απαιτήτε να λέγωμεν κάτι ημείς των οποίων η διάνοια φθάνει μακρύτερα από σας, οι οποίοι δι' ολίγην ώραν σκέπτεσθε, προ πάντων επειδή ημείς είμεθα υπεύθυνοι σύμβουλοι και σεις ανεύθυνοι ακροαταί. Εάν όμως υφίστατο ζημίαν και ο πείσας και ο πεισθείς, αι αποφάσεις θα ήσαν δικαιότεραι· σήμερον δε, εάν περιπίπτετε ενίοτε εις σφάλματα παρασυρόμενοι υπό της ορμής, την οποίαν θα τύχη να έχετε, τιμωρείτε μόνον την γνώμην του πείσαντος, όχι δε και τας ιδικάς σας, αι οποίαι, μολονότι πολλαί, συνημάρτησαν.

44. » Εγώ δε ανέβην εις το βήμα, όχι διά να αντείπω εις τα κατά των Μυτιληναίων αποφασισθέντα ουδέ διά να κατηγορήσω αυτούς. Διότι, εάν κρίνωμεν φρονίμως τα πράγματα, όχι περί της αδικίας εκείνων πρόκειται εις ημάς συζήτησις, αλλά ποία η συμφερωτέρα δι' ημάς απόφασις. Και εάν αποδειχθή ότι είναι εις τον ανώτατον βαθμόν ένοχοι, δεν θα συμβουλεύσω διά τούτο ότι είναι άξιοι θανάτου, καθώς επίσης δεν θα τους συγχωρήσω ειμή καθ' όσον συμφέρει εις την πολιτείαν. Νομίζω δε ότι πρέπει να σκεφθώμεν μάλλον διά το μέλλον παρά διά το παρόν. Και μολονότι ο Κλέων ισχυρίζεται ότι η θανατική ποινή θα είναι ωφέλιμος εις το μέλλον, διότι θα ελαττώση τας αποστασίας, εγώ αποβλέπων εις την μέλλουσαν ησυχίαν μας ισχυρίζομαι τα εναντία. Μη παρασυρθήτε από την ευπρέπειαν του λόγου του και ούτως απορρίψετε την από του ιδικού μου λόγου ωφέλειαν· διότι ο λόγος του, ένεκα της οργής, την οποίαν έχετε εναντίον των Μυτιληναίων, δύναται να σας φανή δικαιότερος και να σας πείση· ημείς όμως δεν δικαζόμεθα προς αυτούς ώστε να έχωμεν ανάγκην δικαιοσύνης, αλλά σκεπτόμεθα περί αυτών κατά πόσον ο θάνατος ή η σωτηρία των συμφέρει προς ημάς.

45. »Εις τας πλείστας πόλεις η ποινή του θανάτου είναι καθιερωμένη διά πολλά εγκλήματα, των οποίων τινά δεν εξισούνται με το των Μυτιληναίων· όμως παρασυρόμενοι από την ελπίδα οι άνθρωποι αψηφούν τον κίνδυνον, και ουδείς μέχρι τούδε εξετέθη εις αυτόν πιστεύων ότι δεν θα επιτύχη εις το κατά των εχθρών επιχείρημα του· επίσης ποία πόλις αποστατούσα επεχείρησε τούτο χωρίς να έχη αρκούσαν βεβαιότητα ότι θα υποστηριχθή είτε από τα ιδικά της μέσα είτε από τας δυνάμεις των συμμάχων; Είναι φυσικόν εις όλους τους ανθρώπους να σφάλλουν και εις τον ιδιωτικον βίον και εις τον δημόσιον, ουδέ υπάρχει νόμος δυνάμενος να εμποδίση τούτο, διότι οι άνθρωποι εδοκίμασαν διαδοχικώς όλας τας τιμωρίας επαυξάνοντες αυτάς κατά μικρόν, διά να προφυλάσσωνται περισσότερον από τους κακούργους. Είναι μάλιστα πιθανόν ότι άλλοτε αι ποιναί ήσαν ηπιώτεραι διά τα μέγιστα εγκλήματα· αλλ' επειδή τα περιεφρόνουν, ανέβησαν αι πολλαί τούτων διά του χρόνου εις τον θάνατον· και με αυτόν όμως οι άνθρωποι παραβαίνουν τους νόμους. Ή πρέπει λοιπόν να εύρωμεν άλλο φόβητρον τρομερώτερον, ή να ομολογήσωμεν ότι η θανατική ποινή είναι ανωφελής. Όλοι οι άνθρωποι ωθούνται προς τους κινδύνους· ο μεν πτωχός ενθαρρύνεται υπό της ανάγκης, ο δε πλούσιος υπό της υπερηφανείας του πλούτου, οι δε τυχόν άλλοι υπό άλλων παθών τα οποία έχουσι και τα οποία τους παρασύρουν. Η ελπίς και η επιθυμία ευρίσκονται πανταχού· η επιθυμία προηγείται, η ελπίς ακολουθεί· εκείνη μεν σχεδιάζουσα την επιχείρησιν, αύτη δε υποδεικνύουσα την ευκολίαν της επιτυχίας, προξενούν τα μεγαλύτερα δυστυχήματα· και επειδή είναι αφανείς, διά τούτο είναι φοβερώτεροι των φανερών κινδύνων. Εκτός τούτων συντελεί όχι λιγώτερον εις την παρακίνησιν ημών και η τύχη· διότι παρισταμένη απροσδοκήτως και από μικρών αφορμών παρασύρει τον άνθρωπον προς τους κινδύνους, και προ πάντων τας πόλεις, μάλιστα διότι πρόκειται περί δύο μεγάλων ζητημάτων ως προς αυτάς, ήτοι περί της ελευθερίας ή της των άλλων αρχής, και έκαστος ενούμενος μετά των συμπολιτών του νομίζει ότι είναι κάπως ισχυρότερος παρά όσον είναι πράγματι. Εν συντόμω φρονώ παράλογον και πολύ βλακώδες το να πιστεύωμεν, ότι η ανθρωπίνη φύσις, όταν παρασύρεται βίαια προς πράξίν τινα, είναι δυνατόν να αποτραπή είτε διά της ισχύος των νόμων είτε διά κανενός φόβου.

46. » Δεν πρέπει λοιπόν μήτε να εκφέρητε κακήν απόφασιν πιστεύοντες ότι η θανατική ποινή παρέχει εγγύησιν, μήτε να αφαιρέσητε από τους αποστατήσαντας κάθε ιδέαν μετανοίας και ταχείας εξαλείψεως του εγκλήματός των. Σκεφθήτε ότι σήμερον, εάν καμμία πόλις αποστατήση και ιδή ότι δεν είναι ικανή να υπερισχύση, δύναται να έλθη εις συμβιβασμόν ενόσω ακόμη είναι εις κατάστασιν να αποζημιώση διά τα έξοδα του πολέμου και εις το μέλλον να πληρώνη φόρους· εν εναντία περιπτώσει, νομίζετε ότι θα ευρίσκετο, πόλις η οποία δεν ήθελε παρασκευασθή τελειότερον παρ' ό,τι τώρα αι πόλεις παρασκευάζονται και δεν ήθελεν υποστή την μέχρι τελείας εξαντλήσεως πολιορκίαν, εάν ήξευρεν ότι ουδεμία υπήρχε διαφορά μεταξύ ταχείας υποταγής και παρατάσεως του αγώνος; δεν θα ήτο δε και εις ημάς επιζήμιον να δαπανώμεν διά πολιορκίαν πόλεως απόφασιν εχούσης να μη παραδοθή, αφού δε την κυριεύομεν, να την ευρίσκωμεν κατεστραμμένην και να χάνωμεν του λοιπού τας εξ αυτής προσόδους ; Και όμως διά των προσόδων τούτων είμεθα ισχυροί εναντίον των εχθρών ημών. Δεν πρέπει λοιπόν να βλάπτωμεν ημάς αυτούς τιμωρούντες αυστηρώς τους αμαρτάνοντας, αλλ' ας προσπαθώμεν μάλλον διά μετρίων ποινών να έχωμεν τας πόλεις ακμαίας εις πλούτον, εξαρτώντες την φύλαξιν αυτών όχι από την αυστηρότητα των νόμων αλλ' από την πραγματικήν επιμέλειαν. Σήμερον πράττομεν τα εναντία τούτων. Εάν υποδουλώσωμεν ένα λαόν ελεύθερον του οποίου διά της βίας άρχομεν και ο οποίος αποστατεί κατά φυσικόν νόμον χάριν της αυτονομίας του, νομίζομεν ότι πρέπει να τον τιμωρήσωμεν αυστηρώς. Εν τούτοις δεν πρέπει να τιμωρώμεν απηνώς άνδρας ελευθέρους οίτινες αποστατούσιν, αλλά πρέπει να τους επιτηρώμεν αυστηρά πριν αποστατήσουν και να προλαμβάνωμεν μηδέ εις την φαντασίαν των να έρχεται τοιαύτη ιδέα, ή, αφού τους υποτάσσωμεν, να μη επιρρίπτωμεν την ενοχήν που αρμόζει να επιρρίπτωμεν παρά εις όσον το δυνατόν ολίγους.

47. » Σκέφθητε πόσον θα σφάλετε πειθόμενοι εις τον Κλέωνα. Σήμερον εις όλας τας πόλεις ο λαός είναι ευνοϊκός προς σας και δεν επαναστατεί μετά των ολιγαρχικών, παρά, εάν βιασθή, αμέσως γίνεται εχθρός εκείνων οίτινες τον ηνάγκασαν να αποστατήση· και όταν εκστρατεύετε εναντίον πόλεως εχθρικής, έχετε σύμμαχον· το πλήθος αυτής. Εάν όμως εξολοθρεύσετε τον λαόν των Μυτιληναίων, ο οποίος όχι μόνον δεν μετέσχε της αποστασίας, αλλ' άμα έλαβεν όπλα παρέδωκεν εκουσίως την πόλιν, πρώτον μεν θα αδικήσετε φονεύοντες τους ευεργέτας, έπειτα δε θα πράξετε διά τους ισχυρούς των ανθρώπων εκείνο, το οποίον κατ' εξοχήν επιθυμούν διότι, αποστατούντες ούτοι τας πόλεις, ευθύς θα έχουν σύμμαχον τον δήμον, αφού σεις εδείξατε προηγουμένως ότι η αυτή ποινή περιμένει και τους αθώους και τους ενόχους. Πρέπει δε, και εάν είναι ένοχοι, να υποκρινώμεθα ότι δεν είναι, διά να μη καταστήσωμεν εχθρόν τον μόνον σύμμαχον, ο οποίος μας μένει. Νομίζω δε ότι είναι πολύ συμφερώτερον προς διατήρησιν της αρχής να αδικηθώμεν εκουσίως παρά να εξολοθρεύσωμεν δικαίως ανθρώπους, τους οποίους πρέπει να φεισθώμεν προς το συμφέρον της πόλεως. Και ό,τι ο Κλέων υποστηρίζει ως δίκαιον να γίνη και ως συμφέρον δεν είναι δυνατόν να είναι τοιούτον συγχρόνως (δίκαιον και συμφέρον).

48. » Σεις δε αναγνωρίζσντες ότι ταύτα είναι συμφερώτερα, και μήτε εις τον οίκτον μήτε εις την επιείκειαν ενδίδοντες περισσότερον (κατά των οποίων εγώ πρώτος θα είχον καθήκον να σας προφυλάξω) ακούσατε μόνον την φωνήν του ορθού λόγου. Δικάσατε χωρίς μεγάλην βιασύνην τους Μυτιληναίους, τους οποίους ο Πάχης έπεμψεν ως ενόχους, τους δε άλλους αφήσατε να ζουν ήσυχα εις τας οικίας των. Η πράξις αύτη και διά το μέλλον είναι ωφέλιμος και από τούδε διά τους εχθρούς φοβερά· διότι ο φρόνιμα σκεπτόμενος είναι ισχυρότερος παρά ο μετά πραγματικής μεν δυνάμεως, αλλ' αφρόνως προσβάλλων τους εχθρούς ».

49. Ταύτα είπεν ο Διόδοτος. Αφού δε ειπώθησαν αι τελείως αντίθετοι μεταξύ των γνώμαι αύται, οι Αθηναίοι εφιλονείκησαν μεν ως προς την απόφασιν, και μάλιστα αι ψήφοι διηρέθησαν, υπερίσχυσεν όμως η γνώμη του Διοδότου. Ευθύς λοιπόν, έστειλαν δεύτερον πολεμικόν πλοίον, ίνα μη το άλλο, το οποίον είχεν εκπεμφθή μίαν ημέραν και μίαν νύκτα πρότερον, φθάση πρώτον και ευρεθή κατεστραμμένη η Μυτιλήνη. Αφού δε επρομήθευσαν οι Μυτιληναίοι πρέσβεις εις το πλοίον, οίνον και άλευρον και πολλά υπεσχέθησαν, εάν έφθανον εγκαίρως οι εις αυτό εισελθόντες. Τοσαύτη δε κατεβλήθη ταχύτης εις τον πλουν, ώστε οι κωπηλάται εκωπηλάτουν τρώγοντες συγχρόνως άλευρα ζυμωμένα με οίνον και έλαιον, και οι μεν εκοιμώντο, οι δε εκωπηλάτουν αλληλοδιαδόχως. Κατά τύχην δε επειδή δεν εσηκώθη άνεμος κανείς αντίθετος και το πρώτον πλοίον το οποίον έφερε την τρομεράν διαταγήν δεν έπλεε ταχέως, η δε άλλη έσπευδε τοιουτοτρόπως, η μεν πρώτη τοσούτον μόνον επρόλαβε την δευτέραν όσον ήρκει να αναγνώση ο Πάχης το ψήφισμα και να ετοιμάση τα προς εκτέλεσιν αυτού· η άφιξις όμως της τελευταίας τον ημπόδισεν. Ούτω λοιπόν παρ' ολίγον να καταστραφή η Μυτιλήνη.

50. Οι δε άλλοι Μυτιληναίοι, τους οποίους είχε πέμψει ο Πάχης ως πρωτίστους αιτίους της αποστασίας, εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων κατά πρότασιν του Κλέωνος· και ήσαν ούτοι ολίγον περισσότεροι των χιλίων. Κατεδαφίσαντες δε οι Αθηναίοι τα τείχη των Μυτιληναίων παρέλαβον τα πλοία. Ύστερον φόρον μεν δεν επέβαλον εις τους Λεσβίους, διαιρέσαντες δε την χώραν των, εκτός της των Μηθυμναίων, εις τρισχίλια τεμάχια, τα μεν τριακόσια αφιέρωσαν εις τους θεούς, εις δε τα άλλα έπεμψαν διά να τα καταλάβουν άποικοι Αθηναίοι, εις τους οποίους έπεσεν ο κλήρος να τα λάβουν, και οι Λεσβίοι, υποχρεωθέντες να πληρώνουν κατ' έτος δύο μνας δι' έκαστον τεμάχιον, εκαλλιέργουν αυτοί οι ίδιοι την γην. Κατέλαβαν επίσης οι Αθηναίοι και όλα τα χωρία όσα είχον οι Μυτιληναίοι εις την αντικρύ ήπειρον και υπέταξαν αυτούς υπό την κυριαρχίαν των. Και τα μεν συμβάντα της Μυτιλήνης τοιαύτα υπήρξαν.

51. Κατά το αυτό δε θέρος, μετά την άλωσιν της Λέσβου, οι Αθηναίοι υπό την στρατηγίαν Νικίου του Νικηράτου εξεστράτευσαν κατά της νήσου Μινώας, η οποία κείται προ των Μεγάρων. Οι Μεγαρείς είχαν οικοδομήσει εκεί πύργον και μετεχειρίζοντο αυτόν ως φρούριον. Ήθελε δε ο Νικίας να θέση φρουράν εις το μέρος εκείνο, το οποίον ήτο πλησιέστερον προς τους Αθηναίους παρά το Βούδορον και η Σαλαμίς, διά να παύσουν οι Πελοποννήσιοι να στέλλουν από το μέρος εκείνο κρυφίως πολεμικά πλοία και πειρατάς, το οποίον έγίνετο προηγουμένως, και εμποδισθή κάθε είσπλευσις εις τα Μέγαρα. Εκυρίευσε λοιπόν πρώτον διά θαλάσσης και διά μηχανών δύο πύργους προέχοντας, προς το μέρος της Νισαίας, και, αφού ηλευθέρωσε τον είσπλουν μεταξύ της νήσου και της ηπείρου, έκλεισε το μέρος από το οποίον ήτο δυνατόν, διά γεφύρας άνωθεν από τα τέλματα, να έλθη βοήθεια εις την νήσον μη απέχουσαν πολύ από της στερεάς. Ότε δε συνετελέσθη το έργον εις ολίγας ημέρας, ο Νικίας αφήσας εις την Μινώαν φρούριον και φρουράν επέστρεψε μετά του στρατού.

52. Κατά την αυτήν εποχήν, διαρκούντος του θέρους εκείνου, οι Πλαταιείς μη έχοντες πλέον σίτον μηδέ δυνάμενοι να υφίστανται την πολιορκίαν υπετάγησαν εις τους Πελοποννησίους κατά τον ακόλουθον τρόπον. Οι πολιορκούντες προσέβαλον το τείχος των, οι δε Πλαταιείς δεν ηδυνήθησαν να το υπερασπισθούν. Εννοήσας δ' ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός την αδυναμίαν των διά της βίας μεν δεν ηθέλησε να κυριεύση την πόλιν (διότι εξ οδηγιών πεμφθεισών εκ Λακεδαίμονος είχε μάθει ότι, εάν ποτε εγίνετο ειρήνη με τους Αθηναίους και απεφασίζετο και υπό των δύο η απόδοσις των κυριευθεισών πόλεων, η Πλάταια έπρεπε να εξαιρεθή ως παραδοθείσα εκουσίως), έπεμψε όμως προς τους Πλαταιείς κήρυκα λέγοντα ότι, εάν συγκατετίθεντο να παραδώσουν θεληματικώς την πόλιν των εις τους Λακεδαιμονίους και να τους λάβουν ως δικαστάς, θα ετιμώρουν τους ενόχους και ουδένα θα κατεδίκαζον χωρίς να τον δικάσουν. Ταύτα είπεν ο κήρυξ, εκείνοι δε (διότι ήσαν πλέον εις την εσχάτην εξασθένησιν) παρέδωκαν την πόλιν. Και τους Πλαταιείς έτρεφον οι Πελοποννήσιοι επί τινας ημέρας, μέχρις ου έφθασαν οι εκ Λακεδαίμονος πέντε δικασταί. Ελθόντες ούτοι ουδεμίαν κατηγορίαν απήγγειλαν κατά των Πλαταιέων, αλλά προσκαλέσαντες ηρώτων αυτούς τούτο μόνον· « Εάν κατά τον παρόντα πόλεμον είχον προσφέρει εκδούλευσίν τινα εις τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους ». Εκείνοι δε ζητήσαντες να ομιλήσουν ευρύτερον ανέθεσαν το έργον τούτο εις δύο Πλαταιείς, τον Αστύμαχον τον Ασωπολάου και τον Λάκωνα τον Αειμνήστου, ο οποίος ήτο και πρόξενος των Λακεδαιμονίων. Προχωρήσαντες λοιπόν ούτοι είπον τα εξής.

53. «Την μεν πόλιν σας παρεδώσαμεν, ω Λακεδαιμόνιοι, νομίζοντες ότι η δίκη μας θα εγίνετο οπωσδήποτε δικαιοτέρα παρ' όσον γίνεται την στιγμήν ταύτην, και παρουσιάσθημεν όχι ενώπιον άλλων δικαστών, αλλ' ενώπιόν σας φρονούντες ότι από σας μόνον θα ευρίσκομεν δικαιοσύνην. Τώρα δε φοβούμεθα ότι και εις τα δύο ηπατήθημεν διότι υποπτεύομεν ευλόγως ότι πρόκειται όχι μόνον να αγωνισθώμεν κατά του θανάτου, αλλά και ότι η απόφασίς σας δεν θα είναι αμερόληπτος, συμπεραίνοντες τούτο εκ του ότι και κατηγορία εναντίον μας δεν έγινε κατά της οποίας να αντιτάξωμεν λόγους υπερασπίσεως (αλλ' ημείς αυτοί εζητήσαμεν τον λόγον) και εκ του ότι, επειδή η ερώτησίς σας είναι συνοπτική, εάν μεν είπωμεν την αλήθειαν, θα στραφή αύτη καθ' ημών, εάν δε είπωμεν ψεύδη, θα εξελεγχθώμεν ως ψεύσται. Μολονότι δε περιελθόντες εις την εσχάτην αμηχανίαν, αναγκαζόμεθα εν τούτοις και νομίζομεν ασφαλέστερον να διακινδυνεύσωμεν λέξεις τινάς προς απολογίαν μας· διότι η σιωπή ημών εις τοιαύτην περίστασιν θα μας εξέθετεν εις την μομφήν ότι δεν επράξαμεν ό,τι ήτο δυνατόν, διά να σωθώμεν. Εις τα δεινά δε ταύτα προστίθεται και η δυσκολία να σας πείσωμεν. Εάν ήμεθα άγνωστοι προς αλλήλους, θα ηδυνάμεθα να ωφεληθώμεν προσάγοντες μαρτυρίας διά τας οποίας να μη έχετε είδησιν· αλλά σήμερον θα ομιλήσωμεν προς ανθρώπους γνωρίζοντας τα πάντα, και φοβούμεθα ότι θα κρίνετε τας εκδουλεύσεις ημών κατωτέρας των ιδικών σας και θα καταλογίσετε τούτο εις ημάς ως έγκλημα, καθόσον μάλλον προς ευχαρίστησιν άλλων εισαγόμεθα εις δίκην προαποφασισμένην.