Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

Part 2

Chapter 2 17 words Public domain Markdown

22. Ούτοι δε, άμα ητοιμάσθησαν, περιμείναντες νύκτα χειμερινήν, βροχεράν και συνάμα ασέληνον, εξήλθον της πόλεως· επί κεφαλής δ' αυτών ήσαν οι αίτιοι της επιχειρήσεως. Και πρώτον μεν διέβησαν την τάφρον ήτις περιέβαλλεν αυτούς, έπειτα δε επλησίασαν εις το τείχος των πολεμίων διαφυγόντες την προσοχήν των φυλάκων, οίτινες ούτε να τους ιδούν ηδύναντο ένεκα του σκότους, ούτε να ακούσουν τον κρότον των πλησιαζόντων βημάτων των ένεκα του ανέμου ο οποίος εβόϋζε δυνατά· εκτός τούτου οι Πλαταιείς ήσαν εις μακράν απόστασιν απ' αλλήλων, διά να μη τους προδώσουν τα αλληλοσυγκρουόμενα όπλα των. Ήσαν δ' ελαφρώς ωπλισμένοι και φορούντες υπόδημα μόνον εις τον αριστερόν πόδα διά να μη γλιστρούν εις τον πηλόν. Επλησίασαν λοιπόν εις τας μεταξύ των πύργων επάλξεις, όπου ήξευραν ότι ήσαν αφρούρητοι, πρώτον μεν οι φέροντες τας κλίμακας και προσήρμοσαν αυτάς· έπειτα δε ανέβησαν δώδεκα στρατιώται έχοντες ξιφίδιον και θώρακα, των οποίων ήτον αρχηγός Αμμέας ο Κοροίβου, ο οποίος και πρώτος ανέβη. Μετ' αυτόν δε ανέβαινον οι επόμενοι έξ εις καθένα από τους πύργους. Έπειτα μετά τούτους επροχώρουν άλλοι ελαφρά ωπλισμένοι με μικρά δόρατα, άλλοι δε κατόπιν έφερον τας ασπίδας των, όπως εκείνοι ευκολώτερον αναβαίνουν και τας οποίας ώφειλον να δώσουν άμα ήθελον φθάσει πλησίον των εχθρών. Οι πλειότεροι είχον ήδη αναβή, ότε ενόησαν αυτούς οι φύλακες των πύργων· διότι Πλαταιεύς τις, αναρριχηθείς εις τας επάλξεις, έρριψε κάτω μίαν κεραμίδα, ήτις πεσούσα έκαμε κρότον. Και αμέσως υψώθη βοή, οι δε πολιορκούντες ώρμησαν επί του τείχους χωρίς να ηξεύρουν πόθεν ήτο ο θόρυβος εκείνος εν μέσω της σκοτεινής και θυελλώδους νυκτός. Συγχρόνως δε οι εν τη πόλει μείναντες Πλαταιείς εξελθόντες προσβάλλουν το μέρος του τείχους το αντίθετον εκείνου διά του οποίου είχαν αναβή οι άνδρες αυτών όπως περισπάσουν την προσοχήν των Πελοποννησίων. Οι εχθροί λοιπόν θορυβηθέντες έμεναν ακίνητοι, ουδείς δ' ετόλμα να αφήση την θέσιν του αγνοών τι να εικάση περί των γινομένων. Εν τούτοις οι τριακόσιοι Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον διαταγήν να βοηθούν, όπου ήθελεν επιστή ανάγκη, επροχώρησαν έξω του τείχους προς την βοήν, και ύψωσαν πυρά προς το μέρος των Θηβών, ίνα αναγγείλουν τον ερχομόν των εχθρών· αλλά και οι Πλαταιείς της πόλεως ύψωσαν επίσης πολλά πυρά παρεσκευασμένα εκ των προτέρων προς τον σκοπόν τούτον, ίνα οι εχθροί συγχύσουν τα πυρφόρα ταύτα σημεία, και υποπτεύοντες παν άλλο ή την αλήθειαν μη τρέξουν εις βοήθειαν πριν οι εξελθόντες Πλαταιείς διαφύγουν και εξασφαλισθούν.

23. Κατά το αυτό διάστημα οι Πλαταιείς εξηκολούθουν την ανάβασίν των· άμα δε οι πρώτοι έφθασαν εις την κορυφήν, έσφαξαν τους φύλακας και έγιναν κύριοι και των δύο πύργων καταλαβόντες τας διόδους διά να εμποδίσουν τους θέλοντας διά των διόδων τούτων να τρέξουν εις βοήθειαν. Έπειτα εφαρμόσαντες εκ του ύψους των τειχών κλίμακας εις τους πύργους ανεβίβασαν πλείστους εκ των συστρατιωτών των. Οι μεν εκ των πύργων τοξεύοντες ημπόδιζον τους ερχόμενους εις βοήθειαν και εκ των κάτω και εκ των άνω· συγχρόνως δε οι άλλοι, οίτινες ήσαν περισσότεροι, έστησαν ομού πολλάς κλίμακας και αποσπάσαντες τας επάλξεις υπερέβαινον το μεταξύ των πύργων κενόν διάστημα. Καθ' όσον διήρχοντο έμενον επί του χείλους της τάφρου και απ' εκεί ετόξευαν και ηκόντιζαν εναντίον καθενός, που προχωρών εις βοήθειαν προς το τείχος παρεκώλυε την διάβασιν των. Αφού όλοι διεπεραιώθησαν, οι εις τους πύργους ευρισκόμενοι, καταβαίνοντες τελευταίοι, έφθασαν μετά δυσκολίας εις την τάφρον, και τότε οι τριακόσιοι Πελοποννήσιοι τους εκυνήγησαν με δάδας εις τας χείρας. Αλλ' οι Πλαταιείς ευρισκόμενοι εις το χείλος της τάφρου, ηδύναντο εις το σκότος να τους διακρίνουν καλλίτερα και τους ετόξευον και τους ηκόντιζαν εις τα γυμνά μέρη του σώματος, ενώ ο εχθρός θαμβούμενος από τα φώτα δεν ηδύνατο να τους διακρίνη μέσα εις το σκότος. Τοιουτοτρόπως όλοι οι Πλαταιείς μέχρι και του τελευταίου διέβησαν την τάφρον μετά πολλής δυσκολίας και βίας· διότι ο σχηματισθείς επ' αυτής κρύσταλλος δεν ήτο τόσον στερεός ώστε να διαβούν δι' αυτού, αλλά μάλλον ήτο υδατώδης όπως συμβαίνει όταν πνέη ανατολικός μάλλον άνεμος παρά βορεινός, και η κατά την ανεμώδη εκείνην νύκτα πεσούσα χιών είχε πληρώσει ύδατος την τάφρον την οποίαν διεπέρασαν οι Πλαταιείς μόλις έχοντες την κεφαλήν εκτός του ύδατος. Εν τούτοις η απόδρασίς των έγινεν ευκολωτέρα ένεκα της βιαιότητος της θυέλλης.

24. Ορμήσαντες δ' από της τάφρου οι Πλαταιείς επροχώρουν άπαντες εις τον δρόμον, τον φέροντα προς τας Θήβας, δεξιά έχοντες τον ναόν του ήρωος Ανδροκράτους. Ενόμιζον ότι ποτέ δεν ήθελον τους υποπτεύσει ότι θα εξέλεγον την οδόν ταύτην, ήτις έφερε προς τους εχθρούς. Εν τούτοις έβλεπον τους Πελοποννησίους ότι τους εκυνήγουν με δάδας προς την οδόν την διά του Κιθαιρώνος και των Δρυός κεφαλών φέρουσαν εις τας Αθήνας. Και επί έξ μεν ή επτά σταδίους οι Πλαταιείς επροχώρουν προς τας Θήβας, έπειτα δε στρέψαντες προς τα οπίσω ηκολούθησαν τον δρόμον, που φέρει προς το όρος, εις Ερύθρας και Υσιάς· και διελθόντες τα όρη κατέφυγον εις τας Αθήνας διακόσιοι δώδεκα άνδρες. Είχον αναχωρήσει περισσότεροι· αλλά τινές εξ αυτών είχον επιστρέψει εις την πόλιν πριν αναβούν τας κλίμακας, είς μάλιστα τοξότης είχε συλληφθή κατά την εξωτερικήν τάφρον. Οι μεν λοιπόν Πελοποννήσιοι παύσαντες την καταδίωξιν επέστρεψαν εις τας θέσεις των· οι δε εν τη πόλει μείναντες Πλαταιείς ηγνόουν εντελώς τα γινόμενα· και μαθόντες παρά των επιστρεψάντων ότι ουδείς έζη εκ των συστρατιωτών των έπεμψαν κήρυκα άμα εξημέρωσε διά να συναθροίσουν διά συνθήκης τους νεκρούς· μαθόντες όμως την αλήθειαν έπαυσαν. Οι μεν Πλαταιείς λοιπόν τοιουτοτρόπως εσώθησαν διά μέσου των εχθρών.

25. Κατά τα τέλη δε του αυτού χειμώνος ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος αποστέλλεται με πλοίον πολεμικόν εις Μυτιλήνην. Και φθάσας εις Πύρραν εξηκολούθησεν εκείθεν την πορείαν του διά ξηράς, και διαφυγών την προσοχήν εισήλθεν εις την Μυτιλήνην από μίαν χαράδραν, όπου το περιτείχισμα ήτο δυνατόν να το υπερβή κανείς, και είπεν εις τους άρχοντας ότι η εις την Αττικήν εισβολή έμελλε να γίνη προσεχώς, και τα τεσσαράκοντα πλοία τα προωρισμένα προς βοήθειάν των επρόκειτο να φθάσουν εντός ολίγου. Προσέθετε δε ότι αυτός είχε προαποσταλή διά να αναγγείλη ταύτα και διά να ενασχοληθή εις τας λοιπάς πολεμικάς παρασκευάς. Και οι μεν Μυτιληναίοι ενεθαρρύνθησαν και ολιγώτερον έκλινον προς την γνώμην να συνθηκολογήσουν μετά των Αθηναίων. Και ο χειμών αυτός ετελείωνε καθώς και το τέταρτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

26. Κατά το ακόλουθον δε θέρος οι Πελοποννήσιοι απέστειλαν εις την Μυτιλήνην τα τεσσαράκοντα δύο πλοία υπό τον Αλκίδαν τον οποίον κατέστησαν ναύαρχον εις αυτά, ούτοι δε καθώς και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν, ίνα οι Αθηναίοι, παρενοχλούμενοι από τα δύο μέρη, μη δυνηθούν να προσβάλουν τα πλοία τα πλέοντα προς την Μυτιλήνην. Αρχηγός δε της εισβολής εκείνης ήτο ο Κλεομένης, προς πατρός θείος και επίτροπος του Παυσανίου, υιού του Πλειστοάνακτος και ανηλίκου ακόμη βασιλέως. Ελεηλάτησαν δε και τα πρότερον λεηλατηθέντα μέρη, και τα αναβλαστήσαντα, και όσα είχον παραλειφθή κατά τας προτέρας εισβολάς. Η εισβολή αύτη, μετά την δευτέραν, υπήρξε διά τους Αθηναίους η καταστρεπτικωτάτη από όλας· διότι οι Πελοποννήσιοι, περιμένοντες πάντοτε παρά της Λέσβου ειδήσεις περί των πλοίων των, τα οποία, ως επίστευαν, είχον ήδη φθάσει εκεί, διέτρεξαν όλην σχεδόν την χώραν λεηλατούντες αυτήν. Αλλ' επειδή η προσδοκία εκείνη απέβαινε ματαία και τα τρόφιμα είχαν τελειώσει, ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις.

27. Εν τω μεταξύ τούτω οι Μυτιληναίοι βλέποντες ότι δεν ήρχοντο τα από της Πελοποννήσου πλοία, ότι ο καιρός παρήρχετο και ότι τα τρόφιμα ήρχιζαν να τελειώνουν, αναγκάζονται να συνθηκολογήσουν προς τους Αθηναίους διά την εξής αιτίαν. Ο Σάλαιθος μη περιμένων πλέον και αυτός τα πλοία έδωκεν όπλα εις τον λαόν, ο οποίος πρότερον δεν είχε τοιαύτα, διά να κάμουν έξοδον εναντίον των Αθηναίων· αλλά μόλις ο λαός ωπλίσθη δεν ήθελε πλέον ν' ακούση τους άρχοντας, αλλά συναθροιζόμενος εις ομίλους επρόσταξε τους πλουσίους να φανερώσουν τον σίτον, τον οποίον είχαν κρυμμένον και να τον μοιράσουν εις όλους· άλλως, απειλούσαν ότι συνθηκολογούντες μετά των Αθηναίων θα παρέδιδον εις αυτούς την πόλιν.

28. Μαθόντες ταύτα οι διοικούντες, αλλά μη δυνάμενοι να εμποδίσουν τον λαόν και εννοούντες τον κίνδυνον τον οποίον ήθελον διατρέξει, εάν απεκλείοντο εκ της μετά των Αθηναίων συνθήκης, ηνώθησαν μετ' αυτού, διά να συνομολογήσουν μετά του Πάχητος και του στρατού του σύμβασιν, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι θα ήσαν κύριοι να αποφασίσουν ό,τι ήθελαν περί των Μυτιληναίων, να εισέλθη ο στρατός των εις την πόλιν και να αποστείλουν εις τας Αθήνας οι Μυτιληναίοι πρεσβείαν διά να φροντίση περί των ιδίων των υποθέσεων. Μέχρις όμως της επιστροφής των πρέσβεων ο Πάχης υπεχρεούτο μήτε να δέση μήτε να ανδραποδίση μήτε να αποκτείνη κανένα Μυτιληναίον. Και η μεν σύμβασις αύτη εγένετο. Οι δε μετά των Λακεδαιμονίων συνεννοούμενοι καταληφθέντες υπό φόβου κατά την είσοδον του στρατού και μη νομίζοντες εαυτούς ασφαλείς εκάθισαν παρά τους βωμούς· ανεγείρας δ' αυτούς ο Πάχης τοις υπεσχέθη να μη τους βλάψη και τους παρακατέθεσεν εις την Τένεδον μέχρις ου οι Αθηναίοι ήθελαν αποφασίσει περί αυτών. Πέμψας δε και εις την ’ντισσαν τριήρεις υπέταξεν αυτήν και έλαβεν όλα τα στρατιωτικά μέτρα όσα ενόμισε κατάλληλα.

29. Οι δε εντός των τεσσαράκοντα πλοίων Πελοποννήσιοι, οίτινες ώφειλαν να φθάσουν γρήγορα, και περί την Πελοπόννησον ενδιέτριψαν πολύ και τον επίλοιπον πλουν εξετέλεσαν με αργοπορίαν· εις τρόπον ώστε η αναχώρησίς των δεν έγινε γνωστή εις τας Αθήνας ειμή αφού προσήγγισαν εις την Δήλον. Εκ της νήσου δε ταύτης μετέβησαν οι Πελοποννήσιοι εις την Ίκαρον και την Μύκονον, όπου έμαθαν κατά πρώτον ότι εκυριεύθη η Μυτιλήνη. Θέλοντες δε να βεβαιωθούν κατέπλευσαν εις το Έμβατον της Ερυθραίας· ότε δε κατέπλευσαν εις το Έμβατον, είχαν παρέλθει επτά ολόκληροι ημέραι από της αλώσεως της Μυτιλήνης. Βεβαιωθέντες δε περί της αληθείας συνεκρότησαν συμβούλιον περί των ληπτέων μέτρων· ο δε Ηλείος Τευτίαπλος είπε προς αυτούς τα εξής.

30. «Αλκίδα και αρχηγοί του Πελοποννησιακού στρατού όσοι είσθε παρόντες, η γνώμη μου είναι να πλεύσωμεν προς την Μυτιλήνην όπως ευρισκόμεθα, πριν γνωσθή ο ερχομός μας. Πολύ πιθανόν να εύρωμεν αφυλάκτους τους ανθρώπους, οίτινες μόλις προ μικρού εγένοντο κύριοι της πόλεως· προ πάντων εκ του μέρους της θαλάσσης, πού ποτέ δεν υποθέτουν ότι δύναται από αυτό να επέλθη εχθρός τις και όπου έχομεν κάθε δύναμιν όπως επιχειρήσωμεν την επίθεσιν. Είναι επίσης πιθανόν ότι και το πεζικόν αυτών θα είναι διεσπαρμένον εις τας οικίας κατά την συνήθη των νικητών αμέλειαν. Εάν λοιπόν επιτεθώμεν αίφνης και διά νυκτός, ελπίζω ότι μετά των εν τη πόλει, εάν μας έμεινεν ακόμη κανείς πιστός, θέλομεν γίνει κύριοι. Μη φοβηθώμεν τον κίνδυνον, έχοντες πεποίθησιν ότι ουδέν άλλο είναι το τοιούτον παρά νίκη εξ επιθέσεως. Ο στρατηγός, όστις και αυτός προφυλάσσεται και επιβλέπει τον εχθρόν, διά να επιχειρήση τοιαύτην επίθεσιν, πάντοτε σχεδόν αναδεικνύεται νικητής ».

31. Εκείνος μεν ταύτα ειπών δεν έπεισε τον Αλκίδαν. ’λλοι δέ τινες των εκ της Ιωνίας φυγάδων και οι συμπλέοντες Λεσβίοι τον συνεβούλευσαν, επειδή εφοβείτο τον κίνδυνον τούτον, να καταλάβη μίαν των εν τη Ιωνία πόλεων, ή την Αιολίοα Κύμην, ίνα έχοντες από την πόλιν εκείνην ορμητήριον δυνηθούν να επαναστατήσουν την Ιωνίαν (υπήρχε δε τοιαύτη ελπίς, καθότι κανείς δεν είδε δυσαρέστως την άφιξίν των). Και τους Αθηναίους ήθελον στερήσει της πρωτίστης πηγής των προσόδων των, και αυτοί θα ωφελούντο, εάν διετήρουν εκεί στόλον· ήλπιζον προσέτι ότι διά του μέσου τούτου ήθελον πείσει τον Πισσούθνην να συμπολεμήση μετ' αυτών. Ο δε Αλκίδας ουδέ ταύτα παρεδέχθη, αλλ' επέμενεν ότι, επειδή δεν ηδυνήθη να βοηθήση εγκαίρως την Μυτιλήνην, έπρεπε τάχιστα να επιστρέψη εις την Πελοπόννησον.

32. Αναχωρήσας ο εκ του Εμβάτου παρέπλεε τας ακτάς· και αποβιβασθείς εις την Μυόννησον των Τηίων έσφαξε τους πλείστους εκ των αιχμαλώτων, τους οποίους είχε συλλάβει κατά τον πλουν. ’μα δε ηγκυροβόλησεν εις τον λιμένα της Εφέσου, φθάνουν εκ των Αναίων Σάμιοι πρέσβεις λέγοντες ότι δεν ήτο συντελεστικόν προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων να φονεύη ανθρώπους, που ούτε ωπλισμένας χείρας ύψωσαν ούτε εχθροί ήσαν, αλλά διετέλουν αναγκαστικώς σύμμαχοι των Αθηναίων· εάν δε εξηκολούθει πράττων ταύτα, ολιγίστους εχθρούς ήθελεν ελκύσει εις την φιλίαν του, μάλλον δε πολλούς φίλους ήθελε καταστήσει εχθρούς. Ο Αλκίδας πεισθείς εις τους λόγους τούτους ηλευθέρωσε και τους Χίους, οίτινες του έμεναν ακόμη αιχμάλωτοι, και άλλους τινάς· διότι εις την θέαν των πλοίων εκείνων ουδείς έφευγεν, αλλ' εξ εναντίας πάντες επλησίαζον νομίζοντες ότι ήσαν των Αθηναίων, και ουδ' εφαντάζοντό ποτε ότι πελοποννησιακός στόλος ήθελε πλησιάσει εις την Ιωνίαν ενόσω οι Αθηναίοι ήσαν κύριοι της θαλάσσης.

33. Αναχωρήσας δ' εκ της Εφέσου ο Αλκίδας έπλεε γρήγορα ωσάν να ετρέπετο εις φυγήν· διότι, ενώ ευρίσκετο ακόμη εις τα ύδατα της Κλάρου, έγινεν αντιληπτός από τα πλοία Σαλαμινίαν και Πάραλον (τα οποία έτυχον ερχόμενα εξ Αθηνών), και φοβηθείς την καταδίωξιν έπλεεν εις τ' ανοικτά, απόφασιν έχων να μη προσεγγίση θεληματικώς αλλού παρά εις την Πελοπόννησον. Αι ειδήσεις αύται έφθασαν εις τον Πάχητα και τους Αθηναίους πρώτον εκ της Ερυθραίας· κατόπιν δ' έφθασαν πανταχόθεν και επειδή η Ιωνία ήτον ατείχιστος, εφοβήθησαν πολύ μήπως οι Πελοποννήσιοι, μολονότι μη έχοντες σκοπόν να μείνουν, λεηλατήσουν τας πόλεις όσας ήθελον προσβάλει κατά τον περίπλουν αυτών. Η δε Σαλαμινία και η Πάραλος ήλθον αι ίδιαι να αναγγείλουν ότι είδον τον Αλκίδαν εις την Κλάρον. Τότε ο Πάχης έσπευσε να τον καταδιώξη, και επροχώρησε μάλιστα μέχρι της νήσου Πάτμου, αλλά βλέπων ότι δεν ηδύνατο να τον φθάση επέστρεψε. Κέρδος δε ενόμισεν, επειδή δεν συνήντησε το εχθρικόν ναυτικόν εις το πέλαγος, ότι δεν έμεινε τούτο εις κανέν άλλο μέρος όπου να στήση στρατόπεδον και να τον αναγκάση να το φυλάττη και να το περικλείση.

34. Παραπλέων δε εσταμάτησε κατά την επιστροφήν του εις το Νότιον, πόλιν των Κολοφωνίων, όπου ο λαός ούτος κατώκησεν, αφού η άνω πόλις εκυριεύθη υπό του Ιταμάνους και των βαρβάρων, τους οποίους προσεκάλεσεν εκεί εμφυλία στάσις· εκυριεύθη δε η πόλις αύτη, ότε εγίνετο εις την Αττικήν η δευτέρα εισβολή των Πελοποννησίων. Εν τούτοις οι καταφυγόντες εις το Νότιον και κατοικήσαντες εκεί ήρχισαν πάλιν τας εμφυλίους έριδας. Και μία μεν μερίς εξ αυτών εισαγαγούσα επικουρικόν στρατόν από Αρκάδας και βαρβάρους, τους οποίους είχε στείλει ο Πισσούθνης, εκλείσθη εις διατείχισμά τι· εισήλθον δ' επίσης μετ' αυτών και εκυβέρνων τας υποθέσεις όσοι από τους Κολοφωνίους της άνω πόλεως ήσαν φίλοι των Μήδων· η δε αντίπαλος μερίς αναγκασθείσα να φύγη προσεκάλεσε τον Πάχητα. Ούτος εζήτησε συνέντευξιν μετά του Ιππίου του εν τω διατειχίσματι αρχηγού των Αρκάδων, υποσχεθείς εις αυτόν ότι θα τον απέλυε πάλιν σώον και υγιά, εάν δεν εδέχετο τας προτάσεις του. Και ο μεν Ιππίας εξήλθε προς αυτόν· ο δε Πάχης τούτον μεν εφυλάκισεν, όχι όμως σιδηροδέσμιον, επιτεθείς δε εξ απροόπτου κατά του τειχίσματος εκυρίευσεν αυτό και εφόνευσεν όλους τους εν αυτώ ευρισκομένους Αρκάδας και βαρβάρους· επανέφερε δε τον Ιππίαν ως είχεν υποσχεθή· αλλ' άμα εισελθόντα τον συλλαμβάνει και τον φονεύει διά τόξου. Και απέδωκε το Νότιον εις τους Κολοφωνίους εξαιρέσας εκείνους όσοι έδειξαν φιλίαν προς τους Μήδους. Βραδύτερον οι Αθηναίοι στείλαντες οικιστάς, σύμφωνα με τους νόμους των, συνώκισαν το Νότιον, συναθροίσαντες εκ των διαφόρων πόλεων όλους τους διεσπαρμένους Κολοφωνίους.

35. Ο δε Πάχης επιστρέψας εις την Μυτιλήνην υπέταξε την Πύρραν και την Έρεσον· συλλαβών δε τον Λακεδαιμόνιον Σάλαιθον κρυμμένον εν τη πόλει αποστέλλει αυτόν εις Αθήνας μετά των εν Τενέδω κρατουμένων και των άλλων, τους οποίους υπέθετεν ως αιτίους της αποστασίας· αποπέμπει επίσης και το πλειότερον μέρος του στρατού. Μείνας δε μετά του υπολοίπου διωργάνωσε κατά το δοκούν τα της Μυτιλήνης και της λοιπής Λέσβου.

36. Ότε δ' έφθασαν οι Μυτιληναίοι και ο Σάλαιθος, οι Αθηναίοι τον μεν Σάλαιθον ευθύς εφόνευσαν, μολονότι ούτος υπέσχετο μεταξύ πολλών άλλων να απομακρύνη τους Πελοποννησίους και από των Πλαταιών, αι οποίαι επολιορκούντο ακόμη· περί δε των λοιπών διεσκέπτοντο. Εν τη οργή των απεφάσισαν όχι μόνον τους παρόντας να φονεύσουν, αλλά και όλους τους εφήβους Μυτιληναίους, και να ανδραποδίσουν τους παίδας και τας γυναίκας. Διότι εύρισκαν ασυγχώρητον το ότι απεστάτησαν χωρίς να έχουν παράπονα ως οι άλλοι· εκείνο δε το οποίον ηύξανε την οργήν των ήτο ότι ο στόλος των Πελοποννησίων, όπως βοηθήση την Μυτιλήνην, ετόλμησε να διακινδυνεύση εις τα παράλια της Ιωνίας· διότι δεν επίστευαν ότι οι Μυτιληναίοι είχαν αποστατήσει χωρίς να έχουν κατά νουν μέγα σχέδιον. Στέλλουν λοιπόν τριήρη προς τον Πάχητα, όπως αναγγείλη τα αποφασισθέντα και διατάξη αυτόν να φονεύση ταχέως τους Μυτιληναίους· αλλά κατά την επομένην ημέραν κατέλαβεν αυτούς ευθύς η μεταμέλεια και ανελογίσθησαν την σοβαρότητα και την σκληρότητα αποφάσεως, η οποία κατεδίκαζεν εις θάνατον ολόκληρον πόλιν και όχι τους αιτίους. ’μα ενόησαν τούτο οι παρόντες πρέσβεις των Μυτιληναίων και οι εν Αθήναις φίλοι των, παρεσκεύασαν τους άρχοντας ούτως ώστε να σκεφθούν και πάλιν περί του πράγματος τούτου· τους έπεισαν δε ευκόλως· διότι και οι άρχοντες ούτοι είχαν πεποίθησιν ότι οι πλείστοι των πολιτών επεθύμουν να κάμουν δευτέραν διάσκεψιν. Σχηματισθείσης λοιπόν της εκκλησίας αμέσως, ο καθείς επρότεινε την γνώμην του. Κλέων δε ο Κλεαινίτου, του οποίου η υπέρ του θανάτου γνώμη είχεν υπερισχύσει κατά την προτεραίαν, ο βιαιότερος των πολιτών εις πάσαν περίστασιν και μεγίστην έχων τότε επίδρασιν επί του δήμου, ανελθών εις το βήμα πάλιν έλεγε ταύτα.

37. «Πολλάκις και τώρα και κατά το παρελθόν υπεστήριξα ότι η δημοκρατία είναι αδύνατον να κυβερνά άλλους λαούς, και την γνώμην ταύτην ισχυροποιεί ακόμη περισσότερον η σημερινή μεταμέλειά σας περί των Μυτιληναίων. Συνηθίσαντες εις τον καθημερινόν βίον μήτε να φοβήσθε μήτε να επιβουλεύησθε αλλήλους πράττετε το αυτό και προς τους συμμάχους· και εάν η παραπειθόμενοι από την ευγλωττίαν των ή ενδίδοντες από οίκτον περιπίπτετε εις σφάλμα τι, δεν πιστεύετε ότι η αδυναμία σας θα σας αποβή επικίνδυνος και άνευ ευγνωμοσύνης εκ μέρους των συμμάχων. Δεν παρατηρείτε ότι η κυριαρχία σας είναι αληθής τυραννία επιβεβλημένη επί ανθρώπων επιβούλων, οίτινες ακουσίως υπακούουν, οίτινες, ουδεμίαν σας χρεωστούν χάριν διά τας γινομένας προς αυτούς με βλάβην ιδικήν σας χάριτας, αλλ' οίτινες σας υποτάσσονται από ανάγκην μάλλον παρά από ευγνωμοσύνην. Το δεινότατον δε πάντων είναι ότι ουδεμία πλέον σταθερότης θέλει υπάρχει εις τας αποφάσεις μας και δεν θα εννοώμεν ότι καλήτερον η πόλις μας να έχη κακούς, αλλά σταθερούς νόμους παρά καλούς αλλά ακύρους· ότι σώφρων αμάθεια είναι ωφελιμωτέρα της ακολάστου δεξιότητος· και ότι ως επί το πλείστον αι πόλεις ευδαιμονούν όταν έχουν ανθρώπους μετρίους παρ' όταν έχουν ανθρώπους συνετωτάτους· διότι ούτοι θέλουν αι ιδικαί των γνώμαι να φαίνωνται σοφώτεραι από τους νόμους και τα λεγόμενά των να κατισχύουν εις τας συνελεύσεις, ως να μη υπήρχον τάχα άλλαι μεγαλύτεραι ευκαιρίαι διά να δείξουν την ευφυίαν των, τούτου δ' ένεκα καταστρέφουν τας πόλεις· ενώ οι άλλοι, οι δυσπιστούντες προς την ιδίαν αυτών σύνεσιν, ομολογούν ότι είναι αμαθέστεροι των νόμων και ολιγώτερον ικανοί να επικρίνουν τον λόγον του ρήτορος· δίκαιοι δε όντες μάλλον κριταί παρά ρητορικοί αθληταί επιτυγχάνουν σχεδόν πάντοτε. Ούτω λοιπόν πρέπει να πράττωμεν και ημείς αντί να περιπλεκώμεθα εις αγώνα ευγλωττίας και ευφυίας και σας δίδωμεν συμβουλάς αντιθέτους προς τας πεποιθήσεις μας.

38. »Και εγώ μεν την αυτήν έχω γνώμην και απορώ με εκείνους, οίτινες επρότειναν δευτέραν διάσκεψιν περί των Μυτιληναίων και επροκάλεσαν χρονοτριβήν ήτις αποβαίνει προς όφελος των αδικησάντων (διότι η οργή του παθόντος εναντίον του αδικήσαντος γίνεται χαλαρωτέρα, ενώ η άμυνα, όταν ακολουθή αμέσως μετά την ύβριν, επειδή επέρχεται ευθύς προς αντίκρουσιν, επιβάλλει την αρμόζουσαν τιμωρίαν), απορώ δε και ποίος θέλει αντείπει εις εμέ και αποδείξει ότι αι μεν αδικίαι των Μυτιληναίων είναι ωφέλιμοι εις ημάς, αι δε συμφοραί μας καθίστανται βλαβεραί εις τους συμμάχους. Είναι φανερόν ότι βασιζόμενος εις την ρητορικήν αυτού δεινότητα ήθελε προσπαθήσει να υποστηρίξη το εναντίον, διά να αποδείξη ότι δεν εγένετο κοινή απόφασις, ή, κινούμενος από κέρδος, ήθελε παρασκευάσει μετά κόπου λόγον ευπρόσωπον, αποπειρώμενος να σας απατήση. Δυστυχώς η πολιτεία τα μεν βραβεία των τοιούτων αγώνων δίδει εις άλλους, δι' εαυτήν δε επιφυλάσσει μόνον τους κινδύνους. Του κακού τούτου αίτιοι είσθε σεις, οίτινες κακώς διανέμοντες τας αμοιβάς συνηθίζετε να παρίστασθε θεαταί των λόγων και ακροαταί των έργων. Από τους τεχνικούς λόγους των καλώς ομιλούντων κρίνετε περί των μελλόντων έργων, παρασυρόμενοι δε τοιουτοτρόπως πιστεύετε ότι τα μέχρι τούδε πραχθέντα εγένοντο ουχί όπως τα είδατε αλλ' όπως τα ακούετε παρ' αυτών· και από καινοφανή μεν λόγον τείνετε παραπολύ εις το ν' απατάσθε, υπό λόγου δε εκ πείρας ανεγνωρισμένου ως αρίστου δεν πείθεσθε, ακαθέκτως παρασυρόμενοι υπό των εκάστοτε παραδόξων και περιφρονούντες των συνήθων. Όλοι θέλετε να είσθε ρήτορες, επειδή δε τούτο δεν είναι δυνατόν, ανταγωνίζεσθε προς τους όντας τοιούτους, διά να μη φανήτε ότι ηκολουθήσατε την προηγούμενως τεθείσαν γνώμην, αλλ' ότι πρότερον επεδοκιμάσατε, αν είπη τι με ευφυίαν ο ρήτωρ. Ταχείς εις το να προαισθάνεσθε όσα σας λέγουσιν είσθε βραδείς εις το να προβλέπετε τα εξ αυτών αποβησόμενα. Ζητούντες, ούτως ειπείν, άλλα νεώτερα από όσα είνε συνηθισμένα και με τα οποία κυβερνώμεθα, ουδέ περί των παρόντων κρίνετε ορθώς. Τέλος παρασυρόμενοι υπό της τέρψεως της ακοής ομοιάζετε μάλλον με καθημένους ακροατάς σοφιστών παρά με πολίτας σκεπτομένους περί των συμφερόντων της πόλεως.