Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

Part 12

Chapter 12 18 words Public domain Markdown

84. Κατά το αυτό δε θέρος, αμέσως μετά τα συμβάντα ταύτα, ο Βρασίδας μετά των Χαλκιδέων εστράτευσε κατά της Ακάνθου, αποικίας των Ανδρίων, ολίγον προ του τρυγητού. Όσοι εκ των κατοίκων αυτής, συνεννοηθέντες μετά των Χαλκιδέων, προσεκάλεσαν αυτόν, και ο δήμος, ήσαν διηρημένοι διά να δεχθούν τον Βρασίδαν. Αλλά φοβηθείς ο δήμος περί της συγκομιδής πού υπήρχεν ακόμη έξω επείσθη υπό του Βρασίδου να δεχθή μόνον αυτόν και να μη αποφασίση τίποτε πριν τον ακούση· παρουσιασθείς λοιπόν εις την συνέλευσιν (δεν εστερείτο δε ευγλωττίας, μολονότι Λακεδαιμόνιος) είπε ταύτα.

85. «Η μεν αποστολή εμού και του στρατού υπό των Λακεδαιμωνίων έγινεν, ω Ακάνθιοι, διά να επιβεβαιώση την αιτίαν την οποίαν ανεκοινώσαμεν πριν αρχίσωμεν τον πόλεμον, ότι θα πολεμήσωμεν τους Αθηναίους, διά να ελευθερώσωμεν την Ελλάδα, εάν δε ήλθομεν εδώ αργά, μη μας μεμφθήτε· ηπατήθημεν περί της πιθανής διαρκείας των εχθροπραξιών, τας οποίας επιχειρήσαμεν κατά της Αττικής, την οποίαν ηλπίζαμεν να υποτάξωμεν ταχέως ημείς μόνον χωρίς να συγκινδυνεύσετε και σεις μαζί μας· σήμερον δε ότε εδόθη ευκαιρία ήλθομεν και θα προσπαθήσωμεν μαζί σας να τους νικήσωμεν. Απορώ δε διά τι εκλείσατε εις εμέ τας πύλας και δεν με εδέχθητε άσμενοι. Διότι ημείς μεν οι Λακεδαιμόνιοι νομίζοντες ότι και προ του πραγματικού μας ερχομού θα έλθωμεν εις συμμάχους κατά το φρόνημα τουλάχιστον, και ότι η παρουσία ημών θα ήτο ευάρεστος, απετολμήσαμεν τοιούτον κίνδυνον διερχόμενοι επί πολλάς ημέρας διά χώρας ξένης και καταβάλλοντες κάθε δυνατήν προθυμίαν· δεινόν δε θα ήτο αν υμείς έχετε άλλα κατά νουν και θέλετε όχι μόνον να εναντιωθήτε εις την ιδικήν σας ελευθερίαν, αλλά και εις την των άλλων Ελλήνων· διότι εκτός της αντιστάσεως την οποίαν δεικνύετε σεις, εκείνοι προς τους οποίους θα μεταβώ θα με δεχθούν με ολιγωτέραν προθυμίαν και θα προφασισθούν ότι σεις, τους οποίους επεσκέφθην κατά πρώτον, σεις, όπου είσθε πολίται σημαντικής πόλεως, σεις, όπου φημίζεσθε διά την φρόνησίν σας, δεν με εδέχθητε· την αιτίαν της μη παραδοχής μου δεν θα ηξεύρω πώς να καταστήσω πιστευτήν και θα φανώ ότι ή φέρω δολίαν ελευθερίαν ή ότι είμαι αδύνατος και ασθενής να σας υπερασπισθώ, εάν επήρχοντο καθ' ημών οι Αθηναίοι. Εν τούτοις, ότε έτρεξα να βοηθήσω την Νίσαιαν, οι Αθηναίοι, μολονότι πλειότεροι, δεν ετόλμησαν να συμπλακούν με τον στρατόν τούτον, τον οποίον διοικώ σήμερον. Ώστε δεν είναι πιθανόν να αποστείλουν εναντίον σας διά θαλάσσης ίσον στρατόν με εκείνον τον οποίον είχον εις Νίσαιαν.

86. » Εγώ δε ήλθα, όχι διά να κακοποιήσω, αλλά διά να ελευθερώσω τους Έλληνας, υποχρεώσας δι' όρκων μεγίστων τους άρχοντας των Λακεδαιμονίων να αφήσουν αυτονόμους όσους εγώ θα έφερα ως συμμάχους και προς τούτοις να μη σας θεωρούν ως συμμάχους προσληφθέντας διά της βίας ή της απάτης, αλλά να σας βοηθήσουν κατά των Αθηναίων, οι οποίοι σας υπεδούλωσαν. Δεν πρέπει λοιπόν ούτε εμέ ατομικώς να υποπτεύεσθε, αφού σας έδωκα τοιαύτας εγγυήσεις, ούτε τον στρατόν μου να νομίσετε αδύνατον βοηθόν αλλ' ενωθήτε μετ' εμού θαρραλέως. Και, εάν κανείς από σας ένεκα ατομικών λόγων φοβηθή μήπως παραδώσω την διοίκησιν της πόλεως εις ολίγους τινάς, ας είναι ήσυχος μάλλον των άλλων διότι δεν ήλθα διά να προστεθώ εις τινα μερίδα, ουδέ νομίζω ότι πρέπει να επιφέρω αμφίβολον ελευθερίαν καταργών τους πατρίους θεσμούς και υποτάσσων τον δήμον εις τους ολίγους ή τους ολίγους εις τον δήμον. Τοιαύτη ελευθερία θα ήτο σκληροτέρα ξένης κυριαρχίας, και ημείς οι Λακεδαιμόνιοι θα ήμεθα άξιοι όχι ευγνωμοσύνης διά τους κόπους μας, αλλά μάλλον μομφής αντί τιμής και δόξης· και τα εγκλήματα διά τα οποία καταπολεμούμεν τους Αθηναίους ηθέλομεν επισύρει καθ' ημών αυτών απεχθέστερα παρά ο μη προσποιηθείς αρετήν. Δι' εκείνον πού απολαύει εξαιρετικής υπολήψεως, είναι αισχρότερον να επιβάλλεται με εύσχημον απάτην παρά με φανεράν βίαν· διότι αύτη μεν επέρχεται δικαιολογούσα τας πράξεις της διά την ισχύν την οποίαν έδωκεν η τύχη, εκείνη δε παρουσιάζεται δεικνύουσα πνεύμα επίβουλον και ποταπόν. Τόσην πολλήν περίσκεψιν έχομεν περί των τοιούτων τα μέγιστα εις ημάς συμφερόντων.

87. »Πλην των όρκων βεβαιοτέρα εγγύησις διά σας είναι τα έργα μας· παραβάλλοντες ταύτα με τους λόγους ημών θέλετε εύρει αναντίρρητον απόδειξιν της ειλικρινείας μας. Εάν εν τούτοις αντιτάξητε ότι δεν δύνασθε να δεχθήτε τας προτάσεις ταύτας, και, εάν, επειδή είσθε ευνοϊκοί προς ημάς, απαιτήσετε, χωρίς να πάθετε τίποτε, να μας αποπέμψετε προφασιζόμενοι ότι η προσφερομένη ελευθερία δεν σας φαίνεται ακίνδυνος, και ότι είναι δίκαιον να την προσφέρωμεν εις εκείνους, οι οποίοι είναι εις κατάστασιν να την δεχθούν χωρίς να την επιβάλλωμεν βιαίως εις κανένα, τότε θα λάβω ως μάρτυρας τους θεούς και τους εγχώριους ήρωας ότι ελθών εδώ διά το καλόν σας δεν ηδυνήθην να σας πείσω, και θα προσπαθήσω να επιβάλω αυτήν βιαίως λεηλατών την χώραν σας. Μακράν του να νομίζω την πράξιν ταύτην ως αδικίαν, νομίζω μάλλον ότι εξαναγκάζομαι εις τούτο υπό δύο αναγκαίων αιτιών· υπό του συμφέροντος των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με όλην την προς αυτούς εύνοιάν σας δεν δύνανται να ανεχθούν περισσότερον να στέλλετε χρήματα εις τους Αθηναίους, και υπό του συμφέροντος των Ελλήνων, διά να μη σας έχουν ως πρόσκομμα εις την ελευθερίαν των διότι άλλως δεν ήθέλομεν πράξει ταύτα πρεπόντως, ουδέ οφείλομεν ημείς οι Λακεδαιμόνιοι να ελευθερώνωμεν τους Έλληνας τους μη θέλοντας, εκτός εάν πρόκειται περί κοινού τίνος αγαθού. Εξ άλλου όμως ουδεμίαν έχομεν προσωπικήν φιλοδοξίαν· αλλά, ενώ προθυμοποιούμεθα να καταπαύσωμεν την των άλλων, θα εφαινόμεθα άδικοι προς τους πλείστους εάν, ενώ φέρομεν την αυτονομίαν εις όλους, παρεβλέπωμεν σας τους εναντιουμένους. Σκεφθήτε καλώς επί των παρατηρήσεων τούτων· προσπαθήσατε να συνεργήσετε πρώτοι εις την ελευθερίαν των Ελλήνων, να θέσετε τας βάσεις αφθάρτου δόξης, να μη βλάψετε τα ιδιαίτερά σας συμφέροντα και να δώσετε εις ολόκληρον την πόλιν το κάλλιστον όνομα ».

88. Ο μεν Βρασίδας ταύτα είπεν. Οι δε Ακάνθιοι μετά πολλάς συζητήσεις υπέρ και κατά εψήφισαν μυστικώς. Παρασυρθέντες δε από το επαγωγόν της ομιλίας του Βρασίδου και φοβούμενοι περί της συγκομιδής του καρπού απεφάσισαν οι πλείστοι να αποσπασθούν από τους Αθηναίους. Αφού λοιπόν τον ηνάγκασαν διά των αυτών όρκων, τους οποίους είχον ομόσει οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, ότε τον απέστειλαν, να αφήση αυτονόμους τους συμμάχους όσους θα προσήγεν αυτός, εδέχθησαν τον στρατόν του. Ολίγον μετά ταύτα απεσπάσθη επίσης από την συμμαχίαν των Αθηναίων και η Στάγιρος, αποικία των Ανδρίων. Και ταύτα μεν εγένοντο κατά το θέρος τούτο.

89. Κατά τας αρχάς δε του επομένου χειμώνος είχαν ληφθή κατάλληλα μέτρα, διά να παραδοθή η Βοιωτία εις τους Αθηναίους στρατηγούς Ιπποκράτην και Δημοσθένην. Ο τελευταίος ούτος ήτον ωρισμένον να έλθη μετά του στόλου εις τας Σίφας, ενώ ο Ιπποκράτης επροχώρει κατά του Δηλίου. Αλλ' επειδή έκαμαν λάθος ως προς την ημέραν την προσδιορισθείσαν διά την διπλήν ταύτην επιχείρησιν, ο Δημοσθένης ανεχώρησε πρώτος και έπλευσε κατά των Σιφών έχων επί των πλοίων Ακαρνάνας και πολλούς εκ των εκεί συμμάχων και απέτυχε του σκοπού. Η συνωμοσία είχεν ανακαλυφθή υπό του εκ Φανοτέως Φωκέως Νικομάχου, ο οποίος την ανεκοίνωσεν εις τους Λακεδαιμονίους, οίτινες πάλιν την ανεκοίνωσαν εις τους Βοιωτούς. Επειδή δε έτρεξαν εις βοήθειαν όλων των Βοιωτών (διότι ο Ιπποκράτης δεν είχεν έλθει ακόμη, διά να παρεμποδίση τα κινήματα των), καταλαμβάνονται πρότερον και αι Σίφαι και η Χαιρώνεια. ’μα δε οι προδίδοντες ενόησαν ότι ανεκαλύφθη η επιβουλή των, δεν διετάραξαν πλέον την ησυχίαν των πόλεων.

90. Ο δε Ιπποκράτης λαβών μαζί του τους Αθηναίους όλους, αυτούς και τους μετοίκους και εκ των ξένων όσοι ήσαν παρόντες, έφθασε βραδέως εις το Δήλιον, διότι οι Βοιωτοί είχαν ήδη αναχωρήσει από των Σιφών· στρατοπεδεύσας δε ήρχισε να περιτειχίζη το Δήλιον, το ιερόν του Απόλλωνος, κατά τον εξής τρόπον. Έσκαψαν περί το ιερόν και τον ναόν τάφρον, της οποίας το χώμα έρριπτον εις το χείλος, διά να χρησιμεύση αντί τοίχου· καθ' όλον το μήκος ενέπηξαν πασσάλους και συνήψαν αυτούς με κλάδους κόπτοντες αυτούς εκ της περί το ιερόν αμπέλου· κατηδάφιζον τα παλαιά πλησιόχωρα οικοδομήματα, διά να πάρουν απ' αυτά λίθους και πλίνθους, και τοιουτοτρόπως ύψωναν το πρόχωμα. Έκτισαν ξυλίνους πύργους εις τα κατάλληλα μέρη και όπου δεν υπήρχε πλέον κανέν οικοδόμημα του ιερού· διότι παντού η στοά είχε καταπέσει. Η εργασία αύτη ήρχισε κατά την τρίτην ημέραν μετά την εξ Αθηνών αναχώρησιν και εξηκολούθησε καθ' όλην την τετάρτην και την πέμπτην μέχρι της ώρας του δείπνου. Έπειτα, επειδή ετελείωσε το πλείστον μέρος του έργου, ο στρατός αφήκε το Δήλιον και επροχώρησε περί τα δέκα στάδια, διά να επιστρέψη εις την Αττικήν· και οι μεν πλείστοι ψιλοί εξηκολούθησαν να προχωρούν, οι δε οπλίται καταθέσαντες τα όπλα ανεπαύοντο. Αλλ' ο Ιπποκράτης έμεινεν ακόμη εις το Δήλιον ολίγον καιρόν, διά να εγκαταστήση τους φύλακας και να συμπληρώση όσα υπελείποντο διά την οχύρωσιν.

91. Κατ' αυτάς δε τας ημέρας οι Βοιωτοί συνηθροίζοντο εις την Τανάγραν· αφού δε συνήχθησαν εξ όλων των πόλεων και έμαθαν ότι οι Αθηναίοι επέστρεφον εις τα ίδια, οι βοιωτάρχαι, οι οποίοι είναι ένδεκα, δεν ενέκριναν να πολεμήσουν αυτούς, καθότι δεν ήσαν πλέον εις την Βοιωτίαν (και τωόντι οι Αθηναίοι ευρίσκοντο ήδη εις τα μεθόρια της Ωρωπίας, ότε εστάθησαν, διά να αναπαυθούν), αλλ' ο Παγώνδας ο Αιολάδου, ο οποίος ήτο βοιωτάρχης των Θηβών με τον Αριανθίδην του Λυσιμαχίδου, και διοικούσε τότε τον στρατόν, ηθέλησε να κάμη μάχην νομίζων ότι ήτο προτιμότερον να διατρέξη τον κίνδυνον αυτής· συνεκάλεσε λοιπόν τους Βοιωτούς χωριστά κατά λόχους, διά να μη εγκαταλείψουν όλοι συγχρόνως τα όπλα, και έπεισε τους στρατιώτας να βαδίσουν κατά των Αθηναίων και πολεμήσουν αυτούς, αποτείνων τον ακόλουθον λόγον.

92. « Ώ Βοιωτοί, δεν έπρεπε μηδέ να περάση καν από τον νουν κανενός εξ ημών των αρχηγών ότι δεν είναι φρόνιμον να πολεμήσωμεν τους Αθηναίους, και αν ακόμη δεν ηθέλομεν δυνηθή να τους προφθάσωμεν εις την Βοιωτίαν· διότι την Βοιωτίαν ήθελαν να καταστρέψουν, αφού, ελθόντες από γειτονικήν χώραν, οικοδόμησαν φρούριον· είναι δε πολέμιοι ημών πάντοτε, είτε εις το μέρος όπου τους φθάσωμεν είτε εις το μέρος εκ του οποίου ήλθον, διά να κακοποιήσουν. Όποιος νομίζει ότι είναι ασφαλέστερον να μη πράξωμεν τίποτε ας αλλάξη τώρα γνώμην, διότι ο προσβαλλόμενος δεν πρέπει να συλλογίζεται τόσον πολύ, όταν υπερασπίζεται την χώραν του, όσον εκείνος, ο οποίος έχων τα ιδικά του, ορεγόμενος δε πλειότερα επέρχεται κατά του άλλου. Εις ημάς είναι πατροπαράδοτον να πολεμώμεν τον αλλόφυλον στρατόν, είτε κατά της χώρας ημών επέρχεται είτε κατά της χώρας των άλλων. Τους Αθηναίους όμως προ πάντων πρέπει να αποκρούσωμεν, τοσούτω μάλλον, όσω τους έχομεν γείτονας, διότι ως προς τους γείτονας η ενάμιλλος ανδρεία καθίσταται εις πάντας και ελευθερία. Και πώς να μη πολεμήσωμεν τον περί των όλων αγώνα κατ' ανθρώπων, πού έχουν σκοπόν να υποδουλώσουν όχι μόνον τους γείτονας των, αλλά και τους μακράν ευρισκομένους λαούς ; (έχομεν δε παράδειγμα την κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκονται οι Ευβοείς της αντιπέραν όχθης και σχεδόν όλοι οι λοιποί Έλληνες)· και πρέπει να ηξεύρωμεν ότι οι πλησιόχωροι λαοί πολεμούν μεταξύ των διά τα όρια της χώρας των. Αλλά διά την ημετέραν χώραν, εάν νικηθώμεν, εν μόνον όριον θα τεθή αναντίρρητον· διότι εισερχόμενοι εις την χώραν μας οι Αθηναίοι θα καταλάβουν τας κτήσεις μας διά της βίας· τοσούτω η γειτνίασις αυτών είναι επικινδυνοτέρα πάσης άλλης. Όσοι προσβάλλουν καθώς αυτοί τους άλλους θρασυνόμενοι από την δύναμίν των συνήθως επέρχονται με μικρότερον φόβον κατ' εκείνου, ο οποίος ησυχάζων μόνον την χώραν του υπερασπίζει, ενώ ανθίστανται με μικροτέραν προθυμίαν κατ' εκείνου, ο οποίος προχωρεί έξω των ορίων του και εν ανάγκη γίνεται επιτιθέμενος. Τούτου πείραν ελάβομεν από τους Αθηναίους, διότι, αφού τους ενικήσαμεν εις την Κορώνειαν, ότε βοηθούμενοι από τας εσωτερικάς ταραχάς μας κατέλαβαν την χώραν μας, κατεστήσαμεν έως τώρα εντελώς ανενόχλητον την Βοιωτίαν. Τούτο ενθυμούμενοι ας είμεθα όμοιοι ημείς οι πρεσβύτεροι προς τας προτέρας ημών πράξεις, οι δε νεώτεροι, οι παίδες των τότε ανδρείων αναδειχθέντων πατέρων, ας προσπαθήσουν να μη εντροπιάσουν τας κληρονομικάς αρετάς. Ας αναθέσωμεν την πεποίθησιν ημών εις την προστασίαν του θεού, του οποίου τον ναόν καταλαβόντες παρανόμως οι Αθηναίοι ωχύρωσαν, και εις τας θυσίας τας οποίας προσεφέραμεν και αι οποίαι εφάνησαν καλαί. Ας βαδίσωμεν ευθύς εναντίον αυτών και ας δείξωμεν εις αυτούς ότι, διά να απολαύσουν εκείνα τα οποία διήγειραν την απληστίαν των, πρέπει να πολεμήσουν προς μη αμυνομένους, και ότι δεν δύνανται να διαφύγουν άνευ μάχης ανθρώπους συνηθισμένους να πολεμούν υπέρ της ελευθερίας των χωρίς ουδέποτε να ζητούν να υποδουλώσουν αδίκως την των άλλων ».

93. Ταύτα συμβουλεύσας ο Παγώνδας έπεισε τους Βοιωτούς να κινήσουν κατά των Αθηναίων· και με ταχύτητα εκκινήσας ωδήγει τον στρατόν, διότι επλησίαζεν η εσπέρα. Πλησιάσας τον εχθρικόν στρατόν εστάθη εις μέρος τι, εκ του οποίου οι δύο στρατοί χωριζόμενοι διά λόφου δεν ηδύναντο να βλέπουν αλλήλους. Παρέταξε λοιπόν τους στρατιώτας του και παρεσκευάζετο εις μάχην. Μαθών ο Ιπποκράτης, ο οποίος ήτον ακόμη εις το Δήλιον, ότι επέρχονται Βοιωτοί, έστειλε πάραυτα εις τον στρατόν διαταγήν να παραταχθή εις μάχην, έφθασε δε και αυτός μετ' ολίγον καταλιπών τριακοσίους περίπου ιππείς περί το Δήλιον, διά να φυλάττουν την θέσιν ταύτην εν περιπτώσει προσβολής, και διά να περιμένουν συγχρόνως την κατάλληλον ώραν να επιτεθούν κατά των Βοιωτών διαρκούσης της συμπλοκής· αλλ' οι Βοιωτοί αντέταξαν εις τούτους στρατόν ικανόν, διά να τους συγκρατή εκεί. ’μα δε οι Βοιωτοί ητοίμασαν τα πάντα, εφάνησαν επί του λόφου και εσταμάτησαν, παραταγμένοι όπως έπρεπε, διά να πολεμήσουν. Ήσαν δε επτά χιλιάδες πεζοί, δέκα χιλιάδες και πλέον ελαφρά ωπλισμένοι, χίλιοι ιππείς και πεντακόσιοι πελτασταί. Και το μεν δεξιόν κέρας είχαν οι Θηβαίοι και οι ομόσπονδοι αυτών, το κέντρον οι Αλιάρτιοι, οι Κωπαιείς και οι άλλοι οι περί την Κωπαΐδα λίμνην, το δε αριστερόν οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Πλησίον δε εις καθέν κέρας ήσαν οι ιππείς και οι ψιλοί. Και οι μεν Θηβαίοι παρετάχθησαν κατά βάθος εις εικοσιπέντε τάξεις, οι δε άλλοι όπως έτυχεν έκαστος. Τοιαύτη ήτο η προετοιμασία και η τάξις των Βοιωτών.

94. Εις το στρατόπεδον δε των Αθηναίων οι μεν οπλίται, ίσοι κατά τον αριθμόν με τους εναντίους, παρετάχθησαν εις οκτώ τάξεις κατά βάθος, οι δε ιππείς επί καθενός κέρατος· ψιλοί, κανονικώς ωπλισμένοι, δεν υπήρχον κατ' εκείνην την εποχήν, ουδέ υπήρξαν μάλιστα ποτέ εις τας Αθήνας· εκείνοι εν τούτοις, πού έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν αυτήν, ήσαν πολυαριθμότεροι των του εχθρού, και, επειδή είχε γίνει στρατολογία γενική παντός ξένου και πολίτου, πολλοί άοπλοι παρηκολούθησαν τον στρατόν, οι οποίοι είχαν σπεύσει ταχύτερον να επανέλθουν εις τα ίδια ολιγίστους μόνον αφήσαντες κατ' εκείνην την ημέραν εις το στρατόπεδον. Αφού λοιπόν παρετάχθη ο στρατός εις μάχην και επλησίαζε να αρχίση η συμπλοκή, ο στρατηγός Ιπποκράτης διατρέξας το στρατόπεδον κατά μέτωπον απέτεινε την εξής ενθάρρυνσιν.

95. «Ω Αθηναίοι, η συμβουλή μου θα είναι βραχεία, διότι προς ανδρείους απευθυνομένη μάλλον δύναται να χρησιμεύση ως υπόμνησις παρά ως παρότρυνσις. Κανείς ας μη φαντασθή ότι διακινδυνεύομεν παραλόγως εις χώραν ξένην, διότι ο αγών γίνεται εις την χώραν των Βοιωτών υπέρ της σωτηρίας της ημετέρας χώρας. Εάν νικήσωμεν, οι Πελοποννήσιοι, στερηθέντες του βοιωτικού ιππικού, δεν θα εισβάλουν πλέον εις την Αττικήν· εις μίαν δε μάχην και την Βοιωτίαν αποκτάτε και την Αττικήν κάμνετε πλέον ελευθέραν, Βαδίσατε λοιπόν κατ' αυτών ως άξιοι πολίται της πρώτης των Ελληνίδων πόλεων, την οποίαν καθένας σας πρέπει να υπερηφανεύεται ότι έχει πατρίδα, και ως άξιοι υιοί εκείνων, οι οποίοι εν Οινοφύτοις μετά του Μυρωνίδου εθριάμβευσαν και υπέταξαν την Βοιωτίαν ».

96. Ταύτα δε λέγων ο Ιπποκράτης διέτρεξε μόνον το ήμισυ του στρατού και δεν επήγε περαιτέρω, διότι οι Βοιωτοί, τους οποίους ο Παγώνδας είχεν επίσης διά βραχέων ενθαρρύνει, κατέβησαν εκ του λόφου ψάλλοντες τον παιάνα. Αντεπεξήλθον δε και οι Αθηναίοι και επροχώρησαν προς συνάντησίν των. Τα άκρα εκατέρων των στρατοπέδων δεν ήλθον εις χείρας, αλλ' έπαθαν το αυτό· οι χείμαρροι τα εσταμάτησαν. Το δε επίλοιπον επολέμησε μετά τόσης μανίας, ώστε αι ασπίδες συνεκρούοντο. Και το μεν ευώνυμον κέρας των Βοιωτών ενικάτο υπό των Αθηναίων, οι οποίοι εις το μέρος τούτο είχαν πιέσει τους εχθρούς και προ πάντων τους Θεσπιείς, οι οποίοι, αφού υπεχώρησαν οι περί αυτούς παραταγμένοι, περιεκυκλώθησαν εντός ολίγου υπό των Αθηναίων και λυσσωδώς αμυνόμενοι κατεκόπησαν· και εκ των Αθηναίων τινές περικυκλώσαντες τον εχθρόν διέλυσαν τας τάξεις, και χωρίς να το εννοήσουν εφόνευσαν αλλήλους. Εις το μέρος λοιπόν τούτο ενικήθησαν οι Βοιωτοί και κατέφυγαν προς εκείνους, οι οποίοι ακόμη επολέμουν· αλλά το δεξιόν κέρας, όπου ήσαν οι Θηβαίοι, ενίκησε τους Αθηναίους, τους απώθησε και τους εκυνήγησε κατ' αρχάς βραδέως. Διά να βοηθήση δε ο Παγώνδας το καταβαλλόμενον αριστερόν κέρας, έστειλε κρυφίως δύο ίλας ιππικού περί τον λόφον. Η αιφνιδία εμφάνισίς των ενέπνευσε τρόμον εις την νικώσαν πτέρυγα των Αθηναίων, η οποία τας εξέλαβεν ως νέον στρατόν ερχόμενον κατ' αυτής· τότε πιεζόμενος εκατέρωθεν και υπό του ιππικού τούτου και υπό των αγώνων των Θηβαίων, οι οποίοι εξηκολούθουν καταδιώκοντες και διαρρηγνύοντες τας τάξεις του, ετράπη εις φυγήν όλος ο στρατός των Αθηναίων. Και οι μεν ώρμησαν προς το Δήλιον και την θάλασσαν, οι δε προς τον Ωρωπόν, άλλοι προς το όρος Πάρνηθα και άλλοι όπου ενόμιζαν ότι είχαν ελπίδα σωτηρίας. Οι δε παρακολουθούντες Βοιωτοί εφόνευαν, και μάλιστα οι ιππείς των και οι Λοκροί, φθάσαντες κατά την στιγμήν της φυγής· ότε όμως επήλθεν η νυξ, το πλήθος τούτο των φευγόντων ηδυνήθη να σωθή ευκολώτερον. Και κατά την επομένην ημέραν, όσοι είχαν καταφύγει εις τον Ωρωπόν και το Δήλιον, άφησαν φρουράν εις την τελευταίαν ταύτην θέσιν, (την οποίαν κατείχον ακόμη), και επέστρεψαν εις τα ίδια διά θαλάσσης.

97. Οι δε Βοιωτοί στήσαντες τρόπαιον, συνάξαντες τους νεκρούς των, σκυλεύσαντες τους νεκρούς των εχθρών και καταλιπόντες φρουράν ανεχώρησαν εις την Τανάγραν και εσχεδίαζαν να προσβάλουν το Δήλιον. Κήρυξ δε πεμφθείς εκ μέρους των Αθηναίων, διά να ζητήση τους νεκρούς, συνήντησε καθ' οδόν Βοιωτόν κήρυκα, ο οποίος τον εγύρισεν οπίσω ειπών ότι τίποτε δεν θα έπραττε πριν αυτός επιστρέψη πάλιν. Παρουσιασθείς ο Βοιωτός κήρυξ εις τους Αθηναίους έλεγε τα υπό των Βοιωτών παραγγελθέντα ότι είχαν κάμει αδίκημα παραβιάσαντες τα έθιμα των Ελλήνων διότι υπάρχει έν κοινόν εις όλους, όταν επέρχωνται οι μεν κατά των δε, να σέβωνται τα υπάρχοντα ιερά· ότι οι Αθηναίοι εξ εναντίας οχυρώσαντες το Δήλιον εγκατεστάθησαν εκεί· ότι πράττουν εκεί όσα οι άνθρωποι πράττουν εις τόπον βέβηλον ότι και ύδωρ ήντλουν, το οποίον οι Βοιωτοί απείχον να εγγίζουν, εκτός ότε ενίπτοντο διά τας θρησκευτικάς τελετάς. Συνεπώς λοιπόν οι Βοιωτοί, χάριν των δικαιωμάτων του θεού και των ιδικών των, επροσκάλουν τους Αθηναίους εν ονόματι των προστατών της χώρας και του Απόλλωνος να απέλθουν εκ του ιερού λαμβάνοντες μαζί των όσα ανήκον εις αυτούς.

98. Ότε είπεν αυτά ο κήρυξ, ο Αθηναίοι έστειλαν κήρυκα και αυτοί και τον επεφόρτισαν να είπη ότι ούτε το ιερόν εβεβήλωσαν ούτε θα το βεβηλώνουν θεληματικώς εις το εξής· ότι εξ αρχής δεν εισήλθον επί τούτω τω σκοπώ, αλλά μάλλον ίνα εξ αυτού αποκρούουν τους επιτιθεμένους· ότι ο νόμος των Ελλήνων ήτον, ότε κατέκτα τις χώραν μικράν ή μεγάλην, να γίνεται κύριος και των εις αυτήν ευρισκομένων ιερών και να κάμνη χρήσιν κατά τα θρησκευτικά έθιμα και δι' όλων των δυνατών μέσων ότι αυτοί οι Βοιωτοί και πολλοί άλλοι λαοί, όσοι κατέλαβαν χώραν τινά εκδιώξαντες τους κατοίκους αυτής διά της βίας, κατ' αρχάς εισήλθον εις ξένα ιερά και σήμερον κατέχουν αυτά ως ιδικά των· εάν δε οι Αθηναίοι ηδύναντο να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος της Βοιωτίας, θα το διετήρουν· ότι δεν θα αποσυρθούν εκουσίως εκ του μέρους το οποίον θεωρούν σήμερον ως ιδιοκτησίαν των· ότι έκαμαν χρήσιν του ύδατος εξ ανάγκης, όχι με σκοπόν να βεβηλώσουν, αλλ' αναγκασθέντες να υπερασπισθούν κατά των Βοιωτών, πού πρώτοι εισέβαλαν εις την χώραν των· ότι ο θεός βεβαίως θα ήτον επιεικής διά πράξιν, η οποία επεβλήθη εις αυτούς υπό του πολέμου και των συμφορών· ότι οι βωμοί ήσαν καταφύγιον των ακουσίων αμαρτημάτων ότι εκαλείτο παρανομία το κακόν το γινόμενον άνευ ανάγκης και όχι εκείνο το οποίον κανείς πιεζόμενος υπό των περιστάσεων αναγκάζεται να διαπράξη· ότι οι Βοιωτοί, αξιούντες να ανταλλάξουν τους νεκρούς με τα ιερά, παρανομούν μάλλον εκείνων, οι οποίοι αρνούνται να λάβουν εκείνα τα οποία τοις ανήκουν· τέλος διέταξαν τον κήρυκα να είπη σαφώς, ότι οι Αθηναίοι ήθελαν να σηκώσουν τους νεκρούς των όχι αναχωρούντες εκ της Βοιωτίας (διότι δεν ήσαν πλέον εις την χώραν των Βοιωτών, αλλ' εις χώραν, την οποίαν είχαν κατακτήσει διά των όπλων), αλλά συμφωνούντες διά συνθήκης εις την απόδοσιν κατά την επικρατούσαν συνήθειαν.

99. Οι δε Βοιωτοί απεκρίθησαν ότι, εάν μεν οι Αθηναίοι ήσαν εις την Βοιωτίαν, έπρεπε να αναχωρήσουν λαμβάνοντες μαζί των όσα τοις ανήκον· εάν δε ήσαν επί ιδικής των χώρας, αυτοί έπρεπε να σκεφθούν περί του πρακτέου. Εφρόνουν μεν ότι η Ωρωπία, εις τα όρια της οποίας εγένετο η μάχη και έκειντο οι νεκροί, ήτο υπήκοος των Αθηναίων, δεν εφρόνουν όμως ότι ηδύναντο να λάβουν τους νεκρούς άνευ της συγκαταθέσεως αυτών των Βοιωτών· αφ' έτερου δεν ήθελαν να συνθηκολογήσουν ως περί χώρας που ανήκεν εις τους Αθηναίους και επροτίμησαν να αποκριθούν αορίστως ότι ώφειλαν να αναχωρήσουν εκ της Βοιωτίας και να λάβουν όσα ζητούν. Ακούσας δε ταύτα ο κήρυξ των Αθηναίων απήλθεν άπρακτος.

100. Αμέσως δε οι Βοιωτοί εζήτησαν εκ του Μαλιακού κόλπου ακοντιστάς και σφενδονιστάς· είχαν δε φθάσει εις βοήθειάν των μετά την μάχην δισχίλιοι οπλίται εκ Κορίνθου, οι Πελοποννήσιοι φρουροί οι εξελθόντες εκ της Νισαίας και Μεγαρείς μετά των επικουριών τούτων εστράτευσαν κατά του Δηλίου και επρόσβαλαν το τείχισμα. Μεταξύ δε των διαφόρων μέσων, τα οποία μετεχειρίσθησαν, ήτο και μηχανή, την οποίαν έφεραν και η οποία εκυρίευσεν αυτό. Διά να την κατασκευάσουν, επριόνισαν εις δύο μεγάλην κεραίαν, την οποίαν εκοίλαναν καθ' όλον το μήκος και την προσήρμοσαν πάλιν ακριβώς ως αυλόν. Εις την μίαν δε άκραν εκρέμασαν δι' αλύσεων λέβητα· έν δε ακροφύσιον σιδηρούν, όπου έκλινε προς τον λέβητα, εκρέματο από της κεραίας, της οποίας το πλείστον μέρος ήτον επίσης ενουμένον με σίδηρον. Η μηχανή αύτη κομισθείσα δι' αμαξών προσηρμόσθη εις το τείχος εκεί οπού το οχύρωμα ήτο προ πάντων ωκοδομημένον εκ ξύλων και κλάδων αμπέλου· ότε δε προσήγγιζεν εις το τείχος, προσαρμόσαντες μεγάλα φυσερά εις την προς το μέρος των άκραν της κεραία, ήρχιζαν να φυσούν. Ο δε πιεζόμενος αήρ εισχωρών διά του αυλού μέχρι του λέβητος, πού ήτο γεμάτος αναμμένα κάρβουνα, θείον και πίσσαν, τοιαύτην φλόγα ανέδωκεν, ώστε ήναψεν η ξυλεία του τείχους και κανείς δεν ηδύνατο να μείνη εκεί πλησίον. Εγκαταλιπόντες λοιπόν αυτό οι πολιορκούμενοι ετράπησαν εις φυγήν και τοιουτοτρόπως εκυριεύθη υπό των πολεμίων. Εκ δε των φρουρών άλλοι μεν απέθανον, διακόσιοι δε συνελήφθησαν· ο δε υπόλοιπος στρατός εισελθών εις τα πλοία επέστρεψεν εις τα ίδια.

101. Αφού δε εκυριεύθη το Δήλιον κατά την δεκάτην εβδόμην ημέραν μετά την μάχην, και ότε ο εξ Αθηνών κήρυξ, αγνοών τα διατρέξαντα, ήλθε μετ' ολίγον, διά να ζητήση τους νεκρούς, οι Βοιωτοί τους απέδωκαν και δεν απεκρίθησαν πάλιν τα αυτά. Απέθαναν δε εν τη μάχη εκ μεν των Βοιωτών σχεδόν πεντακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων σχεδόν χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης. Απέθαναν επίσης πλείστοι ψιλοί και σκευοφόροι. Μετά δε την μάχην ταύτην και ο Δημοσθένης, ο οποίος πλεύσας διά να καταλάβη τας Σίφας διά προδοσίας δεν είχε δυνηθή να επιτύχη, έχων τον στρατόν επί των πλοίων και τετρακοσίους οπλίτας Ακαρνάνας, Αγραίους και Αθηναίους, έκαμεν απόβασιν εις την Σικυωνίαν. Πριν όμως πλησιάσουν όλα τα πλοία εις την παραλίαν, ελθόντες οι Σικυώνιοι προς βοήθειαν έτρεψαν εις φυγήν όσους είχαν αποβιβασθή, κατεδίωξαν αυτούς μέχρι των πλοίων, εφόνευσαν τους μεν, συνέλαβαν ζώντας τους δε, έστησαν τρόπαιον και απέδωκαν τους νεκρούς διά συνθήκης. Κατά τας αυτάς δε ημέρας απέθανε και ο βασιλεύς των Οδρυσών Σιτάλκης, στρατεύσας κατά των Τριβαλλών και νικηθείς εις μάχην τινά. Σεύθης δε ο Σπαραδόκου, ο οποίος ήτον ανεψιός τον, εβασίλευσε καθώς εκείνος επί των Οδρυσών και της Θράκης.