Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

Part 11

Chapter 11 18 words Public domain Markdown

67. Αφού λοιπόν συνεφωνήθησαν τα πάντα από τα δύο μέρη και διά λόγων και δι' έργων, οι μεν Αθηναίοι απεβιβάσθησαν διά νυκτός εις την νήσον Μινώαν των Μεγαρέων μετά εξακοσίων οπλιτών οδηγουμένων υπό του Ιπποκράτους, και κρυβέντες εις κάποιον βαθούλωμα της γης, το οποίον δεν απείχε πολύ, έσυραν εξ αυτού πλίνθους διά την κατασκευήν των τειχών οι δε μετά του Δημοσθένους, του ετέρου στρατηγού, ψιλοί Πλαταιείς και άλλοι περίπολοι έστησαν ενέδραν εις το μέρος Ενυάλιον, το οποίον είναι πλησιέστερον εις την πόλιν. Ουδείς άλλος εγίνωσκε τας νυκτερινάς εκείνας κινήσεις ειμή μόνον οι ενδιαφερόμενοι. Ολίγον δε προ της αυγής οι προδίδοντες Μεγαρείς μεταχειρίσθησαν το ακόλουθον στρατήγημα. Προ πολλού μελετώντες ν' ανοίξουν τας πύλας έπεισαν τον διοικητήν να τοις επιτρέψη να μεταφέρουν διά νυκτός και εφ' αμάξης διά της τάφρου και μέχρι της παραλίας έν ακάτιον με δύο κώπας, διά του οποίου διέτρεχαν την θαλασσαν ως πειραταί· άμα δε εξημέρωνε το επανέφερον πάλιν εις το τείχος διά της αμάξης και το εισήγον διά των πυλών. Διά του τρόπου τούτου οι εν τη Μινώα φυλάσσοντες Αθηναίοι δεν έβλεπον εις τον λιμένα κανέν πλοίον και κατά συνέπειαν δεν διηγείρετο η προσοχή των. Κατά την νύκτα εκείνην, ήτο ήδη η άμαξα προ των πυλών και ηνοίγοντο αύται, διά να εισέλθη το ακάτιον. Iδόντες τα γινόμενα οι Αθηναίοι (διότι είχον ειδοποιηθή διά συνθήματος) ώρμησαν εκ της ενέδρας θέλοντες να φθάσουν πριν κλεισθούν αι πύλαι· ενώ δε ακόμη η άμαξα ήτο εις την είσοδον και παρημπόδιζε το κλείσιμον, αυτοί και οι συμπράττοντες Μεγαρείς φονεύουν τους φύλακας των πυλών. Και πρώτον μεν οι περί τον Δημοσθένην Πλαταιείς και οι περίπολοι εισέδραμον όπου σήμερον είναι το τρόπαιον, και αμέσως εγένετο μάχη εντός των πυλών μεταξύ των Πλαταιέων και των Πελοποννησίων εκείνων πού πολύ πλησίον ευρισκόμενοι και ιδόντες τα συμβαίνοντα έτρεξαν εις βοήθειαν. Αλλ' οι Πλαταιείς ενίκησαν και έδωκαν ελευθέραν είσοδον εις τους οπλίτας Αθηναίους.

68. Έπειτα δε, καθόσον αυτοί εισήρχοντο, επροχώρουν προς το τείχος. Οι Πελοποννήσιοι φρουροί, μολονότι ολιγάριθμοι, αντέστησαν όμως εις την αρχήν και μερικοί εφονεύθησαν αλλά μετ' ολίγον οι πλείστοι ετράπησαν εις φυγήν, φοβηθέντες εκ της νυκτερινής εκείνης προσβολής και της προδοσίας των Μεγαρέων, και ενόμισαν ότι όλοι οι Μεγαρείς ήσαν προδόται. Τυχαία τις περίστασις επεβεβαίωσε την πλάνην ταύτην. Αθηναίος τις κήρυξ εκήρυξεν αυτογνωμόνως να έλθουν όσοι ήθελον εκ των Μεγαρέων και να ενώσουν τα όπλα των με τους Αθηναίους. ’μα ήκουσαν ταύτα οι Μεγαρείς, δεν υπέμειναν πλέον, αλλά νομίσαντες ότι τωόντι προσεβάλλοντο υπό των εχθρών από κοινού, κατέφυγον εις την Νίσαιαν. ’μα δε τη αυγή, οπότε είχαν καταληφθή πλέον τα τείχη και οι εν τη πόλει Μεγαρείς διετέλουν εις ταραχήν, οι μετά των Αθηναίων συμπράξαντες και άλλοι μετ' αυτών, όσοι είχαν λάβει μέρος εις την σκευωρίαν, εζήτησαν να ανοίγουν αι πύλαι και να εξέλθουν εις μάχην. Ήτο δε συμφωνημένον, άμα ανοίγουν αι πύλαι, να εισορμήσουν οι Αθηναίοι. Οι συνωμόται, διά να αναγνωρισθούν και μη πάθουν τιποτε, θα ήσαν αλειμμένοι διά λίπους. Δεν διέτρεχον δε μέγαν κίνδυνον ανοίγοντες τας πύλας, διότι κατά τα συμφωνημένα τέσσαρες χιλιάδες οπλίται Αθηναίοι και εξακόσιοι ιππείς είχαν φθάσει εξ Ελευσίνος οδοιπορήσαντες διά νυκτός. Οι συνωμόται, αφού ηλείφθησαν διά του λίπους, εστέκοντο ήδη κοντά εις τας πύλας, ότε είς εξ αυτών επρόδωσε την επιβουλήν εις τους αγνοούντας αυτήν. Τότε ούτοι αμέσως ενωθέντες ήλθον αθρόοι και είπαν ότι δεν έπρεπεν ούτε να εξέλθουν (καθότι και προηγουμένως δεν ετόλμησαν να πράξουν τούτο, μολονότι ήσαν ισχυρότεροι) ούτε να εκθέσουν την πόλιν εις κίνδυνον φανερόν, εάν όμως δεν επείθοντο, ευθύς θα εγίνετο μάχη εκεί. Έλεγον δε ταύτα χωρίς ουδόλως να δεικνύουν ότι εγνώριζον τα διατρέχοντα, αλλ' ισχυρίζοντο ότι η γνώμη των ήτο καλλίστη και συγχρόνως παρέμειναν φυλάσσοντες κοντά εις τας πύλας εις τρόπον, ώστε οι επίβουλοι δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσουν το σχέδιόν των.

69. Εννοήσαντες δε οι στρατηγοί των Αθηναίων ότι συνέβαινε κάποια εναντιότης και ότι δεν θα ηδύναντο να καταλάβουν την πόλιν διά της βίας ήρχισαν αμέσως να περιτειχίζουν την Νίσαιαν, ελπίζοντες ότι, εάν κυριεύσουν αυτήν πριν έλθωσιν επικουρίαι, τα Μέγαρα δεν θα εβράδυνον να παραδοθούν· μετ' ολίγον δε ήλθον εξ Αθηνών λιθουργοί, σίδηρος και τα άλλα επιτήδεια. Αρχίσαντες δ' από του τείχους το οποίον κατείχον επροχώρουν οικοδομούντες προς το μέρος, το οποίον εκτείνεται προς τα Μέγαρα, εκείθεν δε εξέτειναν αυτό εκατέρωθεν μέχρι της θαλάσσης της Νισαίας. Ο στρατός διένειμε μεταξύ του την εργασίαν των τειχών και της τάφρου· μετεχειρίσθησαν λίθους και πλίνθους του προαστείου, έκοψαν δένδρα και κλάδους, διά να κατασκευάζουν χαρακώματα όπου ήτο ανάγκη· τέλος αι οικίαι του προαστίου ενισχυόμεναι με επάλξεις εγένοντο οχυρώματα. Και καθ' όλην μεν την ημέραν εκείνην ειργάσθησαν κατά την επιούσαν δε περί το δειλινόν το τείχος σχεδόν ήτο τελειωμένον. Οι εν τη Νισαία διετέλουν εις μεγάλην στενοχωρίαν, διότι τα τρόφιμα τα οποία επρομηθεύοντο καθ' ημέραν εκ της άνω πόλεως επρόκειτο να λείψουν, μη περιμένοντες δε ταχείαν τινα βοήθειαν εκ μέρους των Πελοποννησίων και θεωρούντες συγχρόνως τους Μεγαρείς ως πολεμίους συνεβιβάσθησαν με τους Αθηναίους να μείνουν ελεύθεροι πληρώνοντες καθείς προσδιωρισμένην χρηματικήν ποσότητα, παραδίδοντες τα όπλα και αφήνοντες τους Αθηναίους κυρίους να αποφασίσουν περί της τύχης των Λακεδαιμονίων, του άρχοντος και κάθε άλλου ευρισκομένου εντός. Ταύτα συνομολογήσαντες εξήλθον. Και οι Αθηναίοι κατεδαφίσαντες τα προς τα Μέγαρα μακρά τείχη και παραλαβόντες την Νίσαιαν ενησχολήθησαν εις άλλα έργα.

70. Είς τον καιρόν δε αυτόν ο Λακεδαιμόνιος Βρασίδας ο Τέλλιδος έτυχε να ευρίσκεται περί την Σικυώνα και την Κόρινθον συναθροίζων στρατόν διά την Θράκην. ’μα δε έμαθε την άλωσιν των τειχών, φοβηθείς διά τους εν Νισαία Πελοποννησίους και διά την τύχην αυτών των Μεγάρων, πέμπει προς τους Βοιωτούς δίδων εντολήν εις αυτούς να τον συναντήσουν γρήγορα εις τον Τριποδίσκον (ούτω δε καλείται μία κώμη της Μεγαρίδος εις την υπώρειαν της Γερανείας), αυτός δε ήλθεν έχων δύο χιλιάδας και επτακοσίους οπλίτας Κορινθίους, τετρακοσίους Φλειασίους, εξακοσίους Σικυωνίους και τους άλλους όσοι είχον ήδη συναθροισθή. Ενόμιζε δε ότι ήθελε προφθάσει εις την Νίσαιαν πριν αύτη παραδοθή. Αλλ' άμα έμαθε την παράδοσιν αυτής (διότι είχε προχωρήσει διά νυκτός μέχρι του Τριποδίσκου) εξέλεξε τριακοσίους άνδρας εκ του στρατού, και πριν γίνη γνωστή η πορεία του επλησίασεν εις τα Μέγαρα χωρίς να τον εννοήσουν οι Αθηναίοι, οίτινες ήσαν εστρατοπεδευμένοι πλησίον της θαλάσσης. Και πρόσχημα μεν είχε να κάμη κάποιαν απόπειραν κατά της Νισαίας, την οποίαν είχε σκοπόν τω όντι να εκτελέση, αν ήτο δυνατόν· ο κύριος όμως σκοπός του ήτο να εισέλθη εις την πόλιν των Μεγαρέων, διά να εξασφαλίση αυτήν. Εζήτει λοιπόν παρά των Μεγαρέων να τον δεχθούν λέγων ότι ήλπιζε να πάρη οπίσω την Νίσαιαν.

71. Εκ των δύο φατριών αι οποίαι εχώριζαν τα Μέγαρα η μεν εφοβείτο μήπως ο Βρασίδας εξώση αυτήν και επαναφέρη τους φυγάδας, η δε μήπως ο δήμος φοβούμενος το αυτό αποτέλεσμα επιτεθή κατ' αυτής, και ούτως η πόλις κατασπαραχθή και γίνη λεία εις τους παραμονεύοντας αυτήν Αθηναίους. Δεν εδέχθησαν λοιπόν τον Βρασίδαν, αλλ' αμφότερα τα μέρη έκριναν καλόν να περιμείνουν το μέλλον εν ησυχία, διότι ήλπιζαν ότι θα συνεκροτείτο μάχη μεταξύ των Αθηναίων και των προστρεξάντων εις βοήθειαν και ότι τότε ηδύναντο ασφαλέστερα να παραδοθούν μετά την μάχην εις εκείνον, πού θα ήτο ευνοϊκώτερος προς αυτούς. Αλλ' ο Βρασίδας, μη δυνηθείς να τους πείση, επέστρεψε πάλιν προς το άλλο στράτευμα.

72. ’μα δε εξημέρωσεν, έφθασαν οι Βοιωτοί· και είχαν μεν σκοπόν αυτοί προ της παραγγελίας του Βρασίδου να στείλουν βοήθειαν εις τα Μέγαρα και ευρίσκοντο μάλιστα μεθ' όλου του στρατού των εις τας Πλαταιάς, αλλ' ότε ήλθεν, ο άγγελος έλαβον πολύ περισσότερον θάρρος και αποστείλαντες δύο χιλιάδας διακοσίους οπλίτας και εξακοσίους ιππείς επέστρεφαν μετά του επιλοίπου στρατού. Όλος δε ο συναχθείς εκεί στρατός συνεποσούτο εις εξακισχιλίους περίπου άνδρας. Προς το μέρος των Αθηναίων οι οπλίται ήσαν παραταμένοι παρά την Νίσαιαν και την παραλίαν, οι δε ψιλοί ήσαν διεσκορπισμένοι ανά την πεδιάδα, ότε οι ιππείς των Βοιωτών επιπεσόντες απροσδοκήτως κατά των ψιλών έτρεψαν αυτούς προς την θάλασσαν· διότι μέχρις εκείνης της στιγμής ουδεμία βοήθεια είχεν έλθει εις τους Μεγαρείς. Αντεπεξελθόντες δε οι ιππείς των Αθηναίων συνεπλάκησαν εκ του συστάδην και επί πολλήν ώραν εγένετο ιππομαχία, αμφότερα δε τα μέρη διεφιλονείκησαν την νίκην. Τωόντι οι Αθηναίοι κατεδίωξαν προς την Νίσαιαν τον ίππαρχον των Βοιωτών και άλλους τινάς όχι πολλούς, τους οποίους φονεύσαντες εσκύλευσαν, έμειναν κύριοι των νεκρών, τους απέδωκαν έπειτα διά συνθήκης και έστησαν τρόπαιον· εν συνόλω εν τούτοις η νίκη δεν εξεχώρισεν ούτε υπέρ του ενός ούτε υπέρ του άλλου και απεχωρίσθησαν, οι μεν Βοιωτοί διά να ενωθούν με τους ιδικούς των, οι δε Αθηναίοι διά να επιστρέψουν εις την Νίσαιαν.

73. Μετά τούτο δε ο Βρασίδας και το στράτευμα επλησίασαν προς την θάλασσαν και την πόλιν των Μεγαρέων, καταλαβόντες δε μέρος κατάλληλον παρετάχθησαν και ησύχαζον περιμένοντες να τους επιτεθούν οι Αθηναίοι και ηξεύροντες ότι οι Μεγαρείς επετήρουν προς ποίον ήθελε κλίνει η νίκη. Οι Λακεδαιμόνιοι εσκέπτοντο ότι το κίνημα τούτο θα τους ωφελούσεν υπό δύο επόψεις· πρώτον ότι δεν ήθελαν προσβάλει αυτοί πρώτοι και δεν ήθελαν αρχίσει άνευ ανάγκης μάχην επικίνδυνον· έφθανεν ότι εδείχθησαν διατεθειμένοι να πολεμήσουν, διά να δύνανται δικαίως να δώσουν εις εαυτούς την νίκην χωρίς να χάσουν ούτε ρανίδα αίματος· δεύτερον ότι τούτο ήτο το καλύτερον μέτρον το οποίον ώφειλαν να λάβουν ως προς τους Μεγαρείς· διότι, εάν δεν τους έβλεπον ερχομένους, δεν θα ενόμιζαν ότι τούτο εγίνετο εκ τύχης, αλλ' ότι προφανώς είχαν νικηθή και θα εστερούντο αμέσως της πόλεως· αν οι Αθηναίοι ηρνούντο να αγωνισθούν, τότε ο σκοπός διά τον οποίον ήλθαν ήθελεν επιτύχει· τούτο δε και εγένετο. Οι Αθηναίοι εξήλθον και παρετάχθησαν προ των μακρών τειχών αλλά βλέποντες ότι ο εχθρός δεν ήρχετο να τους προσβάλη έμενον και αυτοί ησυχάζοντες, διότι οι στρατηγοί των εθεώρουν ότι μετά την εντελή σχεδόν επιτυχίαν της επιχειρήσεώς των ο κίνδυνος δεν θα ήτο ίσος μεταξύ αυτών και εχθρού ανωτέρου κατά τον αριθμόν διότι, εάν μεν ενίκων, τα Μέγαρα μόνον θα ελάμβανον, εάν δε ηττώντο, θα έχανον τους πλέον εκλεκτούς οπλίτας των. Εξ εναντίας εις τους Πελοποννησίους συνέφερε να εκτεθούν εις τους κινδύνους της μάχης μετά τινος μέρους οιουδήποτε του στρατεύματος ή και μεθ' όλης αυτών της δυνάμεως. Έμειναν λοιπόν ούτως επί τινα χρόνον επειδή δε ουδείς ήρχιζε πρώτος την προσβολήν, ανεχώρησαν πρώτοι οι Αθηναίοι εις Νίσαιαν και κατόπιν οι Πελοποννήσιοι εις το μέρος από του οποίου είχαν αναχωρήσει. Τότε οι φίλοι των φυγάδων Μεγαρείς, ενθαρρυνθέντες διότι οι Αθηναίοι δεν ηθέλησαν να πολεμήσουν, ήνοιξαν τας πύλας εις τον Βρασίδαν, ως εις νικητήν, και εις τους άρχοντας των πόλεων· και δεχθέντες ήρχισαν να συνδιασκέπτωνται μετ' αυτών, ενώ οι οπαδοί των Αθηναίων διετέλουν εις μεγίστην αμηχανίαν.

74. Έπειτα οι σύμμαχοι διελύθησαν κατά πόλεις, ο δε Βρασίδας επανήλθε και αυτός εις την Κόρινθον, διά να προετοιμάση την κατά της Θράκης εκστρατείαν την οποίαν εξ αρχής εσχεδίαζεν. Αφού δ' απεχώρησαν οι Αθηναίοι, όσοι εκ των Μεγαρέων είχαν ενοχοποιηθή ότι είχον συνεννοήσεις μετ αυτών, μαθόντες ότι ανεκαλύφθησαν, έφυγαν αμέσως εκ της πόλεως, οι δε άλλοι διασκεφθέντες μετά των φίλων των εξορίστων επανέφεραν αυτούς εκ των Πηγών, αφού τους υπεχρέωσαν δι' επισήμων όρκων να μη μνησικακήσουν διόλου, αλλά να φροντίσουν και αυτοί περί των συμφερόντων της πόλεως. Εν τούτοις οι άνθρωποι ούτοι, μόλις έγιναν κύριοι της αρχής, έκαμαν στρατιωτικήν επιθεώρησιν και αφού μετά προσοχής διήρεσαν τους λόχους εξέλεξαν εκ των εχθρών και εξ εκείνων τους οποίους ενόμιζον ότι ήσαν ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους περί τους εκατόν ηνάγκασαν δε τον λαόν να δώση φανεράν ψήφον κατά των ανδρών τούτων, και, άμα κατεδικάσθησαν, τους εθανάτωσαν και μετέβαλαν το πολίτευμα εις άκραν ολιγαρχίαν. Ούτω λοιπόν τα Μέγαρα δεν απηλλάγησαν της στάσεως ειμή διά να περιπέσουν πάλιν υπό τον ζυγόν της ολιγαρχίας η οποία διήρκεσεν επί πολύ.

75. Κατά το αυτό δε θέρος, ενώ επρόκειτο να οχυρωθή η ’ντανδρος υπό των Μυτιληναίων συμφώνως με το σχέδιον το οποίον ούτοι είχον συλλάβει, οι χρηματοσυλλέκται στρατηγοί των Αθηναίων Δημόδοκος και Αριστείδης ευρισκόμενοι κοντά εις τον Ελλήσποντον (διότι ο τρίτος στρατηγός Λάμαχος είχε πλεύσει εντός με δέκα πλοία προς τον Πόντον) έμαθαν τας προετοιμασίας αι οποίαι εγίνοντο διά την θέσιν ταύτην και εφοβήθησαν μήπως συμβή και εκεί ό,τι συνέβη εις τα ’ναια πλησίον της Σάμου. Οι Σάμιοι εξόριστοι είχαν εγκατασταθή εκεί και συνέτρεχον τους Πελοποννησίους εις τα ναυτικά στέλλοντες κυβερνήτας, δημιουργούντες ταραχάς εις τους εν τη πόλει Σαμίους και δεχόμενοι τους εξ αυτής εξερχομένους. Διά τον φόβον λοιπόν τούτον οι Αθηναίοι στρατηγοί συνήθροισαν συμμαχικόν στρατόν, επλησίασαν εις την ’ντανδρον, ενίκησαν εις μάχην τους ελθόντας προς απόκρουσιν και ανέκτησαν πάλιν την θέσιν. Μετ' ου πολύ ο Λάμαχος, ο οποίος είχεν εισπλεύσει εις τον Πόντον, προσορμισθείς εις τον Κάληκα ποταμόν πλησίον της Ηρακλείας, απώλεσε τα πλοία του ένεκα μεγάλου χειμάρρου πού κατέβη αιφνιδίως εκ των ορέων. Αυτός δε μετά του στρατού επέρασε πεζή την χώραν των Βιθυνών Θρακών (οι οποίοι κατοικούν εις την απέναντι παραλίαν εν Ασία) και έφθασεν εις την Χαλκηδόνα, η οποία κείται εις το στόμιον του Πόντου και είναι αποικία των Μεγαρέων.

76. Κατά το αυτό δε θέρος ο στρατηγός των Αθηναίων Δημοσθένης φθάνει μετά τεσσαράκοντα πλοίων εις την Ναύπακτον, ευθύς μετά την εκ της Μεγαρίδος αναχώρησίν του· διότι μετ' αυτού και μετά του Ιπποκράτους συνενοούντο Βοιωτοί τινες επί σκοπώ να μεταβάλουν το πολίτευμα των πόλεων και να καταστήσουν αυτό δημοκρατίαν, κατά μίμησιν των Αθηναίων προ πάντων δε κατ' εισήγησιν του εκ Θηβών εξορίστου Πτοιοδώρου απεφάσισαν τα εξής. Προδόται τινές έμελλον να τοις παραδώσουν τας Σίφας· είναι δε αι Σίφαι πόλις παραθαλασσία ανήκουσα εις τας Θεσπιάς και κειμένη εις το βάθος του Κρισαίου κόλπου. ’λλοι εξ Ορχομενού έμελλον να παραδώσουν την Χαιρώνειαν, ανήκουσαν εις τον Ορχομενόν, ο οποίος άλλοτε μεν εκαλείτο Μινύειος, σήμερον δε Βοιώτιος. Συνήργουν δε εις ταύτα προ πάντων οι φυγάδες των Ορχομενίων και ελάμβανον μισθωτούς στρατιώτας εκ της Πελοποννήσου· είναι δε η Χαιρώνεια η τελευταία πόλις προς την Φανότιδα της Φωκίδος· και εις την συνωμοσίαν ταύτην μετείχον τινές εκ των Φωκέων. Οι δε Αθηναίοι εχρεώστουν να καταλάβουν το Δήλιον, το εν τη Τανάγρα προς την Εύβοιαν εστραμμένον ιερόν του Απόλλωνος, όλα δε ταύτα έπρεπε να γίνουν συγχρόνως και εν ωρισμένη ημέρα, διά να μη δυνηθούν αι Βοιωτοί να τρέξουν εις βοήθειαν του Δηλίου, αλλά καθένας απ' αυτούς να κινηθή προς βοήθειαν της ιδίας αυτού πόλεως. Εάν δε επετύγχανεν η απόπειρα και ετειχίζετο το Δήλιον, ήλπιζαν ευκόλως ότι, και αν ακόμη δεν επήρχετο αμέσως μεταβολή τις εις το πολίτευμα των Βοιωτών, γινόμενοι κύριοι των θέσεων τούτων και επειδή η χώρα θα έμενεν εκτεθειμένη εις την ληστείαν και καθείς θα είχε πλησιέστατον καταφύγιον, η παρούσα κατάστασις των πραγμάτων δεν θα διήρκει επί πολύ, αλλά με τον χρόνον, επειδή οι μεν Αθηναίοι ηδύναντο να συντρέχουν τους αποστατούντας, οι δε Βοιωτοί ηδυνάτουν να συγκεντρώσουν τας εαυτών δυνάμεις, θα εγκαθιδρύετο εις την Βοιωτίαν οποίον ήθελον αυτοί πολίτευμα.

77. Η μεν λοιπόν επιβουλή τοιαύτη παρεσκευάζετο· ο δε Ιπποκράτης αυτός μεν έχων στρατόν εκ της πόλεως των Αθηνών έμελλεν εγκαίρως να βαδίση εναντίον των Βοιωτών, τον δε Δημοσθένην προαπέστειλε μετά των τεσσαράκοντα πλοίων εις την Ναύπακτον, ίνα συλλέξας εξ εκείνων των μερών στρατόν εξ Ακαρνάνων και άλλων συμμάχων πλεύση προς τας Σίφας, αι οποίαι έμελλον να του παραδοθούν διά προδοσίας· είχαν δε συμφωνήσει μεταξύ των περί της ημέρας ότε θα εξετέλουν αυτά συγχρόνως. Ο Δημοσθένης μόλις έφθασε κατέλαβε την πόλιν των Οινιαδών, την οποίαν όλοι οι Ακαρνάνες εβίασαν να εισέλθη εις την συμμαχίαν των Αθηναίων. Εξεγείρας δε όλους τους συμμάχους των μερών εκείνων εξεστράτευσε πρώτον κατά του Σαλυνθίου και των Αγραίων· και, αφού εβίασε και τούτους να προσέλθουν προς το μέρος του, ήρχισε να, ετοιμάζεται, διά να ευρεθή προ των Σιφών άμα ήτο καιρός.

78. Κατά την αυτήν δε εποχήν του θέρους ο Βρασίδας ανεχώρησε διά την Θράκην με επτακοσίους οπλίτας· άμα δε έφθασεν εις την εν Τραχίνι Ηράκλειαν, έπεμψε προηγουμένως άγγελον εις Φάρσαλα προς τους φίλους του, διά να ζητήση απ' αυτούς να τον οδηγήσουν μαζί με τον στρατόν του διά της Θεσσαλίας. Ο Πάναιρος, ο Δώρος, ο Ιππολοχίδας, ο Τορύλαος και ο πρόξενος των Χαλκιδέων Στρόφακος ήλθον εις την Μελιτίαν της Αχαΐας και τότε εκείνος επροχώρησε μετ' αυτών. Ωδήγουν δε αυτόν και άλλοι Θεσσαλοί και ο Νικονίδας εκ Λαρίσης, οπαδός του Περδίκκου. Τωόντι δεν ήτο εύκολον να διέλθη τις την Θεσσαλίαν χωρίς οδηγόν και μάλιστα ένοπλος· άλλως τε και μεταξύ όλων των Ελλήνων επεκράτει η συνήθεια να θεωρούν ως ύποπτον την διά της χώρας των άνευ αδείας δίοδον των ξένων· εκτός δε τούτου οι πλείστοι των Θεσσαλών πάντοτε υπήρξαν ευνοϊκοί προς τους Αθηναίους· εις τρόπον ώστε, εάν η Θεσσαλία εκυβερνάτο ισονόμως μάλλον παρά υπό δυναστών, ο Βρασίδας δεν θα ηδύνατο να προχωρήση. Διότι και τότε ακόμη, ενώ επορεύετο, άλλοι Θεσσαλοί εκ του αντιθέτου κόμματος ήλθαν εις συνάντησίν του πλησίον του Ενιπέως ποταμού και τον ημπόδισαν λέγοντες ότι ήτο προσβολή να προχωρήση εις την χώραν των άνευ της συγκαταθέσεως όλου του έθνους. Οι δε συνοδεύοντες αυτόν απεκρίθησαν ότι δεν διενοείτο να διέλθη χωρίς την θέλησίν των, αλλ' ότι είχεν έλθει αιφνιδίως και ότι αυτοί όντες ξένοι του ενόμισαν καθήκον των να τον συνοδεύσουν. Έλεγε δε και αυτός ο Βρασίδας ότι διήρχετο την χώραν των Θεσσαλών ως φίλος, ότι δεν έφερεν όπλα κατ' αυτών, αλλά κατά των Αθηναίων, ότι δεν ήξευρεν αν υπήρχε μεταξύ των Θεσσαλών και των Λακεδαιμονίων έχθρα τις, ήτις να εμποδίζη τους μεν να διέρχωνται διά της χώρας των δε, και ότι τώρα δεν θα προχωρήση χωρίς την θέλησιν αυτών, αφού μάλιστα δεν ηδύνατο, και τους παρεκάλει να μη τον εμποδίσουν. Και εκείνοι μεν ακούσαντες ταύτα απήλθον, ο δε Βρασίδας, επί τη συμβουλή των οδηγών, χωρίς να σταματήση ουδαμού, επέσπευσε την πορείαν του πριν γίνη μεγαλυτέρα συνάθροισις, όπως τον εμποδίση. Την ιδίαν ημέραν της εκ Μελιτίας αναχωρήσεως του έφθασεν εις Φάρσαλα και εστρατοπέδευσε πλησίον του ποταμού Απιδανού, εκείθεν δε εις Φάκιον και εξ αυτού εις Περραιβίαν. Από τούτου δε του μέρους οι μεν οδηγοί των Θεσσαλών επέστρεφαν εις τα ίδια, οι δε Περραιβοί, υπήκοοι όντες των Θεσσαλών, τον ωδήγησαν μέχρι του Δίου εις την επικράτειαν του Περδίκκου. Η πόλις αύτη κείται εις τους πρόποδας του Ολύμπου της Μακεδονίας προς το μέρος της Θεσσαλίας.

79. Τοιουτοτρόπως ο Βρασίδας επρόφθασε να διατρέξη την Θεσσαλίαν πριν ληφθή μέτρον τι προς παρεμπόδισίν του και έφθασεν εις τον Περδίκκαν και την Χαλκιδικήν. Επειδή αι υποθέσεις των Αθηναίων επήγαιναν καλά, οι λαοί της Θράκης, όσοι είχαν αποσπασθή από την συμμαχίαν των Αθηναίων, και ο Περδίκκας, καταληφθέντες υπό φόβου, προσεκάλεσαν τον στρατόν τούτον εκ της Πελοποννήσου· οι μεν Χαλκιδείς, διότι ενόμιζαν ότι οι Αθηναίοι κατά πρώτον ήθελον επέλθει κατ' αυτών (και συγχρόνως αι γειτονικαί πόλεις αυτών αι μη αποστατήσασαι τον προσεκάλουν επίσης, αλλά κρυφίως), ο δε Περδίκκας, διότι, μολονότι δεν ήτο κεκηρυγμένος εχθρός των Αθηναίων, είχεν όμως αρχαίας διαφοράς, αι οποίαι τον ανησύχουν, και προ πάντων διότι ήθελε να υποτάξη τον βασιλέα των Λυγκηστών Αρριβαίον. Τα παρόντα δε ατυχήματα των Λακεδαιμονίων συνετέλεσαν, ώστε οι Θράκες να φέρουν έξω ευκολώτερα τον στρατόν τούτον εκ της Πελοποννήσου.

80. Επειδή δε οι Αθηναίοι δεν έπαυαν κακοποιούντες την Πελοπόννησον και ιδίως την Λακωνικήν, οι Λακεδαιμόνιοι εσκέφθησαν ότι το καλλίτερον μέσον διά να τους περισπάσουν θα ήτο να στείλουν στρατόν κατά των συμμάχων των, τοσούτω μάλλον όσω οι σύμμαχοι ούτοι ήσαν διατεθειμένοι εις την διατροφήν αυτού και τον προσεκάλουν, διά να αποστατήσουν κατά των Αθηναίων. Ήθελον προς τούτοις να εξαγάγουν υπό οιανδήποτε πρόφασιν μέρος τι των Ειλώτων, φοβούμενοι μήπως αποστατήσουν ούτοι εις τοιαύτας περιστάσεις και ότε η Πύλος ήτο εις την εξουσίαν του εχθρού· έπραξαν επίσης και το εξής, φοβούμενοι την νεότητα αυτών και το πλήθος (διότι πάντοτε παρά τοις Λακεδαιμονίοις ο κύριος σκοπός των πλείστων θεσμών των ήτο να προφυλάττωνται από τους Είλωτας)· ειδοποίησαν αυτούς ότι όσοι ησθάνοντο θάρρος να τους βοηθήσουν εις τας μάχας έπρεπε να το δηλώσουν, διά να κηρυχθούν ελεύθεροι. Ήτο τούτο απόπειρα, διότι εσκέπτοντο ότι οι πρώτοι οίτινες ήθελον επιθυμήσει την ελευθερίαν θα ήσαν επίσης οι πρώτοι, οίτινες ένεκα του γενναίου φρονήματός των θα έκλινον προς την αποστασίαν. Εξέλεξαν λοιπόν περί τους δισχιλίους, οίτινες εστεφανωμένοι περιήρχοντο τους ναούς ως ηλευθερωμένοι· αλλά μετ' ολίγον οι Λακεδαιμόνιοι τους εξηφάνισαν χωρίς να μάθη κανείς πώς έκαστος εξ αυτών εξηφανίσθη. Τότε επίσης έσπευσαν να στείλουν εξ αυτών επτακοσίους οπλίτας μετά του Βρασίδου, του οποίου ο επίλοιπος στρατός συνέκειτο εκ μισθοφόρων ληφθέντων υπ' αυτού εκ της Πελοποννήσου.

81. Αυτόν δε τον Βρασίδαν έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι θέλοντα και ζητήσαντα τούτο επιμόνως. Οι δε Χαλκιδείς επεθύμησαν επίσης να έχουν τον άνδρα τούτον, ο οποίος εν Σπάρτη εφημίζετο ότι ήτο δραστήριος εις τα πάντα και ο οποίος μετά την αναχώρησίν του πολλάς εκδουλεύσεις παρέσχεν εις τους Λακεδαιμονίους. Μετ' ολίγον τωόντι δεικνυόμενος δίκαιος και μέτριος προς τας πόλεις απέσπασε πολλάς εξ αυτών εκ της συμμαχίας των Αθηναίων, άλλας δε κατέλαβε διά προδοσίας· ώστε οι Λακεδαιμόνιοι, ότε βραδύτερον ηθέλησαν να κλείσουν ειρήνην (όπερ και έπραξαν), ημπόρεσαν να ανταλλάσσουν πόλεις με πόλεις και να καταπαύσουν τον πόλεμον εν τη Πελοποννήσω. Και κατ' αυτόν τον μετά την εκστρατείαν της Σικελίας πόλεμον η αρετή και η σύνεσις, τας οποίας ανέπτυξε τότε ο Βρασίδας, και τας οποίας οι μεν εγνώριζον εκ πείρας, οι δε εκ φήμης, ενέπνευσαν εις τους συμμάχους των Αθηναίων μεγάλην κλίσιν προς τους Λακεδαιμονίους· διότι αυτός πρώτος εκστρατεύσας εκτός της πατρίδος του και δείξας ότι ήτο κατά πάντα ενάρετος αφήκε μεταξύ αυτών σταθεράν πεποίθησιν ότι τοιούτοι ήσαν και οι άλλοι.

82. Μαθόντες δε οι Αθηναίοι την άφιξίν του εις την Θράκην εκήρυξαν τον Περδίκκαν ως πολέμιον, επειδή εθεώρουν αυτόν ως αίτιον της διόδου του Βρασίδου, και έλαβαν δραστηριώτερα μέτρα προς επιτήρησιν των συμμάχων της χώρας εκείνης.

83. Ο δε Περδίκκας ενώσας τον στρατόν του μετά του Βρασίδου προχωρεί ευθύς εναντίον του Αρριβαίου του Βρομερού, βασιλέως των Λυγκηστών Μακεδόνων, ο οποίος ήτο γείτων και μετά του οποίου είχε διαφοράς τινας και ήθελε να τον υποτάξη. ’μα δε ο Περδίκκας έφθασεν εις τα σύνορα της Λύγκου μετά του στρατού του Βρασίδου, ο στρατηγός ούτος είπεν ότι, πριν αρχίσουν τας εχθροπραξίας, ήθελε να μεταβή και προσπαθήση πρώτον, εάν ηδύνατο, να πείση τον Αρριβαίον να συμμαχήση μετά των Λακεδαιμονίων· διότι και αυτός ο Αρριβαίος είπε διά κήρυκος ότι ήτον έτοιμος να αναγνωρίση τον Βρασίδαν ως διαιτητήν, και οι πρέσβεις των Χαλκιδέων, οίτινες ήσαν παρόντες, συνεβούλευον τον τελευταίον τούτον να μη κατευνάση τους φόβους του Περδίκκου, διά να τον εύρουν προθυμότερον εις τα ιδιαίτερά των συμφέροντα· συγχρόνως δε οι εις την Λακεδαίμονα υπό του Περδίκκου πεμφθέντες πρέσβεις έλεγον παρόμοιόν τι, προσθέτοντες ότι ο βασιλεύς ούτος θα καθίστα συμμάχους των Λακεδαιμονίων πολλάς των περί αυτόν πόλεων· ένεκα τούτου λοιπόν ο Βρασίδας είχε την αξίωσιν να επεμβή εις τας υποθέσεις του Αρριβαίου. Ο δε Περδίκκας είπεν ότι δεν εζήτησε τον Βρασίδαν ως διαιτητήν των διαφορών του, αλλά μάλλον ως καθαιρέτην εκείνων τους οποίους θα του υπεδείκνυεν ως εχθρούς, και ότι ενόσω έτρεφε το ήμισυ του πελοποννησιακού στρατού δεν ήτο δίκαιον να συνεννοήται μετά του Αρριβαίου· αλλ' ο Βρασίδας, παρά την θέλησιν του Περδίκκου και μετά ζωηράν μάλιστα φιλονεικίαν, συνδιελέχθη μετά του Αρριβαίου, και πεισθείς εις τους λόγους του απέσυρε τον στρατόν πριν μάλιστα εισβάλη εις την χώραν. Μετά τούτο ο Περδίκκας, νομίσας τον εαυτόν του προσβλημένον, δεν έδιδε πλέον ειμή το τρίτον της τροφής αντί του μισού.