Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

Part 10

Chapter 10 22 words Public domain Markdown

46. Κατά τον αυτόν δε χρόνον (ότε) συνέβαινον ταύτα, ο Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής, αναχωρήσαντες εκ Πύλου διά την Σικελίαν επί των πλοίων των Αθηναίων, έφθασαν εις Κέρκυραν. Ενωθέντες δε με τους εις την πόλιν εξεστράτευσαν κατά των επί του όρους της Ιστώνης εγκατεστημένων, οίτινες μετά την στάσιν μεταβάντες εκεί έγιναν κύριοι των πέριξ και επροξένουν πολλάς ζημίας. Προσβαλόντες αυτούς εκυρίευσαν το τείχος, οι δε διωχθέντες κατέφυγον αθρόοι εις ύψωμά τι και συνήνεσαν διά συνθήκης να παραδώσουν τους βοηθούς, να καταθέσουν τα όπλα και δικασθούν ακολούθως υπό του δήμου των Αθηναίων. Τους μετέφεραν λοιπόν οι στρατηγοί κατά την συμφωνίαν ταύτην εις την νήσον Πτυχίαν, διά να φυλάττωνται μέχρις ου σταλούν εις τας Αθήνας, υπό τον ρητόν όρον να διαλυθούν αι συνθήκαι δι' όλους, εάν κανείς φανερωθή θέλων να φύγη. Οι δε προεστώτες του δήμου των Κερκυραίων, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι δεν φονεύσουν τους αιχμαλώτους τούτους, επενόησαν το εξής. Στείλαντες κρυφίως ολίγους φίλους προσεπάθησαν με προσποιημένην συμπάθειαν να πείσουν τινάς των εν τη νήσω ότι καλλίτερον δι' αυτούς θα ήτο να αποδράσουν το ταχύτερον και ότι αυτοί οι ίδιοι θα είχον δι' αυτούς πλοίον έτοιμον προς τον σκοπόν τούτον, διότι οι στρατηγοί των Αθηναίων έμελλαν να τους παραδώσουν εις τον δήμον των Κερκυραίων.

47. ’μα δ' ούτοι επείσθησαν και ελήφθησαν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να συλληφθή το φέρον αυτούς πλοίον, αι συνθήκαι διελύθησαν και παρεδόθησαν όλοι εις τους Κερκυραίους. Συνήργησαν δε εις την μηχανορραφίαν ταύτην όχι ολίγον και οι στρατηγοί των Αθηναίων, ώστε και η πρόφασις να φανή ευλογοφανής και οι επινοηταί αυτής τολμηρότεροι εις την επιχείρησιν· έβλεπε τις σαφώς ότι μέλλοντες να πλεύσουν εις την Σικελίαν δεν ήθελαν να μετακομισθούν οι αιχμάλωτοι δι' άλλων εις τους οποίους η πράξις αύτη ήθελε περιποιήσει τιμήν. Παραλαβόντες λοιπόν αυτούς οι Κερκυραίοι τους έκλεισαν εις μέγα οίκημα. Έπειτα τους εξήγον ανά είκοσι και τους ηνάγκαζον να διέρχονται διά δύο στοίχων οπλιτών παραταγμένων εκατέρωθεν. Δεμένοι προς αλλήλους εδέροντο και εκεντώντο υπό των παραταγμένων, άμα ούτοι έβλεπον μεταξύ αυτών κανένα εχθρόν τους. Μαστιγοφόροι δε βαδίζοντες πλησίον των επετάχυναν το βάδισμα των βραδύτερον προχωρούντων.

48. Και περί τους εξήκοντα μεν άνδρες εξήχθησαν του κτιρίου αυτού τοιουτοτρόπως και εφονεύθησαν εν αγνοία των εντός κεκλεισμένων (οι οποίοι ενόμιζαν ότι τους εξήγον διά να τους μεταφέρουν αλλαχού) αλλ' ότε έμαθαν τούτο παρά τινος, ο οποίος τους το εφανέρωσεν, επεκαλέσθησαν τους Αθηναίους και εζήτησαν να τους αφήσουν, εάν ήθελαν, να φονευθούν μεταξύ των. Ηρνούντο να εξέλθουν εκ του οικήματος και διεκήρυξαν ότι κάθε προσπάθειαν θα κατέβαλλον, διά να μη αφήσουν κανένα να εισέλθη. Οι δε Κερκυραίοι ουδ' αυτοί διενοήθησαν να παραβιάσουν τας θύρας, αλλ' αναβάντες εις την στέγην του οικήματος και διατρυπήσαντες την οροφήν έρριπταν κεράμους και ετόξευαν κάτω. Οι αιχμάλωτοι και επροφυλάσσοντο όπως ηδύναντο και συγχρόνως οι πολλοί εφόνευαν αλλήλους οι μεν εμπηγνύοντες εις τον λαιμόν τα βέλη, τα οποία οι προσβάλλοντες έρριπταν κατ' αυτών, οι δε απαγχονιζόμενοι με σχοινιά από σπαρτά, τα οποία επρομηθεύοντο από μερικάς κλίνας ευρισκομένας εκεί δι αυτούς και διά λωρίδων, τας οποίας έκαμναν από τα ενδύματα των. Και κατά το πλείστον μέρος της νυκτός (διότι επήλθεν η νυξ διαρκούσης της σφαγής ταύτης) φονεύοντες αυτοί εαυτούς και προσβαλλόμενοι υπό των άνω κατεστράφησαν. Ότε δε εξημέρωσε, συσσωρεύσανε οι Κερκυραίοι τα πτώματα επί αμαξών απήγαγον έξω της πόλεως, όλαι δε αι γυναίκες όσαι συνελήφθησαν εις το τείχος επωλήθησαν ως ανδράποδα. Τοιουτοτρόπως οι εν τω άρει καταφυγόντες Κερκυραίοι εξολοθρεύθηκαν υπό του δήμου, και η στάσις αύτη, αφού έλαβε τόσην μεγάλην έκτασιν, έλαβε τοιούτο τέλος, τουλάχιστον σχετικώς με τον πόλεμον τούτον και τωόντι δεν έμεινε πλέον τίποτε άξιον μνείας. Οι δε Αθηναίοι έπλευσαν εις την Σικελίαν, όπου εξ αρχής εσκόπευαν να μεταβούν, και ενωθέντες μετά των εκεί συμμάχων επολέμουν.

49. Και οι εν τη Ναυπάκτω Αθηναίοι και Ακαρνάνες εκστρατεύοντες περί τα τέλη του θέρους εκυρίευσαν διά προδοσίας το Ανακτόριον, πόλιν της Κορινθίας, η οποία κείται εις το στόμιον του Αμβρακικού κόλπου. Οι Ακαρνάνες ούτοι εδίωξαν εκ πάντων των μερών τους Κορινθίους οικήτορας και κατέλαβαν όλην την πόλιν. Και το θέρος ετελείωσεν.

50. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα, Αριστείδης ο Αρχίππου, είς των στρατηγών του στόλου, ο οποίος είχε σταλή, διά να σύναξη χρήματα από τους συμμάχους, συλλαμβάνει εις Ηιόνα την επί του Στρυμόνος τον Πέρσην Αρταφέρνη πάμφθηνα υπό του βασιλέως εις την Λακεδαίμονα. Ότε δε εφέρθη αυτός εις τας Αθήνας, τας μεν επιστολάς ανέγνωσαν οι Αθηναίοι μεταφρασθέντες αυτάς εκ της Ασσυριακής γλώσσης και είδον ότι μεταξύ άλλων έλεγαν ο βασιλεύς εν συνάψει εις τους Λακεδαιμονίους, ότι δεν εννοεί τι εζήτουν παρ' αυτού, ότι, μολονότι πολλοί ήλθον προς αυτόν πρέσβεις, ουδείς όμως έλεγε τα αυτά, και ότι, εάν ήθελαν να εξηγηθούν καθαρά, έπρεπε να στείλουν προς αυτόν πρέσβεις μετά του Πάρσου· τον δε Αρταφέρνη απέστειλαν ύστερον οι Αθηναίοι διά τριήρους εις την Έφεσον και πρέσβεις συγχρόνως, οι οποίοι μαθόντες εκεί ότι απέθανεν ο υιός του Ξέρξου Αρταξέρξης (ο οποίος πράγματι απέθανε κατ' εκείνον τον χρόνον) επέστρεψαν εις τα ίδια.

51. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Χίοι κατηδάφισαν το νέον τείχος των κατά διαταγήν των Αθηναίων, οι οποίοι τους εποπτεύοντα ότι εμελέτων επανάσταση τινα κατ' αυτών· εν τούτοις υπήκουσαν μόνον, αφού επέτυχον παρά των Αθηναίων οριστικών διαβεβαίωσιν ότι ουδένα διέτρεχαν κίνδυνον. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το έβδομον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

52. Μόλις δε ήλθε το επόμενον θέρος και ευθύς με την νέαν σελήνην έγινεν έκλειψις ηλίου και σεισμός κατά τας πρώτας ημέρας του αυτού μηνός. Οι φυγάδες των Μυτιληναίων και των άλλων Λεσβίων, ορμώμενοι οι πολλοί εκ της ηπείρου και μισθώσαντες εκ της Πελοποννήσου βοηθούς και συναθροίσαντες και άλλους από την στερεάν, εκυρίευσαν το Ροίτειον· λαβόντες δε δισχιλίους, στατήρας Φωκαΐτας (6) την απέδωκαν πάλιν χωρίς να πράξουν ουδέν άλλο άδικον, και μετά ταύτα εκστρατεύοντες εναντίον της Αντάνδρου κατέλαβαν αυτήν διά προδοσίας. Το δε σχέδιόν των ήτο να ελευθερώσουν από τους Αθηναίους και τας άλλας πόλεις τας καλουμένας Ακταίας και τας οποίας πρότερον κατείχον οι Μυτιληναίοι, και προ πάντων την ’ντανδρον. Επειδή το μέρος τούτο ήτο κατάλληλον προς ναυπήγησιν πλοίων, ένεκα των υπαρχόντων ξύλων και της άνωθεν κειμένης Ίδης, ήθελαν, οχυρούντες την ’ντανδρον και εφοδιάζοντες αυτήν με κάθε άλλο αναγκαίον, να έχουν εύκολον ορμητήριον, διά να λεηλατούν την Λέσβον, η οποία έκειτο πλησίον, και να καταλάβουν τας άλλας αιολικάς πόλεις της στερεάς. Και ούτοι μεν ταύτας τας επιχειρήσεις είχαν κατά νουν.

53. Οι δε Αθηναίοι κατά το αυτό θέρος εξεστράτευσαν κατά των Κυθήρων έχοντες εξήκοντα πλοία, δισχιλίους οπλίτας και ολίγους ιππείς· συνώδευαν δε αυτούς οι εκ Μιλήτου σύμμαχοι και άλλοι τινές, και στρατηγοί ήσαν Νικίας ο Νικηράτου, Νικόστρατος ο Διοτρέφους και Αυτοκλής ο Τολμαίου. Είναι δε τα Κύθηρα νήσος παρακειμένη εις την Λακωνικήν και πλησίον του Μαλέα. Οι κάτοικοι αυτών είναι περίοικοι Λακεδαιμόνιοι, και κατ' έτος μετέβαινεν εκεί εκ Σπάρτης είς άρχων καλούμενος κυθηροδίκης. Οι δε Λακεδαιμόνιοι διετήρουν εκεί πάντοτε φρουράν εξ οπλιτών και επετήρουν την νήσον ταύτην με πολλήν φροντίδα, διότι εχρησίμευεν ως ορμητήριον των εκ της Αιγύπτου και της Λιβύης ερχομένων εμπορικών πλοίων· κυρίως δε επροφύλαττεν από της ληστείας την παραλίαν, η οποία ήτο το μόνον ευκολοκυρίευτον μέρος της Λακωνικής, διότι όλη η νήσος εκτείνεται προς το Σικελικόν και το Κρητικόν πέλαγος.

54. Πλησιάσαντες ο οι Αθηναίοι διά δέκα μεν πλοίων και δισχιλίων Μιλησίων οπλιτών κατέλαβαν την παραθαλασσίαν πόλιν Σκάνδειαν, μετά του υπολοίπου δε στρατού αποβάντες εις τα παρά τον Μαλέαν μέρη της νήσου επροχώρησαν κατά της παραθαλασσίας πόλεως των Κυθηρίων και ευρέθησαν ευθύς στρατοπεδευμένοι έξω των τειχών. Αφού δε έγινε μάχη, αντέστησαν μεν επί ολίγον οι Κυθήριοι, αλλ' έπειτα τραπέντες εις φυγήν κατέφυγαν εις την άνω πόλιν, και ύστερον συνεβιβάσθησαν με τον Νικίαν και τους συνάρχοντας να παραδοθούν μεν εις τους Αθηναίους, αλλά να μη φονευθούν. Προηγουμένως ο Νικίας είχε συνομιλήσει μετά τινων Κυθηρίων και ένεκα τούτου η συνθήκη εκείνη έγινε και ταχύτερον και ωφελιμώτερον διά το παρόν και διά το μέλλον, διότι άλλως οι Αθηναίοι θα απεδίωκον τους Κυθηρίους, επειδή ήσαν Λακεδαιμόνιοι και η νήσος των ήτο πλησιεστάτη εις την Λακωνικήν. Μετά δε την σύμβασιν οι Αθηναίοι καταλαβόντες χωρίς αντίστασιν την Σκάνδειαν, η οποία κείται πλησίον του λιμένος, έθεσαν φρουράν εις τα Κύθηρα και έπλευσαν προς την Ασίνην, το Έλος και τας πλείστας παραθαλασσίας πόλεις· αποβιβαζόμενοι δε και διανυκτερεύοντες εις μέρη κατάλληλα ελεηλάτουν την χώραν επί ολοκλήρους επτά ημέρας.

55. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, ότε είδαν ότι οι Αθηναίοι κατείχον τα Κύθηρα, περιμένοντες δε παρομοίας αποβάσεις και εις την χώραν αυτών, συνηθροισμένην μεν δύναμιν ουδαμού αντέταξαν, έστειλαν όμως πλήθος οπλιτών εις όλην την χώραν, διά να φυλάττουν όπου ήτο ανάγκη, διότι εφοβούντο μήπως συμβή μεταβολή τις εις το πολίτευμά των εξ αιτίας της μεγάλης και απροόπτου καταστροφής, την οποίαν έπαθαν εις την Σφακτηρίαν, και διότι κατελήφθησαν η Πύλος και τα Κύθηρα υπό των εχθρών και διά τον τοσούτον αιφνίδιον εκείνον πόλεμον, ο οποίος τους ήρχετο πανταχόθεν, ενώ διετέλουν απροφύλακτοι. Διά τούτο εσχημάτισαν, παρά την συνήθειάν των, σώμα εκ τετρακοσίων ιππέων και τοξοτών. Περισσότερον δε είπερ ποτέ εφαίνοντο βραδείς περί τα πολεμικά, διότι ήσαν περιπλεγμένοι εις ναυτικόν αγώνα, του οποίου αι προπαρασκευαί ήσαν ξέναι από τας συνηθείας των, εναντίον μάλιστα των Αθηναίων, οι οποίοι ενόμιζαν ότι η απραξία ήτον αληθινή απώλεια. Συγχρόνως άπειρα ατυχήματα, επελθόντα εις ολίγον καιρόν και εναντίον κάθε προσδοκίας, τους έφεραν εις μεγίστην αμηχανίαν εφοβούντο δε μήπως ημέραν τινά τοις συμβή και πάλιν δυστύχημα τι ως το της Σφακτηρίας. Διά τούτο δεν είχαν πλέον την αυτήν τόλμην εις τας μάχας, και εις κάθε κίνημα ενόμιζαν ότι έσφαλλον· τοσούτον η πεποίθησίς των εκλονίσθη από ατυχήματα, εις τα οποία δεν ήσαν συνηθισμένοι.

56. Ενώ δε οι Αθηναίοι ελεηλάτουν τα παράλια της Λακωνικής, οι Λακεδαιμόνιοι έμεναν ως επί το πλείστον ήσυχοι, διότι, όπου εγίνετο απόβασις, οι εκεί φρουρούντες ενόμιζον ότι ήσαν κατώτεροι κατά τον αριθμόν και ο ταραγμένος νους αυτών έρρεπε προς τοιαύτην υπόθεσιν. Μία μόνη φρουρά ήτις ημύνετο πλησίον της Κοτύρτας και της Αφροδιτίας ώρμησε κατά του πλήθους των ψιλών, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι και τους έτρεψεν εις φυγήν, αλλ' αντιταχθέντων των οπλιτών υπεχώρησε· πάλιν, εξ αυτής δε εφονεύθησαν ολίγοι άνδρες και ελήφθησαν τα όπλα των. Τότε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον και απέπλευσαν εις τα Κύθηρα. Εκείθεν παραπλέοντες έφθασαν εις Επίδαυρον την Λιμηράν και λεηλατήσαντες μέρος της χώρας ήλθον εις την Θυρέαν, η οποία αποτελεί μεν μέρος της καλουμένης Κυνοσουρίας, κείται δε εις τα μεθόρια της Αργολίδος και της Λακωνίας. Οι Λακεδαιμόνιοι εις τους οποίους ανήκεν η πόλις αύτη, είχον παραχωρήσει εις τους διωχθέντας εκ της πατρίδος Αιγινήτας να την κατοικούν είτε ως αντάλλαγμα διά τας ευεργεσίας τας οποίας ούτοι παρέσχον κατά την εποχήν του σεισμού και της επαναστάσεως των Ειλώτων, είτε διότι οι Αιγινήται, μολονότι υπήκοοι των Αθηναίων, έτειναν πάντοτε προς τους Λακεδαιμονίους.

57. Ότε δε επλησίαζον οι Αθηναίοι, οι Αιγινήται το μεν επί της παραλίας τείχος, το οποίον έτυχον οικοδομούντες, εγκατέλιπον, απεχώρησαν δε εις την άνω πόλιν, εις την οποίαν κατώκουν και η οποία απέχει δέκα σταδίους από της θαλάσσης. Μεταξύ των Λακεδαιμονίων φρουρών αίτινες ήσαν εις την χώραν μία μόνη, ήτις ειργάζετο μετά των Αιγινητών εις την κατασκευήν του τείχους, ηρνήθη με όλας τας παρακλήσεις αυτών να εισέλθη εις την πόλιν, διότι ενόμιζεν επικίνδυνον να κατακλεισθή· αποσυρθείσα δε εις τα ύψη και νομίζουσα ότι δεν ήτον αξιόμαχος έμενεν ησυχάζουσα. Εν τούτοις οι Αθηναίοι πλησιάσαντες ευθύς πανστρατιά εκυρίευσαν την Θυρέαν, την επυρπόλησαν και διήρπασαν ό,τι εύρον. Μετά ταύτα επέστρεψαν εις τας Αθήνας φέροντες αιχμάλωτον μαζί τους τον Λακεδαιμόνιον Τάνταλον τον Πατροκλέους, ο οποίος ήτον άρχων και είχε πληγωθή. Παρέλαβαν επίσης καί τινας Κυθηρίους, τους οποίους διά περισσοτέραν ασφάλειαν ενόμισαν ότι έπρεπε να μεταφέρουν αλλαχού. Και τούτους μεν οι Αθηναίοι απεφάσισαν να καταθέσουν εις τας νήσους και να κατοικούν οι άλλοι Κυθήριοι την πατρίδα των πληρώνοντες φόρον τεσσάρων ταλάντων, όλους δε τους Αιγινήτας όσους συνέλαβαν να τους φονεύσουν, ένεκα της αιωνίας αυτών έχθρας κατά των Αθηναίων· τον δε Τάνταλον να δέσουν πλησίον των άλλων Λακεδαιμονίων, τους οποίους συνέλαβαν εις την Σφακτηρίαν.

58. Κατά το αυτό δε θέρος πρώτον μεν συνωμολογήθη εν Σικελία ανακωχή μεταξύ των Καμαριναίων και των Γελώων· έπειτα δε και οι άλλοι Σικελιώται οι αποσταλέντες ως πρέσβεις εξ όλων των πόλεων και συνελθόντες εις την Γέλαν συνδιεσκέπτοντο πώς να συμφιλιωθούν. Πολλαί γνώμαι επροτάθησαν υπέρ και κατά· έκαστος δε διήγειρε δυσκολίας ή αξιώσεις καθ' όσον ενομιζεν ότι κατεπατούντο τα δικαιώματα του. Ερμοκράτης δε ο Έρμωνος, ο οποίος και έπεισε τους πρέσβεις, απέτεινεν εις την συνέλευσιν τους εξής λόγους.

59. « Απεσταλμένος πόλεως όχι μικράς ούτε υπερβολικά εξηντλημένης από τον πόλεμον, θα ομιλήσω, ω Σικελιώται, προς την συνέλευσιν, διά να εκφράσω την γνώμην, η οποία μου φαίνεται αρίστη δι' όλην την Σικελίαν. Και ότι ο πόλεμος είναι δυσάρεστον πράγμα, προς τι να μακρηγορήσω διηγούμενος με λεπτομέρειαν όλα τα κακά, όσα εις αυτόν ενυπάρχουν, προς ανθρώπους, οι οποίοι καλώς τα γνωρίζουν; ’λλως τε κανείς ούτε επιχειρεί τον πόλεμον από απειρίαν ούτε τον αποφεύγει από φόβον, άμα νομίση ότι θέλει επιτύχει ωφέλειάν τινα. Αλλ' οι μεν θεωρούν τα κέρδη του μεγαλύτερα των κινδύνων, οι δε προτιμούν να εκτεθούν εις τους κινδύνους πριν πάθουν προσωρινήν τινα ζημίαν. Εάν εν τούτοις συμβή, ώστε και οι μεν και οι δε να ηπατήθησαν εις τας σκέψεις των, τότε αι περί συνδιαλλαγής παραινέσεις είναι ωφέλιμοι, και δι' ημάς θα καθίσταντο ανεκτίμητοι, εάν επειθόμεθα εις αυτάς. Προσέχων έκαστος εις τα συμφέροντα του βεβαίως εξ αρχής έλαβε τα όπλα, διά να τα υποστήριξη, σήμερον δε προσπαθούμεν ακόμη φιλονεικούντες να έλθωμεν εις συμβιβασμόν· και, εάν δεν κατορθώσωμεν, ώστε να απέλθη έκαστος ευχαριστημένος, θα αρχίσωμεν πάλιν τον πόλεμον.

60. » Και όμως πρέπει να γνωρίσωμεν ότι, εάν είμεθα φρόνιμοι, όχι μόνον τα ιδιαίτερα μας συμφέροντα θα κανονίσωμεν κατά την συνέλευσιν αυτήν, αλλά και όλην την Σικελίαν θα σώσωμεν εκτεθειμένην, ως νομίζω, εις τας επιβουλάς των Αθηναίων· διά να σας συμφιλιώσω δε, δεν ελπίζω τόσον εις τον λόγον, όσον εις αυτούς τούτους τους Αθηναίους, οι οποίοι, μεγίστην έχοντες δύναμιν μεταξύ, των Ελλήνων επιτηρούν τα σφάλματά μας ευρισκόμενοι ενταύθα μετά τίνων πλοίων και υπό το νόμιμον όνομα συμμάχων μεταχειριζόμενοι ευσχήμως προς το συμφέρον των την φυσικήν αυτών έχθραν. Εάν εξακολουθήσωμεν τον πόλεμον, εάν προσκαλέσωμεν και εκ δευτέρου τους άνδρας τούτους, οι οποίοι και εις τους προσκαλούντας αυτούς παρουσιάζονται ένοπλοι, εάν καταστρέφωμεν αλλήλους με ιδικάς μας δαπάνας, εάν διευκολύνωμεν ημείς αυτοί την επέκτασιν της ηγεμονίας των, είναι πιθανόν ότι, άμα ιδούν ημάς εξηντλημένους, θα έλθουν με στόλον μεγαλύτερον να υποτάξουν όλους τούτους τους τόπους.

61. » Και όμως, εάν είμεθα φρόνιμοι, έπρεπε να ζητώμεν να έχωμεν συμμάχους και να παίρνωμεν επάνω μας τους αναγκαίους κινδύνους, όχι διά να αποκτώμεν τα ξένα, αλλά διά να μη βλάπτωμεν τα υπάρχοντα· ας σκεφθώμεν ότι η διαίρεσις καταστρέφει εν γένει μεν τας πόλεις, ιδία δε την Σικελίαν, της οποίας, ως γνωστόν, όλοι μεν οι κάτοικοι ευρίσκονται εκτεθειμένοι εις τας επιβουλάς των ξένων, όλαι δε αι πόλεις είναι διηρημέναι. Πεισθέντες περί της αληθείας ταύτης ας συμφιλιωθούν οι πολίται με τους πολίτας και αι πόλεις με τας πόλεις, και ας προσπαθήσουν διά κοινών αγώνων να σώσουν ολόκληρον την Σικελίαν. Κανείς ας μη νομίση ότι οι μεταξύ ημών ευρισκόμενοι Δωριείς είναι εχθροί των Αθηναίων, και ότι οι Χαλκιδείς είναι ασφαλείς ένεκα της Ιωνικής συγγενείας των, διότι οι Αθηναίοι επέρχονται ουχί ένεκα έχθρας εθνικής και αντιπαθείας φυλετικής, αλλ' εποφθαλμιώντες τα αγαθά της Σικελίας, όσα ανήκουν εις όλους ημάς κοινώς. Απέδειξαν τούτο σήμερον προσκληθέντες υπό της Χαλκιδικής φυλής, διότι, χωρίς ουδέποτε να λάβουν βοήθειαν λόγω αρχαίας συμμαχίας, αυτοί μάλλον μετά προθυμίας παρέσχον την υπό της συνθήκης υπαγορευμένην βοήθειαν. Και οι μεν Αθηναίοι είναι συγχωρητέοι έχοντες τοιαύτην φιλοδοξίαν και προνοητικότητα, και δεν κατηγορώ εκείνους, πού ζητούν να άρχουν, αλλ' εκείνους, που στέργουν να υπακούουν, διότι είναι φυσικόν εις τον άνθρωπον να άρχη επί των ενδιδόντων και να αντιτάσσεται κατά των επερχομένων. Όσοι δε ενώ γνωρίζουν ταύτα δεν λαμβάνουν τας αναγκαίας προφυλάξεις έχουν άδικον, καθώς επίσης και όσοι ήλθον εδώ χωρίς να σκεφθούν ότι το σπουδαιότατον δι' ημάς είναι ν' απαλλαγώμεν όλοι ομού από τον κίνδυνον ο οποίος μας απειλεί. Τάχιστα δε θ' απαλλαγώμεν αυτού, εάν συμφωνήσωμεν μεταξύ μας· διότι οι Αθηναίοι δεν είναι εις την χώραν των αλλ' εις την χώραν εκείνων, οίτινες τους προσεκάλεσαν. Τοιουτοτρόπως ουχί ο πόλεμος θα παύση διά του πολέμου, αλλά διά της ειρήνης θα παύσουν άνευ κόπων αι διαφοραί ημών, οι δε άπιστοι βοηθοί οι με εύσχημον πρόφασιν αδίκως ελθόντες θέλουν επιστρέψει άπρακτοι με εύλογον αιτίαν.

62. » Και ως προς μεν τους Αθηναίους ευρίσκομεν ότι τόσον μέγα θα έχωμεν αγαθόν, αν σκεπτώμεθα ορθώς· την δε ειρήνην ήτις υπό πάντων ομολογείται ότι είναι άριστον πράγμα πώς δεν συνομολογούμεν μεταξύ μας; ή νομίζετε ότι, εάν εις τον ένα μεν υπάρχη αγαθόν τι, εις τον άλλον δε το εναντίον, δύναται όχι τόσον η ησυχία όσον ο πόλεμος το μεν κακόν να παύση, το δε αγαθόν να διατηρήση εις καθένα, και ότι η ειρήνη δεν έχει τας τιμάς και τας λαμπρότητας ακινδυνοτέρας και μυρία άλλα πλεονεκτήματα, τα οποία είναι επίσης μακρά εις την απαρίθμησιν όσον πολλά είναι και τα κακά του πολέμου; Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι μη παρακούσητε τους λόγους μου, αλλά καθένας ας προΐδη εξ αυτών τα μέσα της σωτηρίας του. Εάν τις φαντασθή ότι θέλει επιτύχει εξ άπαντος είτε διά του δικαίου του είτε διά της βίας, ας μη δυσφορή κατόπιν, εάν απατηθή ανελπίστως· ας μάθη δε ότι πολλοί μέχρι τούδε καταδιώκοντες τους αδικούντας με σχέδια εκδικήσεως όχι μόνον δεν επέτυχον, αλλά και διεκινδύνευσαν την ιδίαν των ασφάλειαν· άλλοι δε, ελπίζοντες να αποκτήσουν διά της βίας αύξησίν τινα, όχι μόνον δεν εκέρδησαν τίποτε, αλλ' απώλεσαν και εκείνα τα οποία είχον. Τωόντι ο εκδικούμενος δεν επιτυγχάνει καθώς ήτο δίκαιον, επειδή προηδικήθη, ουδ' ο ισχυρός πρέπει να είναι βέβαιος περί της νίκης επαναπαυόμενος εις την ισχύν του· συνήθως διευθύνει το μέλλον η αβεβαιότης της τύχης, με όλην όμως την αβεβαιότητα αυτής φαίνεται η τύχη ωφελιμωτάτη· διότι ως εκ του φόβου, τον οποίον έχομεν όλοι ομοίως, προσβάλλομεν αλλήλους έχοντες μεγαλυτέραν προφυλακτικότητα.

63. »Τοιουτοτρόπως και σήμερον ανησυχούντες διπλά, και διά την αβεβαιότητα του αδήλου αυτού μέλλοντος και διά την φοβεράν παρουσίαν των Αθηναίων, και άλλως έχοντες πεποίθησιν ότι η μη εκπλήρωσις των ελπίδων μας ήτο αποτέλεσμα των δύο τούτων εμποδίων, ας αποπέμψωμεν εκ της χώρας τους απειλούντας αυτήν εχθρούς· ημείς δε αυτοί το καλλίτερον μεν είναι να συμβιβασθώμεν διά παντός, εάν όμως τούτο δεν είναι δυνατόν, ας κάμωμεν όσον το δυνατόν πλέον μακροχρόνιον ανακωχήν και ας αναβάλωμεν δι' άλλοτε τας ιδιαιτέρας διαφοράς. Διά να ομιλήσω δε σύντομα : πεισθήτε ότι ακολουθούντες την γνώμην μου θα έχετε πόλεις ελευθέρας πού όταν είσθε κύριοι αυτών θα δύνασθε να αμείβετε ή να τιμωρήτε με ίσην δικαιοσύνην όσους σας κάμνουν καλόν τι ή κακόν. Εάν όμως δεν πεισθήτε εις τους λόγους μου και ακούσετε άλλας συμβουλάς, τότε ο αγών δεν θα είναι πλέον περί εκδικήσεως· αλλά και επί τη υποθέσει ότι θα είμεθα παραπολύ ευτυχείς, όμως θα γίνωμεν κατ' ανάγκην φίλοι αμειλίκτων εχθρών και εχθροί καλλίστων φίλων.

64. »Εγώ, ως είπα εις την αρχήν του λόγου, αντιπροσωπεύων πόλιν ισχυράν, η οποία έχει τόσην δύναμιν, ώστε μάλλον να επιτίθεται παρά να αμύνεται, προβλέπων τους ειρημένους κινδύνους, επιμένω να συμβιβασθώμεν και να μη βλάπτωμεν ημάς αυτούς ζητούντες να βλάψωμεν τους εναντίους. Δεν θέλω δε κατά τρόπον μωρόν φιλονεικών να ισχυρίζωμαι ότι, καθώς είμαι κύριος της γνώμης μου, ούτως είμαι κύριος και της τύχης, την οποίαν δεν εξουσιάζω, αλλ' απεναντίας θέλω να ενδίδω όσον πρέπει. Ευρίσκω δε δίκαιον να πράξουν και οι άλλοι ως εγώ, να ενδώσουν οικειοθελώς και ουχ' άναγκαζόμενοι υπό των εχθρών. Διότι δεν είναι αισχρόν οι συγγενείς να ενδίδουν εις τους συγγενείς, ο Δωριεύς εις τον Δωριέα και ο Χαλκιδεύς εις τον ομόφυλον. Εν συντόμω, ας ενεργήσωμεν από κοινού και αφού είμεθα γείτονες, κατοικούμεν χώραν περιβρεχομένην υπό της θαλάσσης και μ' ένα όνομα καλούμεθα Σικελιώται. Έχω πεποίθησιν ότι πάλιν θα πολεμήσωμεν, όταν παρουσιασθή περίστασις, και πάλιν θα συμφιλιωθώμεν μόνοι μας μεταχειριζόμενοι αμοιβαίας δικαιολογίας· αλλ' εάν είμεθα φρόνιμοι, ας αποδιώκωμεν εκάστοτε με κοινήν προσπάθειαν τους εναντίον μας επερχομένους ξένους, αφού χωρισμένοι βλάπτοντες αλλήλους κινδυνεύομεν όλοι· εις το εξής ας μη προσκαλώμεν ουδέποτε μήτε συμμάχους μήτε συνδιαλλακτάς. Ταύτα δε πράττοντες θέλομεν παράσχει εις την Σικελίαν δύο αγαθά προς το παρόν· θα απαλλάξωμεν αυτήν από τους Αθηναίους και θα παύσωμεν τον εμφύλιον πόλεμον· εν τω μέλλοντι δε θα κατοικώμεν χώραν ελευθέραν και την οποίαν ολιγώτερον παρά πριν θα επιβουλεύωνται οι ξένοι».

65. Αφού είπεν αυτά ο Ερμοκράτης, επείσθησαν οι Συρακούσιοι και συνεφώνησαν μεταξύ των να απαλλαγούν του πολέμου, να διατηρήσουν όσα είχαν καθένας και να αφήσουν την Μοργαντίνην εις τους Καμαριναίους με τον όρον να πληρώσουν ούτοι εις τους Συρακούσιους ωρισμένην τινά χρηματικήν ποσότητα. Οι δε σύμμαχοι των Αθηναίων εμήνυσαν εις όσους εξ αυτών ήσαν στρατηγοί ότι εσκόπευαν να συμβιβασθούν και ότι αι σπονδαί θα ήσαν και εις εκείνους κοιναί· ότε δε συνήνεσαν αυτοί, συνωμολογήθη η συνθήκη και μετά ταύτα απέπλευσαν εκ της Σικελίας τα πλοία των Αθηναίων. Επιστρέψαντας εις τας Αθήνας τους στρατηγούς οι Αθηναίοι τους μεν δύο, τον Πυθόδωρον και τον Σοφοκλέα, κατεδίκασαν εις εξορίαν, τον δε τρίτον, τον Ευρυμέδοντα, εις χρηματικήν πληρωμήν, διά τον λόγον, ότι, μολονότι, δυνάμενοι να υποτάξουν την Σικελίαν, ανεχώρησαν δωροδοκηθέντες. Τόσον βασιζόμενοι εις την παρούσαν ευτυχίαν είχαν την αξίωσιν ότι, τίποτε δεν ημπορούσε να τους αντισταθή, αλλ' ότι και μετά μεγάλων και μετά μικρών μέσων έπρεπεν ομοίως να εκτελούν ό,τι ήτο δυνατόν και ό,τι ήτο αδύνατον. Αιτία δε τούτου ήτο η ανέλπιστος επιτυχία εις τας πλειοτέρας των επιχειρήσεις, η οποία τους έκαμνε να εκλαμβάνουν την ελπίδα ως πραγματικότητα.

66. Κατά το αυτό δε θέρος οι εν τη πόλει μείναντες Μεγαρείς, πιεζόμενοι τούτο μεν υπό των Αθηναίων, των οποίων όλος ο στρατός εισήρχετο τακτικώς δις του έτους εις την χώραν των, τούτο δε υπό των ιδίων των εξορίστων, οίτινες διωχθέντες εκ των Πηγών υπό του πλήθους συνεπεία στάσεως απέβαινον επίφοβοι λεηλατούντες την χώραν, ήρχισαν να συσκέπτωνται αν έπρεπε να παραδεχθούν τους φυγάδας, διά να μη πάσχη η πόλις από δύο μέρη. Οι δε φίλοι των έξω εννοήσαντες τον θόρυβον ηθέλησαν και αυτοί μάλλον φανερώς παρά πρότερον να υποστηρίξουν την πρότασιν ταύτην. Μαθόντες δε οι προεστώτες του δήμου ότι ο λαός δεν θα ήτο δυνατόν ένεκα των πολλών συμφορών να μη ενδώση εφοβήθησαν και έκαμαν προτάσεις εις τους στρατηγούς των Αθηναίων, Ιπποκράτην τον Αρίφρονος και Δημοσθένην τον Αλκισθένους να παραδώσουν εις αυτούς την πόλιν, νομίζοντες ότι δι' αυτούς θα ήτο ολιγώτερον επικίνδυνον το μέτρον τούτο παρά η κάθοδος των εξορισθέντων υπ' αυτών. Και πρώτον μεν συνεφώνησαν να καταλάβουν οι Αθηναίοι τα μακρά τείχη (τα οποία εκτείνονται μέχρι του λιμένος της Νισαίας απεχούσης οκτώ σταδίους από της πόλεως), διά να μη εξέρχωνται οι Πελοποννήσιοι εκ της Νισαίας, εντός της οποίας αυτοί μόνον είχαν φρουράν προς ασφάλειαν των Μεγάρων έπειτα δε και την άνω πόλιν να προσπαθήσουν να παραδώσουν εις τους Αθηναίους· τούτο δε ήθελε κατορθωθή ευκολώτερα μετά την κατάληψιν των μακρών τειχών.