Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος
Part 9
4. Οι δε Θηβαίοι άμα εγνώρισαν την απάτην, επύκνωσαν τους ζυγούς και απώθουν τας προσβολάς των επιτιθεμένων. Και δις μεν ή τρις τους απέκρουσαν, έπειτα όμως ότε οι Πλαταιείς ώρμησαν κατ' αυτών μετά θορύβου πολλού, ότε εκ των οικιών αι γυναίκες και οι υπηρέται μετά κραυγών και ολολυγμών έρριψαν κατ' αυτών λίθους και κεράμους, ότε βροχή ραγδαία πεσούσα επηύξησε την σκοτίαν (καθότι ταύτα, συνέβαινον προς το τέλος της σελήνης), εφοβήθησαν και τραπέντες έφυγον διά της πόλεως, οι πλείστοι χωρίς να γνωρίζουν, μεταξύ του σκότους και του πηλού, τας διόδους διά των οποίων έπρεπε να σωθούν και καταδιωκόμενοι υπό εχθρών, οίτινες διά να τους εμποδίσουν την διαφυγήν εγνώριζον όλας τας διαιρέσεις· ώστε εχάθησαν πολλοί. Κάποιος Πλαταιεύς, την πύλην διά της οποίας εισήλθον και η οποία μόνη ήτο ανεωγμένη, έκλεισε διά σιδηρού ακοντίου το οποίον εισήγαγεν εις τον μοχλόν αντί σύρτου, ώστε και εκ τούτου του μέρους εκλείσθη η έξοδος. Και καταδιωκόμενοι ανά την πόλιν, τινές μεν εξ αυτών αναβαίνοντες επί του τείχους ερρίφθησαν έξω και εφονεύθησαν οι περισσότεροι, οι δε φθάσαντες απαρατήρητοι εις πύλην τινά μη χρησιμευομένην έθραυσαν τον μοχλόν διά πελέκεως, τον οποίον τοις έδωκε κάποια γυνή, και εξήλθον όχι πολλοί, διότι μετ' ολίγον τους ενόησαν, άλλοι δε εχάθησαν σποραδικώς εις την πόλιν. Οι δε πλείστοι και όσοι μάλιστα ήσαν συσσωματωμένοι εισπίπτουν εις μεγάλην οικίαν, η οποία ήτο πλησίον του τείχους και η θύρα της έτυχε να είναι ανοικτή, νομίσαντες ότι η θύρα του οικήματος εκείνου ήτο πύλη της πόλεως και ότι ενώπιόν των υπήρχε διέξοδος προς τα έξω. Ιδόντες δε αυτούς οι Πλαταιείς ούτως εγκλεισθέντας συνεσκέφθησαν αν έπρεπε να κατακαύσουν αυτούς όπως ήσαν, πυρπολούντες το οίκημα, ή να μεταχειρισθούν άλλο μέσον. Τέλος δε και αυτοί και όσοι άλλοι Θηβαίοι ήσαν διεσπαρμένοι ανά την πόλιν παρεδόθησαν άνευ όρων και κατέθεσαν τα όπλα. Και η μεν τύχη των εις την Πλάταιαν εισελθόντων Θηβαίων τοιαύτη υπήρξεν.
5. Οι δε άλλοι Θηβαίοι, οίτινες είχε συμφωνηθή ενόσω ακόμη ήτο νυξ να έλθουν πανστρατιά, εν περιπτώσει καθ' ην οι εισελθόντες προηγουμένως εις την πόλιν δεν επετύγχανον, μαθόντες καθ' οδόν τα γενόμενα έσπευσαν το βήμα. Απέχει δε η Πλάταια από τας Θήβας σταδίους εβδομήκοντα, και η επισυμβάσα βροχή εβράδυνε την πορείαν των διότι ο Ασωπός ποταμός επλημμύρησε και δεν ήτο ευκολοπέραστος. Και εξακολουθούντες την πορείαν με βροχήν και τον ποταμόν δυσκόλως διαβάντες έφθασαν βραδύτατα, ότε πλέον οι σύντροφοί των είχον αιχμαλωτισθή ή φονευθή. ’μα δε έμαθον οι Θηβαίοι τα γενόμενα, εσκέφθησαν να στήσουν ενέδραν κατά των έξω της πόλεως Πλαταιέων, διότι υπήρχον εις τους αγρούς πολλοί άνθρωποι με τα πράγματα των, μη προβλέποντες ότι ήθελέ ποτε συμβή το απροσδόκητον εκείνο κακόν εν καιρώ ειρήνης. Ήθελον δε οι Θηβαίοι να κάμουν ώστε όσοι θα εσυλλαμβάνοντο αιχμάλωτοι να εγγυηθούν διά την ζωήν εκείνων, οίτινες είχον συλληφθή ζώντες εντός της πόλεως. Και οι μεν Θηβαίοι αυτά διενοούντο. Οι δε Πλαταιείς, ενώ εκείνοι ακόμη διεσκέπτοντο, υποπτευθέντες τους σκοπούς των και φοβηθέντες περί των έξω, έπεμψαν κήρυκα προς τους Θηβαίους, λέγοντες ότι δεν ήτο όσιον υπαρχούσης ειρήνης να αποπειραθούν να καταλάβουν την πόλιν και ότι να φυλαχθούν να μη βλάψουν κανένα εκ των έξω, διότι άλλως αυτοί θα φονεύσουν όσους είχον αιχμαλώτους· υπόσχονται δε να τοις αποδώσουν τούτους άμα ήθελον αναχωρήσει εκ της χώρας. Αυτά διηγούνται οι Θηβαίοι και προσθέτουν ότι η συμφωνία αύτη επεβεβαιώθη και δι' όρκου· αλλ' οι Πλαταιείς διατείνονται ότι δεν υπεσχέθησαν ν' αποδώσουν αμέσως τους άνδρας, αλλ' ότι απλώς ήσαν εις διαπραγματεύσεις μήπως ήθελον δυνηθή να έλθουν εις συμπέρασμά τι και βεβαιούν ότι ουδόλως ωρκίσθησαν. Και οι μεν Θηβαίοι ανεχώρησαν εκ της χώρας εκείνων χωρίς να βλάψουν κανένα, οι δε Πλαταιείς, αφού έφεραν εντός της πόλεως ταχέως πάνα τα εις τους αγρούς, ευθύς εφόνευσαν τους αιχμαλώτους. Ήσαν δε ούτοι εκατόν ογδοήκοντα, και μεταξύ αυτών ο Ευρύμαχος, μετά του οποίου είχον συνεννοηθή οι προδόται.
6. Αφού δε έπραξαν τούτο, έστειλαν εις τας Αθήνας απεσταλμένον, απέδοσαν τους νεκρούς εις τους Θηβαίους διά συνθήκης και έκαμον εις την πόλιν τας προετοιμασίας, όσας ενόμιζον αναγκαίας προς τας παρούσας περιστάσεις. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθον τα υπό των Πλαταιέων γενόμενα, συνέλαβον αμέσως τους Βοιωτούς, όσοι ήσαν εις την Αττικήν και έπεμψαν κήρυκα εις την Πλάταιαν παραγγέλλοντες εις αυτόν να τους ειδοποιήση εις μηδέν μέτρον να προβούν κατά των Θηβαίων, τους οποίους εκράτουν αιχμαλώτους πριν ή αυτοί σκεφθούν και αποφασίσουν περί αυτών· διότι δεν είχεν αγγελθή εις τους Αθηναίους ότι είχον φονευθή. Ο πρώτος απεσταλμένος είχεν αναχωρήσει εκ Πλαταιών την στιγμήν όπου εισήρχοντο οι Θηβαίοι, ο δε δεύτερος ότε μόλις προ ολίγου είχον νικηθή και συλληφθή· εκ των μετέπειτα συμβάντων ουδέν έμαθον. Ούτω λοιπόν οι Αθηναίοι μη γνωρίζοντες απέστειλαν κήρυκα, όστις αφικόμενος εύρε τους άνδρας φονευθέντας. Και μετά ταύτα στρατεύσαντες εις Πλάταιαν και σίτον εισήγαγον και φρουρούς αφήκαν εκεί και εκ των ανδρών όσοι ήσαν άχρηστοι με τας γυναίκας μαζί και τα παιδία εξήγαγον.
7. Αφού δ' έγεινε το εν Πλαταιαίς συμβάν, και καταφανώς διελύθησαν αι συνθήκαι, οι Αθηναίοι παρεσκευάζοντο προς πόλεμον, παρεσκευάζοντο δε και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι αυτών. Αμφότερα δε τα μέρη είχαν σκοπόν να στείλουν πρεσβείας και προς τον βασιλέα των Περσών και προς άλλους βαρβάρους παρά των οποίων ήλπιζον να επιτύχουν συνδρομήν τινα, και προσέτι τα πάντα εμηχανεύοντο, όπως προσελκύσουν εις την συμμαχίαν των τας πόλεις όσαι δεν ήσαν υπό την κυριαρχίαν των. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι τας πόλεις της Ιταλίας και της Σικελίας, αίτινες είχον ενωθή με το μέρος των, τας διέταξαν, εκτός των πλοίων τα οποία παρ' αυτοίς υπήρχον, να κατασκευάσουν και άλλα, αναλόγως του μεγέθους εκάστης πόλεως, εις τρόπον ώστε ο αριθμός όλων εκείνων των πλοίων έμελλε να αναβή μέχρι των πεντακοσίων· διέταξαν επίσης τους συμμάχους να ετοιμάσουν ωρισμένην ποσότητα χρημάτων και να μη δέχωνται εις τους λιμένας των πλειότερα του ενός Αθηναϊκού πλοίου μέχρις ου τα πάντα παρασκευασθούν. Οι δε Αθηναίοι και τους υπάρχοντας συμμάχους επεθεώρουν και πρεσβείας έπεμπον ιδίως προς τας περί την Πελοπόννησον πόλεις, την Κέρκυραν, την Κεφαλληνίαν, την Ακαρνανίαν και την Ζάκυνθον, προβλέποντες ότι, εάν εξησφαλίζοντο περί της φιλίας αυτών, ήθελον πολεμήσει αποτελεσματικώς επί όλων των ακτών της Πελοποννήσου.
8. Και το έν και το άλλο μέρος δεν εμελέτων μικρά σχέδια, αλλ' ητοιμάζοντο δυνατά προς πόλεμον. Και δεν πρέπει να απορώμεν διά τούτο, διότι πάντοτε κατά την έναρξιν έργου τινός οι άνθρωποι αναπτύσσουν πλειότερον ζήλον. Τότε δε η νεολαία πολλή μεν ήτο εις την Πελοπόννησον, πολλή δε και εις τας Αθήνας, η οποία ένεκα απειρίας εζήτει ευχαρίστως να περιπλακή εις πόλεμον. Και όλη η άλλη Ελλάς ήτο μετέωρος περιμένουσα την στιγμήν πού αι πρώται πόλεις ήθελον έλθει εις χείρας. Και πολλαί μεν προρρήσεις ελέγοντο, πολλοί δε χρησμολόγοι έψαλλον και εις τας μέλλουσας να πολεμήσουν πόλεις και εις τας άλλας. Ακόμη δε και η Δήλος ολίγον προ τούτων ησθάνθη σεισμόν, η οποία αφ' ότου οι Έλληνες ενεθυμούντο ουδέποτε πρότερον εσείσθη. Ελέγετο δε και επιστεύετο, ότι τούτο εσήμαινε τα μέλλοντα να συμβούν· και ανεζήτουν πανταχού μήπως έτυχε να συμβή και άλλο τι παραπλήσιον. Η εύνοια των ανθρώπων έκλινε παραπολύ προς τους Λακεδαιμονίους, προ πάντων διότι είχον προειπεί ότι εσκόπευον να ελευθερώσουν την Ελλάδα. Πανταχού αντηγωνίζοντο πόλεις και ιδιώται τις πρώτος να τους βοηθήση αναλόγως της δυνάμεως του, είτε διά λόγων είτε δι' έργων· και ο καθείς ενόμιζεν ότι, όπου αυτός δεν ήθελεν είσθαι παρών, η πρόοδος των πραγμάτων θα ημποδίζετο. Τοιαύτην οργήν είχον οι πλείστοι κατά των Αθηναίων, οι μεν θέλοντες να αποσείσουν τον ζυγόν των, οι δε φοβούμενοι μήπως υποκύψουν εις αυτόν.
9. Με τοιαύτας λοιπόν προπαρασκευάς και με τοιαύτα αισθήματα ήρχισεν ο πόλεμος. Αι σύμμαχοι δε πόλεις τας οποίας είχον καθείς των δύο ήσαν αι εξής. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι είχον όλους τους εντός του ισθμού Πελοποννησίους πλην των Αργείων και των Αχαιών (οίτινες ήσαν φίλοι αμφοτέρων· εκ των Αχαιών δε μόνοι οι Πελληνείς συνεπολέμουν κατ' αρχάς μετά των Λακεδαιμονίων, κατόπιν όμως τους εμιμήθησαν όλοι), έξω δε της Πελοποννήσου είχον τους Μεγαρείς, τους Φωκείς, τους Λοκρούς, τους Βοιωτούς, τους Αμπρακιώτας, τους Λευκαδίους και τους Ανακτορίους. Εκ τούτων ναυτικόν παρέσχον οι Κορίνθιοι, οι Μεγαρείς, οι Σικυώνιοι, οι Πελληνείς, οι Ηλείοι, οι Αμπρακιώται και οι Λευκάδιοι, ιππικόν δε οι Βοιωτοί, οι Φωκείς και οι Λοκροί· αι δε άλλαι πόλεις προσέφεραν πεζικόν. Αύτη ήτο η συμμαχία των Λακεδαιμονίων οι δε Αθηναίοι είχον τους Χίους, τους Λεσβίους, τους Πλαταιείς, τους εν Ναυπάκτω Μεσσηνίους, τους πλείστους Ακαρνάνας, τους Κερκυραίους και άλλας πόλεις υποτελείς μεταξύ τοσούτων εθνών, ήτοι την ναυτικήν Καρίαν, τους γείτονας των Καρών Δωριείς, την Ιωνίαν, τον Ελλήσποντον, τας πόλεις της Θράκης, όλας τας νήσους τας κειμένας προς ανατολάς μεταξύ της Πελοποννήσου και της Κρήτης, και όλας τας άλλας Κυκλάδας πλην της Μήλου και της Θήρας. Εκ τούτων ναυτικόν έδωκαν οι Χίοι, οι Λεσβίοι και οι Κερκυραίοι, οι δε άλλοι πεζούς και χρήματα. Ούτοι ήσαν οι σύμμαχοι και τα πολεμικά μέσα των δύο μερών.
10. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ευθύς μετά τα εν Πλαταιαίς συμβάντα παρήγγειλαν εις τας εντός και εκτός της Πελοποννήσου συμμάχους πόλεις να προετοιμάσουν τους στρατούς και πάντα τα αναγκαιούντα διά μακρυνήν εκστρατείαν, το οποίον εσήμαινεν ότι επρόκειτο να εισβάλουν εις την Αττικήν. ’μα δε τα πάντα ευρέθησαν έτοιμα κατά τον ορισθέντα χρόνον, μετέβησαν εις τον ισθμόν οι αποσταλέντες από καθεμίαν πόλιν εντός ή έξω της Πελοποννήσου κειμένης. Και αφού συνηθροίσθη όλον το στράτευμα, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος, ο οποίος ήτο στρατηγός της εκστρατείας ταύτης, συγκαλέσας τους στρατηγούς όλων των πόλεων και τους πρώτους των αρχόντων και σημαντικωτάτους, απηύθυνε προς αυτούς την εξής προσφώνησιν.
11. «Ώ άνδρες Πελοποννήσιοι και σεις οι σύμμαχοι, μολονότι οι πατέρες ημών πολλάς έκαμαν στρατείας και εντός αυτής της Πελοποννήσου και εκτός, οι δε πρεσβύτεροι μεταξύ ημών δεν είναι άπειροι πολέμων, εν τούτοις ουδέποτε εξεστρατεύσαμεν με τόσην προετοιμασίαν. Και ευλόγως· διότι προκειμένου να πολεμήσωμεν σήμερον, εναντίον πόλεως δυνατωτάτης, πρέπει να είμεθα πλείστοι και άριστοι. Δίκαιον λοιπόν μήτε κατώτεροι να φανώμεν των πατέρων ημών, μήτε υποδεέστεροι της δόξης μας. Η Ελλάς όλη είναι μετέωρος και περιμένει επιθυμούσα ένεκα του κατά των Αθηναίων μίσους να κατορθώσωμεν όσα κατά νουν έχομεν. Μολονότι όμως φαινόμεθα ότι υπερέχομεν κατά το πλήθος και ότι έχομεν πολλήν βεβαιότητα ότι ο εχθρός δεν θα τολμήση να έλθη εναντίον μας, δεν πρέπει διά τούτο να προχωρήσωμεν πριν συμπληρώσωμεν τας προετοιμασίας ημών, αλλά και οι στρατηγοί και οι στρατιώται καθεμιάς πόλεως πρέπει να έχουν υπ' όψει ότι θα ευρεθώμεν εις κάποιον κίνδυνον. Διότι η τύχη του πολέμου είναι άδηλος και ως επί το πολύ αι προσβολαί γίνονται αιφνίδιαι και απότομοι· και πολλάκις το ολιγώτερον πλήθος μετά προφυλάξεως βαίνον εθριάμβευσεν εναντίον αντιπάλων πολυαριθμοτάτων, διότι ούτοι καταφρονούντες τους εχθρούς έμειναν απροετοίμαστοι. Πρέπει δε πάντοτε εις την εχθρικήν γην να προχωρή τις έχων μεν θάρρος πολύ εις την καρδίαν, ενεργών όμως με δειλήν φρόνησιν. Τοιουτοτρόπως δε οι ενεργούντες και εις το να προσβάλλουν τους εναντίους θα έχουν μεγαλυτέραν ευτυχίαν και ασφαλέστατοι θα είναι από τας προσβολάς των εναντίων· ημείς δε βαίνομεν ουχί κατά αδυνάτου πόλεως, αλλά κατά πάντα άριστα παρεσκευασμένης. Εάν μέχρι τούδε δεν εκινήθησαν καθ'ημών οι Αθηναίοι, τούτο προέρχεται διότι είμεθα ακόμη μακράν· αλλ' άμα μας ίδωσι λεηλατούντας την χώραν αυτών και καταστρέφοντας τα υπάρχοντά των, τότε πρέπει να περιμένωμεν ότι θα εξέλθουν εις μάχην. Διότι πάντας καταλαμβάνει οργή, όταν πάσχουν κάτι που είναι ασυνήθιστον προ των οφθαλμών των και που τους συμβαίνει πλησιέστατα αυτών και όσοι πολύ ολίγον μεταχειρίζονται τον ορθόν λόγον, ούτοι ως επί το πλείστον βαίνουν εις τας πράξεις των μετά σφοδρότητας. Τούτο, πιθανώς θέλουν πράξει πλειότερον παντός άλλου οι Αθηναίοι οι οποίοι αξιούν να άρχουν επί των άλλων και διά των επιδρομών των να λεηλατούν μάλλον τας ξένας χώρας ή να βλέπουν λεηλατουμένην την ιδικήν των χώραν. Επειδή λοιπόν εκστρατεύομεν κατά τοσούτον ισχυράς πόλεως, και επειδή η δόξα ημών και των προγόνων θα εξαρτηθή ούτως από τον δοξασμόν ή την αδοξίαν μας, ακολουθήσατε όπου σας οδηγήσουν τηρούντες προ παντός άλλου την στρατιωτικήν τάξιν, όντες άγρυπνοι και εκτελούντες ζωηρώς τα παραγγέλματα. Τίποτε καλύτερον δεν είναι και ασφαλέστατον από στρατόν πολυάριθμον τακτικώς ενεργούντα.
12. Ταύτα ειπών ο Αρχίδαμος και διαλύσας την συνέλευσιν αποστέλλει κατ' αρχάς εις τας Αθήνας Μελήσιππον τον Διακρίτου, άνδρα Σπαρτιάτην, ίνα μάθη αν οι Αθηναίοι βλέποντες τους εχθρούς ήδη καθ' οδόν ευρισκομένους απεφάσιζαν να φανούν κάπως συμβιβαστικώτεροι. Ούτοι όμως δεν εδέχθησαν αυτόν ούτε εις την πόλιν ούτε εις την συνέλευσιν, διότι προηγουμένως είχεν υπερισχύσει η γνώμη του Περικλέους, ο οποίος είπε μήτε κήρυκα μήτε πρεσβείαν να δεχθούν εκ μέρους των Λακεδαιμονίων εκστρατευόντων· αποπέμπουν λοιπόν αυτόν πριν τον ακούσουν και τον προστάζουν να εξέλθη των ορίων αυθημερόν, προσθέσαντες ότι, εάν οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να έλθουν μετ' αυτών εις διαπραγματεύσεις, έπρεπε πρώτον να επιστρέψουν εις τα ίδια. Δίδουν δε εις τον Μελήσιππον και συνοδούς, όπως μη συγκοινωνήση με κανένα. Εκείνος δε, άμα έφθασεν εις τα σύνορα και έμελλε να υπερβή ταύτα, απεμακρύνθη ειπών ταύτα μόνον «Η ημέρα αυτή θα είναι διά τους Έλληνας μεγάλων κακών αρχή». Μετά τον ερχομόν αυτού εις το στρατόπεδον πεισθείς ο Αρχίδαμος ότι οι Αθηναίοι εις ουδέν ήθελον ενδώσει, εξεκίνησε τον στρατόν και επροχώρησε κατά της Αττικής. Οι δε Βοιωτοί εις μεν τους Πελοποννησίους, διά την κοινήν εκστρατείαν, έδωκαν το αναλογούν εις αυτούς μέρος και τους ιππείς, μετά του υπολειπομένου δε στρατού των ελθόντες εις την Πλάταιαν ελεηλάτουν αυτήν.
13. Ενώ ο ακόμη οι Πελοποννήσιοι συνηθροίζοντο εις τον ισθμόν και ήσαν καθ' οδόν, πριν εισβάλλουν εις την Αττικήν, Περικλής ο Ξανθίππου είς των δέκα στρατηγών των Αθηναίων, προβλέπων την επικειμένην εισβολήν, και υποπτεύσας ότι χάριν υπάρχοντος δεσμού φιλοξενίας πιθανόν να εφείδετο ο Αρχίδαμος των κτημάτων του είτε μόνος του θέλων να χαρισθή προς αυτόν είτε κατά διαταγήν των Λακεδαιμονίων, διά να καταστήσουν αυτόν ύποπτον (καθότι δι' αυτόν κυρίως είχαν ζητήσει προηγουμένως παρά των Αθηναίων την εξορίαν των ανοσίων), ανήγγειλε προηγουμένως εις την εκκλησίαν των Αθηναίων ότι ο Αρχίδαμος ήτο μεν φίλος του, αλλά τούτο δεν θα απέβαινε προς κακόν της πόλεως· τους δε αγρούς αυτού και τας οικίας, εάν δεν τα κατέστρεφον οι πολέμιοι, καθώς και τα των άλλων, δωρεί αυτά εις το δημόσιον, ίνα μηδεμία επί του αντικειμένου τούτου μείνη κατ' αυτού δυσμενής προκατάληψις. Ανενέωσε και διά τας παρούσας περιστάσεις όσας συμβουλάς είχε δώσει πρότερον, να παρασκευάζονται προς πόλεμον και να μεταφέρουν εις την πόλιν όσα είχον εις τους αγρούς, να μη εξέλθουν εις μάχην, αλλ' εισελθόντες να φυλάττουν την πόλιν, να στρέψουν όλην την προσοχήν των εις το ναυτικόν, το οποίον ήτο η ισχύς των, και να κρατούν υποχείριους τους συμμάχους, λέγων ότι η ισχύς του κράτους προήρχετο από τα χρήματα, τα οποία παρείχαν ούτοι και ότι η ψυχή του πολέμου είναι η φρόνησις και τα χρήματα. Τους παρώτρυνε δε να έχουν θάρρος, αφού η πόλις εισέπραττε συνήθως εξακόσια τάλαντα κατ' έτος από τους φόρους των συμμάχων εκτός των άλλων εισοδημάτων και αφού υπήρχον ακόμη τότε εις την ακρόπολιν εξακόσια τάλαντα εις αργυρά νομίσματα (υπήρχον άλλοτε εννέα χιλιάδες και επτακόσια, αλλ' εδαπανήθησαν εις τα προπύλαια της Ακροπόλεως, εις τα άλλα οικοδομήματα και εις την πολιορκίαν της Ποτειδαίας), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται εις την ποσότητα ταύτην ο άκοπος χρυσός και άργυρος, ο προερχόμενος εκ των δημοσίων και ιδιωτικών αφιερωμάτων, τα των πομπών και των αγώνων ιερά σκεύη, τα μηδικά λάφυρα και άλλα παρόμοια ανερχόμενα εις ποσότητα ουχί μικροτέραν των πεντακοσίων ταλάντων. Απηρίθμησε προσέτι και τους όχι ολίγους θησαυρούς των άλλων ναών, τους οποίους ηδύναντο να διαθέσουν, και τέλος, ότι εν εσχάτη ανάγκη, ηδύναντο να κάμουν χρήσιν και αυτών των χρυσών κοσμημάτων της θεάς· εβεβαίου δε ότι το άγαλμα είχεν εις καθαρόν χρυσόν βάρος τεσσαράκοντα ταλάντων δυνάμενον να αποσπασθή ολόκληρον, αφού δε το μεταχειρισθούν προς σωτηρίαν της πόλεως, να το αντικαταστήσουν δι' ίσου βάρους. Τοιουτοτρόπως τους ενεθάρρυνεν ως προς τα οικονομικά· ως προς δε τους οπλίτας είπεν ότι είχον δεκατρείς χιλιάδας πλην των εις τα φρούρια και τας επάλξεις δεκαέξ χιλιάδων. Τοσούτοι ήσαν εξ αρχής, εις πάσαν εισβολήν του εχθρού, οι φυλάσσοντες· ούτοι δε συνίσταντο εκ των πρεσβυτάτων, εκ των νεωτάτων, και εκ των μετοίκων, όσοι ήσαν οπλίται. Το Φαληρικόν τείχος ήτο τριακονταπέντε σταδίων μέχρι του περιβόλου της πόλεως και το φυλασσόμενον μέρος αυτού του περιβόλου ήτο τεσσαράκοντα σταδίων· υπήρχε δε και μέρος το οποίον ήτο αφύλακτον, το μεταξύ του μακρού τείχους και του Φαληρικού· τα δε μακρά τείχη μέχρι Πειραιώς είχον έκτασιν τεσσαράκοντα σταδίων, το έξωθεν δε μόνον μέρος αυτών εφρουρείτο. Ολόκληρος ο περίβολος του Πειραιώς και της Μουνιχίας ήτο εξήκοντα σταδίων, και το ήμισυ μόνον αυτού εφρουρείτο. Ο Περικλής επρόσθεσεν ακόμη ότι είχον χιλίους διακοσίους ιππείς και ιπποτοξότας, χιλίους εξακόσιους τοξότας και τριακοσίας τριήρεις εν καλή καταστάσει. Αύται ήσαν, άνευ ουδεμιάς ελαττώσεως αι δυνάμεις των Αθηναίων κατά την εποχήν της πρώτης εισβολής των Πελοποννησίων και την έναρξιν του παρόντος πολέμου. Επρόσθεσε δε και άλλα ο Περικλής, ως συνήθιζε, προς απόδειξιν ότι η νίκη θ' απέβαινεν υπέρ αυτών.
14. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες επείσθησαν και μετεκόμισαν εκ των αγρών τους παίδας και τας γυναίκας και όλα τα οικιακά σκεύη, αφαιρέσαντες και αυτήν την ξυλείαν των οικιών τα δε πρόβατα και τα υποζύγια μετέφεραν εις την Εύβοιαν και τας παρακειμένας νήσους. Η μετατόπισις όμως εκείνη τοις εφάνη οχληρά, επειδή ήσαν συνειθισμένοι να ζουν οι πολλοί εις τους αγρούς.
15. Η συνήθεια αύτη προ αμνημονεύτων χρόνων επεκράτησε παρά τοις Αθηναίοις περισσότερον παρ' ό,τι εις άλλους. Επί Κέκροπος και των πρώτων βασιλέων μέχρι Θησέως η Αττική πάντοτε κατωκείτο κατά κώμας, των οποίων εκάστη είχε το πρυτανείον της και τους άρχοντάς της. Και οπότε δεν είχον τι να φοβηθούν δεν συνηθροίζοντο περί τον βασιλέα όπως διασκεφθούν, αλλ' επολιτεύοντο και διεσκέπτοντο χωριστά. Τινές μάλιστα και επολέμησαν τον βασιλέα, όπως οι μετά του Ευμόλπου Ελευσίνιοι κατά του Ερεχθέως. Αλλ' άμα εβασίλευσεν ο Θησεύς, ο οποίος συνήνωνε την μεγαλοφυίαν με την δύναμιν, και κατά τα άλλα διηυθέτησε την χώραν, και των άλλων κωμών καταργήσας τα βουλευτήρια και τας αρχάς συνήθροισεν όλους τους πολίτας εις την σημερινήν πόλιν, όπου εγκαθίδρυσεν έν μόνον βουλευτήριον και έν μόνον πρυτανείον. Τούς ηνάγκασε δε να κατοικήσουν εις μίαν μόνην πόλιν, νεμόμενοι όμως τα υπάρχοντα των ως και πρότερον. Χάρις εις την συγκέντρωσιν ταύτην η πόλις των Αθηνών έλαβε ταχείαν ανάπτυξιν, και ήτο ήδη μεγάλη ότε ο Θησεύς την παρέδωκεν εις τους διαδόχους του· ακόμη δε και σήμερον οι Αθηναίοι κάμνουν προς τιμήν της θεάς δημοτελή εορτήν, την οποίαν ονομάζουν συνοικία. Πρότερον η πόλις συνίστατο μόνον εκ της ακροπόλεως και του κατωτέρου μέρους του μάλλον εστραμμένου προς νότον. Απόδειξις δε τούτου είναι οι ναοί πολλών θεών ευρισκόμενοι εντός αυτής ταύτης της ακροπόλεως και προ πάντων προς το μέρος εκείνο της πόλεως είναι εκτισμένοι οι πλείστοι των έξω ναών, παραδείγματος χάριν ο ναός του Ολυμπίου Διός, του Πυθίου Απόλλωνος, της Γης και του Λιμναίου Βάκχου, προς τιμήν του οποίου τελούνται τα αρχαιότερα Διονύσια την δωδεκάτην του μηνός Ανθεστηριώνος, συνήθεια η οποία ακόμη και σήμερον επικρατεί εις τους εξ Αθηναίων καταγομένους Ίωνας. Και άλλα δε αρχαία ιερά είναι ιδρυμένα επί του μέρους εκείνου. Εκεί προσέτι ήτο η κρήνη η σήμερον καλούμενη Εννεάκρουνος, ένεκα του σχήματος το οποίον έδωκαν εις αυτήν οι τύραννοι, αλλ' η οποία άλλοτε, ότε αι πηγαί ήσαν φανεραί, εκαλείτο Καλλιρρόη. Η κρήνη εκείνη πλησίον της πόλεως ευρισκομένη εχρησίμευεν εις πλείστας αξίας λόγου εργασίας, και από των αρχαίων χρόνων παρέμεινε μέχρι σήμερον η συνήθεια να μεταχειρίζωνται το ύδωρ αυτής εις τας τελετάς του γάμου και άλλας ιεροπραξίας. Διά την παλαιάν δε ταύτην κατοίκησιν η Ακρόπολις καλείται και μέχρι τούδε ακόμη υπό των Αθηναίων πόλις.
16. Ούτω λοιπόν οι Αθηναίοι επί πολύ κατώκησαν ανεξάρτητα το έδαφος της Αττικής· ακόμη δε και μετά τον συνοικισμόν των αι πλείσται των αρχαίων και των νέων οικογενειών μεταβάσαι κατά συνήθειαν εις τους αγρούς έζων εκεί μέχρι του παρόντος πολέμου. Μετά ζωηράς λοιπόν δυσαρεσκείας μετενάστευον, τοσούτω μάλλον όσω προ μικρού μόλις είχαν επιδιορθώσει τας ζημίας τας επελθούσας εξ αιτίας των Μηδικών· εβαρύνοντο δε και εδυσανασχέτουν εγκαταλείποντες τας οικίας και τα ιερά, τα οποία ένεκα αυτού ακόμη του αρχαϊκού τρόπου της ζωής των εθεώρουν ως κληρονομικά· εις το εξής έμελλον να μεταβάλουν τρόπους ζωής εγκαταλείπων ο καθείς αυτόν τον τόπον της γεννήσεώς του.
17. Φθάσαντες εις Αθήνας ολίγοι εξ αυτών εύρον κατοικίας ή καταλύματα εις φίλους και συγγενείς, οι περισσότεροι δε κατώκησαν εις τα έρημα μέρη της πόλεως και εις τα ιερά και τα ηρώα όλα εκτός της ακροπόλεως, του Ελευσινίου και άλλων κτιρίων στερεώς κλεισμένων. Και αυτό το Πελασγικόν, το οποίον έκειτο κάτωθεν της ακροπόλεως και ήτο κατηραμένον να μένη ακατοίκητον ένεκα της απαγορεύσεως ενός ακροτελευτίου στίχου του Πυθικού μαντείου λέγοντος « Προτιμότερον να μένη έρημον το Πελασγικόν », κατωκήθη τότε ένεκα της στιγμιαίας ανάγκης. Μου φαίνεται δε ότι ο χρησμός εξεπληρώθη αντιστρόφως παρ' ό,τι περιέμενον· διότι αι συμφοραί της πόλεως επήλθον ουχί ένεκα της παρανόμου κατοικήσεως αυτού, αλλ' ένεκα του πολέμου επήλθεν η ανάγκη της οικήσεως· το δε μαντείον μη υποδεικνύον τον πόλεμον διά του ονόματός του επρόβλεπεν ότι το Πελασγικόν έμελλε να κατοικηθή εις ημέρας ουχί αγαθάς. Πολλοί κατεσκήνωσαν εις τους πύργους των τειχών και όπου αλλαχού ηδύνατο καθείς· διότι συνελθόντας δεν εχώρεσεν αυτούς η πόλις, αλλ' ύστερον διανείμαντες μεταξύ των το μεσάζον διάστημα των μακρών τειχών και πλείστον μέρος των του Πειραιώς κατοίκησαν ενταύθα. Συγχρόνως όμως ενησχολούντο εις τας προετοιμασίας του πολέμου και τους συμμάχους συναθροίζοντες και εξοπλίζοντες εκατόν πλοία διά να τα εκπέμψουν κατά της Πελοποννήσου. Και οι μεν Αθηναίοι εις τούτο το σημείον της προπαρασκευής ευρίσκοντο.
18. Ο δε στρατός των Πελοποννησίων προχωρών έφθασε πρώτον εις την Οινόην της Αττικής, από της οποίας είχαν σκοπόν να εισβάλουν. Αφού δε έστησαν το στρατόπεδόν των, προητοιμάζοντο να προσβάλουν το τείχος διά μηχανών και δί' άλλων τρόπων· διότι η Οινόη κειμένη εις τα μεθόρια της Αττικής και της Βοιωτίας ήτο περιτειχισμένη και οι Αθηναίοι μετεχειρίζοντο αυτήν ως φρούριον εν καιρώ πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν επολιόρκησαν την πόλιν ταύτην και απώλεσαν εις μάτην πολύν χρόνον, και ο Αρχίδαμος βαρέως ένεκα τούτου ενοχοποιήθη, διότι ενομίζετο ότι και δραστηριότητα ολίγην ανέπτυξεν εις την συνάθροισιν των στρατευμάτων και ευνοϊκός εφαίνετο προς τους Αθηναίους μη παρακινών τον στρατόν του προς πόλεμον. Από της συναθροίσεως των στρατευμάτων, η εν τω ισθμώ παρατεινομένη διαμονή του, η βραδύτης περί την λοιπήν πορείαν, και προ πάντων η χρονοτριβή του ενώπιον της Οινόης, τον κατέστησαν ύποπτον. Διότι οι Αθηναίοι μετεκομίσθησαν κατά το διάστημα τούτο εντός της πόλεως, ενώ άνευ της βραδύτητας του αρχηγού και εάν επήρχοντο με ταχύτητα οι Πελοποννήσιοι ηδύναντο να καταλάβουν τα πάντα έξω των τειχών. Ούτως ο στρατός ωργίζετο διά την χρονοτριβήν του. Ο δε Αρχίδαμος υπέμενεν ελπίζων (ως λέγεται) ότι οι Αθηναίοι, επειδή απέμενεν αβλαβής ακόμη η γη αυτών θα εφαίνοντο πλέον υποχωρητικοί και δεν θα ηνείχοντο να ίδουν ψυχρώς την λεηλασίαν αυτής.