Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 8

Chapter 8 15 words Public domain Markdown

135. Οι δε Αθηναίοι, επειδή και ο θεός έκρινε τους Λακεδαιμονίους ως ανοσίους, αντιπαρήγγειλαν εις αυτούς να αποπλύνουν το άγος εκείνο. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως έπεμψαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους διά να κατηγορήσουν και τον Θεμιστοκλέα διά το έγκλημα του μηδισμού, ομοίως με τον Παυσανίαν, διότι τάχα προέκυψε τούτο εκ της ανακρίσεως, η οποία έγινε κατά του Παυσανίου, και προέβαλον την αξίωσιν να υποστή και αυτός την αυτήν ποινήν. Οι δε Αθηναίοι πεισθέντες (διότι έτυχε τότε εξωστρακισμένος, και διατριβών μεν εις το ’ργος, επισκεπτόμενος δε και την άλλην Πελοπόννησον) πέμπουν μετά των Λακεδαιμονίων, ετοίμων όντων να τον συγκαταδιώξουν, άνδρας έχοντας διαταγήν να τον φέρουν, όπου και αν τον εύρουν.

136. Ο Θεμιστοκλής, ειδοποιηθείς εγκαίρως, φεύγει εκ της Πελοποννήσου εις την Κέρκυραν, της οποίας ήτο ευεργέτης. Επειδή δε έλεγον οι Κερκυραίοι ότι εφοβούντο να τον κρατώσι μήπως δυσαρεστηθούν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι, διαπεραιώνεται κατ' αίτησίν του υπ' αυτών εις την ήπειρον την καταντικρύ· και διωκόμενος υπό των τεθέντων εκεί προς σύλληψίν του, οίτινες επληροφορούντο τα μέρη, εις τα οποία μετέβαινεν, αναγκάζεται, περιελθών εις απορίαν, να καταλύση εις τον βασιλέα των Μολοσσών ’δμητον, ο οποίος δεν ήτο φίλος του. Και ο μεν ’δμητος έτυχεν αποδημών. Ο δε Θεμιστοκλής γίνεται ικέτης της γυναικός αυτού η οποία τον συμβουλεύει να καθίση παρά την εστίαν κρατών εις τας αγκάλας του τον παίδα των· και ότε ήλθε μετ' ολίγον ο ’δμητος, ο Θεμιστοκλής φανερούται εις αυτόν, και τω παριστά ότι ήθελεν είσθαι ανάξιον να εκδικηθή καθ' ενός εξόριστου, μολονότι ο εξόριστος εκείνος αντείπε πολλάκις εις τας προς τους Αθηναίους παρακλήσεις του Αδμήτου· ότι θα ήτο κακόν να τιμωρήση τώρα άνθρωπον πολύ ασθενέστερον εκείνου· ότι η γενναιότης απαιτεί να τιμωρή τις τους ισοδυνάμους· τέλος ότι ο Θεμιστοκλής αντετάχθη εις αυτόν ότε επρόκειτο περί δευτερεύοντος συμφέροντος, και όχι περί ατομικής σωτηρίας· ενώ, εάν ο ’δμητος παρέδιδεν αυτόν (και εγνωστοποίησε τους διώκτας και τα αίτια της καταδιώξεώς του), θα του εστέρει την ζωήν.

137. Ο δε ’δμητος ακούσας ανήγειρεν αυτόν μετά του υιού του μαζύ (τον οποίον ο Θεμιστοκλής καθήμενος εκράτει εις τας αγκάλας του, τούτο δε ήτο η πλέον εύγλωττος ικεσία) και ότε μετ' ολίγον ήλθον οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι και πολλά είπον, ο ’δμητος δεν τον παρέδωκεν, αλλά τον απέστειλεν, επειδή ήθελε να μεταβή παρά τω βασιλεί, διά ξηράς εις Πύδναν, πόλιν του Αλεξάνδρου, η οποία κείται επί της άλλης θαλάσσης. Ο Θεμιστοκλής επιτυχών εκεί φορτηγόν πλοίον αποπλέον προς την Ιωνίαν, και επιβάς εφέρθη υπό της τρικυμίας προς το στρατόπεδον των Αθηναίων, το οποίον επολιόρκει την Νάξον. ’γνωστος ων εις τους εν τω πλοίω και φοβηθείς αποκαλύπτει εις τον ναύκληρον ποίος ήτο και διατί έφευγε, λέγων ότι, εάν ηρνείτο να τον σώση, θα εκήρυττεν ότι τον εδέχθη εις το πλοίον του πεισθείς εις χρηματικήν αμοιβήν· ότι το ασφαλέστερον ήτο να μη εξέλθη κανείς εκ του πλοίου μέχρις ου επαναλάβουν τον πλουν και ότι, εάν επείθετο εις αυτόν, δεν θα ελησμόνει την αξίαν της χάριτος. Ο ναύκληρος πράττει ταύτα και αγκυροβολήσας εις τα ανοικτά μίαν ημέραν και μίαν νύκτα υπεράνω του στρατοπέδου έφθασεν έπειτα εις την Έφεσον. Και ο Θεμιστοκλής τον αντήμειψε διά χρημάτων (διότι έλαβεν εξ Αθηνών παρά των φίλων και εξ ’ργους όπου είχε κατατεθειμένα), και φθάσας εις την άνω Ασίαν, μεθ' ενός των κάτω Περσών, πέμπει γράμματα εις τον υιόν του Ξέρξου Αρταξέρξην, ο οποίος νεωστί ανέβη εις τον θρόνον. Έλεγε δε η επιστολή, ότι «εγώ ο Θεμιστοκλής έρχομαι προς σε, αφού επροξένησα εις τον οίκον σου πλειότερα κακά παρ' όσα ουδείς των άλλων Ελλήνων, καθ' όλον τον χρόνον ότε ηναγκάσθην να υπερασπισθώ εμαυτόν εναντίον του επελθόντος πατρός σου· αλλά πολύ περισσότερα τω απέδωκα καλά όταν, εις την αποχώρησίν του, εγώ μεν ήμην ασφαλής, εκείνος δε διέτρεχε πολλούς κινδύνους. Μου οφείλεται λοιπόν ευγνωμοσύνη (και ενεθύμιζεν εν τη επιστολή του ότι εκ Σαλαμίνος τον είχεν ειδοποιήσει περί της αναχωρήσεως των Ελλήνων, και ότι είχεν εμποδίσει την διάλυσιν των γεφυρών περί της οποίας είχε κυκλοφορήσει ψευδής διάδοσις), και τώρα καταδιωκόμενος υπό των Ελλήνων διά την σην φιλίαν έρχομαι έχων να σου προσφέρω μεγαλυτέρας εκδουλεύσεις. Θέλω δε μετά παρέλευσιν ενός έτους σου δηλώσει εγώ αυτός τα αίτια της ελεύσεώς μου».

138. Ο βασιλεύς δε, ως λέγεται, εθαύμασε το μεγαλείον της ψυχής αυτού και τω επέτρεψε να πράξη κατά την αίτησίν του. Ούτος δε κατά την ενιαυσίαν διαμονήν του και την Περσικήν γλώσσαν έμαθεν όσον ηδυνήθη και τους θεσμούς της χώρας. Αφού δ' επέρασεν έτος, παρουσιάσθη εις τον βασιλέα ο οποίος τον ύψωσεν εις βαθμόν υψηλότερον παρά κάθε άλλον Έλληνα ελθόντα παρ' αυτώ, όχι μόνον διά την προϋπάρχουσαν εις αυτόν αξίαν και την ελπίδα την οποίαν έτρεφε να υποδουλώση δι' αυτού την Ελλάδα, αλλά προ πάντων διότι εφαίνετο άνθρωπος συνετός και έμπειρος. Και όντως ο Θεμιστοκλής επέδειξε φυσικήν υπεροχήν, και υπό την έποψιν ταύτην ουδείς άλλος ήτο μάλλον αυτού άξιος θαυμασμού· διά μόνης της ισχύος του πνεύματος του, και άνευ προηγουμένης ή υστέρας μαθήσεως, στιγμιαία σκέψις τω ήρκει διά να κρίνη ασφαλώς και περί των παρόντων πραγμάτων και να προβλέπη μετά σπανίας διορατικότητας τα απώτατα συμβησόμενα. Και τα μεν γνωστά εις αυτόν ζητήματα, τα διηύθυνεν επιδεξιώτατα, εκείνα δε των οποίων δεν είχε πείραν, ήτο ικανός να τα κρίνη ορθώς· προ πάντων προέβλεπε την καλήν ή την κακήν έκβασιν των απροσδιορίστων ακόμη υποθέσεων, και εν συνάψει δι' ισχυρού πνεύματος και μελέτης βραχυτάτης, διέπρεπεν ως επινοών τα δέοντα· ασθενήσας δε ετελεύτησε. Τινές λέγουσιν ότι απέθανε δηλητηριασθείς εκουσίως, ότε ανεγνώρισε το αδύνατον του να τηρήση τας υποσχέσεις, τας οποίας είχε δώσει προς τον βασιλέα. Ο τάφος του υπάρχει εν τη αγορά της Ασιανής Μαγνησίας, διότι ταύτην την χώραν έδωκεν εις αυτόν ο βασιλεύς να κυβερνά, την μεν Μαγνησίαν, η οποία έδιδε πεντήκοντα ταλάντων ετήσιον εισόδημα, διά τον άρτον, την δε Λάμψακον, η οποία εφημίζετο ως λίαν παραγωγική οίνων, διά τον οίνον, και την Μυούντα διά τα φαγητά. Τα δε οστά αυτού λέγουν ότι μετέφερον οι συγγενείς εις την πατρίδα κατ' εντολήν του και κατέθεσαν αυτά εν τη Αττική εν αγνοία των Αθηναίων διότι δεν επετρέπετο να τυγχάνη ταφής ο επί προδοσία εξοστρακιζόμενος. Και τα μεν κατά Παυσανίαν τον Λακεδαιμόνιον και Θεμιστοκλέα τον Αθηναίον, τους δύο λαμπροτάτους των τότε Ελλήνων, τοιούτον είχον τέλος.

139. Οι δε Λακεδαιμόνιοι κατά μεν την πρώτην πρεσβείαν τοιαύτας έδωκαν και έλαβον παραγγελίας ως προς την εκδίωξιν των ανοσίων· ύστερον δε, μετά συχνάς μεταβάσεις προς τους Αθηναίους, εζήτησαν παρ' αυτών να λύσουν την πολιορκίαν της Ποτειδαίας και να αφήσουν την Αίγιναν αυτόνομον· προ πάντων όμως, και διά τρόπου λίαν σαφούς, ειδοποίησαν αυτούς ότι δεν θα εγίνετο πόλεμος, εάν ανεκαλείτο το περί Μεγαρέων ψήφισμα, το οποίον απηγόρευεν εις τους Μεγαρείς να εισέρχωνται εις τους υπό την δικαιοδοσίαν των Αθηναίων λιμένας και την αγοράν της Αττικής. Αλλ' οι Αθηναίοι ούτε εις τα άλλα υπήκουσαν ούτε το ψήφισμα κατήργησαν, κατηγορούντες τους Μεγαρείς ότι εκαλλιέργουν την ιεράν γην και την μη υπό ορίων περιοριζομένην, και ότι παρείχον άσυλον εις τους φυγάδας δούλους. Τέλος δε ότε ήλθον οι τελευταίοι εκ Λακεδαίμονος πρέσβεις, ο Ράμφιος, ο Μελήσιππος και ο Αγήσανδρος και δεν επρότειναν άλλο τι εκ των προτέρων προταθέντων ειμή τούτο, «ότι οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν την ειρήνην, θα διατηρηθή δε αύτη, εάν αφήσετε τους Έλληνας αυτονόμους», συγκαλέσαντες εκκλησίαν οι Αθηναίοι επρότειναν τας γνώμας αυτών, και απεφάσισαν να σκεφθούν άπαξ και να αποκριθούν περί όλων. Διάφοροι ωμίλησαν και εύρον υπερασπιστάς αμφότεραι αι γνώμαι· οι μεν υπεστήριζαν ότι ο πόλεμος είναι αναγκαίος, οι δε ότι το ψήφισμα δεν πρέπει να είναι εμπόδιον της ειρήνης, αλλά να καταργηθή. Ελθών δε εις το βήμα ο Περικλής, ο υιός του Ξανθίππου, ανήρ κατ' εκείνον τον χρόνον πρώτος των Αθηναίων και ικανώτατος και εις τους λόγους και εις τα έργα, συνεβούλευε τα εξής.

140. «Εις την αυτήν μεν γνώμην, ω Αθηναίοι, να μη υποχωρήσωμεν δηλαδή εις τους Πελοποννησίους, επιμένω πάντοτε, μολονότι γνωρίζω ότι οι άνθρωποι δεν καταβάλλουν την αυτήν ζέσιν εις το να επιχειρούν τον πόλεμον οποίαν εις το να ψηφίζουν αυτόν, και ότι η γνώμη αυτών μεταβάλλεται αναλόγως προς τα συμβαίνοντα. Βλέπω δε ότι και σήμερον πρέπει να δώσω ομοίας και παραπλησίους συμβουλάς, και αξιώ όσοι πεισθούν εις την γνώμην μου να υποστηρίξουν εν περιπτώσει αποτυχίας τα κοινώς αποφασισθέντα, ή εάν επιτύχωμεν είς τι να μη αποδίδουν εις εαυτούς την σύνεσιν. Διότι ενδέχεται τα συμβάντα να λάβουν πορείαν επίσης απροσδόκητον, όπως είναι και αι σκέψεις του ανθρώπου· διά τούτο δε συνηθίζομεν να παραπονώμεθα με την τύχην δι' όσα απροσδόκητα συμβώσιν. Οι Λακεδαιμόνιοι και πρότερον ήσαν φανεροί ότι μας επεβουλεύοντο και τώρα όχι ολιγώτερον. Και μολονότι έχει ορισθή εις τας σπονδάς να λύωνται αι διαφοραί φιλικώς και να διατηρώμεν εκάτεροι όσα έχομεν, οι Λακεδαιμόνιοι ούτε εζήτησαν ποτε διαιτησίαν ούτε ότε ημείς επροτείναμεν την εδέχθησαν, αλλά προτιμούν να λύσουν τας έριδας μάλλον διά πολέμου ή διά των λόγων, φέροντες ενταύθα ουχί αιτιάσεις αλλά διαταγάς. Μας διατάττουν να λύσωμεν την πολιορκίαν της Ποτειδαίας και να αφήσωμεν την Αίγιναν αυτόνομον και να καταργήσωμεν το περί Μεγαρέων ψήφισμα· οι δε εσχάτως ενταύθα φθάσαντες λέγουν φανερά να αφήσωμεν αυτονόμους τους Έλληνας. Κανείς από σας ας μη νομίση ότι θα περιπλακώμεν εις πόλεμον διά πράγμα ελάχιστον, οίον είναι η διατήρησις του κατά των Μεγαρέων ψηφίσματος, το οποίον ούτοι αιωνίως προφασίζονται, και ότι αρκεί να καταργήσωμεν το ψήφισμα τούτο όπως αποφύγωμεν τον πόλεμον, και μην αφήσετε εις την συνείδησίν σας μομφήν ότι διά μικρόν τι επολεμήσατε· διότι τούτο το ως μικρόν τι θεωρούμενον παρέχει πλήρη επιβεβαίωσιν και εξέλεγξιν της διαθέσεώς σας. Εάν υποχωρήσετε σήμερον, αύριον θα σας διατάξουν άλλο τι βαρύτερον, θα αποδώσουν την συγκατάθεσίν σας εις φόβον· εντόνως δε αποκρούοντες τας προτάσεις αυτών θα δείξετε εις αυτούς καθαρά ότι πρέπει να φέρωνται προς σας ως ίσοι προς ίσους.

141. » Διά τούτο πρέπει ευθύς να αποφασίσετε ή να υπακούσωμεν πριν πάθωμεν βλάβην τινά, ή να πολεμήσωμεν, το οποίον εις εμέ φαίνεται προτιμότερον, και να μη ενδώσωμεν υπό ουδεμίαν πρόφασιν είτε μικράν είτε μεγάλην, ίνα μη μετά φόβου διατηρώμεν τας κτήσεις μας. Διότι πάσα απαίτησις είτε μεγίστη είτε ελαχίστη, προ της δίκης επιβαλλομένη υπό των ίσων, δύναται να επιφέρη υποδούλωσιν. Ως προς τον πόλεμον τούτον και τους υπάρχοντας πόρους εις καθέν από τα δύο μέρη μάθετε εκ των ακολούθων λεπτομερειών ότι δεν θέλομεν είσθαι υποδεέστεροι. Οι Πελοποννήσιοι καλλιεργούν αυτοί οι ίδιοι την γην αυτών και ούτε ιδιαίτερα χρήματα έχουσιν, ούτε δημόσια, ούτε πείραν μακρών και ανά τας θαλάσσας πολέμων, διότι οι μεταξύ των πόλεμοι είναι βραχυχρόνιοι ένεκα της πτωχείας των. Τοιούτοι δε λαοί δεν δύνανται ούτε πλοία να εξοπλίζουν ούτε να αποστέλλουν συνεχώς πεζούς στρατούς, επειδή αναγκάζονται και εκ των αγρών των να απομακρύνωνται, και εκ των ιδίων χρημάτων να δαπανούν και προσέτι να εμποδίζωνται διά θαλάσσης· τους δε πολέμους διατηρούν μάλλον αι περιουσίαι των χρημάτων ή οι κατηναγκασμένοι φόροι. Οι διά των ιδίων χειρών εργαζόμενοι είναι προθυμότεροι να ριψοκινδυνεύουν εις τον πόλεμον τα σώματά των ή τα χρήματά των, διότι τα μεν σώματα πιστεύουν ότι θα διασωθούν καν εκ των κινδύνων, τα δε χρήματα φοβούνται μήπως πρόωρα δαπανήσουν προ πάντων εάν ο πόλεμος, παρά την προσδοκίαν των και ως είναι πιθανόν, παραταθή επί μακρόν. Και εις μίαν μεν μάχην οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι των δύνανται να ανθέξουν εναντίον όλων των Ελλήνων, δεν δύνανται όμως να υποστούν τον πόλεμον εναντίον δυνάμεως η οποία διαφορετικήν έχει προετοιμασίαν. Ούτε κοινόν βουλευτήριον έχουν ούτε εκτελούν ζωηρώς και αμέσως τίποτε, πάντες δε ισόψηφοι όντες αλλ' ουχί ομόφυλοι επιδιώκουν έκαστος το ιδικόν του συμφέρον· εκ τούτου δε έπεται ότι τίποτε δεν γίνεται εντελές διότι οι μεν θέλουν προ παντός άλλου να ικανοποιήσουν την εκδίκησίν των, οι δε να βλάψουν όσον το δυνατόν ολιγώτερον τα υπάρχοντά των. Και μετά βραδύτητος συνερχόμενοι ολίγιστον καιρόν σκέπτονται περί των κοινών υποθέσεων, τον περισσότερον δε καιρόν κατατρίβουν χάριν των επιτοπίων συμφερόντων· έκαστος νομίζει ότι ένεκα της αμελείας του δεν θα επέλθη βλάβη τις, και ότι άλλος τις θα φροντίση αντ' αυτού· τοιουτοτρόπως δε, διά του τοιούτου μερικού συλλογισμού, ανεπαισθήτως θυσιάζεται όλον ομού το κοινόν αγαθόν.

142. »Αλλ' ουδέν θα τους εμποδίση περισσότερον όσον η έλλειψις των χρημάτων και η δυσκολία με την οποίαν θα πορισθούν ταύτα· εν δε τω πολέμω αι ευκαιρίαι δεν δύνανται να περιμένουν. Και προσέτι ουδέ τα τείχη των ουδέ το ναυτικόν των είνε επίφοβα. Διότι τα μεν τείχη, και όταν υπάρχη ειρήνη δύσκολον είναι να εγείρη πόλις ισχυρά· πολύ δε περισσότερον να κτίση τοιαύτα επί εχθρικού εδάφους όπου και ημείς έχομεν όχι ολιγώτερα παρά εκείνοι επιτειχίσματα εναντίον αυτών, εάν δε εγείρουν απλούν οχύρωμα, θα ηδύναντο μεν διά καταδρομών να βλάψουν μέρος της γης ημών και να προκαλέσουν αυτομολίας δούλων, δεν θα ηδύναντο όμως να εγείρουν επιτειχίσματα και συγχρόνως να μας εμποδίζουν και να πλεύσωμεν κατά της χώρας των, και διά του ναυτικού, το οποίον αποτελεί την δύναμιν ημών, να πράξωμεν εκεί τα ίσα. Διότι ημείς έχομεν πλείονα εμπειρίαν των κατά ξηράν πραγμάτων ένεκα της ενασχολήσεως ημών εις τα ναυτικά, παρ' ό,τι εκείνοι έχουν εις τα ναυτικά εκ των κατά ξηράν ενασχολήσεων αυτών. Το να εκμάθουν δε την ναυτικήν επιστήμην δεν είναι εύκολον, διότι ούτε και σεις δεν εγίνατε ακόμη τέλειοι, μολονότι καταγινόμενοι από της εποχής των Μηδικών πολέμων. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν άνδρες γεωργοί και όχι ναυτικοί, τους οποίους άλλως δεν θα αφήσετε να γυμνασθούν, διότι θα τους κρατήτε αποκλεισμένους πάντοτε διά των πολλών πλοίων σας, να πράξουν τι άξιον λόγου ; εάν επρόκειτο ν' αντιπαραταχτούν προς ολίγα πλοία πρόσκοπα, ίσως ο αριθμός αυτών, ενθαρρύνων την αμάθειάν των, θα τους παρώτρυνε να διακινδυνεύσουν, αλλ' εμποδιζόμενοι υπό πολλών θα αναγκασθούν να μείνουν ήσυχοι· η έλλειψις ασκήσεως θέλει αυξήσει την ανεπιτηδειότητά των, και ένεκα τούτου θα κατασταθούν δειλότεροι. Το ναυτικόν, υπέρ παν άλλο, απαιτεί πείραν, και δεν επιτρέπει να μελετάται όπως έτυχε και παρέργως· ίνα δε σαφέστερον εξηγηθώ, ουδέν πάρεργον ανέχεται.

143. » Εάν δε και λαβόντες έν μέρος των εν Ολυμπία ή Δελφοίς θησαυρών προσεπάθουν διά μεγαλυτέρου μισθού να προσελκύσουν τους ναύτας μας, τούτο ήθελεν είσθαι δεινόν εάν, εισερχόμενοι εις τα πλοία ημείς και οι μέτοικοι, δεν είμεθα ικανοί να επιτεθώμεν κατ' αυτών· σήμερον όμως η υπεροχή αύτη υπάρχει και, το κυριώτερον, κυβερνήτας έχομεν πολίτας και ναύτας πλειοτέρους και καλλιτέρους όλης της Ελλάδος. Και ουδείς των ξένων θα θελήση, λαμβάνων μεγάλον μισθόν δι' ολίγας ημέρας, να ενωθή μετ' αυτών έχων ολιγωτέρας ελπίδας και κινδυνεύων να εξορισθή εκ της πατρίδος του. Και τα μεν Πελοποννησιακά εις εμέ φαίνονται ότι είναι τοιαύτα και παραπλήσια, τα δε ημέτερα είναι απηλλαγμένα όχι μόνον των μομφών τας οποίας απηρίθμησα, αλλά και πολύ υπέρτερα. Εάν δε και εναντίον της χώρας ημών έλθουν μετά πεζού στρατού, ημείς θέλομεν πλεύσει εναντίον της χώρας εκείνων, και δεν θα είναι πλέον το αυτό να λεηλατηθή μέρος τι της Πελοποννήσου και η Αττική ολόκληρος· διότι οι μεν Πελοποννήσιοι δεν θα δυνηθούν να καταλάβουν άλλην χώραν αμαχητί, η δε ιδική μας χώρα είναι πολλή εις τας νήσους και εις την ξηράν· διότι είναι τι μέγα η κυριαρχία της θαλάσσης. Σκέφθητε καλώς· εάν, είμεθα νησιώται, τίνες πλειότερον ημών ήθελον είσθαι απροσβλητότεροι; και τώρα πρέπει εκλαμβάνοντες ως πραγματικόν τοιούτον τι περίπου, και εγκαταλείποντες αγρούς και οικίας να περιορισθώμεν εις την υπεράσπισιν της θαλάσσης και της ημετέρας πόλεως, χωρίς να οργισθώμεν διά την απώλειαν των λοιπών και να πολεμήσωμεν κατά των πολυαριθμοτέρων Πελοποννησίων. Νικήσαντες δε θα τους εμποδίσωμεν να έλθουν πάλιν όχι ολιγώτερον πολυάριθμοι· νικηθέντες θα χάσωμεν συγχρόνως εκείνο το οποίον αποτελεί την ισχύν μας, εννοώ τους συμμάχους μας, οίτινες δεν θα ησυχάσουν άμα ιδούν ότι δεν είμεθα ικανοί να εκστρατεύσωμεν κατ' αυτών. Ό,τι πρέπει να κλαύσωμεν δεν είναι η απώλεια των αγρών και των οικιών, αλλά των ανδρών· διότι τα πράγματα ταύτα δεν αποκτούν τους άνδρας, αλλ' οι άνδρες αποκτούν αυτά. Εάν επίστευον ότι ήθελον σας πείσει, θα σας έλεγον να εξέλθετε σεις οι ίδιοι και να καταστρέψετε ταύτα διά να δείξετε εις τους Πελοποννησίους ότι δεν θα υπακούσετε εις αυτούς χάριν τοιούτων πραγμάτων.

144. »Πολλούς δε και άλλους έχω ακόμη λόγους να ελπίζω την νίκην, αρκεί να μη θελήσετε, μολονότι πολεμούντες, να επεκτείνετε την κυριαρχίαν σας και επισύρετε εκουσίους κινδύνους· διότι περισσότερον φοβούμαι τα ίδια ημών σφάλματα παρά τα σχέδια των εναντίων. Αλλά το πράγμα τούτο θέλω εξετάσει εις άλλον λόγον όταν αι εργασίαι θέλουν αρχίσει· τώρα δε ας αποπέμψωμεν τους πρέσβεις τούτους αποκρινόμενοι ότι τότε θα επιτρέψωμεν εις τους Μεγαρείς να κάμουν χρήσιν της αγοράς και των λιμένων ημών, όταν οι Λακεδαιμόνιοι παύσουν να καταδιώκουν ημάς και τους ημετέρους συμμάχους (διότι ούτε εκείνο απαγορεύεται εις τας συνθήκας ούτε τούτο), ότι θα αφήναμεν αυτονόμους τας πόλεις, εάν παρελαμβάνομεν αυτάς αυτονόμους, ότε υπεγράψαμεν τας συνθήκας και εάν οι Λακεδαιμόνιοι επιτρέψουν εις τας πόλεις των να κυβερνώνται μόναι των όχι συμφώνως με το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων αλλ' όπως ήθελεν εκάστη, ότι θέλομεν να δικασθώμεν σύμφωνα προς τας συνθήκας, και ημείς μεν δεν θέλομεν αρχίσει τον πόλεμον, άμα όμως ούτοι κάμουν αρχήν θα τους αποκρούσωμεν. Ιδού η μάλλον δικαία και μάλλον αξιοπρεπής συγχρόνως απόκρισις της πόλεως ημών. Πρέπει δε να ηξεύρετε ότι ο πόλεμος είναι άφευκτος· ότι, εάν δεχθώμεν προθύμως αυτόν, οι αντίπαλοι θέλουν μας πιέσει ολιγώτερον· άλλως τε και διά τας πόλεις καθώς και διά τους ιδιώτας, εκ των μεγίστωμ κινδύνων γεννώνται αι μέγισται τιμαί. Ούτω τουλάχιστον οι πατέρες ημών πολεμούντες εναντίον των Μήδων, και όχι μόνον στερούμενοι των πολυπληθών μέσων τα οποία έχομεν ημείς αλλά και θυσιάσαντες εκείνα τα οποία είχον κατώρθωσαν διά της συνέσεώς των μάλλον παρά διά της τύχης, διά της τόλμης των μάλλον παρά διά της δυνάμεώς των, και τον βάρβαρον ν' αποκρούσουν και τας Αθήνας να υψώσουν εις τον βαθμόν, τον οποίον κατέχουν σήμερον. Μη δειχθώμεν κατώτεροι αυτών, αλλά και κατά των εχθρών ας υπερασπισθώμεν παντοιοτρόπως, και ας προσπαθήσωμεν να μη μεταβιβάσωμεν την δύναμιν ταύτην μικροτέραν εις τους απογόνους ημών».

145. Ο μεν Περικλής λοιπόν τοιαύτα είπεν. Οι δε Αθηναίοι, πεισθέντες ότι αρίστη ήτο η παραίνεσις αυτού, εψήφισαν όσα προέτεινε και απεκρίθησαν εις τους Λακεδαιμονίους ό,τι τους υπηγόρευσε, λεπτομερώς και εν συνόλω, ειπόντες ότι ουδεμίαν είχον διάθεσιν να δεχθούν διαταγάς, αλλ' ότι ήσαν έτοιμοι να διαλύσουν τας διαφοράς διά της δικαιοσύνης και εν ισότητι. Και οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν εις την πατρίδα των και έκτοτε δεν επανήλθον πλέον.

146. Τα δε παράπονα και αι διαφοραί αμφοτέρων προ του πολέμου αύται ήσαν, και ήρχισαν ευθύς μετά τα συμβάντα εν Επιδάμνω και Κερκύρα. Είχον όμως σχέσεις προς αλλήλους και συνεκοινώνουν άνευ κήρυκος μεν, ουχί όμως και ανυπόπτως· τωόντι δε η κατάστασις αύτη των πραγμάτων ήτο σύγχυσις των συνθηκών και πρόφασις πολέμου.

ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Β'.

1. Εντεύθεν ήδη άρχεται ο πόλεμος μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και των συμμάχων των δύο, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν συνεκοινώνουν πλέον προς αλλήλους ειμή διά κήρυκος και επολέμουν συνεχώς· τα εις τον πόλεμον τούτον αφορώντα εγράφησαν χρονολογικώς, κατά θέρος και κατά χειμώνα.

2. Η τριακονταετής ειρήνη η ομολογηθείσα μετά την άλωσιν της Ευβοίας, δεκατέσσαρα μόνον έτη διήρκεσε· κατά δε το δεκατον πέμπτον έτος, ότε εξηκολούθησε να είναι ιέρεια προ τεσσαρακονταοκτώ ετών εν ’ργει η Χρυσηίς, και ήτο ο Αινησίας έφορος εις την Σπάρτην και ο Πυθόδωρος επί δύο ακόμη μήνας ήτο άρχων των Αθηναίων, κατά τον έκτον μήνα μετά την εν Ποτειδαία μάχην κατά την αρχήν της ανοίξεως οι Θηβαίοι, ολίγοι περισσότεροι των τριακοσίων, (οδηγούμενοι υπό των βοιωταρχών Πυθαγγέλου του Φυλείδου και Λιεμπόρου του Ονητορίδου) εισήλθον ένοπλοι κατά την ώραν του πρώτου ύπνου εις Πλάταιαν της Βοιωτίας, η οποία ήτο σύμμαχος των Αθηναίων. Προσεκάλεσαν δε αυτούς και ήνοιξαν τας πύλας ο Πλαταιεύς Ναυκλείδης και οι μετ' αυτού, θέλοντες, όπως εξασφαλίσουν την εξουσίαν των, να φονεύσουν τους εναντιουμένους συμπολίτας των και να παραδώσουν την πόλιν εις τους Θηβαίους. Εσκευώρησαν δε ταύτα μετά του Ευρυμάχου, ο οποίος είχε μεγάλην πολιτικήν ισχύν μεταξύ των Θηβαίων. Διότι προϊδόντες οι Θηβαίοι ότι έμελλε να εκραγή ο πόλεμος, ήθελον να καταλάβουν την Πλάταιαν, η οποία πάντοτε ήτο εχθρά αυτών, ενόσω υπήρχεν ακόμη ειρήνη και αι εχθροπραξίαι δεν ήρχισαν αναφανδόν. Δεν εδυσκολεύθησαν δε να εισέλθουν απαρατήρητοι, διότι δεν υπήρχον ακόμη εις αυτήν φρουροί. Αποθέσαντες τα όπλα των εις την αγοράν, εις μεν τους προσκαλέσαντας δεν υπήκουον ώστε να αρχίσουν αμέσως το έργον και να ορμήσουν κατά των οικιών των εχθρών, επροτίμησαν δε να μεταχειρισθούν κηρύγματα επιτήδεια και προσελκύσουν τους κατοίκους εις φιλικήν σύμβασιν. Και ο κήρυξ εφώναξεν ανά τας οδούς ότι, όστις ήθελε κατά τα πάτρια πάντων των Βοιωτών να συμμαχήση, να έλθη και αποθέση τα όπλα του πλησίον των ιδικών των, διότι ήλπιζον ότι διά του τρόπου τούτου ευκόλως ήθελεν υποταγή η πόλις.

3. Οι δε Πλαταιείς άμα έμαθον ότι οι Θηβαίοι εισήλθον και κατέλαβον την πόλιν εξ απροόπτου, καταληφθέντες υπό φόβου και νομίσαντες ότι εισήλθον πολύ περισσότεροι (διότι δεν έβλεπον κατά την νύκτα), ενέδωκαν εις την σύμβασιν και δεχθέντες τους λόγους ησύχαζον, τόσω μάλλον ευκόλως όσω ουδείς εξ αυτών εβλάβη υπό των Θηβαίων. Αλλ' ενώ έκαμναν τας διαπραγματεύσεις ταύτας παρετήρησαν ότι οι Θηβαίοι δεν ήσαν πολλοί και εσκέφθησαν ότι επιτιθέμενοι κατ' αυτών ευκόλως ήθελον τους νικήσει· διότι το πλήθος των Πλαταιέων δεν ήθελε να αποσπασθή από τους Αθηναίους. Απεφάσισαν λοιπόν να επιχειρήσουν την επίθεσιν και συνηθροίζοντο αναμεταξύ τους διατρυπώντες τους κοινούς (των οικιών) τοίχους, ίνα μη γίνουν φανεροί διατρέχοντες τας οδούς, όπου έθεσαν αμάξας άνευ των υποζυγίων, όπως χρησιμεύσουν αντί τείχους, και τα άλλα διέθετον όπως έκαστος ενόμιζε συμφερώτερον προς τας παρούσας περιστάσεις. ’μα δε τα πάντα ητοιμάσθησαν κατά το δυνατόν, επωφεληθέντες εκ του υπολοίπου της νυκτός και χωρίς να περιμένουν να φανή η αυγή εξήλθον εκ των οικιών και εβάδισαν κατά των Θηβαίων. Εάν ανέτελλεν η ημέρα, πιθανόν οι Θηβαίοι ενθαρρυνόμενοι υπό του φωτός να καθίστων την νίκην αμφίβολον, ενώ κατά την νύκτα, καταλαμβανόμενοι υπό του φόβου και μη γνωρίζοντες τα μέρη της πόλεως, ήθελον φανή ασθενέστεροι των Πλαταιέων. Τους προσέβαλον λοιπόν αμέσως και ήλθον εις χείρας άνευ αναβολής.