Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 7

Chapter 7 18 words Public domain Markdown

118. Ολίγα έτη κατόπιν συνέβησαν τα προαναφερθέντα συμβάντα, ήτοι τα Κερκυραϊκά και τα Ποτειδαιατικά και όσα εχρησίμευσαν ως πρόφασις διά τον παρόντα πόλεμον. Όλα δε ταύτα όσα οι Έλληνες έπραξαν προς αλλήλους και προς τον βάρβαρον εγένοντο εις πεντήκοντα έτη από της αναχωρήσεως του Ξέρξου μέχρι της αρχής τούτου του πολέμου. Εις το διάστημα τούτο οι Αθηναίοι και την ιδικήν των αρχήν κατέστησαν μονιμωτέραν και αυτοί επροχώρησαν εις μέγαν βαθμόν δυνάμεως. Οι δε Λακεδαιμόνιοι αισθανθέντες τούτο δεν τους ημπόδισαν ειμή επ' ολίγον και το πλείστον του χρόνου ησύχαζον, όντες μεν ως και πρότερον οκνοί εις το να επιχειρούν πολέμους, εκτός εάν ηναγκάζοντο εις τούτο, εμποδιζόμενοι δ' ενίοτε και υπό των ιδικών των πολέμων· τέλος όμως η δύναμις των Αθηναίων, ανυψωθείσα περιφανώς, έβλαπτε πλέον και τους συμμάχους αυτών. Τότε δε εξηντλήθη η υπομονή των και ενόμισαν καθήκον των να κινηθούν μετά πάσης σπουδής και να καθαιρέσουν την ισχύν, εάν δυνηθώσιν, επιχειρούντες τον παρόντα πόλεμον. Αυτοί λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να θεωρήσουν ως διαλυμένας τας σπονδάς και τους Αθηναίους ως αδικούντας. Πέμψαντες δε εις Δελφούς ηρώτων τον θεόν αν ο πόλεμος ήθελεν αποβή υπέρ αυτών. Ο δε θεός είπεν εις αυτούς, ως λέγεται, ότι ήθελον νικήσει, εάν επολέμουν με όλας τας δυνάμεις των, και ότι αυτός ήθελεν έλθει εις βοήθειάν των είτε προσκαλούμενος είτε απρόσκλητος.

119. Προσκαλέσαντες λοιπόν και πάλιν τους συμμάχους ηθέλησαν να τους συμβουλευθούν αν έπρεπε να πολεμήσουν. Ότε δε ήλθον οι πρέσβεις από τας συμμάχους πόλεις και συνήλθε συνέλευσις, έκαστος είπεν όσα ήθελε, κατηγορούντες οι περισσότεροι τους Αθηναίους και φρονούντες ότι έπρεπε να γίνη πόλεμος· αλλ' οι Κορίνθιοι, οίτινες προηγουμένως είχον παρακαλέσει ιδαιτέρως κάθε πόλιν να ψηφίση τον πόλεμον, φοβηθέντες, μήπως εις αυτό το αναμεταξύ καταστραφή η Ποτείδαια, και ευρεθέντες τότε παρόντες επροχώρησαν τελευταίοι και είπον τα εξής.

120. «Τους μεν Λακεδαιμονίους, ω γενναίοι σύμμαχοι, δεν δυνάμεθα πλέον να κατηγορώμεν ότι δεν απεφάσισαν αυτοί τον πόλεμον, καθ' όσον μας εκάλεσαν εδώ σήμερον προς τούτο· διότι ούτω πρέπει οι αρχηγοί, τα ιδιαίτερα συμφέροντα ίσα και αμερόληπτα διαχειριζόμενοι, να φροντίζουν εξαιρετικώς περί των κοινών, αφού εις τας άλλας διακρίσεις αυτοί προ πάντων προτιμώνται. Εξ ημών δε όσοι μεν συνανεμίγησαν και ωμίλησαν προς τους Αθηναίους δεν έχουν ανάγκην διδαχής διά να προφυλάττωνται απ' αυτών· οι δε κατοικούντες την μεσόγειον μάλλον ή τα παράλια πρέπει να μάθουν, ότι, εάν δεν βοηθήσουν τους παραλίους, δυσκολωτέρα θα είναι εις αυτούς η εξαγωγή των προϊόντων της χώρας, και η εισαγωγή εκείνων όσα διά της θαλάσσης παρέχονται εις τους μεσόγεια οικούντας. Δεν πρέπει λοιπόν να γίνουν σήμερον κακοί κριταί των λεγομένων, νομίζοντες ότι ταύτα δεν τους ενδιαφέρουν, αλλά να σκεφθούν ότι, εάν παραμελήσουν τας παραλίους πόλεις, ο κίνδυνος θέλει προχωρήσει μέχρις αυτών, και ότι κατ' αυτήν την στιγμήν πρέπει να σκέπτωνται τόσον περί εαυτών όσον και περί των άλλων. Διά τούτο δεν πρέπει να διστάζουν να ανταλλάξουν τον πόλεμον με την ειρήνην. Διότι ανδρών μεν φρονίμων ίδιον είναι να ησυχάζουν εφ' όσον δεν αδικούνται· των δε ανδρείων, άμα αδικηθούν, να μεταπίπτουν εκ της ειρήνης εις τον πόλεμον, και εν καιρώ τω δέοντι να επανέρχωνται πάλιν εκ του πολέμου εις την ειρήνην· και ούτε διά την εν τω πολέμω ευτυχίαν να υπερηφανεύωνται, ούτε να αφήνουν ν' αδικώνται αρεσκόμενοι εις την ησυχίαν της ειρήνης. Διότι και ο χάριν της ηδονής φοβούμενος τους κόπους, εάν ησυχάζη όταν δεν πρέπη, τάχιστα θέλει στερηθή του αταράχου βίου τον οποίον φοβείται μη χάση, και ο υπερηφανευόμενος διά τας ευτυχίας του πολέμου δεν ενθυμείται ότι απατηλή είναι η έπαρσίς του. Διότι πολλαί επιχειρήσεις κακαί, επειδή οι αντίπαλοι έτυχον μάλλον οκνοί, επέτυχον, και ακόμη μάλλον πλειότεραι, αι οποίαι εφαίνοντο καλά λογαριασμέναι, τουναντίον απέβησαν καταστρεπτικαί. Ουδείς εκτελεί εμπράκτως μετά της αυτής πεποιθήσεως όσα εσυλλογίσθη· αλλ' αφόβως μεν συλλογιζόμεθα, μετά φόβου δε και ελλιπώς εκτελούμεν το έργον.

121. »Ημείς δε σήμερον εγείρομεν τον πόλεμον και διότι αδικούμεθα και διότι έχομεν σημαντικά εναντίον αυτών παράπονα και μόλις επιτυχώς υπερασπισθώμεν εναντίον των Αθηναίων θέλομεν παύση εγκαίρως αυτόν. Διά πολλάς δε αιτίας είναι πιθανόν να νικήσωμεν· πρώτον μεν διότι είμεθα πολυαριθμότεροι και έχομεν εμπειρίαν πολεμικήν, έπειτα δε διότι πάντες ανεξαιρέτως θα εκτελέσωμεν τα παραγγελλόμενα. Ως προς το ναυτικόν δε, εις το οποίον υπερτερούν, θέλομεν εξοπλίσει τοιούτο διά της υπαρχούσης εις έκαστον ημών περιουσίας και διά των εν Δελφοίς και εν Ολυμπία χρημάτων. Θέλομεν κάμει δε αυτό το δάνειον ίνα δι' αδροτέρου μισθού προσελκύσωμεν εις το μέρος μας τους ξένους ναύτας αυτών. Διότι η δύναμις των Αθηναίων είναι μάλλον μισθωτή παρά ιδική των. Η δε ημετέρα θέλει είσθαι εις ολιγώτερον κίνδυνον εκτεθειμένη, καθότι στηρίζεται μάλλον επί των σωμάτων ή επί των χρημάτων. Εάν άπαξ νικηθούν εν ναυμαχία, κατά πάσαν πιθανότητα καταβάλλονται. Εάν δε η αντίστασίς των παραταθή, θα λάβωμεν καιρόν να εξασκηθώμεν περί τα ναυτικά· και, όταν εξισωθώμεν κατά την ναυτικήν μάθησιν με αυτούς, θέλομεν βεβαίως τους υπερβή κατά την γενναιότητα. Ό,τι ημείς έχομεν εκ φύσεως πλεονέκτημα, εκείνοι δεν δύνανται να το απολαύσουν διά της διδαχής. Ό,τι δε έχουσιν ανώτερον ως εκ της μαθήσεως, ημείς πρέπει να το εκμηδενίσωμεν διά της μελέτης. Χρήματα όσα απαιτούνται προς τον σκοπόν τούτον θα τα φέρωμεν. Διότι θα ήτο δεινόν, ενώ οι σύμμαχοι των Αθηναίων δεν αποκάμνουν πληρώνοντες διά την δουλείαν των, να μη δαπανήσωμεν ημείς διά να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας, και συγχρόνως διά να σωθώμεν ημείς αυτοί, και τέλος να μη στερηθώμεν των αγαθών μας και πάθωμεν όσα κακά έπαθον και αυτοί.

122. » Υπάρχουν δε εις ημάς και άλλοι τρόποι πολέμου· να παρακινήσωμεν τους συμμάχους των εις αποστασίαν, ήτις θέλει είσθαι έμμεσος αφαίρεσις των προσόδων με τας οποίας αποκτούν ισχύν· ν' αποκλείσωμεν διά τειχών την χώραν των, και άλλα διάφορα, τα οποία δεν είναι δυνατόν σήμερον να προΐδη τις. Διότι ο πόλεμος δεν προβαίνει κατά κανόνας ρητούς, αλλ' αυτός μόνος του επινοεί τεχνάσματα κατά τας εκάστοτε περιστάσεις· τότε ο μεν φερθείς μετριοπαθώς είναι ασφαλέστερος, ο δε παραφερθείς πράττει περισσότερα σφάλματα. Ας ενθυμώμεθα δε και ότι, εάν έκαστος εξ ημών εφιλονείκει περί γης ορίων μετά ισοπάλων, ήθελεν είσθαι υποφερτόν. Αλλά σήμερον οι Αθηναίοι όντες εις κατάστασιν να πολεμήσουν προς σύμπαντας ημάς, είναι ακόμη περισσότερον δυνατοί να μας πολεμήσουν κατά πόλεις· ώστε, εάν δεν απωθήσωμεν αυτούς από κοινού και κατά έθνη και κατά πόλεις ομοφώνως, θα μας υποτάξουν άκοπα ευρίσκοντες ημάς διηρημένους. Και η ήττα, την οποίαν και ν' ακούη τις είναι δυσάρεστον, μάθετε ότι δεν θέλει επιφέρει άλλο τι ή την εντελή δουλείαν· το οποίον και λεγόμενον μόνον υποθετικώς αποτελεί εντροπήν διά την Πελοπόννησον, δηλαδή πόλεις τοσαύται να φέρουν τον ζυγόν μιας. Εάν όμως συμβή τούτό, θα φανώμεν ότι ή δικαίως πάσχομεν ή διά δειλίαν ανεχόμεθα τα παθήματα, και θα δειχθώμεν κατώτεροι των πατέρων ημών, οι οποίοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα από τους Πέρσας· ημείς δε ούτε και ημών αυτών την ελευθερίαν εξασφαλίζομεν, αλλ' αφήνομεν μίαν πόλιν να εγκατασταθή ως τύραννος, μολονότι έχομεν την αξίωσιν να καταλύωμεν εκείνους, οίτινες είναι τύραννοι εις μίαν πόλιν. Αγνοούμεν ότι ο τοιούτος τρόπος ημών μετέχει τριών μεγίστων σφαλμάτων, της ασυνεσίας, της δειλίας και της αμελείας. Και βεβαίως ουχί αποφυγόντες ταύτα προέβητε εις τοσούτον βλαπτικήν διά τους πλείστους ανθρώπους καταφρόνησιν, ήτις, διότι απεπλάνησε πολλούς, μετωνομάσθη διά του εναντίου ονόματος αφροσύνη.

123. » Προς τι λοιπόν να αιτιώμεθα τα προγενέστερα μακρότερον παρ' όσον συμφέρει εις τα παρόντα ; Χάριν των μελλόντων πρέπει να ταλαιπωρηθώμεν και να υποστηρίξωμεν τα παρόντα· διότι μας εδίδαξαν οι πατέρες μας ότι πρέπει διά κόπων ν' αποκτώμεν την εκ των κατορθωμάτων ημών δόξαν· μη μεταβάλλετε το έθος τούτο, εάν σήμερον υπερέχετε ολίγον κατά τον πλούτον και την δύναμιν (διότι δεν ήθελεν είσθαι δίκαιον, όσα υπό απορίας εκτήθησαν, να απολεσθούν διά της ευπορίας), αλλά πρέπει ευθαρσώς να κινηθώμεν προς πόλεμον διά πολλάς αιτίας, πρώτον μεν διότι το διέταξε διά του μαντείου ο θεός, όστις υπεσχέθη να μας βοηθήση, έπειτα δε διότι η επίλοιπος Ελλάς θέλει συναγωνισθή υπό φόβου ή υπό συμφέροντος και τέλος διότι δεν λύετε σεις πρώτοι σπονδάς τας οποίας και αυτός ο θεός, διατάττων υμάς να πολεμήσετε, θεωρεί παραβιασθείσας, αλλά μάλλον τιμωρείτε την παραβίασίν των. Διότι λύουσιν αυτάς όχι οι αμυνόμενοι, αλλ' οι πρώτοι παραβιάζοντες.

124. » Ώστε, αφού πανταχόθεν παρουσιάζεται καλόν το να πολεμήσετε, και ημείς παρακινούμεν τούτο από κοινού, επειδή είναι αναμφισβήτητον ότι συμφέρει και εις τας πόλεις και εις τους ιδιώτας, μη βραδύνετε να βοηθήσετε τους Ποτειδαιάτας, οι οποίοι είναι Δωριείς και υπό Ιώνιον πολιορκούνται (όπερ αντίθετον του άλλοτε συμβαίνοντος), και να επιδιώξετε την ελευθερίαν των άλλων, καθότι δεν είναι δίκαιον ένεκα του αναποφασίστου υμών άλλοι μεν να έχουν πάθει ήδη, άλλοι δε να κινδυνεύουν να πάθουν τα αυτά, εάν μάλιστα γίνη γνωστόν ότι συνήλθομεν μεν, δεν τολμώμεν όμως να δώσωμεν βοήθειαν. Εκτιμώντες λοιπόν, ω άνδρες σύμμαχοι, το κρίσιμον των περιστάσεων εις τας οποίας ευρισκόμεθα, και προσέτι την σπουδαιότητα των λόγων ημών ψηφίσατε τον πόλεμον, μη φοβούμενοι το στιγμιαίον δεινόν, αλλά την απ' αυτού μέλλουσαν να προκύψη διαρκή ειρήνην· διότι διά μεν του πολέμου επί πλέον στερεώνεται η ειρήνη, διά δε της ησυχίας δεν αποτρέπεται ο πόλεμος. Ούτω λοιπόν αποκτώντες πεποίθησιν ότι η πόλις η οποία εγκατέστη ως τύραννος εν μέσω της Ελλάδος μας απειλεί όλους ομοίως, αφού άρχει ήδη επί των μεν, διανοείται δε να άρξη επί των δε, ας βαδίσωμεν διά να την υποτάξωμεν. Και του λοιπού ημείς μεν να ζώμεν ακινδύνως, τους δε σήμερον δουλωμένους Έλληνας ας ελευθερώσωμεν». Και τοιαύτα μεν είπον οι Κορίνθιοι.

125. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν την γνώμην απάντων, προσεκάλεσαν να ψηφίσωσιν όλοι οι παρόντες σύμμαχοι, αι μεγάλαι πόλεις καθώς και αι μικραί· και η πλειονοψηφία απεφάνθη υπέρ του πολέμου. Ότε απεφασίσθη ούτος, ευθύς μεν ήτο αδύνατον να τον επιχειρήσουν, καθότι ήσαν απαράσκευοι, απεφάσισαν δε να παράσχη έκαστος άνευ της ελαχίστης αναβολής ό,τι ηδύνατο. Διά να ετοιμάσουν όμως όσα εχρειάζοντο δεν κατέτριψαν μεν ολόκληρον έτος, αλλ' ολίγον τι του έτους υπελείπετο ότε εισέβαλον εις την Αττικήν και ήρχισαν τον πόλεμον φανερά.

126. Εις αυτό το διάστημα έστειλαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους παραπονούμενοι κατ' αυτών όπως έχουν δικαιοτέραν πρόφασιν πολέμου, εάν δεν εισηκούοντο. Και πρώτον μεν έπεμψαν πρέσβεις οι Λακεδαιμόνιοι ζητούντες παρά των Αθηναίων να αποτινάξουν το άγος της θεάς· το δε άγος τούτο ήτο το εξής. Υπήρχεν εν Αθήναις ανήρ Ολυμπιονίκης, ονόματι Κύλων, εξ οικογενείας ευγενούς και ισχυράς. Ούτος ενυμφεύθη την θυγατέρα του Θεαγένους, ανδρός Μεγαρέως, ο οποίος εκείνον τον καιρόν ήτο τύραννος των Μεγάρων. Ημέραν τινά κατά την οποίαν ο Κύλων ηρώτα το μαντείον των Δελφών, το μαντείον είπεν εις αυτόν να καταλάβη την ακρόπολιν των Αθηναίων κατά την μεγίστην εορτήν του Διός. Ο Κύλων λαβών δυνάμεις παρά του Θεαγένους και καταπείσας τους φίλους, ότε εωρτάζοντο τα εν Πελοποννήσω Ολύμπια, κατέλαβε την ακρόπολιν με τον σκοπόν να εγκατασταθή ως τύραννος, νομίσας ότι η εορτή εκείνη ήτο η μεγίστη του Διός, και ήρμοζε κάπως εις αυτόν ως νικήσαντα εις τα Ολύμπια. Εάν ο χρησμός υπενόει την μεγάλην εορτήν εν τη Αττική ή αλλαχού, ούτε ενόησεν ούτε το μαντείον εδήλωσε (διότι τελούνται επίσης υπό των Αθηναίων έξω της πόλεως τα Διάσια, άτινα καλούνται μεγίστη εορτή του Μειλιχίου Διός, κατά την οποίαν πανδημεί θυσιάζουν, οι πλείστοι όμως όχι ιερεία, αλλά μικρά σφάγια)· νομίσας δε ο Κύλων ότι ορθώς ενόησε τον χρησμόν, επεχείρησε το έργον. Αλλ' οι Αθηναίοι μαθόντες τα γινόμενα προσέδραμον πανδημεί από την εξοχήν εναντίον αυτού και περικυκλώσαντες επολέμουν.

Επειδή δε παρήρχετο ο καιρός, οι Αθηναίοι βαρυνθέντες την πολιορκίαν, απήλθον οι περισσότεροι, αναθέσαντες εις τους εννέα άρχοντας την φύλαξιν της ακροπόλεως και δόσαντες εις αυτούς πάσαν πληρεξουσιότητα να κανονίσουν τα πράγματα όπως νομίσουν καλλίτερον· τότε δε τας πλειοτέρας πολιτικάς υποθέσεις διεξήγον οι εννέα άρχοντες. Οι δε μετά του Κύλωνος πολιορκούμενοι πολύ υπέφερον ως εκ της ελλείψεως τροφίμων και του ύδατος. Ο μεν λοιπόν Κύλων και ο αδελφός αυτού φεύγουν κρυφίως· οι δε άλλοι, επειδή επιέζοντο, καί τινες μάλιστα απέθνησκον της πείνης, εκάθισαν ως ικέται εις τον εν τη ακροπόλει βωμόν. Σηκώσαντες δ' εκείθεν αυτούς οι Αθηναίοι, εκείνοι εις τους οποίους ήτο ανατεθειμένη η φύλαξις, ότε τους είδον αποθνήσκοντας εν τω ιερώ, και απομακρύνοντες με την υπόσχεσιν ότι διόλου δεν θα τους εκακοποίουν, τους εφόνευσαν· εν παρόδω δε εφόνευσαν καί τινας καθημένους επί των βωμών των σεμνών θεών (2). Ένεκα τούτου και εκείνοι εκαλούντο ανόσιοι και ασεβείς προς την θεάν, και οι εξ εκείνων καταγόμενοι. Έδιωξαν λοιπόν τους ανοσίους τούτους οι Αθηναίοι, έδιωξε δε αυτούς ύστερον και ο Λακεδαιμόνιος ο Κλεομένης μετά των στασιαζόντων Αθηναίων· όχι μόνον δε εδίωκον τους ζώντας, αλλά και τα οστά των αποθανόντων εκθάπτοντες έρριπτον έξω των συνόρων. Επέστρεψαν όμως βραδύτερον οι εκδιωχθέντες, και οι απόγονοι αυτών ευρίσκονται ακόμη εις την πόλιν.

127. Τούτο λοιπόν το άγος έδιδον εντολήν εις αυτούς οι Λακεδαιμόνιοι να αποτινάξουν, πρώτον μεν διά να εξιλεωθούν δήθεν οι θεοί, δεύτερον δε διότι εγνώριζον ότι Περικλής ο Ξανθίπου ενείχετο εις τούτο εκ μητρός, και διότι ενόμιζον ότι, αν έπιπτεν αυτός από την εξουσίαν, ευκολώτερον ήθελον επιτύχει εις τας μετά των Αθηναίων υποθέσεις των. Ναι μεν δεν ήλπιζον τόσον την εξορίαν του, ήλπιζον όμως να διεγείρουν κατ' αυτού εις την πόλιν κατακραυγήν ότι ο πόλεμος εγίνετο εν μέρει από την επίδρασιν αυτού· διότι ων δυνατώτατος πάντων των άλλων και διοικών την πολιτείαν ήτο ενάντιος πάντοτε προς τους Λακεδαιμονίους, εμποδίζων να ενδώσουν εις αυτούς και εξορμών τους Αθηναίους εις τον πόλεμον.

128. Αλλά και οι Αθηναίοι εζήτουν παρά των Λακεδαιμονίων να καθαρισθούν και αυτοί από του άγους του Ταινάρου, διότι οι Λακεδαιμόνιοι σηκώσαντες κάποτε εκ του εν τω Ταινάρω ιερού του Ποσειδώνος τους ικέτας των ειλώτων τους απήγαγον και τους εφόνευσαν· νομίζουν μάλιστα ότι ένεκα τούτου τοις συνέβη ο μέγας σεισμός εν Σπάρτη. Έδιδαν εντολήν επίσης εις αυτούς να καθαρισθούν και από το άγος της Χαλκιοίκου Αθηνάς, το οποίον ήτο το εξής. Ότε ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, ανακληθείς από της εν Ελλησπόντω αρχής, εκρίθη υπ' αυτών και απελύθη, θέσιν μεν δημοσίαν δεν τω ενεπιστεύθησαν, αυτός όμως ιδιαιτέρως λαβών τριήρη Ερμιονίδα, άνευ της αδείας των Λακεδαιμονίων φθάνει εις τον Ελλήσποντον, προφασιζόμενος μεν τον Ελληνικόν πόλεμον, πράγματι δε θέλων να εξακολουθήση τας ραδιουργίας τας οποίας είχεν ήδη συνδέσει μετά του βασιλέως προς τον σκοπόν του να καταλάβη την ελληνικήν αρχήν. Ιδού δε η πρώτη εκδούλευσις την οποίαν προσέφερε προς τον βασιλέα, και η αρχή όλης της ραδιουργίας την οποίαν έκαμε. Κυριεύσας το Βυζάντιον κατά την πρώτην του εκστρατείαν μετά την από της Κύπρου αναχώρησιν (διότι κατείχον αυτό οι Μήδοι, και εκ των εν αυτώ αιχμαλωτευθέντων τινές ήσαν συγγενείς και σύμμαχοι του βασιλέως), όσους συνέλαβε τους στέλλει εις τον βασιλέα εν αγνοία των άλλων συμμάχων, προφασισθείς ότι απέδρασαν. Ταύτα έπραττεν εκ συνεννοήσεως μετά του Γογγύλου του Ερετριέως, εις τον οποίον ενεπιστεύθη και το Βυζάντιον και τους αιχμαλώτους. Έπεμψε δε και επιστολήν προς τον βασιλέα διά του Γογγύλου, εις την οποίαν έγραφε τα εξής· «Παυσανίας, ο ηγεμών της Σπάρτης, θέλων να χαρισθή προς σε, σου πέμπει τούτους, τους οποίους ηχμαλώτευσεν εν τω πολέμω και είμαι διατεθειμένος, εάν επιδοκιμάζης και συ, να νυμφευθώ την θυγατέρα σου και να καταστήσω υποχείριόν σου την Σπάρτην και την άλλην Ελλάδα. Νομίζω δε ότι δύναμαι να πράξω ταύτα μετά σου συνεννοούμενος. Εάν λοιπόν σου αρέση τι εκ τούτων, πέμπε προς την θάλασσαν άνδρα πιστόν, διά του οποίου να ανταποκρινώμεθα του λοιπού».

129. Ταύτα έγραφεν η επιστολή. Ο δε Ξέρξης ηυχαριστήθη τα μέγιστα δι' αυτήν, και αποστέλλει προς την θάλασσαν Αρτάβαζον τον Φαρνάκου, διατάσσων αυτόν να αναλάβη την σατραπείαν του Δασκυλίου, εις αντικατάστασιν του Μεγαβάτου, ο οποίος ήτο πρότερον άρχων, και αναθέτων να πέμψη τάχιστα επιστολήν προς τον Παυσανίαν εις Βυζάντιον και να επιδείξη την σφραγίδα· εάν δε ο Παυσανίας τω παραγγείλη τι σχετικόν προς τας ιδίας του υποθέσεις, να το εκτελέση μετά μεγίστου ζήλου και πιστότατα. Ο δε Αρτάβαζος φθάσας εκεί και τα άλλα εξετέλεσεν όπως παρηγγέλθη και την επιστολήν έπεμψε. Περιείχε δε αύτη την εξής απόκρισιν «Τα εξής λέγει προς τον Παυσανίαν ο βασιλεύς Ξέρξης· και η διάσωσις των ανδρών τους οποίους λαβών εν Βυζαντίω μου έπεμψες εκ της αντιπέραν θαλάσσης είναι ευεργεσία, η οποία θέλει μένει διά παντός αξιοσημείωτος εις τον ημέτερον οίκον, και οι λόγοι σου είναι αρεστοί εις εμέ. Μη σε σταματά μήτε ημέρα μήτε νυξ, ώστε να αναλάβης την εκπλήρωσιν εκείνων τα οποία μοι υπεσχέθης· μη σε κωλύση χρυσού και αργύρου δαπάνη, μηδέ πλήθος στρατού, όπου ήθελε θεωρηθή αναγκαία η παρουσία αυτού· αλλά μετ' Αρταβάζου ανδρός αγαθού, τον οποίον σου έπεμψα, έχε συνεννοήσεις μετά θάρρους περί των εμών και των σων υποθέσεων και κανόνισον αυτάς διά τρόπου καλλίστου και ωφελιμωτάτου εις αμφοτέρους».

130. Λαβών ο Παυσανίας τα γράμματα ταύτα, και έχων ήδη μεγίστην υπόληψιν μεταξύ των Ελλήνων ένεκα της στρατηγίας του εν Πλαταιαίς, τότε έγινε πολύ περισσότερον αλαζών, και δεν ηδύνατο πλέον να ζη κατά τους συνηθισμένους τρόπους, αλλ' ενδυθείς μηδικήν στολήν εξήρχετο του Βυζαντίου, και διέτρεχε την Θράκην δορυφορούμενος υπό Μήδων και Αιγυπτίων. Η τράπεζα του παρετίθετο κατά τον περσικόν τρόπον, και δεν ηδύνατο να κρύπτη την σκέψιν του, αλλά δι' ασημάντων έργων προεφανέρωνεν όσα εμελέτα να πράξη κατόπιν μεγάλα. Δύσκολα ηδύνατο κανείς να τον ίδη και τοσούτον οργίλως και υπερηφάνως εφέρετο προς πάντας ομοίως, ώστε ουδείς ηδύνατο να τον πλησιάση· διά τούτο όχι ολίγον συνετέλεσεν εις το να μεταστώσιν οι σύμμαχοι προς τους Αθηναίους.

131. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ταύτα, όπως έπραξαν το πρώτον, ανεκάλεσαν αυτόν και πάλιν διά τας αυτάς αιτίας ότε εξέπλευσεν εκ δευτέρου μετά του ερμιονικού πλοίου άνευ της αδείας αυτών. Αναγκασθείς υπό των Αθηναίων να φύγη εκ του εκπολιορκηθέντος Βυζαντίου εις μεν την Σπάρτην δεν επέστρεψεν, εγκατασταθείς δε εις τας εν Τρωάδι Κολωνάς κατηγγέλθη εις τους Λακεδαιμονίους ως συνεννοούμενος μετά των βαρβάρων, και ότι όχι επ' αγαθώ παρέτεινε την εκεί διαμονήν του. Τότε δεν ανέβαλλον επί πλέον, αλλά πέμψαντες οι έφοροι κήρυκα και σκυτάλην τον διέταξαν να ακολουθήση τον κήρυκα, ειδεμή, πόλεμον θα εκήρυττον κατ' αυτού οι Σπαρτιάται. Αυτός δε θέλων να μη φανή ύποπτος, και πιστεύων ότι διά χρημάτων ήθελε δυνηθή να διαλύση την κατηγορίαν, επέστρεψε και εκ δευτέρου εις την Σπάρτην. Και πρώτον μεν ρίπτεται εις την ειρκτήν υπό των εφόρων (έχουσι δε δικαίωμα οι έφοροι να ενεργώσιν ούτω και κατά του βασιλέως), έπειτα δ' επέτυχε την αποφυλάκισίν του προσφερθείς ν' απολογηθή προς εκείνους, οίτινες ήθελον τον κατηγορήσει.

132. Και φανερόν μεν σημείον δεν είχον ούτε οι Σπαρτιάται, ούτε οι εχθροί, ούτε η πόλις όλη, εις το οποίον βασιζόμενοι να τιμωρήσωσιν άνδρα καταγόμενον εκ γένους βασιλικού και έχοντα τότε τιμητικόν αξίωμα (διότι επετρόπευε τον υιόν του Λεωνίδου, τον νεαρόν βασιλέα Πλείσταρχον, του οποίου ήτο εξάδελφος). Εν τούτοις διά τας παρανομίας του και την μίμησιν των βαρβαρικών συνηθειών πολλάς παρείχεν υποψίας ότι ήθελε να υψωθή πλειότερον της παρούσης του καταστάσεως. Ανεσκόπησαν την παρελθούσαν αυτού διαγωγήν διά να εύρουν αν παρεξετράπη που από των καθεστώτων νομίμων, και ενεθυμήθησαν ότι άλλοτε, επί του τρίποδος τον οποίον ανέθεσαν οι Έλληνες εις τους Δελφούς ως ακροθίνιον των από των Μήδων ληφθέντων λαφύρων, ετόλμησε να επιγράψη αυτός αφ' εαυτού το εξής ελεγειακόν δίστιχον·

Παυσανίας, Ελλήνων αρχηγός, αφού κατέστρεψε τον στρατόν των Μήδων, ανέθηκεν εις τον Φοίβον το μνημείον τούτο.

Το ελεγείον λοιπόν τούτο εξήλειψαν αμέσως από του τρίποδος και επέγραψαν ονομαστί τας πόλεις, όσαι συγκαταστρέψασαι τον βάρβαρον έστησαν το αφιέρωμα, Η πράξις αύτη του Παυσανίου κατελογίσθη ως έγκλημα, και εις την κατάστασιν, εις την οποίαν διετέλει εύρισκον αυτήν λίαν σύμφωνον προς τους παρόντας σκοπούς του. Έμαθον δε ότι και με τους είλωτας είχε συνεννοήσεις. Και τούτο ήτο αληθές. Διότι υπέσχετο εις αυτούς ελευθερίαν και ισότητα, εάν συναπεστάτουν μετ' αυτού και τον εβοήθουν εις όλα του τα σχέδια. Εν τούτοις με όλας τας μηνύσεις τινών αξιοπίστων ειλώτων, δεν ενόμισαν εύλογον να φερθούν κατά νέον τρόπον προς αυτόν, αλλ' έμειναν πιστοί εις τον τρόπον όστις επεκράτει παρ' αυτοίς, να μη σπεύδουν να εκφέρωσι καταδικαστικήν απόφασιν κατ' ανδρός Σπαρτιάτου χωρίς αναμφισβητήτους αποδείξεις. Αλλά τέλος ο μέλλων να κομίση τας τελευταίας αυτού επιστολάς προς τον Αρτάβαζον, Αργίλιός τις, όστις άλλοτε παις ων ηγαπάτο υπό του Παυσανίου και τότε ήτο εμπιστευμένος αυτού, εγένετο ως λέγουσι μηνυτής του· φοβηθείς ούτος επί τη αναμνήσει ότι ουδείς των προαπεσταλμένων επέστρεψεν οπίσω, και παραποιήσας τας σφραγίδας, ίνα μη ανακαλυφθή εάν ηπατάτο εις τας υπονοίας του, ή εάν ο Παυσανίας του εζήτει να τω επιστραφούν αι επιστολαί διά να επιφέρη μεταβολήν τινα εις τα γραφόμενα, αποσφραγίζει αυτάς υποπτευόμενος ότι περιείχετό τι κατ' αυτού εν αυταίς και εύρεν ότι διετάττετο η θανάτωσίς του.

133. Τότε πλέον οι έφοροι ότε έδειξεν αυτός τα γράμματα επίστευσαν περισσότερον, θελήσαντες δε να ακούσουν οι ίδιοι τους λόγους του Παυσανίου περί του αντικειμένου τούτου, συνεφώνησαν μετά του ανθρώπου εκείνου να μεταβή ως ικέτης εις το Ταίναρον και να εγείρη εκεί καλύβην χωριζομένην εις δύο διά χωρίσματος· εις το έν μέρος αυτής έκρυψέ τινας των εφόρων· ότε δε ήλθε προς αυτόν ο Παυσανίας και ηρώτα την αιτίαν της ικετείας, οι έφοροι ήκουσαν πάντα καθαρώς. Ο μεν Αργίλιος εμέμφετο του Παυσανίου δι' όσα έγραψε περί αυτού, τω διηγήθη λεπτομερώς όλα τα καθέκαστα, τω είπεν ότι ουδέποτε τον ενοχοποίησε κατά τας προς τον βασιλέα αποστολάς του, και εν τούτοις κατεδικάζετο να θανατωθή ως και οι άλλοι απεσταλμένοι· ο δε Παυσανίας συνωμολόγει την αλήθειαν τούτων, και παρεκάλει τον Αργίλιον να μη οργισθή διά τα συμβαίνοντα, αλλά να πεισθή και εξέλθη εκ του ιερού, βιάζων αυτόν να αναχωρήση ως τάχιστα και να μη γίνεται εμπόδιον εις τα ενεργούμενα.

134. Οι έφοροι ακούσαντες ταύτα ακριβώς, τότε μεν απήλθον, πεισθέντες δε πλέον περί της ενοχής του προητοίμασαν την εν τη πόλει σύλληψίν του. Λέγεται δε ότι ενώ έμελλε να συλληφθή εν τη οδώ, άμα είδε το πρόσωπον ενός εκ των προσερχομένων εφόρων, εμάντευσε την αιτίαν της ελεύσεώς των, και ότι εις έν νεύμα αδιόρατον, όπερ μετεχειρίσθη είς άλλος, νεύσας ένεκα ευμενείας, έδραμε και κατέφυγεν εις το ιερόν της Χαλκιοίκου· ήτο δε πλησίον το τέμενος. Και διά να μη ταλαιπωρήται υπαίθριος, εισήλθεν εις όχι μέγα οίκημα, το οποίον ήτο παράρτημα του ιερού, και ησύχαζεν. Οι δε έφοροι κατ' εκείνην μεν την στιγμήν δεν ηδυνήθησαν να τον συλλάβουν, αλλ' έπειτα ανακαλύψαντες αυτόν ότι ήτο εντός, αφήρεσαν την στέγην και τας θύρας του οικήματος και κλείσαντες εντός τον περιετείχισαν, παραμείναντες δε έξω τον επολιόρκουν διά της πείνης. Εννοήσαντες δε ότι έμελλε να εκπνεύση ένεκα της εν τω οικήματι εκείνω καταστάσεώς του, εξήγαγον αυτόν εκ του ιερού ενώ έζη ακόμη. Και εξαχθείς απέθανεν αμέσως. Και τότε μεν ηθέλησαν να τον ρίψουν εις τον Κεάδαν, όπου συνήθιζον να ρίπτωσι τους κακούργους· αλλ' έπειτα απεφάσισαν να τον θάψουν εκεί που πλησίον. Ο δε εν Δελφοίς θεός διέταξεν ύστερον τους Λακεδαιμονίους να μεταφέρουν τον τάφον αυτού εκεί όπου απέθανε (και σήμερον κείται εις τον χώρον προ του τεμένους, ως δηλούσιν αι επιγεγραμμέναι στήλαι), και επειδή η πράξις των ήτο ανόσιος, διέταξε να αποδώσωσιν εις την Χαλκίδικον δύο σώματα αντί του ενός. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, κατασκευάσαντες δύο χαλκούς ανδριάντας, ανέθεσαν αυτούς δήθεν αντί του Παυσανίου.