Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 6

Chapter 6 24 words Public domain Markdown

96. Παραλαβόντες δε οι Αθηναίοι την ηγεμονίαν τοιουτοτρόπως με την θέλησιν των συμμάχων διά το κατά του Παυσανίου μίσος προσέταξαν ποίαι πόλεις ώφειλον να δώσουν χρήματα εις τον κατά του βαρβάρου πόλεμον και ποίαι πλοία. Το πρόσχημα ήτο να εκδικηθούν δι'όσα έπαθον, λεηλατούντες την χώραν του βασιλέως. Και τότε κατά πρώτον συνεστήθη υπό των Αθηναίων η αρχή των Ελληνοταμιών, οίτινες εδέχοντο τον φόρον· διότι ούτως ωνομάσθη η χρηματική συνεισφορά. Ήτο δε ο κατά πρώτον ταχθείς φόρος τετρακόσια εξήκοντα τάλαντα, ταμείον των ήτο η Δήλος και αι συνελεύσεις εγίνοντο εις το ιερόν.

97. Διαρκούσης της ηγεμονίας των επί συμμάχων κατ' αρχάς αυτονόμων και εχόντων δικαίωμα ψήφου εις τας κοινάς συνελεύσεις, ιδού πόσα κατά το μεταξύ του παρόντος πολέμου και του Μηδικού συνέβησαν πολεμικά έργα, τα οποία επεχείρησαν αυτοί κατά του βαρβάρου, κατά των αποστατούντων συμμάχων των, και κατά των Πελοποννησίων τους οποίους συνήντων εκάστοτε με έκαστον των συμμάχων. Έγραψα δε αυτά, και έκαμα την παρέκβασιν ταύτην του λόγου διά τούτο, ότι οι προ εμού γράψαντες παρέλειψαν το μέρος τούτο της ιστορίας, και ή τα προ των Μηδικών Ελληνικά συνέγραψαν ή αυτά τα Μηδικά· τα γεγονότα δε ταύτα μόλις εμνημόνευσεν εν τη Αττική συγγραφή ο Ελλάνικος (1), αναφέρων αυτά διά βραχέων και ουχί ακριβώς κατά τας εποχάς. Συγχρόνως η παρεκβολή αύτη θα αποδείξη με ποίον τρόπον αποκατέστη η αρχή των Αθηναίων.

98. Και πρώτον μεν, στρατηγούντος Κίμωνος του υιού του Μιλτιάδου, επολιόρκησαν και εξηνδραπόδισαν την επί του Στρυμόνος Ηιόνα κατεχομένην υπό των Μήδων έπειτα την εν τω Αιγαίω νήσον Σκύρον, την οποίαν κατώκουν Δόλοπες, ηνδραπόδισαν και κατώκησαν αυτοί. Επολέμησαν προς τούτοις και κατά των Καρυστίων, άνευ της συμμετοχής των άλλων Ευβοέων, και μετά τινα χρόνον συνεβιβάσθησαν διά συνθήκης. Ακολούθως επολέμησαν κατά των αποστατησάντων Ναξίων, τους οποίους πολιορκήσαντες καθυπέταξαν. Αύτη ήτο η πρώτη σύμμαχος πόλις η οποία, παρά τους κειμένους νόμους, υπεδουλώθη· κατόπιν δε υπέστησαν την αυτήν τύχην και αι άλλαι.

99. Αιτίαι δε των αποστατήσεων τούτων ήσαν πολλαί και διάφοροι, μέγισται όμως αι των φόρων και των πλοίων καθυστερήσεις, καθώς και η λιποστρατία εκ μέρους τινών εκ των συμμάχων. Διότι οι Αθηναίοι καθίσταντο μισητοί μεταχειριζόμενοι την βίαν και καταναγκάζοντες εκείνους , οίτινες ούτε συνήθειαν είχον μήτε θέλησιν να αναδέχωνται τα βάρη ταύτα. ’λλως τε δε και οι Αθηναίοι δεν ήσαν πλέον εν τη διοικήσει των επίσης ευάρεστοι ως άλλοτε και ουδέ τους συμμάχους μετεχειρίζοντο ως ίσους εις τας εκστρατείας, τοις ήτο δε εύκολον να υποτάσσουν τους εξανισταμένους. Τούτων δε των αποστατήσεων αίτιοι ήσαν αυτοί οι σύμμαχοι· διότι οι περισσότεροι εξ αυτών, ένεκα της προς τας εκστρατείας οκνηρίας των και διά να μη εξέρχωνται από τας πατρίδας των έταξαν να δίδουν αντί πλοίων την αντιστοιχούσαν δαπάνην. Και των μεν Αθηναίων το ναυτικόν ηύξανεν από της δαπάνης την οποίαν συνεισέφεραν οι σύμμαχοι, ούτοι δε, οπότε απεστάτουν, περιεπλέκοντο εις τον πόλεμον απαράσκευοι ως άποροι.

100. Συνέβη δε μετά ταύτα και η εν τη Παμφυλία τη επ' Ευρυμέδοντι ποταμώ πεζομαχία και ναυμαχία των Αθηναίων και των συμμάχων προς τους Μήδους· και ενίκων κατά την αυτήν ημέραν εις αμφότερα οι Αθηναίοι, στρατηγούντος Κίμωνος του υιού του Μιλτιάδου, και εκυρίευσαν ή κατέστρεψαν τας τριήρεις των Φοινίκων συμποσουμένας εις διακοσίας. Μετά τινα δε χρόνον συνέβη να αποστατήσουν απ' αυτούς οι Θάσιοι, ελθόντες εις διένεξιν περί των εις την αντιπέραν όχθην της Θράκης εμπορίων και μεταλλείων, τα οποία ενέμοντο. Και κατά μεν της Θάσου ελθόντες οι Αθηναίοι μετά πλοίων ενίκησαν εις ναυμαχίαν και απέβησαν εις την ξηράν· επί δε τας όχθας του Στρυμόνος πέμψαντες κατά τους αυτούς χρόνους δέκα χιλιάδας οικήτορας Αθηναίους και συμμάχους, διά να οικήσωσι τας τότε καλουμένας Εννέα οδούς, σήμερον δε Αμφίπολιν, τας μεν Εννέα οδούς τας οποίας κατείχον οι Ηδωνοί εκυρίευσαν, προχωρήσαντες δε εις τα μεσόγεια της Θράκης κατεστράφησαν σύμπαντες εν Δραβήσκω τη Ηδωνική υπό των Θρακών, εις τους οποίους απήρεσκε το περιτειχιζόμενον χωρίον των Εννέα οδών.

101. Νικηθέντες δε εις τας μάχας οι Θάσιοι και πολιορκούμενοι επεκαλούντο τους Λακεδαιμονίους και παρεκάλουν αυτούς να τους βοηθήσουν εισβάλλοντες εις την Αττικήν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υπέσχοντο μεν κρυφίως από τους Αθηναίους και θα ετήρουν την υπόσχεσίν των, ημποδίσθησαν όμως υπό του γενομένου σεισμού, ως εκ του οποίου ευρόντες ευκαιρίαν οι Είλωτες και οι περίοικοι, Θουριάται και Αιθαιείς, επανεστάτησαν και κατέφυγον εις το όρος Ιθώμην. Οι πλείστοι των Ειλώτων ήσαν απόγονοι των άλλοτε υποδουλωθέντων παλαιών Μεσσηνίων, ένεκα του οποίου και εκαλούντο πάντες Μεσσήνιοι. Προς μεν λοιπόν τους εν Ιθώμη ήρχισαν τον πόλεμον οι Λακεδαιμόνιοι· οι δε Θάσιοι, πολιορκούμενοι επί τρία έτη, εσυνθηκολόγησαν μετά των Αθηναίων κατεδαφίσαντες τα τείχη και παραδώσαντες τα πλοία υπεσχέθησαν δε να δώσουν αμέσως τα απαιτούμενα χρήματα, να εξακολουθούν και εις το μέλλον πληρώνοντες φόρον, και να εγκαταλείψουν τα εν τη ηπείρω κτήματα και μεταλλεία.

102. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες παρατεινόμενον τον πόλεμον προς τους εν Ιθώμη, επεκαλέσθησαν και άλλους συμμάχους, ιδίως δε τους Αθηναίους· ούτοι δε, στρατηγούντος του Κίμωνος, ήλθον με όχι ολίγον πλήθος. Προσεκάλεσαν δε αυτούς προ πάντων, διότι εφημίζοντο ότι ήσαν δυνατοί εις το να μάχωνται από του τείχους. Αλλ' επειδή η πολιορκία εξηκολούθει να παρατείνεται, η φήμη των αύτη εφάνη ενδεής· διότι, εάν μετεχειρίζοντο ολίγην περισσοτέραν βίαν, θα εκυρίευον την θέσιν. Από της εκστρατείας ταύτης πρώτον εγένετο φανερά η μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αθηναίων διχόνοια. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή η θέσις δεν εκυριεύετο διά της βίας, φοβηθέντες τον τολμηρόν και νεωτεριστικόν χαρακτήρα των Αθηναίων, και εν ταυτώ θεωρούντες αυτούς ως αλλοφύλους, μήπως, εάν παραμείνουν επιφέρωσι μεταβολήν τινα πεισθέντες εις τας εισηγήσεις των εν Ιθώμη απέπεμψαν μόνους αυτούς εκ των συμμάχων, μη εκδηλώσαντες μεν την υποψίαν, ειπόντες δε ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των εις τίποτε. Οι Αθηναίοι όμως ενόησαν ότι τους απέπεμπον χωρίς να τοις είπουν τον αληθή λόγον, αλλά διότι είχον συλλάβει κατ' αυτών υπόνοιάν τινα· όθεν αγανακτήσαντες και μη δυνάμενοι να υποφέρουν το τοιούτο εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, ευθύς άμα ανεχώρησαν, αφήκαν την μετ' αυτών γενομένην συμμαχίαν εναντίον των Μήδων και εγένοντο σύμμαχοι με τους εχθρούς των Λακεδαιμονίων Αργείους· αμφότεροι δε ηνώθησαν με τους Θεσσαλούς διά των αυτών όρκων και της αυτής συνθήκης.

103. Οι δε εν Ιθώμη, μετά δεκαετή πολιορκίαν, μη δυνάμενοι πλέον να ανθέξουν, εσυνθηκολόγησαν προς τους Λακεδαιμονίους, επί τω όρω να εξέλθουν εκ της Πελοποννήσου με σπονδάς και μηδέποτε να επιστρέψουν εις αυτήν· όστις δε συνελαμβάνετο να μένη δούλος του λαβόντος. Υπήρχε δε προηγουμένως εις τους Λακεδαιμίους χρησμός εκ Δελφών να αφήνουν ανενόχλητον τον ικέτην του Ιθωμήτα Διός. Εξήλθον λοιπόν αυτοί και οι παίδες και αι γυναίκες, και δεχθέντες αυτούς οι Αθηναίοι ένεκα του ήδη προς τους Λακεδαιμονίους μίσους των κατώκισαν αυτούς εις την Ναύπακτον, την οποίαν εσχάτως είχον κυριεύσει παρά των κατεχόντων αυτήν Λοκρών των Οζολών. Και οι Μεγαρείς επίσης εισήλθαν εις την συμμαχίαν, αποστατήσαντες από τους Λακεδαιμονίους, ένεκα του πολέμου τον οποίον είχον προς τους Κορινθίους περί των συνόρων της γης αυτών. Και ούτως οι Αθηναίοι εγένοντο κύριοι των Μεγαρέων και των Πηγών, και ωκοδόμησαν τα μακρά τείχη των Μεγάρων τα από της πόλεως εις Νίσαιαν άγοντα, και τα εφρούρουν αυτοί. Και των μεν Κορινθίων το σφοδρόν μίσος από της εποχής εκείνης προ πάντων ήρχισε πρώτον να γεννάται κατά των Αθηναίων.

104. Ο δε Λίβυς Ινάρως ο Ψαμμητίχου, βασιλεύς των Λιβύων των συνορευόντων με την Αίγυπτον, ορμώμενος εκ της Μαρείας, πόλεως κειμένης άνωθεν του Φάρου, απεστάτησεν από του βασιλέως Αρταξέρξου τα πλείστα μέρη της Αιγύπτου, και γενόμενος άρχων αυτός προσεκάλεσε τους Αθηναίους. Ούτοι δε (διότι έτυχον εις εκστρατείαν κατά της Κύπρου με διακόσια πλοία εαυτών και των συμμάχων) ήλθον αφήσαντες την Κύπρον, και αναπλεύσαντες τον Νείλον από θαλάσσης, και γενόμενοι κύριοι του ποταμού τούτου και των δύο τρίτων της Μέμφιδος, προσέβαλαν το τρίτον μέρος όπερ καλείται λευκόν τείχος. Εκεί υπήρχον οι φυγάδες Πέρσαι και Μήδοι, και όσοι εκ των Αιγυπτίων δεν είχον συναποστατήσει.

105. Οι δε Αθηναίοι προσεγγίσαντες μετά του στόλου των εις Αλιάς και αποβιβασθέντες συνεκρότησαν μάχην προς τους Κορινθίους και Επιδαυρίους, και ενίκων οι Κορίνθιοι. Και ύστερον οι Αθηναίοι εναυμάχησαν πλησίον της Κεκρυφαλείας κατά των πελοποννησιακών πλοίων και ενίκων οι Αθηναίοι. Εκραγέντος δε του πολέμου μεταξύ Αιγινητών και Αθηναίων, συγκροτείται μετά ταύτα πλησίον της Αιγίνης μεγάλη ναυμαχία εις ην έλαβον μέρος και οι σύμμαχοι εκατέρων. Οι Αθηναίοι ενίκησαν, και κυριεύσαντες εβδομήκοντα πλοία αυτών απέβησαν εις την ξηράν και επολιόρκησαν την πόλιν, Λεωκράτους του Στροίβου στρατηγούντος. Έπειτα θέλοντες οι Πελοποννήσιοι να βοηθήσουν τους Αιγινήτας εις μεν την Αίγιναν διεβίβασαν τριακόσιους οπλίτας οίτινες, είχον χρησιμεύσει πρότερον ως επίκουροι των Κορινθίων και Επιδαυρίων, κατέλαβαν δε τα ύψη της Γερανείας. Και εις την Μεγαρίδα δε κατέβησαν οι Κορίνθιοι μετά των συμμάχων, νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι, των οποίων πολύς στρατός ήτο απών εις την Αίγιναν και εις την Αίγυπτον, δεν θα ήσαν εις κατάστασιν να βοηθήσουν τους Μεγαρείς, ή, εάν τους εβοήθουν, θα έλυαν τουλάχιστον την πολιορκίαν της Αιγίνης. Αλλ' οι Αθηναίοι το μεν προ της Αιγίνης στράτευμα δεν μετεκίνησαν, φθάνουσι δε εις τα Μέγαρα οι υπολειφθέντες εις Αθήνας πρεσβύτατοι και νεώτατοι υπό την στρατηγίαν του Μυρωνίδου. Και γενομένης μάχης ισορρόπου προς τους Κορινθίους εχωρίσθησαν απ' αλλήλων, εκατέρου μέρους ισχυριζομένου ότι δεν ενικήθη υπό του ετέρου. Και οι μεν Αθηναίοι (οίτινες όμως πλειότερον ενίκησαν) μετά την αναχώρησίν των Κορινθίων έστησαν τρόπαιον. Οι δε Κορίνθιοι, κακιζόμενοι υπό των εν τη πόλει πρεσβυτέρων και παρασκευασθέντες ύστερον επί δώδεκα ημέρας ολοκλήρους, ήλθον και έστησαν τρόπαιον και αυτοί απέναντι του των Αθηναίων ως νικήσαντες. Αλλ' οι Αθηναίοι προσδραμόντες εκ των Μεγάρων τους μεν εγείραντας το τρόπαιον εφονευσαν, συμπλακέντες δε μετά των άλλων ενίκησαν.

106. Οι δε Κορίνθιοι νικηθέντες υπεχώρηοαν, και μέρος αυτών αρκετόν, βιασθέν ισχυρώς και αποπλανηθέν της οδού, ενέπεσεν εις ιδιωτικόν τι κτήμα περικυκλούμενον υπό μεγάλης τάφρου και μη έχον έξοδον. Τούτο εννοήσαντες οι Αθηναίοι έκλεισαν την είσοδον με τους οπλίτας και παρατάξαντες κύκλω τους ψιλούς εφονευσαν διά λιθοβολισμών πάντας τους εισελθόντας, και το πάθημα τούτο υπήρξε μέγα διά τους Κορινθίους. Το δε πλείστον μέρος του στρατού αυτών ανεχώρησεν εις τα ίδια.

107. Ήρχισαν δε κατά τους χρόνους τούτους οiκοδομούμενα τα μακρά τείχη μέχρι της θαλάσσης, ήτοι το μέχρι Φαλήρου και το μέχρι Πειραιώς. Ότε δε οι Φωκείς εστράτευσαν εις Δωρίδα, μητρόπολιν των Λακεδαιμονίων, κατά του Βοιού, του Κυτινίου και του Ερινεού, και εκυρίευσαν μίαν εκ των μικρών τούτων πόλεων, οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την στρατηγίαν Νικομήδους του Κλεομβρότου, κηδεμόνας του νεαρού εισέτι βασιλέως Πλειστοάνακτος του Παυσανίου, εβοήθησαν τους Δωριείς μετά χιλίων πεντακοσίων οπλιτών Λακεδαιμονίων και δεκακισχιλίων συμμάχων, και αναγκάσαντες τους Φωκείς να αποδώσωσι την πόλιν διά συνθήκης απεχώρησαν πάλιν. Και διά θαλάσσης μεν, εάν ήθελον να περαιωθώσι διά του Κρισαίου κόλπου, οι περιπλέοντες Αθηναίοι έμελλον να τους εμποδίσωσι· διά δε της Γερανείας δεν εφαίνετο ασφαλές εις αυτούς να διαπεραιωθούν ενόσω οι Αθηναίοι κατείχαν τα Μέγαρα και τας Πηγάς. Διότι και δύσβατος ήτο η Γεράνεια και εφρουρείτο πάντοτε υπό Αθηναίων οι δε Λακεδαιμόνιοι ενόουν ότι και τότε έμελλον ούτοι να εμποδίσουν εις αυτούς και την διάβασιν εκείνην. Ενόμισαν λοιπόν πρέπον να παραμείνουν εις Βοιωτίαν και να σκεφθούν με ποίον ασφαλέστατον τρόπον να διαπορευθούν. ’λλως και προσεκαλούντο κρυφίως υπό τινων Αθηναίων, οίτινες ήλπιζαν να καταλύσωσι την δημοκρατίαν και τα οικοδομούμενα μακρά τείχη. Έδραμον δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι πανστρατιά μετά χιλίων Αργείων και άλλων τους οποίους απέστειλε καθεμία σύμμαχος πόλις· συνεποσώθησαν δε εις δεκατέσσαρας χιλιάδας. Την εκστρατείαν εκείνην επεχείρησαν διότι έβλεπον αυτούς αμηχανούντας πόθεν να διέλθουν και υποπτευόμενοι ότι ετεκταίνετό τι περί καταλύσεως της δημοκρατίας. Ήλθον προσέτι προς τους Αθηναίους δυνάμει της συμμαχίας ιππείς Θεσσαλοί, οίτινες όμως κατά την ώραν της συμπλοκής μετέβησαν προς τους Λακεδαιμονίους.

108. Γενομένης δε μάχης εν Τανάγρα της Βοιωτίας, ενίκων οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, και ο φόνος εγένετο πολύς εξ αμφοτέρων των μελών. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι, εισελθόντες εις την Μεγαρίδα και αποκόψαντες τα δένδρα, απήλθον πάλιν εις τον τόπον αυτών διά της Γερανείας και του ισθμού· οι δε Αθηναίοι, εξήκοντα δύο ημέρας μετά την μάχην, εστράτευσαν κατά των Βοιωτών, υπό την στρατηγίαν του Μυρωνίδου, και νικήσαντες αυτούς εις μάχην εν Οινοφύτοις εγένοντο κύριοι της Βοιωτίας και Φωκίδος, κατηδάφισαν το τείχος των Ταναγραίων, έλαβον ομήρους εκατόν άνδρας εκ των πλουσιωτάτων Λοκρών των Οπουντίων, και απετελείωσαν τα μακρά αυτών τείχη. Μετά ταύτα εσυνθηκολόγησαν προς τους Αθηναίους και οι Αιγινήται, κατεδαφίσαντες τα τείχη των, και τα πλοία παραδώσαντες, και υποσχεθέντες να τελούν φόρον εις τον μετέπειτα χρόνον. Οι Αθηναίοι περιέπλευσαν και την Πελοπόννησον, υπό την στρατηγίαν Τολμίδου του Τολμαίου, επυρπόλησαν τον ναύσταθμον των Λακεδαιμονίων, εκυρίευσαν την πόλιν των Κορινθίων Χαλκίδα, και αποβιβασθέντες εις την ξηράν ενίκησαν τους Σικυωνίους.

109. Οι δε εν τη Αιγύπτω Αθηναίοι και οι σύμμαχοι επέμεναν ακόμη, και δι' αυτούς ο πόλεμος είχε λάβει διαφόρους φάσεις. Κατά πρώτον μεν εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου οι Αθηναίοι, και ο βασιλεύς πέμπει εις Λακεδαίμονα τον Μεγάβαζον, Πέρσην άνδρα, έχοντα χρήματα μαζί του, ίνα πείση τους Πελοποννησίους να εισβάλουν εις την Αττικήν και αναγκάση ούτω τους Αθηναίους να εκκενώσουν την Αίγυπτον. Αλλά, επειδή η υπόθεσίς του δεν επροχώρει και τα χρήματα εξωδεύοντο ματαίως, τον μεν Μεγάβαζον μετά των υπολειπομένων χρημάτων ανακαλεί εις την Ασίαν· πέμπει δε τον Πέρσην Μεγάβυζον τον Ζωπύρου μετά πολλής στρατιάς· ο οποίος ελθών διά ξηράς ενίκησε τους Αιγυπτίους και τους συμμάχους, εξεδίωξεν από την Μέμφιδα τους Έλληνας και απέκλεισε τέλος αυτούς εις την νήσον Προσωπίτιδα· επολιόρκει δε αυτούς επί έν ολόκληρον έτος και μήνας έξ, μέχρις ου αποξηράνας την διώρυγα και παρατρέψας αλλαχού το ύδωρ τα μεν πλοία έφερεν εν ξηρώ, της δε νήσου το πλείστον μέρος κατέστησεν ήπειρον· διαβάς δε πεζή εκυρίευσε την νήσον.

110. Ούτω κατεστράφησαν τα ελληνικά πράγματα, μετά εξαετή πόλεμον· και ολίγοι εκ των πολλών πορευόμενοι διά της Λιβύης εσώθησαν εις την Κυρήνην, οι δε πλείστοι απωλέσθησαν. Η Αίγυπτος δε πάλιν εγένετο υποτελής του βασιλέως, πλην του Αμυρταίου του βασιλεύοντος εις την τελματώδη χώραν. Τούτον, ένεκα της μεγάλης εκτάσεως του τέλματος, δεν ηδύναντο να υποτάξωσιν, εν ταυτώ δε διότι οι κάτοικοι των τελμάτων εκείνων είναι οι μαχιμώτατοι των Αιγυπτίων, Ινάρως δε ο των Λιβύων βασιλεύς, ο οποίος τα πάντα είχε πράξει προς διατάραξιν της Αιγύπτου, συλληφθείς διά προδοσίας, ανεσταυρώθη. Εν τούτοις πεντήκοντα τριήρεις των Αθηναίων και των άλλων συμμάχων πλέουσαι προς την Αίγυπτον ίνα αντικαταστήσουν τας πρώτας ήραξαν εις το Μενδήσιον στόμιον, αγνοούντων των πληρωμάτων όσα είχον συμβή. Προσβληθείσαι διά ξηράς μεν υπό πεζών, διά θαλάσσης δε υπό του ναυτικού των Φοινίκων εχάθησαν πολλαί, και μόλις ολίγισται κατώρθωσαν να διαφύγουν. Και τα μεν κατά την μεγάλην στρατείαν των Αθηναίων και των συμμάχων εις Αίγυπτον ούτως ετελείωσαν.

111. Εκ δε της Θεσσαλίας εξορισθείς ο Ορέστης ο υιός του βασιλέως των Θεσσαλών Εχεκρατίδου έπεισε τους Αθηναίους να τον αποκαταστήσουν εις την εξουσίαν. Και οι Αθηναίοι παραλαβόντες τους Βοιωτούς και τους Φωκείς, συμμάχους όντας, εξεστράτευσαν κατά των Φαρσάλων της Θεσσαλίας· και της μεν γης, δεν ήσαν κύριοι άλλου μέρους ειμή όσον είχον διά στρατόπεδον, χωρίς να απομακρύνωνται πολύ απ' αυτού, διότι ημποδίζοντο υπό των Θεσσαλών ιππέων, την δε πόλιν δεν εκυρίευσαν, και το σχέδιον ένεκα του οποίου εξεστράτευσαν απέτυχεν εντελώς. Επέστρεψαν λοιπόν άπρακτοι έχοντες μεθ' εαυτών τον Ορέστην. Μετά ταύτα, όχι ύστερον από πολύ, χίλιοι Αθηναίοι, επιβάντες εις τα εν ταις Πηγαίς πλοία (διότι αυτοί κατείχον τας Πηγάς) παρέπλευσαν μέχρι Σικυώνος, στρατηγούντος Περικλέους του Ξανθίππου, και αποβάντες εις την ξηράν ενίκησαν τους μετ' αυτών συμπλακέντας Σικυωνίους, και ευθύς παραλαβόντες τους Αχαιούς και διαπλεύσαντες εις την αντιπέραν όχθην εστράτευσαν κατά της Οινιάδος της Ακαρνανίας και επολιόρκησαν αυτήν· αλλά μη δυνηθέντες να την κυριεύσουν απεχώρησαν εις Αθήνας.

112. Ύστερον δε, μετά παρέλευσιν τριών ετών, σπονδαί πενταετείς εγένοντο μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και ελληνικού μεν πολέμου απέσχον οι Αθηναίοι, εξεστράτευσαν δε κατά της Κύπρου με διακόσια πλοία ιδικά των και των συμμάχων, στρατηγούντος του Κίμωνος. Και εξήκοντα μεν εκ τούτων των πλοίων έπλευσαν εις την Αίγυπτον, κατά πρόσκλησιν του Αμυρταίου του βασιλέως της τελματώδους χώρας, τα δε άλλα επολιόρκουν το Κίτιον. Αλλά, αποθανόντος του Κίμωνος και επελθούσης πείνης, απεχώρησαν από του Κιτίου· και πλεύσαντες άνωθεν της εν Κύπρω Σαλαμίνος εναυμάχησαν και επεζομάχησαν συγχρόνως κατά των Φοινίκων και Κιλίχων, και νικήσαντες εις αμφότερα απεχώρησαν εις τα ίδια ακολουθούμενοι υπό των πλοίων τα οποία είχον επιστρέψει εκ της Αιγύπτου. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρησαν τον ιερόν καλούμενον πόλεμον, και καταλαβόντες το εν Δελφοίς ιερόν παρέδωκαν αυτό εις τους Δελφούς. Αλλ' ύστερον πάλιν οι Αθηναίοι μετά την αποχώρησιν αυτών πέμψαντες στρατόν και καταλαβόντες το παρέδωκαν εις τους Φωκείς.

113. Ότε ολίγος χρόνος παρήλθε μετά ταύτα, επειδή οι Βοιωτοί φυγάδες κατείχον την Ορχομενόν και την Χαιρώνειαν και άλλας τινάς πόλεις της Βοιωτίας, οι Αθηναίοι, στρατηγούντος Τολμίδου του Τολμαίου, εξεστράτευσαν κατά των πολεμίων εκείνων πόλεων με χιλίους εαυτών οπλίτας και όσους έδωκαν οι άλλοι σύμμαχοι. Κυριεύσαντες δε την Χαιρώνειαν απεχώρουν, αφού αφήκαν φρουράν. Ενώ όμως επορεύοντο προς την Κορώνειαν, επιτίθενται κατ' αυτών οι εκ της Ορχομενού Βοιωτοί φυγάδες, και οι μετ' αυτών Λοκροί, και οι Ευβοείς, και όσοι ήσαν της αυτής γνώμης· νικήσαντες δε μέρος μεν των Αθηναίων απέκτεινον, μέρος δε συνέλαβον ζώντας. Και την Βοιωτίαν πάσαν εξεκένωσαν οι Αθηναίοι συνθηκολογήσαντες να τοις αποδοθούν οι αιχμάλωτοι. Επιστρέψαντες δε εις τας πατρίδας των οι των Βοιωτών φυγάδες και όλοι οι άλλοι έγιναν πάλιν αυτόνομοι.

114. Μετά ταύτα, όχι πολύ ύστερον, απεστάτησεν από τους Αθηναίους η Εύβοια· και ότε είχεν ήδη μεταβή εις αυτήν ο Περικλής ηγγέλθη εις αυτόν ότι απεστάτησαν τα Μέγαρα, ότι οι Πελοποννήσιοι μέλλουν να εισβάλουν εις την Αττικήν και ότι οι φρουροί των Αθηναίων κατεσφάγησαν υπό των Μεγαρέων, εκτός εκείνων όσοι διεσώθησαν εις Νίσαιαν· απεστάτησαν δε οι Μεγαρείς, αφού προηγουμένως εζήτησαν την συνδρομήν των Κορινθίων, των Σικυωνίων και των Επιδαυρίων. Έσπευσε λοιπόν ο Περικλής να επαναφέρη τον στρατόν εκ της Ευβοίας. Έπειτα οι Πελοποννήσιοι, οδηγούμενοι υπό του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Πλειστοάνακτος του Παυσανίου, εισέβαλον εις την Αττικήν και εδήωσαν την Ελευσίνα και το Θρίον· μη προχωρήσαντές δε περαιτέρω επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι δε Αθηναίοι διαβάντες πάλιν την Εύβοιαν, στρατηγούντος του Περικλέους, την καθυπέταξαν όλην. Και εις μεν τας άλλας αυτής πόλεις επέβαλον όρους, τους δε κατοίκους της Ιστιαίας εκδιώξαντες κατέσχον την χώραν των αυτοί.

115. Όχι δε μετά πολύν χρόνον μετά την αναχώρησίν των από της Ευβοίας συνωμολόγησαν προς τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών τριακονταετείς συνθήκας αποδώσαντες την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα και την Αχαΐαν διότι ταύτας τας πόλεις ούσας των Πελοποννησίων κατείχον οι Αθηναίοι. Μετά έξ δε έτη ηγέρθη πόλεμος μεταξύ Σαμίων και Μιλησίων περί της Πριήνης· και οι Μιλήσιοι φανέντες υποδεέστεροι εις τον πόλεμον ήλθον εις τας Αθήνας και παρεπονούντο κατά των Σαμίων. Συνεπεβοήθουν δε αυτούς καί τινες ιδιώται εξ αυτής της Σάμου θέλοντες να μεταβάλουν το πολίτευμα αυτής. Πλεύσαντες λοιπόν εις Σάμον οι Αθηναίοι με τεσσαράκοντα πλοία εγκατέστησαν την δημοκρατίαν, και λαβόντες ομήρους εκ των Σαμίων, πεντήκοντα παίδας και ίσους άνδρας, τους οποίους απέθεσαν εις την Λήμνον, ανεχώρησαν εγκαταλιπόντες φρουράν.

Τότε τινές εκ των Σαμίων, οίτινες δεν είχον δυνηθή να υπομείνωσιν, αλλ' είχον φύγει, συμμαχήσαντες μετά των εν τη πόλει ισχυροτάτων και μετά του Πισσούθνα του Υστάσπου, όστις τότε εκυβέρνα τας Σάρδεις, και λαβόντες επτακοσίους επικούρους διέβησαν διά νυκτός εις την Σάμον. Και πρώτον μεν επανεστάτησαν κατά του δήμου και συνέλαβον τους πλείστους, έπειτα υποκλέψαντες εκ Λήμνου τους εαυτών ομήρους απεστάτησαν αναφανδόν και παρέδωκαν εις τον Πισσούθναν τους φρουρούς των Αθηναίων και τους άρχοντας, οίτινες ήσαν παρ' αυτοίς, και παρεσκευάζοντο ευθύς να εκστρατεύσουν κατά της Μιλήτου. Μετ' αυτών δε συναπεστάτησαν και οι Βυζάντιοι.

116. ’μα έμαθον ταύτα οι Αθηναίοι, έπλευσαν κατά της Σάμου με εξήκοντα πλοία, εξ ων τα μεν δεκαέξ δεν μετεχειρίσθησαν (διότι μέρος μεν αυτών έπεμψαν εις την Καρίαν διά να κατασκοπεύσουν τον φοινικικόν στόλον, μέρος δε διά να ειδοποιήσουν την Χίον και την Λέσβον όπως στείλουν βοηθείας), με τα άλλα δε τεσσαράκοντα τέσσαρα, υπό την στρατηγίαν του Περικλέους και εννέα άλλων, συνεκρότησαν ναυμαχίαν πλησίον της Τραγίης νήσου προς τα εβδομήκοντα πλοία των Σαμίων, εκ των οποίων τα είκοσι είχον στρατιώτας· όλα δε τα πλοία ταύτα ήρχοντο εκ της Μιλήτου. Και οι Αθηναίοι ενίκησαν. Ύστερον δε ενισχύθησαν με άλλα τεσσαράκοντα πλοία των Αθηναίων, και με εικοσιπέντε των Χίων και Λεσβίων. Και αποβάντες εις την ξηράν και έχοντες ανώτερον πεζικόν επολιόρκησαν την πόλιν διά τριών τειχών και εκ της θαλάσσης. Ο δε Περικλής λαβών εξήκοντα εκ των προσωρμισμένων πλοίων ανεχώρησε ταχέως εις Καύνον και Καρίαν, άμα ηγγέλθη ότι πλέουσι κατ' αυτών φοινικικά πλοία. Ανεχώρησε δ' εκ της Σάμου μετά πέντε πλοίων ο Στησαγόρας και οι άλλοι όπως ενωθούν με τα φοινικικά.

117.Εν τούτω τω μεταξύ εκπλεύσαντες οι Σάμιοι εξ απροόπτου και επιπεσόντες κατά του απροφυλάκτου στρατοπέδου τας μεν προφυλακίδας ναυς κατέστρεψαν, ναυμαχήσαντες δε προς εκείνας αι οποίαι ώρμησαν εναντίον των ενίκησαν αυτάς και εγένοντο κύριοι της θαλάσσης των περί τας δεκατέσσαρας ημέρας εισκομίζοντες και εκκομίζοντες όσα ήθελον. Ελθόντος δε του Περικλέους κατεκλείσθησαν πάλιν διά των πλοίων. Και εκ των Αθηνών ύστερον εστάλη και άλλη επικουρία, τεσσαράκοντα μεν πλοία υπό τον Θουκυδίδην και τον ’γνωνα και τον Φορμίωνα, είκοσι δε υπό τον Τληπόλεμον και τον Αντικλέα, και τριάκοντα εκ της Χίου και της Λέσβου. Και μικράν μεν ναυμαχίαν έκαμαν οι Σάμιοι· μη δυνάμενοι δε να ανθέξουν υπεχώρησαν εις τους πολιορκητάς τον ένατον μήνα, και παραδοθέντες διά συνθήκης κατηδάφισαν το τείχος των, έδωκαν ομήρους, παρέδωκαν τα πλοία και υπεχρεώθησαν να πληρώνουν κατά προθεσμίας τα δαπανηθέντα χρήματα. Εσυνθηκολόγησαν δε και οι Βυζάντιοι να μένουν υπήκοοι καθώς ήσαν πρότερον.