Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος
Part 5
77. Και όταν αποδεικνυώμεθα έχοντες κατά τα συμβόλαια άδικον εις τας προς τους συμμάχους δίκας, και όταν παρ' ημίν αυτοίς και κατά τους κοινούς νόμους εκφέρωμεν τας αποφάσεις, πάλιν νομιζόμεθα φιλόδικοι. Ουδείς αυτών λαμβάνει υπ' όψιν διατί οι διοικούντες άλλας χώρας και ολιγώτερον ημών μετρίω φερόμενοι προς τους υπηκόους δεν υφίστανται την αυτήν μομφήν. Διότι ο δυνάμενος να μεταχειρισθή την βίαν δεν έχει ανάγκην να καταφύγη εις την δικαιοσύνην. Οι σύμμαχοι ημών, συνηθισμένοι να φέρωνται προς ημάς ως ίσοι, εάν υποστώσιν ελάττωσίν τινα εις τας αξιώσεις των, είτε διά δικαστικής αποφάσεως είτε διά της βίας διότι άρχομεν, δεν μας χρεωστούν χάριν ότι δεν στερούνται τα περισσότερα, αλλά πλειότερον δυσανασχετούν διά την μερικήν στέρησιν παρά εάν εξ αρχής, αφήσαντες κατά μέρος πάσαν νομικήν διάταξιν, διεπράττομεν φανεράς πλεονεξίας· διότι εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα ετόλμων να υποστηρίξουν ότι δεν πρέπει ο ασθενέστερος να υποκύπτη εις τον ισχυρότερον. Φαίνεται δε ότι οι άνθρωποι πλειότερον οργίζονται όταν αδικώνται ή όταν βιάζονται· διότι εκείνο μεν νομίζεται πλεονεξία προερχομένη από ομοίων, τούτο δε ανάγκη επιβαλλομένη υπό του ισχυροτέρου. Μολονότι υπό την εξουσίαν του Μήδου έπασχον δεινότερα τα υπέφερον· η δε ημετέρα αρχή τοις φαίνεται μισητή, και ευλόγως· διότι το παρόν πάντοτε βαρύνει τους υπηκόους. Σεις οι ίδιοι, εάν καταλύοντες την ημετέραν αρχήν ήρχεσθε εις την εξουσίαν, ταχέως θα εχάνετε την εύνοιαν την οποίαν απεκτήσατε ένεκα του φόβου τον οποίον εμπνέομεν, διότι και σήμερον θα έχετε το αυτό φρόνημα οποίον απεδείξατε κατά την ολιγοχρόνιον ηγεμονίαν την οποίαν ανελάβετε κατά την εισβολήν των Μήδων. Τα έθιμά σας είναι ασυμβίβαστα προς τα των άλλων Ελλήνων, προσέτι δε έκαστος από σας αποδημών ούτε τους θεσμούς της πατρίδος του ακολουθεί, ούτε συμμορφούται προς τους θεσμούς της άλλης Ελλάδος.
78. »Σκεφθήτε λοιπόν βραδέως, διότι δεν πρόκειται περί ασημάντου πράγματος, και μη αυξήσετε τους ιδίους σας περισπασμούς, πειθόμενοι εις τας αλλοτρίας γνώμας και παράπονα. Πριν επιχειρήσετε τον πόλεμον σκεφθήτε εις πόσους παραλογισμούς δύναται ούτος να παρασύρη. Όταν παρατείνεται, αρέσκεται να πολλαπλασιάζη τας αβεβαίους τύχας από τας οποίας εξίσου απέχομεν αμφότεροι, και είναι άδηλον και αμφίβολον υπέρ τίνος θα αποβή. Επιχειρούντες οι άνθρωποι πόλεμόν τινα, αρχίζουν εξ εκείνου του σημείου εις το οποίον έπρεπε να τελειώνουν, κακοπαθούντες δε τότε αρχίζουν να σκέπτωνται. Ημείς όμως μηδέν τοιούτο λάθος πράξαντες, βλέποντες δε και σας μη περιπεσόντας εις τοιούτο, σας συμβουλεύομεν, ενόσω ακόμη υπάρχει εις αμφοτέρους ελευθέρα διάσκεψις, να μη λύσωμεν τας συνθήκας, μήτε να παραβώμεν τους όρκους, τας δε διαφοράς μας να τας λύσωμεν δικαστικώς, ως εγράφη εις τας συνθήκας. Εν εναντία περιπτώσει ημείς, λαμβάνοντες μάρτυρας τους θεούς προ των οποίων ωρκίσθημεν, θα προσπαθήσωμεν να τιμωρήσωμεν τους παραβάτας διά του αυτού τρόπου του οποίου σεις ηθέλετε δώσει παράδειγμα».
79. Ταύτα είπον οι Αθηναίοι. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν τα παράπονα των συμμάχων κατά των Αθηναίων, και τους λόγους των Αθηναίων, διατάξαντες να αποσυρθούν όλοι, συνεσκέπτοντο μεταξύ των περί του παρόντος ζητήματος. Και οι μεν πλείστοι συνεφώνουν ότι οι Αθηναίοι έπραξαν ήδη αδικίας, και πρέπει ταχέως να πολεμηθούν. Προσελθών δε εις το μέσον ο βασιλεύς αυτών Αρχίδαμος, θεωρούμενος ως ανήρ ικανός και συνετός, είπε ταύτα.
80. «Ουχί μόνον εγώ, ω Λακεδαιμόνιοι, έχω πείραν πολλών ήδη πολέμων, αλλά και τοιούτους βλέπω μεταξύ σας τους ομήλικάς μου· δεν θα μιμηθώμεν λοιπόν τους πολλούς των ανθρώπων οίτινες ένεκα απειρίας νομίζουν τον πόλεμον ωφέλιμον και ακίνδυνον. Τωόντι θέλετε εύρει ότι ο πόλεμος ούτος, περί ου σήμερον διασκέπτεσθε, θα είναι όχι μικράς σπουδαιότητος, εάν σκεφθήτε περί αυτού απαθώς. Διότι προς μεν τους Πελοποννησίους και τους συνορεύοντας γείτονας δυνάμεθα ν' αντιτάξωμεν ομοίαν δύναμιν και ταχέως να επικρατήσωμεν παντού· αλλά προς ανθρώπους κατοικούντας μακράν, και όντας εμπειροτάτους περί τα ναυτικά, αφθόνως καθ' όλα παρεσκευασμένους, με ιδιωτικόν και δημόσιον πλούτον, με πλοία, με ίππους, με όπλα, με άνδρας όσους δεν ευρίσκομεν εις ουδεμίαν άλλην ελληνικήν χώραν, προσέτι δε έχοντας πολλούς συμμάχους φόρου υποτελείς, προς τοιούτους ανθρώπους πώς να επιχειρήσωμεν πόλεμον άνευ ωρίμου σκέψεως; και εις τί βασιζόμενοι θέλομεν σπεύσει απαράσκευοι; Εις τα πλοία μας; αλλ' είμεθα υποδεέστεροι· εάν δε θελήσωμεν να γυμνασθώμεν και να τοις αντιτάξωμεν αξιόμαχον ναυτικόν, θα μεσολαβήση χρόνος. Εις τα χρήματα μας; αλλά και κατά τούτο είμεθα πολύ υποδεέστεροι, διότι ούτε κοινόν ταμείον έχομεν, ούτε συνεισφέρομεν ταχέως εκ των ιδίων.
81. »Ίσως τις θαρρευόμενος είπη ότι υπερέχοντες κατά τους οπλίτας και το πλήθος δυνάμεθα να ερημώνωμεν την χώραν των εισβάλλοντες συχνάκις εις αυτήν. Αλλ' οι Αθηναίοι άρχουσι πολλών άλλων χωρών, και θέλουν εισάγει διά θαλάσσης εκείνα τα οποία χρειάζονται. Εάν δε πάλιν αποπειραθώμεν να εγείρωμεν εναντίον των τους συμμάχους των, θα χρειασθή και τούτους να βοηθήσωμεν διά πλοίων, αφού οι πλείστοι είναι νησιώται. Ποίον λοιπόν πόλεμον θα επιχειρήσωμεν; διότι, εάν δεν νικήσωμεν κατά θάλασσαν, ή εάν δεν αφαιρέσωμεν απ' αυτών τα εισοδήματα διά των οποίων συντηρούν το ναυτικόν των, θέλομεν βλαφθή μεγάλως. Και εν τοιαύτη θέσει διατελούντες δεν θα δυνηθώμεν να τελειώσωμεν εντίμως τον πόλεμον, προ πάντων διότι θα φανώμεν ότι ημείς μάλλον ή οι Αθηναίοι υπήρξαμεν οι πρώτοι αίτιοι της διαφοράς. Ας μη γινώμεθα λοιπόν φαντασμένοι, παρασυρόμενοι υπό της ελπίδος εκείνης ότι ταχέως θέλει παύσει ο πόλεμος, εάν λεηλατήσωμεν την χώραν των. Πολύ μάλλον φοβούμαι μη καταλίπωμεν αυτόν εις τους παίδας μας, τόσον πιθανόν ότι εκ μεγαλοφροσύνης οι Αθηναίοι ούτε δούλοι θέλουν γίνει της ιδίας εαυτών γης, ούτε, ως άπειροι άνθρωποι, θέλουν φοβηθή τον πόλεμον.
82. » Δεν λέγω όμως πάλιν να τους αφήσωμεν αναισθήτως να βλάπτουν τους συμμάχους μας και να παραβλέπωμεν τας επιβουλάς των, αλλ' όπλα μεν να μη κινήσωμεν εισέτι, να πέμψωμεν δε πρέσβεις προς αυτούς οίτινες να εκθέσωσι τα παράπονά μας μήτε πόλεμον κηρύττοντες φανερά μήτε συγκατάβασιν δεικνύοντες, και εν τω μεταξύ και τας ημετέρας δυνάμεις να παρασκευάζωμεν και συμμάχους Έλληνας και βαρβάρους να προσλαμβάνωμεν, ει δυνατόν δε, αδιάφορον πόθεν, να προμηθευθώμεν ενίσχυσιν πλοίων ή χρημάτων (διότι δεν είναι αξιόμεμπτον, αφού μας επιβουλεύονται οι Αθηναίοι, να ενωθώμεν όχι με Έλληνας αλλά και με βαρβάρους όπως σωθώμεν), και τέλος να προσπαθήσωμεν να πορισθώμεν πάντα τα αναγκαιούντα εις ημάς. Και αν μεν δώσωσι προσοχήν εις τους πρέσβεις, έχει καλώς· εάν δε όχι, τότε μετά παρέλευσιν δύο ή και τριών ετών, κάλλιον παρεσκευασμένοι, εκστρατεύομεν κατ' αυτών, εάν μας φανή εύλογον. Και ίσως, όταν ίδωσιν οι Αθηναίοι τας ετοιμασίας ημών, και τους λόγους ομοίους προς τας πράξεις υποχωρήσουν τοσούτω μάλλον όσω η χώρα αυτών θέλει είσθαι ακόμη αλώβητος, και θα δύνανται να διασκέπτωνται περί των υπαρχόντων ακόμη αγαθών και μη καταστραφέντων. Τωόντι μη νομίσετε την χώραν των ως άλλο τι ειμή ως ενέχυρον το οποίον τοσούτω μάλλον είναι ασφαλές όσω καλλίτερον καλλιεργείται. Όσω το δυνατόν πρέπει να φείδεσθε αυτής, και να μη καταστήσετε την ήτταν των πλέον δύσκολον εξωθούντες αυτούς εις απόγνωσιν. Διότι, εάν απαράσκευοι και ενδίδοντες εις τας εισηγήσεις των συμμάχων καταστρέψωμεν την χώραν, προσέξατε μήπως πράξωμέν τι, το οποίον θα προξενήση μεγαλυτέραν αισχύνην και αμηχανίαν εις την Πελοπόννησον. Αι διαφοραί των πόλεων και των ιδιωτών δύνανται να συμβιβασθούν· όταν όμως, χάριν των ιδιωτικών συμφερόντων, εγείρωνται όλοι ομού προς πόλεμον, του οποίου δεν δύναται τις να προΐδη την έκβασιν, δεν θέλει είσθαι εύκολον έντιμον τέλος.
83. » Κανείς μη φαντασθή ότι ήθελεν είσθαι ανανδρία αν πολλοί όντες δεν σπεύσετε να προσβάλετε ταχέως μίαν μόνην πόλιν διότι και οι Αθηναίοι έχουν όχι ολιγωτέρους ημών συμμάχους συνεισφέροντας χρήματα, και ο πόλεμος εξαρτάται όχι τόσον εκ των όπλων όσον εκ της δαπάνης διά της οποίας τα όπλα καθίστανται ωφέλιμα, προ πάντων όταν ούτος γίνεται εκ μέρους ηπειρωτών προς θαλασσινούς. Ας πορισθώμεν λοιπόν πρώτον την δαπάνην ταύτην, και μη παρασυρθώμεν πρότερον από τους λόγους των συμμάχων και επειδή ημείς θα έχωμεν την μεγαλυτέραν ευθύνην και κατά την ατυχή έκβασιν του πολέμου, ημείς πρέπει να σκεφθώμεν ωρίμως αμφοτέρας ταύτας τας πιθανότητας.
84. »Ποσώς μη αισχυνθήτε διά την βραδύτητα και την αναβολήν διά τας οποίας τόσον μας μέμφονται· η επίσπευσις δεν θέλει επιφέρει άλλο αποτέλεσμα ειμή να κάμετε να βραδύνη το τέλος πολέμου τον οποίον ηθέλετε επιχειρήση απαράσκευοι όντες. ’λλως τε και ένεκα αυτής ταύτης της βραδύτητος και περισκέψεως νεμόμεθα διά παντός πόλιν ελευθέραν και ενδοξοτάτην. Αυτό διά το οποίον μας ελέγχουσιν ουδέν άλλο είναι ή λογαριασμένη φρόνησις και περίσκεψις· διότι ημείς μόνοι ούτε εις τας ευτυχίας γινόμεθα αυθάδεις ούτε εις τας αποτυχίας αποθαρρυνόμεθα ως τόσοι άλλοι. Προσέτι ούτε παρασυρόμεθα από την ηδονήν, την οποίαν παρέχουν οι επαινούντες διά να παρακινήσουν ημάς επί τους κινδύνους, παρά την πεποίθησιν ημών, ούτε είναι δυνατόν να μεταπεισθώμεν υπό των επιπλήξεων διά των οποίων προσπαθούν να μας παροτρύνουν. Η σωφροσύνη αύτη καθιστά ημάς ισχυρούς εν τω πολέμω και συνετούς εις τας συσκέψεις· ισχυρούς, διότι εκ της σωφροσύνης πηγάζει το αίσθημα της τιμής, εκ τούτου δε η ευψυχία· συνετούς, διότι εξεπαιδεύθημεν τόσον απλώς ώστε να μη περιφρονώμεν τους νόμους και τόσον αυστηρώς ώστε να μη απειθώμεν εις αυτούς· τέλος διότι μη όντες τόσον σοφοί εις τα ανωφελή πράγματα δεν κατέχομεν την τέχνην να μεμφώμεθα διά λόγων ωραίων τας προετοιμασίας των πολεμίων, και έπειτα να πράττωμεν έργα ανόμοια προς τους λόγους. Νομίζομεν ότι αι σκέψεις των άλλων ομοιάζουν με τας ιδικάς μας και ότι αι συμβαίνουσαι μεταβολαί της τύχης δεν δύνανται να διακριθούν διά του λόγου. Πρέπει πάντοτε να υποθέτωμεν τους εναντίους ως συνετά μέτρα λαβόντας, και να αντιτάσσωμεν κατ' αυτών πραγματικάς προπαρασκευάς· να μη στηρίζωμεν τας ελπίδας μας εις τα σφάλματα όσα ήθελον πράξει, αλλ' εις την ασφαλή πρόνοιαν ημών αυτών. Δεν πρέπει δε να πιστεύωμεν ότι άνθρωπος από άνθρωπον διαφέρει πολύ, αλλ' ότι ο τελειότερος είναι εκείνος, όστις εξεπαιδεύθη εις τα αναγκαιότατα πράγματα.
85. » Ταύτα λοιπόν τα αξιώματα τα οποία μας παρέδωκαν οι πατέρες ημών και τα οποία πάντοτε μας ωφέλησαν, ας μη παραιτήσωμεν· ας μη σπεύσωμεν, ότε πρόκειται περί τόσων ανθρώπων, χρημάτων, πόλεων και δόξης, να αποφασίσωμεν εντός ολίγων μόνον στιγμών, αλλ' ας σκεφθώμεν με ησυχίαν. Εξ αιτίας της δυνάμεως, την οποίαν έχομεν, επιτρέπεται τούτο εις ημάς πλειότερον ή εις πάντα άλλον. Πέμψατε εις Αθήνας πρέσβεις διά την Ποτείδαιαν, πέμψατε επίσης να συνάξετε πληροφορίας περί των αδικιών διά τας οποίας παραπονούνται οι σύμμαχοι· τοσούτω μάλλον όσω και αυτοί οι Αθηναίοι είναι έτοιμοι να δικασθούν. Διότι δεν είναι δίκαιον να προσβάλετε εκ των προτέρων ως αδικούντα εκείνον όστις ζητεί να δικαιολογηθή. Συγχρόνως όμως εκτελείτε τας προετοιμασίας σας. Τα μέτρα δει ταύτα θα είναι κάλλιστα και εις τους εναντίους φοβερώτατα». Και ταύτα μεν είπεν ο Αρχίδαμος· προχωρήσας δε τελευταίος ο Σθενελαίδας, είς των εφόρων τότε ων, είπε προς τους Λακεδαιμονίους τα ακόλουθα.
86. «Τους μεν μακρούς λόγους των Αθηναίων δεν εννοώ. Αφού επήνεσαν πολύ εαυτούς, ουδόλως απέκρυψαν ότι αδικούν τους ημετέρους συμμάχους και την Πελοπόννησον. Και όμως, αν κατά των Μήδων εφάνησαν καλοί, σήμερον δε φέρονται κακώς προς ημάς, είναι άξιοι διπλασίας τιμωρίας, διότι μετεβλήθησαν από αγαθούς εις κακούς. Ημείς δε και τότε και σήμερον είμεθα οι αυτοί, και τους συμμάχους, εάν είμεθα φρόνιμοι, δεν θα παραβλέψωμεν ν' αδικώνται, ουδέ θα βραδύνωμεν να τους βοηθήσωμεν ούτω δε μέλλουν να παύσουν εις το εξής τα παθήματα των.
Και άλλοι μεν έχουν χρήματα πολλά, και πλοία, και ίππους, ημείς δε έχομεν συμμάχους καλούς, τους οποίους δεν πρέπει να παραδώσωμεν εις τους Αθηναίους, μηδέ να λύσωμεν την προς τους Αθηναίους διαφοράν με κρίσεις και με λόγους, αφού και οι σύμμαχοι μας δεν βλάπτονται με λόγους· αλλά πρέπει να τους βοηθήσωμεν ταχέως και όσον είναι δυνατόν. Κανείς ας μη μας είπη ότι καθό αδικούμενοι πρέπει να σκεφθώμεν· η πολυχρόνιος σκέψις αρμόζει μάλλον εις τους μέλλοντας να αδικήσουν. Ψηφίσατε λοιπόν επαξίως της Σπάρτης, ω Λακεδαιμόνιοι, τον πόλεμον· και ούτε τους Αθηναίους αφήνετε να γίνωνται μεγαλύτεροι, ούτε τους συμμάχους να καταπροδίδωμεν, αλλά τη βοήθεια των θεών ας δράμωμεν κατά των αδικούντων».
87. Ταύτα ειπών έθεσεν ο ίδιος το ζήτημα, ως έφορος, εις την ψηφοφορίαν της εκκλησίας των Λακεδαιμονίων· επειδή δε η κρίσις γίνεται διά βοής και ουχί διά ψήφου, είπεν ότι δεν ηδύνατο να διακρίνη την βοήν εκ τίνος μέρους ήτο μεγαλυτέρα· θέλων δε διά της φανερώς απαγγελλομένης εκάστου γνώμης να παροτρύνη ακόμη περισσότερον αυτούς εις πόλεμον είπεν. «Όστις εξ υμών, ω Λακεδαιμόνιοι, νομίζει ότι αι συνθήκαι διελύθησαν, και ότι οι Αθηναίοι αδικούν, ας εγερθή και ας υπάγη εις εκείνο το μέρος (και έδειξε μέρος τι)· όστις δε φρονεί το εναντίον, ας μεταβή εις το αντίθετον μέρος». Αναστάντες οι δε Λακεδαιμόνιοι διεμοιράσθησαν· και οι νομίζοντες ότι αι συνθήκαι είχον διαλυθή ευρέθησαν περισσότεροι. Προσκαλέσαντες δε τότε τους συμμάχους είπον προς αυτούς ότι πείθεται μεν η συνέλευσις περί της ενοχής των Αθηναίων, αλλά θέλει, πριν κηρυχθή ο πόλεμος, να συναθροισθούν εις σύσκεψιν όλοι οι σύμμαχοι και να ψηφίσουν αυτόν εν γενική συνεδριάσει. Και οι μεν σύμμαχοι ακούσαντες ταύτα επέστρεψαν εις τα ίδια, οι δε πρέσβεις των Αθηναίων ανεχώρησαν βραδύτερον, αφού εξεπλήρωσαν τον σκοπόν της αποστολής των. Η απόφασις αύτη της συνελεύσεως η κηρύττουσα την διάλυσιν των συνθηκών εγένετο κατά το δέκατον τέταρτον έτος από της υπογραφής της τριακονταετούς ανακωχής η οποία συνωμολογήθη μετά την κατάκτησιν της Ευβοίας.
88. Εψήφισαν δε οι Λακεδαιμόνιοι την διάλυσιν των συνθηκών και την ανάγκην του πολέμου, όχι τόσον διότι επείσθησαν εις τους λόγους των συμμάχων, όσον διότι εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι γίνουν ισχυρότεροι, και διότι έβλεπον ότι ήσαν ήδη εις την εξουσίαν τούτων τα πλειότερα μέρη της Ελλάδος.
89. Ιδού δε με ποίον τρόπον οι Αθηναίοι περιήλθον εις τοιαύτην ακμήν δυνάμεως. Ότε οι Μήδοι ανεχώρησαν εκ της Ευρώπης νικηθέντες υπό των Ελλήνων κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, οι δε καταφυγόντες μετά των πλοίων των εις την Μυκάλην κατεστράφησαν, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Λεωτυχίδης, ο οποίος ήτο στρατηγός των εν Μυκάλη Ελλήνων, απεχώρησεν εις τα ίδια, φέρων μεθ' εαυτού και τους Πελοποννησίους συμμάχους. Αλλ' οι Αθηναίοι και οι εκ της Ιωνίας και του Ελλησπόντου σύμμαχοι, οίτινες είχον ήδη αποσπασθή από του βασιλέως, μείναντες εκεί μετά την αναχώρησίν του επολιόρκουν την Σηστόν κατεχομένην υπό των Μήδων, και διατρίψαντες όλον τον χειμώνα εκυρίευσαν αυτήν μετά την αναχώρησιν των βαρβάρων και μετά τούτο απέπλευσαν εκ του Ελλησπόντου ο καθείς εξ αυτών εις τας πόλεις των. Οι δε κάτοικοι των Αθηνών, άμα οι βάρβαροι απήλθον εκ της χώρας των, μετεκόμισαν αμέσως τας γυναίκας, τους παίδας και τα περισωθέντα πράγματα εκ του μέρους εις το οποίον τα είχον αποθέσει, και ητοιμάζοντο να ανοικοδομήσουν την πόλιν και τα τείχη· διότι εκ του περιβόλου ελάχιστον μέρος είχε μείνει σώον, και αι πλείσται οικίαι είχον πέσει, εκτός ολίγων εις τας οποίας είχον κατασκηνώσει οι σημαντικώτεροι των Περσών.
90. Οι δε Λακεδαιμόνιοι προβλέποντες το μέλλον, έπεμψαν πρεσβείαν εις Αθήνας, όχι μόνον διότι μετ' ευχαριστήσεως θα έβλεπον και αυτήν και πάσαν άλλην πόλιν μένουσαν ατείχιστον, αλλά διότι παρωτρύνοντο υπό των συμμάχων, οίτινες εφοβούντο και το πολύ ναυτικόν των Αθηναίων, όπερ πρότερον δεν υπήρχε, και το τολμηρόν θάρρος το οποίον έδειξαν κατά τον Μηδικόν πόλεμον. Ηξίουν δε παρά των Αθηναίων όχι μόνον να μη ανοικοδομήσουν τα τείχη των, αλλά και ενούμενοι μετ' αυτών να κατεδαφίσουν όλους τους περιβόλους όσοι υπήρχον έξω της Πελοποννήσου, την μεν πρόθεσιν και την δυσπιστίαν μη φανερώνοντες, προφασιζόμενοι δε ότι, αν πάλιν επέστρεφαν οι βάρβαροι, να μη εύρουν τετειχισμένον μέρος εξ ου να διευθύνωσι τας προσβολάς των, ως έπραξαν εις τας Θήβας κατά τον πόλεμον εκείνον· παρετήρουν συγχρόνως ότι η Πελοπόννησος ήτο αρκετή διά να προσφέρη εις όλους τους Έλληνας καταφύγιον και σημείον αναχωρήσεως. Αλλ' οι Αθηναίοι, κατά συμβουλήν του Θεμιστοκλέους, εις μεν τους Λακεδαιμονίους ταύτα ειπόντας απεκρίθησαν ότι θα έπεμπον αμέσως πρέσβεις περί της εν λόγω υποθέσεως και τους απέλυσαν· ο δε Θεμιστοκλής συνεβούλευσε να τον πέμψουν όσον τάχιστα εις την Λακεδαίμονα, τους δε άλλους τους οποίους ήθελον εκλέξει ως συμπρέσβεις να μη τους στείλουν αμέσως, αλλά να τους κρατήσουν τόσον καιρόν έως ότου ανυψωθούν ικανώς τα τείχη, ώστε οι πολεμούντες να δύνανται να υπερασπίζωνται εκ του απολύτως αναγκαίου ύψους· να κτίζουν δε τα τείχη όλος ο λαός ο εν τη πόλει και άνδρες, και γυναίκες, και παίδες, μη φειδόμενοι μήτε ιδίου μήτε δημοσίου οικοδομήματος από του οποίου δύναται να προκύψη ωφέλειά τις εις το έργον, αλλά καταρρίπτοντες τα πάντα. Και ο μεν ταύτα συμβούλευσας και αφήσας να εννοήσουν ότι αυτός θέλει πράξει τα λοιπά εις την Λακεδαίμονα ανεχώρησε. Και ελθών εις την Λακεδαίμονα δεν παρουσιάσθη εις τας αρχάς, αλλ' έμενεν αναβάλλων την εμφάνισίν του υπό διαφόρους προφάσεις· και, ότε τον ηρώτησέ τις των αρχόντων διατί δεν παρουσιάζεται εις το κοινόν, απεκρίθη ότι ανέμενε τους συμπρέσβεις, οίτινες είχον μείνει οπίσω διά τινα υπόθεσιν, περιμένη όμως αυτούς να έλθουν ταχέως, και απορεί πώς δεν έφθασαν ακόμη.
91. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ακούοντες εις μεν τον Θεμιστοκλέα επείθοντο διά την φιλίαν αυτού· ότε όμως ήλθόν τινες και κατήγγελλον μετά βεβαιότητος ότι το τείχος των Αθηνών ήρχισε να κτίζεται και ότι έλαβεν ήδη αρκετόν ύψος, δεν ηδύναντο πλέον να μη πιστεύσωσι. Μαθών δε ο Θεμιστοκλής τα γινόμενα παρακινεί αυτούς να μη παρασύρωνται πλεότερον υπό των λόγων, αλλά να πέμψουν εκ των συμπολιτών των άνδρας τινάς χρηστούς, οίτινες να εκθέσουν πιστώς όσα ήθελον ιδεί. Αποστέλλουν λοιπόν. Αλλ' ο Θεμιστοκλής ειδοποιεί κρυφίως τους Αθηναίους συμβουλεύων αυτούς να συλλάβουν όσον το δυνατόν μυστικά τους πρέσβεις και να μη τους αφήσουν πριν αυτός και οι μετ' αυτού συμπρέσβεις επιστρέψουν εις Αθήνας (διότι είχον ήδη έλθει προς αυτόν οι συμπρέσβεις Αβρώνιχος ο Λυσικλέους, και Αριστείδης ο Λυσιμάχου, αγγέλλοντες ότι το τείχος είχεν υψωθή αρκετά), καθότι εφοβείτο μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, αφού μάθουν την αλήθειαν σαφώς, δεν τους αφήσουν πλέον. Και οι Αθηναίοι λοιπόν, συμφώνως με την συμβουλήν του, εκράτησαν τους πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, και ο Θεμιστοκλής εμφανισθείς εις το κοινόν είπε φανερώς ότι η πόλις των περιετειχίσθη ήδη επί τοσούτον ώστε να προφυλάττη τους οικούντας εντός αυτής· ότι, αν θέλουν οι Λακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοι να πέμψουν εις Αθήνας πρέσβεις δι' υπόθεσίν τινα, έπρεπεν εις το εξής να μεταβαίνουν ως προς ανθρώπους γινώσκοντας ομοίως και τα εαυτών συμφέροντα και τα κοινά· ότι, ότε οι Αθηναίοι ενόμισαν αναγκαίον να εγκαταλείψουν την πόλιν των και να εμβούν εις τα πλοία, συνέλαβον την τολμηράν εκείνην απόφασιν χωρίς να συμβουλευθούν τους Λακεδαιμονίους· ότι εις όσα συμβούλια συνεκρότησαν, από κοινού μετ' εκείνων, ουδενός εδείχθησαν κατώτεροι κατά την σύνεσιν· ότι, και σήμερον επίσης ενόμιζον αναγκαίον να περιτειχίσουν την πόλιν των· ότι δι' αυτούς ιδία και δια τους συμμάχους εν γένει η ωφέλεια θα είναι μεγαλυτέρα· ότι ήτο αδύνατον μη έχοντες όμοιας δυνάμεις να συσκέπτωνται μετ' ισότητος και δικαιοσύνης εις τα από κοινού συγκροτούμενα συμβούλια· και ότι τέλος ή έπρεπεν όλοι οι Έλληνες να συμμαχήσουν μένοντες άνευ τειχών ή να επιδοκιμασθή το έργον των Αθηναίων ως ορθώς έχον.
92. Ακούσαντες ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι οργήν μεν φανεράν δεν έδειξαν προς τους Αθηναίους· διότι ηξίουν ότι όχι προς παρακώλυσιν, αλλά προς παραίνεσιν δήθεν είχον στείλη πρεσβείαν εις τας Αθήνας, συγχρόνως δε διότι ήσαν εις αυτούς προσφιλείς διά την μεγάλην προθυμίαν την οποίαν έδειξαν κατά τον Μηδικόν πόλεμον. Κρυφίως όμως εδυσφόρησαν διότι απέτυχαν του σκοπού· οι δε πρέσβεις εκατέρων επέστρεψαν εις τα ίδια ανενόχλητοι.
93. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι ετείχισαν εις ολίγον χρόνον την πόλιν των. Ακόμη δε και σήμερον είναι φανερόν ότι η οικοδομή εγένετο βιαστικά· διότι τα θεμέλια σύγκεινται εκ παντοίων λίθων, και είς τινα μέρη ακατεργάστων και όπως τους έφερεν έκαστος, πολλαί δε στήλαι επιτάφιοι και λίθοι κατειργασμένοι συγκατελέχθησαν, διότι μεγαλυνθείς ο περίβολος περιέβαλεν όλην την πόλιν· και διά τούτο τα πάντα αδιακρίτως μετακινούντες έσπευδον. Έπεισε δε ο Θεμιστοκλής να οικοδομήσουν και τα λοιπά τείχη του Πειραιώς (των οποίων η οικοδομή είχεν αρχίσει ότε αυτός ανέλαβε την ενιαυσίαν αρχήν), φρονών ότι η θέσις είναι καλή ως έχουσα τρεις φυσικούς λιμένας, και ότι οι Αθηναίοι, γινόμενοι ναυτικοί, μεγάλην ένεκα τούτου θ' απέκτων δύναμιν. Αυτός πρώτος ετόλμησε να είπη εις τους Αθηναίους να επιδοθούν εις τα ναυτικά, και συνετέλεσεν ευθύς εις την αποκατάστασιν της ηγεμονίας των. Κατά την συμβουλήν του λοιπόν έδωκαν εις το τείχος το πάχος εκείνο, όπερ και σήμερον ακόμη φαίνεται περί τον Πειραιά. Δύο άμαξαι, αντίθετα προς αλλήλας διευθυνόμεναι, εκόμιζον τους λίθους. Εντός δε ούτε χάλυψ ούτε πηλός υπήρχεν, αλλά μεγάλοι λίθοι συνηρμολογημένοι και διαγωνίως λαξευμένοι, δεμένοι έξωθεν προς αλλήλους διά σιδήρου και μολύβδου. Το δε ύψος ήτο το ήμισυ εκείνου όπερ διενοήθη, διότι ήθελε διά του μεγέθους και του πάχους των να αποκρούουν τας προσβολάς των πολεμίων· και ενόμιζεν ότι προς υπεράσπισίν των ήθελον αρκέσει ολίγιστοι άνθρωποι, οι μάλλον αδύνατοι, οι δε άλλοι να επιβιβάζωνται εις τα πλοία· διότι εις τα πλοία προ πάντων επέμενεν, ιδών, ως φρονώ, ότι η στρατιά του βασιλέως ευκολώτερον έκαμνε τας εφόδους διά θαλάσσης ή διά ξηράς. Και τον Πειραιά ενόμιζεν ωφελιμώτερον της άνω πόλεως, και πολλάκις συνεβούλευε τους Αθηναίους, εάν ποτε υποκύψωσι κατά ξηράν, καταβάντες εις αυτόν να αντισταθούν διά των πλοίων προς πάντας. Οι μεν Αθηναίοι λοιπόν ούτως ετειχίσθησαν και κατεσκεύασαν και τας άλλας αυτών οικοδομάς ευθύς μετά την αναχώρησιν των Μήδων.
94. Παυσανίας δε ο Κλεομβρότου απεστάλη εκ Λακεδαίμονος με είκοσι πλοία της Πελοποννήσου ως στρατηγός των Ελλήνων· συνέπλευσαν δε και οι Αθηναίοι με τριάκοντα πλοία και πολλούς άλλους συμμάχους. Και πρώτον μεν εξεστράτευσαν κατά της Κύπρου και υπέταξαν τα πλειότερα αυτής μέρη, ύστερον δε, υπό τον αυτόν στρατηγόν, κατά του Βυζαντίου, το οποίον κατείχον οι Μήδοι, και το οποίον πολιορκήσαντες εκυρίευσαν.
95. Αλλ' επειδή κατά την στρατηγίαν εκείνην ο Παυσανίας εφαίνετο πολύ βίαιος, όλοι μεν οι άλλοι Έλληνες δυσηρεστήθησαν, ιδίως όμως οι Ίωνες και όσοι είχον αποσείσει εσχάτως τον ζυγόν του βασιλέως· μεταβαίνοντες δε συχνάκις προς τους Αθηναίους παρεκάλουν αυτούς ένεκα της αυτής καταγωγής να γίνουν ηγεμόνες των και να μη επιτρέπουν εις τον Παυσανίαν να βιαιοπραγή. Οι Αθηναίοι εδέχθησαν τους λόγους των και προσείχον να μη δείξουν αδιαφορίαν, και να τακτοποιήσουν όσα εφαίνοντο άριστα εις τους συμμάχους. Εν τούτω τω μεταξύ, οι Λακεδαιμόνιοι μετεκάλεσαν τον Παυσανίαν διά να τον ανακρίνουν περί όσων είχον ακούσει· διότι οι εις Λακεδαίμονα ερχόμενοι Έλληνες πολύ τον κατηγόρουν διά τας αδικίας του, και διότι η στρατηγία του ωμοίαζε μάλλον με τυραννίδα. Συνέπεσε δε η μετάκλησίς του να γίνη συγχρόνως με την μετάβασιν των συμμάχων, πλην των εκ της Πελοποννήσου στρατιωτών, προς το μέρος των Αθηναίων ένεκα του προς αυτόν μίσους. Ελθών δε εις Λακεδαίμονα ετιμωρήθη μεν διά τα προς ιδιώτας γενόμενα αδικήματα, απελύθη, όμως διά τας σπουδαιοτέρας κατηγορίας· κατηγορείτο δε προ πάντων διά Μηδισμόν (φιλίαν προς τους Μήδους) και το πράγμα ενομίζετο σαφέστατον. Και εκείνον μεν δεν αποστέλλουν πλέον άρχοντα, στέλλουν δε τον Δόρκιν και άλλους τινάς μετ' αυτού, έχοντας όχι πολύ στράτευμα, προς τους οποίους όμως δεν αφήκαν πλέον οι σύμμαχοι την αρχηγίαν. Ούτοι δε εννοήσαντες τούτο απήλθον, και άλλους ύστερον δεν εξέπεμψαν πλέον οι Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι μήπως οι εξερχόμενοι της χώρας παρασύρωνται εις διαφθοράν, όπερ είδον να πάθη και ο Παυσανίας, και θέλοντες να απαλλαγούν του Μηδικού πολέμου· ενόμιζον δε τους Αθηναίους ικανούς να τον διεξαγάγουν, διότι κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν φίλοι των.