Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 3

Chapter 3 23 words Public domain Markdown

38. »Αλλ' ούτε προς τους άλλους ούτε προς ημάς είναι τοιούτοι, άποικοι δε όντες ημών πάντοτε αντέστησαν εις ημάς και τώρα μας πολεμούν, προφασιζόμενοι ότι δεν επέμφθησαν εις αποικίαν διά να κακοπαθούν. Ημείς δε λέγομεν ότι δεν απωκίσαμεν αυτούς διά να μας υβρίζουν, αλλά διά να μας θεωρούν ηγεμόνας των και μας αποδίδουν τας προσηκούσας τιμάς. Αι άλλαι αποικίαι τιμώσιν ημάς, και τα μάλιστα αγαπώμεθα υπό των αποίκων· εάν λοιπόν αρέσκωμεν εις τους περισσοτέρους, είναι φανερόν ότι αδίκως απαρέσκομεν εις τούτους μόνους, ουδέ θα τους επολεμούμεν έξω του πρέποντος εάν δεν ηδικούμεθα υπερβαλλόντως. Και επί τη υποθέσει όμως ότι εσφάλαμεν, καλόν μεν εις αυτούς ήθελεν είσθαι εάν υπεχώρουν εις την ημετέραν οργήν, αισχρόν δ' εις ημάς εάν μετεχειριζόμεθα την βίαν κατά της ανεξικακίας αυτών· διά της υπεροψίας των όμως και της ύβρεως της προερχομένης υπό του πλούτου διέπραξαν πολλάς αδικίας προς ημάς, και εσχάτως ότε η εις ημάς ανήκουσα Επίδαμνος έπασχε δεν την εβοήθουν, ότε όμως ημείς εδράμομεν εις βοήθειάν της κατέλαβον αυτήν διά της βίας και την κρατούσι.

39. »Λέγουν δε ότι ήσαν έτοιμοι να υποβληθώσι πρότερον εις δίκην. Εις τούτο αποκρινόμεθα ότι η δικαιοσύνη δεν φαίνεται να τηρήται υπ' εκείνου όστις λαμβάνει εκ των προτέρω τας προφυλάξεις του, αλλά υπ' εκείνου όστις, πριν διαγωνισθή, καθιστά ίσον τον άλλον και εις τα έργα ομοίως και εις τους λόγους. Ούτοι δε, ουχί πριν πολιορκήσουν την Επίδαμνον, αλλ' ότε παρετήρησαν ότι δεν θα εμένομεν αδιάφοροι προέτειναν την εύσχημον πρόφασιν της διαιτησίας· έπειτα δε, μετά τας εκεί διαπραχθείσας αδικίας, έρχονται και εδώ προσκαλούντες υμάς ουχί να συμμαχήσετε μετ' αυτών, αλλά να συναδικήτε και να τους δεχθήτε ενώ είναι εχθροί ημών· έπρεπεν, ότε ήσαν ασφαλέστατοι, τότε να προσέλθουν πλησίον σας και όχι καθ' ην στιγμήν ημείς μεν ηδικήθημεν αυτοί δε κινδυνεύουν. Μη λαβόντες πρότερον μέρος εις την δύναμίν των δεν πρέπει να τοις παράσχητε σήμερον την βοήθειαν, καθότι μείναντες μέχρι τούδε αμέτοχοι εις τα ανομήματά των θέλετε όμως ομοίαν κατηγορίαν λάβει από ημάς. Έπρεπε προ πολλού να έχετε κοινάς τας δυνάμεις ίνα έχετε μετ' αυτών κοινά και τα αποτελέσματα.

40. »Ότι δε ημείς μεν ήλθομεν προς υμάς δίκαια παράπονα έχοντες, αυτοί δε ότι είναι βίαιοι και πλεονέκται, απεδείχθη ήδη· ότι δε δικαίως δεν πρέπει να δεχθήτε αυτούς, τούτο πρέπει να μάθετε. Διότι εάν εγράφη εις τας συνθήκας ότι επιτρέπεται εις τας μη μετασχούσας των συνθηκών πόλεις να ενωθώσι με οποίον εκ των δύο ήθελον, ο όρος ούτος εγράφη ουχί δι' εκείνους οίτινες έρχονται με σκοπόν να βλάψουν τους άλλους, αλλά δι' εκείνους οίτινες, μη στερούντες άλλους της συμμαχίας των, έχουν ανάγκην ασφαλείας και οίτινες φέρουν προς εκείνους οίτινες ήθελον έχει την φρόνησιν να τους δεχθούν ουχί πόλεμον αλλ' ειρήνην· το οποίον τώρα θα πάθετε και υμείς εάν δεν μας ακούσετε. Διότι όχι μόνον επίκουροι αυτών θα γίνετε, αλλά και εχθροί ημών αντί συμμάχων. Και αναγκαίως εάν ενωθήτε μετ' αυτών, δεν θα δυνηθώμεν να τους πολεμήσωμεν χωρίς να πολεμήσωμεν και σας. Εάν είσθε δίκαιοι, μάλιστα μεν πρέπει να μείνετε ουδέτεροι, ειδεμή, τουναντίον πρέπει να βαδίσετε κατ' αυτών μεθ' ημών (διότι με τους Κορινθίους μεν συνδέεσθε διά συνθήκης, με τους Κερκυραίους δε ουδέποτε ουδέ ανακωχήν συνωμολογήσατε), και να μη καθιερώσετε τον νόμον να δέχεται τις εκείνους οίτινες αποσπώνται από τους άλλους. Διότι ουδ' ημείς ότε οι Σάμιοι επανεστάτησαν εδώκαμεν ψήφον εναντίον υμών, αν και οι άλλοι Πελοποννήσιοι εδιχοψήφισαν, αν πρέπει να βοηθήσωσιν αυτούς, φανερά δε αντείπομεν ότι ο καθείς πρέπει να τιμωρή τους ιδικούς του συμμάχους. Εάν λοιπόν τους κακόν τι πράττοντας δεχόμενοι βοηθήσετε, τότε θα ιδήτε και όχι ολίγους εκ των συμμάχων σας ερχομένους προς ημάς, και τον νόμον τον οποίον καθιερώσατε πολύ περισσότερον βλάπτοντα σας παρά ημάς.

41. »Και τοιαύτα μεν δικαιώματα έχομεν απέναντι υμών ικανά κατά τους νόμους των Ελλήνων, συμβουλεύομεν δε και αξιούμεν την εξής χάριν· επειδή δεν είμεθα ούτε εχθροί διά να σας βλάψωμεν, ούτε φίλοι διά να κάμωμεν κατάχρησιν της φιλίας σας, ζητούμεν να μας ανταποδώσετε σήμερον παλαιάν ευεργεσίαν. Ότε άλλοτε, κατά τον προς τους Αιγινήτας πόλεμον, προ των Μηδικών, σας έλειψαν μακρά πλοία, ελάβετε παρά των Κορινθίων είκοσιν· αυτή δε η ευεργεσία και η κατά τα Σαμιακά, οπότε εξ αιτίας ημών οι Πελοποννήσιοι δεν εβοήθησαν τους Σαμίους, κατέστησαν εις σας δυνατόν τους μεν Αιγινήτας να νικήσετε, τους δε Σαμίους να τιμωρήσετε. Ταύτα δε εγένοντο εις καιρούς καθ' ους οι άνθρωποι όλως παραδομένοι εις την καταδίωξιν των ιδίων εχθρών τα πάντα παραβλέπουν εκτός της νίκης· φίλον νομίζουν τον υπηρετούντα, έστω και αν ήτο ούτος πρότερον εχθρός, πολέμιον δε τον ανθιστάμενον, έστω και αν τύχη να είναι φίλος των. Και αυτάς δε τας οικιακάς των υποθέσεις παραμελούν διά να ευχαριστήσουν το στιγμιαίον αυτών πάθος.

42. «Συλλογισθήτε αυτά τα οποία είπομεν, και εάν τις νεώτερος μάθη ταύτα παρά των πρεσβυτέρων ας επιμείνη να αποδοθή και εις ημάς ομοία χάρις, και μη νομίση ότι σύμφωνοι μεν προς το δίκαιον είναι οι λόγοι ούτοι, τα δε συμφέροντα, εν περιπτώσει πολέμου, είναι άλλα. Εκεί όπου τα σφάλματα είναι μικρότερα, το συμφέρον είναι μεγαλύτερον και η μέλλουσα έκβασις του πολέμου, διά του οποίου σας φοβερίζουν οι Κερκυραίοι και σας παρακινούν προς αδικίαν, είναι ακόμη αφανής, και δεν είναι άξιον, παρακινούμενοι υπό του αδήλου μέλλοντος, να επισύρετε εκ μέρους των Κορινθίων βεβαίαν και άμεσον έχθραν. Είναι φρονιμώτερον να ελαττώσετε τας δυσπιστίας αίτινες υπήρχαν προηγουμένως ένεκα των Μεγαρέων διότι η τελευταία χάρις εγκαίρως γινομένη, έστω και ελαχίστη, δύναται να εξαλείψη μεγάλην αδικίαν. Ουδέ πρέπει να δελεασθήτε εκ της προσφοράς μεγάλης ναυτικής συμμαχίας· επειδή το να μη αδική τις τους ομοίους είναι πολύ ισχυροτέρα δύναμις ή να υπερισχύση εν μέσω των κινδύνων παρασυρόμενος υπό του πρόχειρα και κατά πρώτον παρουσιαζομένου συμφέροντος.

43. »Επειδή δε περιεπέσαμεν εις την αυτήν περίπτωσιν διά την οποίαν είπομεν άλλοτε εις τους Λακεδαιμονίους ότι έκαστος έχει το δικαίωμα ο ίδιος να τιμωρή τους εαυτού συμμάχους, περιμένομεν σήμερον παρ' υμών το αυτό και όχι να βλαφθώμεν εκ της ψήφου σας ενώ υμείς ωφελήθητε εκ της ημετέρας. Ανταποδώσατε λοιπόν εις ημάς τα ίσα, σκεπτόμενοι ότι αυτή είναι η περίστασις κατά την οποίαν ο ευνοών ημάς γίνεται τα μάλιστα φίλος, ενώ ο εναντιούμενος τα μάλιστα εχθρός. Τούτους δε τους Κερκυραίους ούτε συμμάχους πρέπει να δεχθήτε εν' όσω ημείς δεν το θέλομεν, ούτε να τους βοηθήσετε αδικούντας. Ταύτα ποιούντες και τα καθήκοντα σας θέλετε εκπληρώσει και τα προσφιλέστερά σας συμφέροντα θέλετε υπηρετήσει». Τοιαύτα δε και οι Κορίνθιοι είπον.

44. Οι δε Αθηναίοι άμα ήκουσαν τους λόγους αμφοτέρων συνεκάλεσαν δις τον λαόν εις εκκλησίαν. Και εις μεν την πρώτην ο λόγος των Κορινθίων εγένετο όχι ολιγώτερον ευπρόσδεκτος του των Κερκυραίων, κατά δε την δευτέραν μετέβαλον γνώμην και απεφάσισαν με τους Κερκυραίους μεν να μη συμμαχήσωσιν ώστε να έχουν μετ' αυτών κοινούς τους φίλους και τους εχθρούς (διότι, εάν οι Κερκυραίοι τους υπεχρέουν να συμπλεύσουν κατά της Κορίνθου, τότε θα ελύοντο αι μετά των Πελοποννησίων σπονδαί), αλλά να συνδέσουν επιμαχίαν όπως βοηθούν αλλήλους εναντίον εκείνου όστις είτε την Κέρκυραν ήθελε προσβάλει, είτε τας Αθήνας, είτε τινά εκ των συμμάχων των. Διότι ησθάνοντο καλώς ότι οπωσδήποτε ήθελεν εκραγή ο προς τους Πελοποννησίους πόλεμος, και ήθελον να μη εγκαταλείψουν εις τους Κορινθίους την Κέρκυραν τοσούτον ναυτικόν έχουσαν, αλλά μάλλον να φέρουν αυτούς τους δύο λαούς εις όσην περισσοτέραν ηδύναντο σύγκρουσιν προς αλλήλους, ίνα οι Αθηναίοι δυνηθούν εν ανάγκη να καταπολεμήσουν τους Κορινθίους και τους άλλους τους έχοντας ναυτικόν όταν γίνουν ασθενέστεροι. Συγχρόνως δε η νήσος της Κερκύρας εφαίνετο εις αυτούς πρόσφορα κειμένη εις τον προς Ιταλίαν και Σικελίαν παράπλουν.

45. Τοιούτος ήτο ο σκοπός των Αθηναίων δεχομένων τους Κερκυραίους, ολίγον δε μετά την αναχώρησιν των Κορινθίων έπεμψαν βοήθειαν εις τους Κερκυραίους δέκα πλοία επί των οποίων ήσαν στρατηγοί Λακεδαιμόνιος ο Κίμωνος, Διότιμος ο Στρομβίχου και Πρωτέας ο Επικλέους. Προσέταξαν δε αυτούς να μη ναυμαχήσουν προς τους Κορινθίους, εκτός εάν ούτοι θελήσουν να πλεύσουν κατά της Κερκύρας και πρόκειται να αποβιβασθούν εις την νήσον ή είς τινα λιμένα αυτής· εις ταύτην μόνον την περίπτωσιν ώφειλον να τους εμποδίσουν διά παντός τρόπου. Προσέταξαν δε ταύτα ίνα μη λύσουν τας μετά των Λακεδαιμονίων σπονδάς. Και τα μεν πλοία φθάνουν εις την Κέρκυραν.

46. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή παρεσκευάσθησαν, έπλευσαν κατά της Κερκύρας μετά πλοίων εκατόν πεντήκοντα. Εκ τούτων δέκα μεν ήσαν των Ηλείων, δώδεκα δε των Μεγαρέων και δέκα των Λευκαδίων, εικοσιεπτά δε των Αμπρακιωτών και έν των Ανακτορίων, αυτών δε των Κορινθίων ενενήκοντα. Και εκάστη μεν εκ των πόλεων όσαι έστειλαν πλοία είχε τον ίδιον στρατηγόν, οι δε Κορίνθιοι είχον Ξενοκλείδην τον Ευθυκλέους μετά τεσσάρων άλλων. Αφού δε έφθασαν εις την απέναντι της Κερκύρας ήπειρον πλέοντες από της Λευκάδος, προσορμίζονται εις το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος. Είναι δε τούτο λιμήν, και πόλις άνωθεν αυτού κείται μακράν της θαλάσσης, η εν τη Ελαιάτιδι της Θεσπρωτίδος Εφύρη. Παρ' αυτήν εκβάλλει εις την θάλασσαν η Αχερουσία λίμνη· διά δε της Θεσπρωτίδος ρέων ο ποταμός Αχέρων εισβάλλει εις την λίμνην ταύτην και δίδει εις αυτήν το όνομά του· ρέει δε και ο Θύαμις ποταμός, διαχωρίζων την Θεσπρωτίδα από της Κεστρίνης· μεταξύ δε των δύο τούτων ποταμών προβάλλει το ακρωτήριον Χειμέριον. Οι μεν Κορίνθιοι λοιπόν προσορμίζονται εις το μέρος τούτο της ηπείρου και στρατοπεδεύονται.

47. Οι δε Κερκυραίοι, άμα έμαθον ότι επλησίαζον οι Κορίνθιοι, εξοπλίσαντες εκατόν δέκα ναυς, των οποίων ήρχε Μεικιάδης και Αισιμίδης και Ευρύβατος, εστρατοπέδευσαν εν μια των νήσων, αίτιτες καλούνται Σύβοτα· ήλθον επίσης εκεί και αι δέκα Αττικαί. Το πεζικόν αυτών και χίλιοι οπλίται βοηθοί Ζακύνθιοι ήσαν επί του ακρωτηρίου της Λευκίμμης. Είχον δε και οι Κορίνθιοι επίσης πολλούς εκ των βαρβάρων βοηθούς εν τη ηπείρω· διότι οι εν αυτή ηπειρώται πάντοτε διετέλεσαν φίλοι αυτών.

48. Ότε δε οι Κορίνθιοι παρεσκευάσθησαν, λαβόντες τριών ημερών τροφάς έπλευσαν ανοικτά διά νυκτός από του Χειμερίου απόφασιν έχοντες να ναυμαχήσουν. Και ενώ έπλεον είδον περί την χαραυγήν εις το πέλαγος τα πλοία των Κερκυραίων ερχόμενα εναντίον των. ’μα δε είδον αλλήλους, αντιπαρετάσσοντο επί μεν το δεξιόν κέρας των Κερκυραίων τα πλοία των Αθηναίων, το δε άλλο κατείχον αυτοί οι Κερκυραίοι, διαιρέσαντες τον στόλον εις τρεις μοίρας, και δώσαντες την αρχηγίαν εκάστης εις ένα εκ των τριών στρατηγών. Και ούτω μεν παρετάχθησαν οι Κερκυραίοι· εις δε τους Κορινθίους το μεν δεξιόν κέρας κατείχον τα Μεγαρικά πλοία και τα Αμπρακιωτικά, το μέσον οι άλλοι σύμμαχοι, ιδιαιτέρως έκαστος, το δε αριστερόν κέρας αυτοί οι Κορίνθιοι μετά των ευκινητοτέρων πλοίων· ούτω δε ευρίσκοντο απέναντι των Αθηναίων και του δεξιού κέρατος των Κερκυραίων.

49. Ότε δε υψώθησαν εκατέρωθεν τα σήματα, συνεπλάκησαν και εναυμάχουν, πολλούς μεν οπλίτας έχοντες αμφότεροι επί των καταστρωμάτων, πολλούς δε και τοξότας και ακοντιστάς, ανεπιτηδείως εισέτι και κατά τον αρχαίον τρόπον παρεσκευασμένους. Ήτο δε η ναυμαχία επίμονος, ουχί όμως και τεχνική, και ωμοίαζε μάλλον προς πεζομαχίαν. Επειδή, άμα προσέβαλλον αλλήλους, δεν απεχωρίζοντο ευκόλως ου μόνον ένεκα του μεγάλου πλήθους και της συγχύσεως των πλοίων, αλλά και διότι περισσοτέρας ελπίδας είχον να νικήσουν διά των επί του καταστρώματος οπλιτών, οίτινες σταθερώς εμάχοντο ακινητούντων των πλοίων. Ναυτικοί χειρισμοί πλοίων δεν ήτο δυνατόν να γίνουν, ώστε εμάχοντο μετά πλειοτέρου θάρρους και δυνάμεως ή επιστήμης. Πανταχού λοιπόν επεκράτει πολύς θόρυβος, και ταραχώδης ήτο η ναυμαχία, καθ' ην αι Αττικαί νήες προστρέχουσαι όπου έβλεπον τους Κερκυραίους πιεζομένους, φόβον μεν ενέπνεον εις τους εναντίους, δεν επολέμουν όμως διότι οι στρατηγοί εφοβούντο τας διαταγάς των Αθηναίων. Προ πάντων δε έπαθε δεινώς το δεξιόν κέρας των Κορινθίων· διότι οι Κερκυραίοι τρέψαντες αυτό εις φυγήν δι' είκοσι πλοίων των το κατεδίωξαν εις την ήπειρον, και πλεύσαντες μέχρι του στρατοπέδου αυτών και αποβιβασθέντες εις την ξηράν έκαυσαν τας εγκαταλελειμμένας σκηνάς και διήρπασαν τα χρήματα. Εις τούτο λοιπόν το μέρος οι μεν Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι αυτών ενικώντο, οι δε Κερκυραίοι επεκράτουν· εις το μέρος όμως όπου ήσαν αυτοί οι Κορίνθιοι, ήτοι εις το αριστερόν, εκεί ενικήθησαν οι Κερκυραίοι οι οποίοι όντες εξ αρχής υποδεέστεροι κατά τον αριθμόν των πλοίων εστερούντο κατ' εκείνην την στιγμήν της βοηθείας των προς καταδίωξιν πεμφθέντων είκοσι πλοίων. Οι δε Αθηναίοι βλέποντες τους Κερκυραίους πιεζομένους εβοήθουν αυτούς μάλλον ανεπιφυλάκτως, κατ' αρχάς μεν απέχοντες πάσης επιθέσεως· αλλ' άμα η τροπή έγινε τελεία, και οι Κορίνθιοι ήρχισαν την καταδίωξιν, τότε όλοι μετέσχον εις το έργον και δεν διεκρίνετο πλέον τίποτε, αλλ' εξ ανάγκης συνεπλάκησαν προς αλλήλους οι Κορίνθιοι και οι Αθηναίοι.

50. Γενομένης δε της τροπής, οι Κορίνθιοι δεν εφρόντισαν να ανασύρουν εκ του ύδατος τα σκάφη των πλοίων τα οποία είχον βυθίσει, αλλά λαβόντες διαφόρους διευθύνσεις ησχολήθησαν μάλλον εις την σφαγήν των ανδρών παρά επί την αιχμαλώτισιν αυτών· και τους εαυτών φίλους, αγνοούντες την ήτταν ην υπέστη το δεξιόν αυτών κέρας, εφόνευον χωρίς να το αντιλαμβάνωνται. Επειδή δε είχον αμφότερα τα μέρη πολλά πλοία, και επειδή ταύτα κατείχον μεγάλην έκτασιν της θαλάσσης, συνέβη ώστε κατά την συμπλοκήν να μη διακρίνωνται ευκόλως οι νικώντες και οι ηττώμενοι. Η ναυμαχία δε αύτη, ένεκα του αριθμού των πλοίων, υπήρξεν η σημαντικωτέρα πασών όσας μέχρι της εποχής εκείνης έκαμον Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Αφού δε κατεδίωξαν τους Κερκυραίους οι Κορίνθιοι μέχρι της ξηράς, ετράπησαν προς τα ναυάγια και τους νεκρούς αυτών· και ευρόντες τους πλείστους εκόμισαν εις τα Σύβοτα, ένθα υπήρχεν ο κατά γην στρατός των επικουρικών βαρβάρων· είναι δε τα Σύβοτα λιμήν έρημος της Θεσπρωτίδος. Τούτο πράξαντες και συναθροισθέντες πάλιν ώρμησαν κατά των Κερκυραίων. Ούτοι δε φοβηθέντες μη οι Κορίνθιοι πειραθούν ν' αποβώσιν εις την νήσον των αντεπεξήλθαν μετά των πλοίων άτινα ήσαν εις καλήν κατάστασιν ενώσαντες εις αυτά το επίλοιπον του στόλου και τας Αττικάς ναυς. Ήδη δε ήτο αργά και ήρχιζεν ο παιάν της επιθέσεως, ότε οι Κορίνθιοι έστρεψαν απροόπτως πρύμναν ιδόντες προχωρούσας είκοσι ναυς των Αθηναίων, τας οποίας, κατόπιν των δέκα, εξέπεμψαν εις βοήθειαν οι Αθηναίοι φοβηθέντες (όπερ εγένετο) μήπως νικηθούν οι Κερκυραίοι και δεν αρκέσουν προς υπεράσπισίν των αι πρώται δέκα.

51. Ταύτας λοιπόν ιδόντες πρώτοι οι Κορίνθιοι και υποπτευθέντες ότι ήσαν πλειότεραι παρ' όσαι εφαίνοντο ήρχισαν να οπισθοχωρώσιν. Αλλ' οι Κερκυραίοι, ως εκ του μη καταλλήλου της θέσεώς των, δεν τας έβλεπον και εθαύμαζον διά την υποχώρησιν των Κορινθίων, μέχρις ου τινες ιδόντες είπον ότι ήσαν πλοία προχωρούντα. Τότε και αυτοί ανεχώρουν, διότι ήρχιζεν ήδη να γίνεται σκότος και οι Κορίνθιοι διά της αναχωρήσεως των έδωκαν τέλος εις την μάχην. Ούτω τα δύο μέρη απεχωρίσθησαν και η ναυμαχία ετελείωσε κατά την νύκτα. Ενώ δε οι Κερκυραίοι ήσαν εστρατοπεδευμένοι πλησίον της Λευκίμμης, τα είκοσι εκείνα πλοία των Αθηνών των οποίων ήρχε Γλαύκων ο Λεάγρου και Ανδοκίδης ο Λεωγόρου, προχωρούντα διά των νεκρών και των συντριμμάτων, έφθανον εις το στρατόπεδον όχι πολύ μετά την εμφάνισίν των. Οι δε Κερκυραίοι, επειδή ήτο νυξ, κατ' αρχάς μεν εφοβήθησαν μήπως ήσαν εχθρικά, έπειτα όμως τα ανεγνώρισαν και ηγκυροβόλησαν.

52. Την δε επομένην πλεύσασαι ανοικτά εις το πέλαγος αι τριάκοντα Αττικαί νήες και όσαι των Κερκυραίων ήσαν αβλαβείς, διηυθύνθησαν προς τον εν τοις Συβότοις λιμένα, όπου ήσαν ηγκυροβολημένοι οι Κορίνθιοι, θέλοντες να γνωρίσωσιν αν ούτοι εσκόπουν να ναυμαχήσωσιν. Αλλ' οι Κορίνθιοι ελκύσαντες προς την ξηράν τα πλοία των και παρατάξαντες αυτά εις τον όρμον ησύχαζον, ουδόλως σκεπτόμενοι ν' αρχίσουν εκουσίως, την ναυμαχίαν, αφού έβλεπον τούτο μεν ότι ήλθον πλοία εξ Αθηνών τα οποία ήσαν ανέπαφα, τούτο δε διότι προέκυψαν εις αυτούς πολλαί δυσχέρειαι, τόσον περί την φύλαξιν των αιχμαλώτων τους οποίους είχον εις τα πλοία, όσον και περί την επισκευήν των πλοίων των αδύνατον ούσαν εν τόπω ερήμω· μάλλον δε διεσκέπτοντο πώς να επιστρέψουν εις τα ίδια φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι νομίσαντες τας συνθήκας διαλυμένας, διότι συνεπλάκησαν, δεν τους αφήσουν ν' αποπλεύσουν.

53. Απεφάσισαν λοιπόν επιβιβάσαντες άνδρας εις ακάτιον να πέμψωσιν αυτούς άνευ κηρυκείου προς τους Αθηναίους διά να εννοήσουν τους σκοπούς των. Και πέμψαντες έλεγον τα εξής, «Αδίκως φέρεσθε, ώ Αθηναίοι, αρχόμενοι του πολέμου και λύοντες τας συνθήκας· διότι εις ημάς θέλοντας να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας ίστασθε εμπόδιον και εγείρετε όπλα. Εάν δε σκοπεύετε να μας εμποδίσετε να πλεύσωμεν κατά της Κερκύρας ή όπου αλλαχού θέλομεν, λύσατε τας συνθήκας και ημάς πρώτους συλλαβάντες μεταχειρισθήτε ως πολεμίους». Και οι μεν απεσταλμένοι ταύτα είπον· όσοι δε εκ του στρατοπέδου των Κερκυραίων ήκουσαν ανεβόησαν ευθύς να συλλάβουν και φονεύσουν αυτούς, αλλ' οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής. «Ούτε αρχίζομεν τον πόλεμον, ώ άνδρες Πελοποννήσιοι, ούτε λύομεν τας συνθήκας, αλλ' ήλθομεν προς βοήθειαν των Κερκυραίων τούτων, οίτινες είναι σύμμαχοι ημών. Και εάν μεν θέλετε να μεταβήτε αλλαχού, δεν σας εμποδίζομεν· εάν δε θέλετε να πλεύσετε κατά της Κερκύρας ή τινος εξαρτήματος αυτής, δεν θα επιτρέψωμεν τούτο, εφ' όσον είναι εις ημάς δυνατόν»,

54. Ότε τοιαύτα απεκρίθησαν οι Αθηναίοι, οι μεν Κορίνθιοι παρεσκευάζοντο να πλεύσουν οίκαδε και έστησαν τρόπαιον επί των εν τη ηπείρω Συβότων· οι δε Κερκυραίοι, συναθροίσαντες τα ναυάγια και τα πτώματα όσα το κύμα και ο άνεμος, όστις ηγέρθη κατά την νύκτα διεσκόρπισεν αυτά πανταχού, έστησαν και αυτοί επίσης τρόπαιον επί των εν τη νήσω Συβότων ως νικήσαντες. Ιδού δε διατί αμφότερα τα μέρη ωκειοποιήθησαν την νίκην. Οι μεν Κορίνθιοι υπερτερήσαντες εις την ναυμαχίαν μέχρι νυκτός, ώστε και ναυάγια πλείστα και νεκρούς να συνάξωσι, και αφού άνδρας συνέλαβον αιχμαλώτους όχι ολιγωτέρους των χιλίων, και πλοία κατεβύθισαν περί τα εβδομήκοντα, έστησαν τρόπαιον· οι δε Κερκυραίοι καταστρέψαντες, τριάκοντα πλοία, και μετά την άφιξιν των Αθηναίων, συναθροίσαντες τα ίδια ναυάγια και τους νεκρούς, και επί τω λόγω ότι την προτεραίαν οι Κορίνθιοι ιδόντες τας Αττικάς ναυς πρύμναν στρέψαντες υπεχώρησαν και δεν εξήλθον εκ των Συβότων προς απάντησιν του εχθρού, διά ταύτα έστησαν τρόπαιον. Και τοιουτοτρόπως μεν καθείς των δύο ηξίου υπέρ εαυτού την νίκην.

55. Οι δε Κορίνθιοι επιστρέφοντες εις την πατρίδα των εκυρίευσαν δι' απάτης το Ανακτόριον κείμενον εις το στόμιον του Αμπρακικού κόλπου (ανήκε δε τούτο από κοινού εις αυτούς και εις τους Κερκυραίους), και αφήσαντες εκεί οικήτορας Κορινθίους ανεχώρησαν εις τα ίδια· και εκ των Κερκυραίων οκτακοσίους μεν, οίτινες ήσαν δούλοι, επώλησαν, διακοσίους πεντήκοντα δε κρατήσαντες εφύλαττον ως αιχμαλώτους και τους περιεποιούντο καλώς ίνα κατά την επιστροφήν των τους βοηθήσωσιν εις την καθυπόταξιν της Κερκύρας· έτυχε δε να είναι οι πλείστοι εξ αυτών κατά την δύναμιν πρώτοι της πόλεως. Η μεν Κέρκυρα λοιπόν ούτως εσώθη εν τω προς τους Κορινθίους πολέμω, και τα πλοία των Αθηναίων ανεχώρησαν εξ αυτής. Αύτη δε υπήρξεν η πρώτη αιτία του πολέμου των Κορινθίων προς τους Αθηναίους, ότι ούτοι, ενώ είχον συνθήκην με τους Κορινθίους, εναυμάχουν ηνωμένοι μετά των Κερκυραίων.

56. Ευθύς δε μετά ταύτα συνέβησαν και αι εξής διαφοραί μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων ικαναί να προκαλέσουν τον πόλεμον. Ενώ οι Κορίνθιοι ειργάζοντο όπως τιμωρήσουν τους Αθηναίους, ούτοι, υποπτευθέντες την έχθραν των, διέταξαν τους Ποτειδαιάτας, οίτινες κατοικούσιν επί του ισθμού της Παλλήνης, και είναι μεν άποικοι των Κορινθίων, αλλά διατελούν σύμμαχοι αυτών (των Αθηναίων) και φόρου υποτελείς, να κατεδαφίσωσι το προς την Παλλήνην τείχος και να δώσουν ομήρους· προσέτι δε να αποπέμψουν τους επιδημιουργούς και του λοιπού να μη δέχωνται εκείνους τους οποίους καθ' έκαστον έτος έπεμπον εις αυτούς οι Κορίνθιοι. Έπραττον δε ταύτα, διότι εφοβούντο όχι μόνον μήπως οι Ποτειδαιάται αποστατήσουν πειθόμενοι εις τας εισηγήσεις του Περδίκκου και των Κορινθίων, αλλά μήπως κάμουν ν' αποστατήσωσι μετ' αυτών και οι άλλοι σύμμαχοι οι εν τη Θράκη.

57. Ταύτα παρεσκεύαζον κατά των Ποτειδαιατών οι Αθηναίοι ευθύς μετά την εν Κερκύρα ναυμαχίαν· διότι όχι μόνον οι Κορίνθιοι ήσαν ήδη φανεροί εχθροί, αλλά και ο Περδίκκας, ο υιός του Αλεξάνδρου και βασιλεύς των Μεκεδόνων, σύμμαχος ων πρότερον και φίλος, τώρα εκηρύχθη πολέμιος. Η αιτία δε διά την οποίαν εκηρύχθη εχθρός αυτών ήτο διότι οι Αθηναίοι είχον συμμαχήσει μετά του αδελφού του Φιλίππου και του ανεψιού του Δέρδα, οι οποίοι από κοινού επολέμουν αυτόν. Και φοβηθείς διεπραγματεύετο μετά της Λακεδαίμονος προτρέπων να γίνη πόλεμος μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων, και τους Κορινθίους περιεποιείτο χάριν της αποστατήσεως της Ποτειδαίας· προέτρεπε δ' επίσης και τους εν Θράκη Χαλκιδείς και Βοττιαίους να συναποστατήσουν, νομίζων, ότι, αν είχε συμμάχους τους γειτονικούς αυτούς τόπους, ευκολώτερος θα καθίστατο διά της βοηθείας αυτών ο πόλεμος. Ταύτα όμως μαθόντες οι Αθηναίοι και θέλοντες να προκαταλάβουν τας αποστασίας των πόλεων (επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν συνέπιπτε να στέλλουν κατά του Περδίκαου τριάκοντα πλοία με χιλίους οπλίτας υπό τας διαταγάς Αρχεστράτου του Λυκομήδους και δέκα άλλων στρατηγών), διατάσσουν τους άρχοντας των πλοίων να λάβουν ομήρους παρά των Ποτειδαιατών, να κατεδαφίσουν το τείχος και να επιτηρούν τας πλησίον πόλεις ίνα μη αύται αποστατήσουν.

58. Οι δε Ποτειδαιάται έπεμψαν μεν πρέσβεις προς τους Αθηναίους, με την ελπίδα να τους πείσουν να μη επιχειρήσουν τι εναντίον αυτών, ελθόντες δε και εις την Λακεδαίμονα μετά Κορινθίων ενήργουν να τοις δοθή βοήθεια εν ανάγκη. Επειδή δε μετά μακράς προς τους Αθηναίους διαπραγματεύσεις ουδέν ηδυνήθησαν να επιτύχουν παρ' αυτών ευνοϊκόν, και επειδή τα εναντίον της Μακεδονίας αποσταλέντα πλοία είχον διαταγήν να πλεύσουν ομοίως και κατ' αυτών, οι δε προύχοντες των Λακεδαιμονίων υπέσχοντο εις αυτούς να εισβάλουν εις την Αττικήν άμα οι Αθηναίοι ήθελον επέλθει κατά της Ποτειδαίας, επωφελήθησαν τότε της ευκαιρίας ταύτης ίνα συνομόσαντες από κοινού αποστατήσουν μετά των Χαλκιδέων και των Βοττιαίων. Και ο Περδίκκας πείθει τους Χαλκιδείς, ίνα εγκαταλείποντες τας παραλίους πόλεις των και κατεδαφίζοντες αυτάς αποκατασταθούν εις Όλυνθον, μίαν πόλιν αλλ' ισχυράν αυτήν καθιστώντες· εις τους μεταναστεύοντας δε τούτους έδωκε να νέμωνται τας περί την Βόλβην λίμνην εν Μυγδονία γαίας αυτού, εφ' όσον ήθελε διαρκέσει ο προς τους Αθηναίους πόλεμος. Και ούτοι μεν καθαιρούντες τας πόλεις των μετέβαινον εις το ένδον της χώρας και παρεσκευάζοντο προς πόλεμον.

59. Τα δε τριάκοντα πλοία των Αθηναίων φθάνουσιν εις τα παράλια της Θράκης και καταλαμβάνουν και την Ποτείδαιαν και τας άλλας αποστατησάσας πόλεις. Νομίσαντες δε οι στρατηγοί ότι ήτο αδύνατον με τας δυνάμεις τας οποίας είχον να πολεμήσουν συγχρόνως και προς τον Περδίκκαν και προς τας αποστατησάσας πόλεις τρέπονται κατά της Μακεδονίας, εναντίον της οποίας αρχικώς είχον εκπεμφθή, και φθάσαντες εκεί επολέμουν μετά του Φιλίππου και των αδελφών του Δέρδου οίτινες είχον εισβάλει μετά στρατού εκ του άνω μέρους.

60. Εν τω μεταξύ οι Κορίνθιοι, ιδόντες αποστατήσασαν την Ποτείδαιαν και τα Αττικά πλοία όντα περί την Μακεδονίαν, εφοβήθησαν διά την πόλιν ταύτην, και τον κίνδυνον νομίζοντες ιδικόν των πέμπουν και εθελοντάς Κορινθίους και εκ των άλλων Πελοποννησίων πείσαντες με μισθόν χιλίους εξακοσίους, όλους οπλίτας και ψιλούς τετρακοσίους. Ήτο δε στρατηγός αυτών Αριστεύς ο Αδειμάντου, και οι πλειότεροι των εκ Κορίνθου εθελοντών στρατιωτών τον ηκολούθουν μάλλον από φιλίαν, διότι ήτο πάντοτε αφωσιωμένος εις τους Ποτειδαιάτας. Και φθάνουσιν ούτοι εις τα της Θράκης παράλια την τεσσαρακοστήν ημέραν μετά την αποστασίαν της Ποτειδαίας