Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 12

Chapter 12 15 words Public domain Markdown

59. Μετά την δευτέραν δε εισβολήν των Πελοποννησίων οι Αθηναίοι, επειδή και η χώρα αυτών είχε λεηλατηθή εκ δευτέρου, η δε νόσος και ο πόλεμος επίεζον αυτούς συγχρόνως, μετέβαλον φρονήματα, και τον μεν Περικλέα κατηγόρουν ως πείσαντα αυτούς να πολεμήσουν, προς δε τους Λακεδαιμονίους εφαίνοντο διατεθειμένοι να ενδώσουν. Και τωόντι έπεμψαν προς αυτούς πρέσβεις τινάς, αλλ' οι πρέσβεις επέστρεψαν άπρακτοι. Περιελθόντες εις άκραν αμηχανίαν επετίθεντο κατά του Περικλέους. Ούτος δε βλέπων αυτούς αγανακτούντας διά τα παρόντα δεινά και πράττοντας όλα όσα προείδε συνεκάλεσεν εκκλησίαν (διότι ήτο ακόμη στρατηγός) θέλων να τους ενθαρρύνη και το φρόνημά των, το οποίον ήτο ωργισμένον, να καταστήση ηπιώτερον και ολιγώτερον περίφροντι. Αναβάς δε εις το βήμα είπε ταύτα.

60. « Μολονότι αποδέχομαι όχι με έκπληξιν τας εκδηλώσεις της οργής σας εναντίον μου (διότι καλώς γινώσκω τας αιτίας), σας συνεκάλεσα όμως εις εκκλησίαν ίνα σας υπομνήσω και σας μεμφθώ ότι άδικα καταφέρεσθε κατ' εμού και χάνετε το θάρρος σας εις τας δυστυχίας. Εγώ νομίζω, ότι πλειότερον τα άτομα είναι ευτυχή, όταν η πόλις όλη ευπραγή παρά εάν τα άτομα ευτυχούν, η δε πόλις αθρόα μαραίνεται. Ο ευτυχών εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις συμπεριλαμβάνεται εις την καταστροφήν της πατρίδος όπως και ο αποτυγχάνων, ενώ ο αποτυγχάνων έχει πλειοτέρας ελπίδας να σωθή ευρισκόμενος εις ευτυχούσαν πόλιν παρά εις δυστυχούσαν. Αφού λοιπόν η μεν πόλις δύναται να υποστή τας μερικάς των ανθρώπων δυστυχίας, χωριστά δε καθείς αδυνατεί να υφίσταται τας δυστυχίας εκείνης, βεβαίως πρέπει να ενωθώμεν προς υπεράσπισίν της και όχι να πράττωμεν ό,τι πράττετε σήμερον· παραφερθέντες διά τας οικιακάς δυστυχίας αμελείτε την κοινήν σωτηρίαν και συναπεφασίσατε όχι μόνον εμέ να κατηγορήτε, διότι σας συνεβούλευσα να κάμετε πόλεμον, αλλά και τον εαυτόν σας, διότι συνεμερίσθητε την γνώμην μου. Και όμως οργίζεσθε εναντίον πολίτου ως εγώ, πολίτου ο οποίος, ως νομίζω, ουδενός είναι κατώτερος εις το να εννοή τα συμφέροντα και να παριστά ταύτα σαφώς διά του λόγου και ο οποίος αγαπά την πατρίδα και είναι αφιλοκερδής. Ο γινώσκων τα ωφέλιμα και μη διδάσκων αυτά φανερά ουδόλως διαφέρει από τον μη γινώσκοντα· ο δε έχων αμφότερα ταύτα τα πλεονεκτήματα, διακείμενος όμως δυσμενώς προς την πόλιν, δεν θα έλεγε τα συμφέροντα εις την πόλιν, ως θα έπραττεν, εάν ηγάπα την πόλιν· ο έχων τέλος και το προσόν τούτο, εξαγοραζόμενος όμως υπό των χρημάτων, θα επώλει όλα ταύτα αντί χρημάτων. Ώστε, αφού πιστεύσαντες ότι είχα μάλλον παντός άλλου τα πλεονεκτήματα ταύτα, έστω και μετρίως, επείσθητε να κάμετε πόλεμον, παραλόγως με κατηγορείτε σήμερον ότι σας αδικώ.

61. » Τωόντι, όσοι έχουν ελευθερίαν εκλογής και είναι ευτυχείς, μεγάλως θα ήσαν παράφρονες, εάν εξέλεγαν τον πόλεμον αλλά, εάν ήτο ανάγκη ή να υποκύψουν και να υποστούν αμέσως τον ξένον ζυγόν ή να κινδυνεύσουν και σωθούν, μάλλον κατηγορίας άξιος θα ήτο ο φυγών τον κίνδυνον παρά ο υποστάς αυτόν. Και εγώ μεν είμαι ο αυτός και δεν μεταβάλλομαι σεις δε μεταβάλλεσθε, επειδή συνέβη να πεισθήτε μεν, ότε ήσθε αβλαβείς, να μετανοήσετε δε σήμερον ότε πάσχετε. Όπως είναι εξασθενημένον το φρόνημα σας νομίζετε τας συμβουλάς μου ως μη ορθάς, διότι καθείς αισθάνεται αμέσως την ιδίαν βλάβην, πάντες δε δεν διακρίνουσι την κοινήν ωφέλειαν εις το μέλλον. Εις τοιαύτην μεγάλην μεταβολήν η οποία επήλθεν αιφνιδίως, το φρόνημά σας έγινε πολύ ταπεινόν και δεν δύνασθε να επιμείνετε με αντοχήν εις τα αποφασισθέντα. Διότι καταβάλλουν το φρόνημα τα αιφνίδια και απροσδόκητα και τα έξω από κάθε υπολογισμόν συμβαίνοντα· τούτο συνέβη και εις σας ένεκα της νόσου, η οποία επήλθε μαζί με τάλλα κακά. Κατοικούντες όμως πόλιν μεγάλην και ανατεθραμμένοι με ήθη ανάλογα του μεγέθους αυτής πρέπει και εις τας μεγίστας συμφοράς να ανθίστασθε και το αξίωμα αυτής να μη αφανίζετε διότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να μέμφωνται επίσης τον διά δειλίαν φαινόμενον κατώτερον της δόξης την οποίαν έχει, καθώς και να μισούν τον διά θρασύτητα επιδιώκοντα δόξαν, που δεν του ανήκει. Λησμονήσατε λοιπόν τας ιδίας συμφοράς και ασχοληθήτε περί της κοινής σωτηρίας.

62. » Εάν δε φοβήσθε μήπως η καταπόνησις εκ του παρόντος πολέμου παραταθή επί πολύ και μήπως επί τέλους δεν υπερισχύσετε, αρκεσθήτε εις όσα σας είπον, έως τώρα πολλάκις, διά να σας αποδείξω ότι ο φόβος αυτός είναι αβάσιμος. Θέλω φανερώσει δε και το εξής, το οποίον αναφερόμενον εις το μέγεθος της ηγεμονίας ημών νομίζω ότι ούτε εσυλλογίσθητέ ποτε ότι έχετε, ούτε εγώ εμνημόνευσα εις τους προγενεστέρους λόγους μου· και ούτε σήμερον θα σας ανέφερον τούτο, επειδή έχει όψιν κάπως αλαζονικήν, εάν δεν σας έβλεπον παραλόγως να διατελήτε υπό κατάπληξιν. Νομίζετε ότι μόνον επί των συμμάχων άρχετε, εγώ δε διατείνομαι ότι εκ των δύο μερών, τα οποία φανερά είναι προωρισμένα εις χρήσιν των ανθρώπων, της γης και της θαλάσσης, σεις είσθε οι απόλυτοι κύριοι του ενός όχι μόνον καθ' όλην την έκτασιν την οποίαν κατέχετε σήμερον, αλλά και πλειότερον ακόμη, εάν θελήσετε· και ουδείς ούτε βασιλεύς ούτε άλλος κανείς λαός εκ των εν τω κόσμω είναι ικανός να σας εμποδίση πλέοντας διά του υπάρχοντος στόλου. Ώστε αύτη η δύναμις φαίνεται πολύ μεγαλυτέρα της των οικιών και των αγρών, των οποίων στερηθέντες νομίζετε ότι εστερήθητε μεγάλων πραγμάτων ουδέ είναι πρέπον να θλίβεσθε διά την στέρησιν πραγμάτων, τα οποία παραβαλλόμενα με την δύναμίν σας δεν πρέπει να έχουν άλλην αξίαν ειμή κηπαρίων και επιδείξεων πλούτου. Σκεφθήτε ότι διά μεν της ελευθερίας, εάν διά των αγώνων μας διατηρήσωμεν αυτήν, ευκόλως θέλομεν ανακτήσει ταύτα, διά δε της υποταγής μας εις άλλους και όσα έχομεν πρότερον αποκτήσει θέλουσιν ελαττωθή. Υπό την διπλήν ταύτην έποψιν δεν πρέπει ναι φανώμεν κατώτεροι των πατέρων ημών οι οποίοι ουχί κληρονομήσαντες, αλλά μετά κόπων αποκτήσαντες και προσέτι διαφυλάξαντες παρέδωκαν εις ημάς την δύναμιν αυτήν (είναι δε αισχρότερον να χάση τις ό,τι είχε παρά να αποτύχη προσπαθών να το αποκτήση). Βαδίσατε λοιπόν κατά των εχθρών γενναίως όχι μόνον μετά τυφλού αλλά και μετά λογικού θάρρους. Διότι η αμάθεια, όταν συνοδεύεται με ευτυχίαν, δύναται να εμπνεύση υπερηφάνειαν και εις αυτόν τον δειλόν, ενώ το λογικόν θάρρος δεν ανήκει παρά εις εκείνον, όστις εν γνώσει πιστεύει ότι είναι υπέρτερος του εχθρού. Τούτο δε το αίσθημα υπάρχει εις ημάς. Και όταν αι πιθανότητες από τα δύο μέρη είναι όμοιαι η πεποίθησις της υπεροχής καθιστά την τόλμην ασφαλεστέραν, και δεν στηρίζεται τόσον εις την ελπίδα, της οποίας η δύναμις χρησιμεύει εν καιρώ στενοχωρίας, όσον εις την γνώσιν των ιδίων μέσων, η οποία καθιστά το μέλλον ασφαλέστερον.

63. »Την τιμήν ταύτην, η οποία προέρχεται εκ της δυνάμεως της πόλεως ημών και διά την οποίαν όλοι υπερηφανεύεσθε, καθήκον σας είναι να διατηρήσετε διά πάσης θυσίας και να μη αποφύγετε τους κόπους, εκτός αν παύσετε να αγαπάτε τας τιμάς· μη νομίσετε ότι πρόκειται αγών περί ενός μόνου, να μη γίνετε δούλοι αντί ελευθέρων, αλλά περί της στερήσεως της αρχής και περί του κινδύνου, όστις δύναται να προκύψη από το μίσος, το οποίον επεσύρατε διαρκούσης της κυριαρχίας σας. Ταύτην να καταθέσητε δεν είναι πλέον δυνατόν, και αν ακόμη υπό φόβου ή αδρανείας σας παρεκίνει κανείς παράτολμα προς την πράξιν αυτήν· διότι εξασκείτε ταύτην ως τυραννίαν, την οποίαν φαίνεται μεν άδικον να καταλάβη τις, είναι δε επικίνδυνον να απολέση. Όσοι ήθελον συμβουλεύσει τούτο, εάν έπειθον τους ακούοντας, τάχιστα ήθελον αφανίσει την πόλιν και επί τη υποθέσει ακόμη ότι ήθελον δυνηθή να διατηρήσουν την αυτονομίαν των διότι η ησυχία δεν εξασφαλίζεται, εάν δεν συνοδεύεται από την δραστηριότητα, ουδέ αρμόζει εις κυρίαρχον πόλιν, αλλ' εις υπόδουλον, να υπακούη εις άλλην χάριν της ιδικής της ασφαλείας.

64. » Σεις δε μη παρασύρεσθε υπό τοιούτων φίλων της ειρήνης· αφού συνεμερίσθητε την γνώμην μου να πολεμήσωμεν, δεν πρέπει να οργίζεσθε κατ' εμού, αν οι εχθροί επελθόντες έπραξαν όσα ήτο επόμενον να πράξουν μετά την άρνησίν σας εις το να ενδώσετε εις αυτούς, και εάν παρά πάσαν προσδοκίαν ενέσκηψεν η νόσος αυτή, πού διόλου δεν επεριμένομεν να συμβή. Ηξεύρω ότι εν μέρει η νόσος αύτη μάλλον παρά η λεηλασία της χώρας είναι αίτια να μισούμαι από σας. Τούτο είναι άδικον, εκτός εάν, και όταν απροσδοκήτως συμβή ευτυχία τις εις σας, αποδώσητε αυτήν εις εμέ. Εξ ανάγκης πρέπει να υποφέρητε και τα από των θεών προερχόμενα δεινά και τα από των πολεμίων. Τοιούτον άλλοτε ήτο το αξίωμα της πόλεως ταύτης, δεν πρέπει δε να παύση σήμερον. Μάθετε καλώς ότι μη υποκύπτουσα εις τας συμφοράς, αλλά θυσιάζουσα πλείστα σώματα και κόπους εις πολέμους επέτυχε μεγίστην φήμην μεταξύ των ανθρώπων και απέκτησε μέχρι τούδε μεγίστην δύναμιν, η οποία θα απομείνη διά παντός εις την μνήμην των μεταγενεστέρων, και εάν ποτε εξασθενίση κάπως η δύναμίς μας σήμερον (διότι τα πάντα εν τη φύσει αυξάνουν και ελαττώνονται). Μάθετε καλώς ότι Ελληνες όντες εγίναμεν άρχοντες επί πλείστων Ελλήνων και εις τους μεγίστους πολέμους αντέσχομεν και εναντίον όλων και εναντίον χωρισμένων· τέλος ότι κατωκήσαμεν πόλιν πολυανθρωποτάτην και ευπορωτάτην κατά πάντα. Και όμως ο μεν φίλος της ειρήνης θέλει μεμφθή όλ' αυτά, ο δε δραστήριος θέλει ζηλοτυπήσει, ο δε μηδέν κεκτημένος θέλει φθονήσει· ως γνωστόν, το να μισήται τις και να είναι δυσάρεστος υπήρξεν ο κλήρος εκείνων, οίτινες ηξίωσαν να είναι άρχοντες επί των άλλων· ο ένεκα μεγίστων αυτού κερδών φθονούμενος σκέπτεται ορθώς. Διότι το μίσος δεν διαρκεί επί πολύ, η δε παρούσα λαμπρότης και η μετέπειτα δόξα καταλείπεται αείμνηστος. Σεις δε προβλέποντες εις μεν το μέλλον δόξαν, εις δε το παρόν όχι αισχύνην εξασφαλίσατε ταύτα διά της σημερινής προθυμίας, μήτε κήρυκας πέμποντες προς τους Λακεδαιμονίους μήτε διά φανερών εκδηλώσεων δεικνύοντες ότι κατεπονήθητε από τα παρόντα κακά. Εις τας συμφοράς οι ολιγώτερον λυπούμενοι και ενεργητικώτερον ανθιστάμενοι, λαοί ή ιδιώται, αυτοί είναι οι ισχυρότεροι μεταξύ πάντων».

65. Τοιαύτα λέγων ο Περικλής προσεπάθει και την κατ' αυτού οργήν να παραλύση και να στρέψη την σκέψιν των από των παρόντων κακών. Εκείνοι δε δημοσίως μεν επείσθησαν εις τους λόγους του και δεν έπεμψαν πλέον πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα, αλλ' έκλιναν μάλλον προς πόλεμον, ιδιαιτέρως όμως ελυπούντο διά τα παθήματα· ο μεν λαός, διότι απώλεσε και αυτά τα ολίγα τα οποία είχεν, οι δε πλούσιοι, διότι απώλεσαν τους ωραίους αγρούς των, τας καλάς οικοδομάς των και τα πολυτελή έπιπλά των, όλοι δε διότι είχον πόλεμον αντί ειρήνης. Δεν έπαυσε δε η οργή των ειμή αφού τον κατεδίκασαν εις χρηματικήν αποζημίωσιν. Μετ' ολίγον δε ύστερον, τούτο δε είναι σύνηθες εις τον λαόν, εξέλεξαν πάλιν αυτόν στρατηγόν και του ανέθεσαν την ανωτάτην διεύθυνσιν των πραγμάτων. Τούτο δε διότι αι ατομικαί συμφοραί ήρχισαν ήδη να εξασθενούν, και διότι ο Περικλής τοις εφαίνετο ότι ήτο ο μόνος άνθρωπος, του οποίου είχεν ανάγκην η πόλις. Διότι, εφ' όσον χρόνον προΐστατο της πόλεως εν καιρώ ειρήνης, εκυβέρνησε μετριοπαθώς και ασφαλή διεφύλαξεν αυτήν και εις μέγιστον βαθμόν δυνάμεως την προώδευσεν επί των ημερών του, και ότε ο πόλεμος εξερράγη, αυτός πάλιν είχε προΐδει την σπουδαιότητα του. Επέζησε δε δύο έτη και τρεις μήνας, και αφού απέθανεν εγνώρισαν σαφέστερον την ακρίβειαν των υπολογισμών του. Διότι ο μεν Περικλής είπεν εις τους Αθηναίους ότι ήθελον υπερτερήσει, εάν έμενον ησυχάζοντες, αρκούμενοι εις την επιμέλειαν του ναυτικού, μη επεκτείνοντες την αρχήν των και μη διακινδυνεύοντες την πόλιν των· οι δε Αθηναίοι όχι μόνον έπραξαν τα εναντία όλων τούτων, αλλά και διά να ικανοποιήσουν τας ιδιαιτέρας των φιλοτιμίας και τα ατομικά των συμφέροντα επεχείρησαν πράγματα ξένα προς τον πόλεμον και αποβάντα ολέθρια και εις εαυτούς και εις τους συμμάχους των διότι, εάν μεν επετύγχανον, η τιμή και η ωφέλεια ήσαν μάλλον ιδιωτικαί, εάν δε απετύγχανον, έβλαπτον την πόλιν ως προς τον πόλεμον. Αιτία δε τούτου ήτο ότι ο Περικλής, ισχυρός ων ένεκα του αξιώματος του και της συνέσεως του και του αδωροδοκήτου χαρακτήρος του, εξήσκει επί του λαού αναμφισβήτητον επίδρασιν και αυτός μάλλον παρέσυρεν αυτόν παρά υπ' αυτού παρεσύρετο, καθότι απέκτησε την επίδρασιν εκείνην ουχί διά μέσων αθεμίτων, και ουδ' εκολάκευεν αυτόν διά των λόγων του, αλλ' αντέλεγε μάλιστα ενίοτε με ήθος κυριαρχικόν και οργίλον. Ότε έβλεπεν αυτούς ότι παρεφέροντο ακαίρως εις ύβρεις, τους κατέπληττε και τους εφόβιζε διά των λόγων του, ότε δε πάλιν εφοβούντο άνευ λόγου διήγειρεν εντέχνως το θάρρος των. Και κατ' όνομα μεν η τοιαύτη διοίκησις εκαλείτο δημοκρατία, πράγματι δε ήτο εξουσία, την οποίαν διηύθυνεν ο πρώτος ανήρ. Οι δε διάδοχοι αυτού, ίσοι μάλλον όντες μεταξύ των και ποθούντες καθείς να λάβη τον πρώτον βαθμόν, ήρχισαν να κολακεύουν τον δήμον και να χαλαρώνουν την διοίκησιν των δημοσίων πραγμάτων. Εκ τούτου προέκυψαν, ως συμβαίνει εις μεγάλην πόλιν και κυρίαρχον, πολλά άλλα σφάλματα, ιδίως δε η εις την Σικελίαν ναυτική εκστρατεία, η οποία απέτυχεν όχι τόσον διότι δεν εξετίμησαν δεόντως τας εχθρικάς δυνάμεις, όσον διότι οι ψηφίσαντες αυτήν δεν παρέσχον εις τους αναχωρήσαντας τα μέσα των οποίων είχαν ανάγκην, αλλά καταγινόμενοι εις τας ιδιαιτέρας των έριδας, διά να αποκτήσουν την ανωτάτην αρχήν, και ενέργειαν ολιγωτέραν κατέβαλλαν εις την κατάρτισιν του στρατού εκείνου και εν Αθήναις διήγειραν διχονοίας αγνώστους μέχρι της εποχής εκείνης. Μολονότι δε κατεστράφησαν εν Σικελία και απωλέσθη το μεγαλύτερον μέρος του στόλου, οι Αθηναίοι, με όλην την μεταξύ των διάστασιν, όμως τρία έτη αντέστησαν εναντίον των πρότερον υπαρχόντων πολεμίων και των μετ' αυτών ενωθέντων Σικελιωτών και των πλείστων αποστατησάντων συμμάχων των· τέλος δε και κατά του Κύρου, του υιού του βασιλέως, ο οποίος ηνώθη μετ' αυτών και παρείχε χρήματα εις τους Πελοποννησίους διά το ναυτικόν· και δεν ενέδωκαν παρά αφού πρώτον εξηντλήθησαν υπό των εμφυλίων ερίδων, εις τας οποίας είχον περιπέσει. Τοσούτον ο Περικλής είχε προΐδει διά τίνων μέσων κατά τον παρόντα πόλεμον οι Αθηναίοι ευκόλως ήθελαν σώσει την πόλιν από τους Πελοποννησίους.

66. Κατά το αυτό δε θέρος οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι εστράτευσαν μετά εκατόν πλοίων κατά της νήσου Ζακύνθου, η, οποία κείται αντικρύ της Ήλιδος· ήσαν δε οι Ζακύνθιοι άποικοι των της Πελοποννήσου Αχαιών και σύμμαχοι των Αθηναίων. Υπήρχον δε επί των πλοίων χίλιοι οπλίται Λακεδαιμόνιοι και ναύαρχος ήτον ο Σπαρτιάτης Κνήμος. Και αποβιβασθέντες εις την ξηράν ελεηλάτησαν τα περισσότερα μέρη της νήσου, και, επειδή δεν ηδυνήθησαν να την υποτάξουν, επέστρεψαν εις τα ίδια.

67. Περί τα τέλη δε του αυτού θέρους ο Κορίνθιος Αριστεύς και οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων Ανήριστος, Νικόλαος, Στρατόδαμος, ο Τεγεάτης Τιμαγόρας και ο Αργείος Πόλλις αυτόκλητος, μεταβαίνοντες εις την Ασίαν προς τον βασιλέα διά να πείσουν αυτόν να δώση χρήματα και συμπολεμήση, φθάνουν πρώτον εις Θράκην προς τον Σιτάλκην τον Τήρου, θέλοντες να πείσουν αυτόν, αν ηδύνατο να διαλύση την μετά των Αθηναίων συμμαχίαν και να βοηθήση την Ποτείδαιαν πολιορκουμένην υπ' αυτών και ζητούντες την συνδρομήν του να διαβούν τον Ελλήσποντον και να φθάσουν εις τον Φαρνάκην τον Φαρναβάζου, ο οποίος έμελλε να τους πέμψη προς τον βασιλέα. Ευρεθέντες δε κατά τύχην παρά τω Σιτάλκη οι πρέσβεις των Αθηναίων Λέαρχος ο Καλλιμάχου και Αμεινιάδης ο Φιλήμονος πείθουν τον Σάδοκον, τον πολιτογραφηθέντα Αθηναίον, τον υιόν του Σιτάλκου, να τοις παραδώση τους πρέσβεις εκείνους, ίνα μη διαβάντες προς τον βασιλέα βλάψουν όσον αυτοί θα ηδύναντο την θετήν αυτού πατρίδα. Εκείνος δε πεισθείς, ενώ επορεύοντο διά της Θράκης προς το πλοίον διά του οποίου έμελλον να διαπεράσουν τον Ελλήσποντον, συλλαμβάνει αυτούς πριν επιβιβασθούν συμπέμψας και άλλους άνδρας μετά του Λεάρχου και Αμεινιάδου και διατάξας να τους παραδώσουν εις εκείνους· εκείνοι δε λαβόντες τους έφεραν εις τας Αθήνας. Ότε δε αυτοί έφθασαν, οι Αθηναίοι, φοβηθέντες μήπως ο Αριστεύς διαφυγών ήθελε βλάψει περισσότερον παρά πρότερον, καθόσον εις αυτόν απέδιδον όλα τα εν τη Ποτειδαία και τη Θράκη συμβαίνοντα, χωρίς να τους δικάσουν και να τους αφήσουν να ειπούν ολίγα τινά, εφόνευσαν πάντας αυθημερόν και έρριψαν εις φάραγγας, δικαιολογούμενοι ότι απέδιδαν τα ίσα εις τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι συλλαβόντες τους Αθηναίους εμπόρους περί την Πελοπόννησο πλέοντας επί φορτηγών πλοίων, εφόνευσαν αυτούς και εις φάραγγας έρριψαν. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι πάντας όσους συνελάμβανον εν θαλάσση ως πολεμίους εθανάτωνον, και τους μετά των Αθηναίων συμπολεμούντας και τους ουδετέρους.

68. Κατά την αυτήν δ' εποχήν κατά τα τέλη του θέρους οι Αμπρακιώται μετά πολλών βαρβάρων, τους οποίους είχον διεγείρει, εξεστράτευσαν κατά του Αμφιλοχικού ’ργους και της άλλης Αμφιλοχίας. Ιδού δε η αρχή της έχθρας των Αμπρακιωτών κατά των Αργείων. Μετά τον τρωικόν πόλεμον Αμφίλοχος ο Αμφιαράου επιστρέψας εις τα ίδια και μη αρεσκόμενος εις την κατάστασιν του ’ργους ανεχώρησε και έκτισε το Αμφιλοχικόν ’ργος και την άλλην Αμφιλοχίαν εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ονομάσας αυτό ’ργος από την ιδικήν του πατρίδα. Εγένετο δε η πόλις αύτη η μεγίστη της Αμφιλοχίας και είχε κατοίκους πλουσιοτάτους. Αλλά μετά πολλάς γενεάς οι Αργείοι πιεζόμενοι υπό πολλών συμφορών προσεκάλεσαν συνοίκους τους Αμπρακιώτας τους γείτονας με την Αμφιλοχίαν και τότε πρώτον έμαθαν ούτοι την ελληνικήν γλώσσαν, την οποίαν μεταχειρίζονται μέχρι σήμερον· οι δε άλλοι Αμφίλοχοι είναι βάρβαροι. Με τον καιρόν οι Αμπρακιώται εκδιώκουν τους Αργείους και καταλαμβάνουν αυτοί την πόλιν. Τούτου δε γενομένου οι Αμφίλοχοι παραδίδονται εις τους Ακαρνάνας, και επεκαλέσθησαν αμφότεροι την συνδρομήν των Αθηναίων, οι οποίοι έπεμψαν προ αυτούς τον στρατηγόν Φορμίωνα μετά τριάκοντα πλοίων. Ότε δε έφθασεν ο Φορμίων, κυριεύουν διά της βίας το ’ργος, εξανδραποδίζουν τους Αμπρακιώτας και κατοικίζουν αυτό από κοινού Αμφίλοχοι και Ακαρνάνες. Συνεπεία τούτου λοιπόν οι Ακαρνάνες εισήλθον εις την συμμαχίαν των Αθηναίων και οι Αμπρακιώται συνέλαβαν μίσος αδιάλλακτον κατά των Αργείων ένεκα του ανδραποδισμού εις τον οποίον είχον υποβληθή. Ύστερον δε διαρκούντος του παρόντος πολέμου οι Αμπρακιώται ενωθέντες μετά των Χαόνων και άλλων βαρβάρων εκ των πλησίον χώρων επεχείρησαν την εκστρατείαν την οποίαν ανεφέραμεν και ελθόντες πλησίον του ’ργους της μεν χώρας έγιναν κύριοι, την δε πόλιν προσβαλόντες και μη δυνηθέντες να κυριεύσουν επέστρεψαν εις τα ίδια και διελύθησαν κατά λαούς. Τοιαύτα υπήρξαν τα γεγονότα του θέρους τούτου.

69. Κατά τον επόμενον δε χειμώνα οι Αθηναίοι είκοσι μεν πλοία έστειλαν περί την Πελοπόννησον υπό τον στρατηγόν Φορμίωνα, ο οποίος σταθμεύσας εις Ναύπακτον προσείχε μήτε να εκπλέη τις εκ Κορίνθου και του Κρισαίου κόλπου μήτε να εισπλέη, έτερα δε έξ κατά της Καριάς και της Λυκίας υπό τον στρατηγόν Μελήσανδρον, όπως ταύτα συνάζουν χρήματα και μη αφήνουν τους Πελοποννησίους πειρατάς να ορμώνται εκείθεν και βλάπτουν τα ταξίδια των από Φασήλιδος και Φοινίκης και της εκείθεν ηπείρου φορτηγών πλοίων. Προχωρήσας δ' ο Μελήσανδρος προς την Λυκίαν μετά σώματος εκ συμμάχων και Αθηναίων, τους οποίους έλαβεν από τα πλοία, αποθνήσκει νικηθείς και καταστρέφεται μέρος τι του στρατού του.

70. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Ποτειδαιάται, επειδή δεν ηδύναντο πλέον να ανθέξουν πολιορκούμενοι, καθότι και αι εις την Αττικήν εισβολαί των Πελοποννησίων δεν ηδυνήθησαν να αναγκάσουν τους Αθηναίους να λύσουν την πολιορκίαν της πόλεως των, και ο σίτος τοσούτον έλειψεν, ώστε κατήντησαν οι άνθρωποι να τρώγωνται μεταξύ των, προέτεινον λόγους περί συμβάσεως προς τους στρατηγούς των Αθηναίων, Ξενοφώντα τον Ευριπίδου και Εστιόδωρον τον Αριστοκλείδου και Φανόμαχον τον Καλλιμάχου, τους ευρισκομένους επί κεφαλής του πολιορκούντος στρατού. Ούτοι δε εδέχθησαν τας προτάσεις, τούτο μεν διότι έβλεπον την ταλαιπωρίαν του στρατού εις χώραν όπου το ψύχος ήτο δριμύ, τούτο δε διότι αι Αθήναι εδαπάνησαν ήδη εις την πολιορκίαν εκείνην δισχίλια τάλαντα. Οι όροι της συμβάσεως εκείνης ήσαν να εξέλθουν οι πολιορκούμενοι μετά των γυναικών και των τέκνων των και των βοηθών στρατιωτών, οι μεν άνδρες μεθ' ενός ενδύματος, αι δε γυναίκες μετά δύο, και εφωδιασμένοι μετά ωρισμένης χρηματικής ποσότητος. Και αυτοί μεν, δυνάμει της συμβάσεως ταύτης, εξήλθον επί την Χαλκιδικήν και κατέφυγον όπου ηδυνήθη καθείς· οι δε Αθηναίοι και τους στρατηγούς εμέμφθησαν ότι εσυνθηκολόγησαν άνευ της συγκαταθέσεώς των (διότι ενόμιζον ότι η Ποτείδαια ήθελε παραδοθή άνευ όρων) και ύστερον έπεμψαν εις την Ποτείδαιαν αποικίαν εκ των ιδίων συμπολιτών, οι οποίοι αποκατεστάθησαν εις αυτήν. Ταύτα ήσαν τα γεγονότα του χειμώνος τούτου, μετά του οποίου τελειώνει το δεύτερον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

71. Το ακόλουθον δε θέρος (3) οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι των εις μεν την Αττικήν δεν εισέβαλον, εξεστράτευσαν δε επί την Πλάταιαν· ήτο δε ηγεμών αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου· και στήσας το στρατόπεδόν του έμελλε να λεηλατήση την χώραν· οι δε Πλαταιείς ευθύς πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις έλεγον ταύτα, « Αρχίδαμε και Λακεδαιμόνιοι, δεν πράττετε δίκαια και άξια υμών και των πατέρων σας εκστρατεύοντες κατά της γης των Πλαταιών. Διότι ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας ο Κλεομβρότου ελευθερώσας την Ελλάδα από τους Μήδους μετά των Ελλήνων, οι οποίοι ηθέλησαν να συμμερισθούν τους κινδύνους της μάχης, η οποία εγένετο υπό τα τείχη ημών, προσέφερε θυσίας εις τον Ελευθέριον Δία εν τη αγορά των Πλαταιών και συγκαλέσας πάντας τους συμμάχους απέδωκεν εις τους Πλαταιείς την πόλιν και την χώραν αυτών διά να ζουν εν αυτή αυτόνομοι και ουδείς ουδέποτε να εκστρατεύση κατ'αυτών αδίκως διά να τους υποδουλώση· άλλως οι παρόντες σύμμαχοι ήσαν υποχρεωμένοι να τους βοηθήσουν, καθείς όσον ηδύνατο. Και ταύτα μεν μας παρεχώρησαν οι πατέρες σας προς αμοιβήν του θάρρους και του ζήλου, τον οποίον εδείξαμεν κατ' εκείνους τους κινδύνους, σεις δε πράττετε όλως τα εναντία· διότι ήλθετε ενταύθα μετά των Θηβαίων των εχθροτάτων εις ημάς ίνα μας υποδουλώσητε. Επικαλούμενοι δε μάρτυρας τους ορκίους θεούς και τους ιδικούς σας πατρώους και τους ημετέρους εγχωρίους λέγομεν εις σας να σεβασθήτε την χώραν των Πλαταιών, να μη παραβήτε τους όρκους και να μας αφήσετε να ζώμεν αυτόνομοι, συμφώνως με την δικαίαν απόφασιν του Παυσανίου».

72. Ότε είπον ,ταύτα οι Πλαταιείς, ο Αρχίδαμος απαντήσας είπε· «Δίκαια λέγετε, ω άνδρες Πλαταιείς, εάν τα έργα είναι σύμφωνα με τους λόγους. Τηρείτε την αυτονομίαν, την οποίαν εξησφάλισεν εις σας ο Παυσανίας, αλλ' ενωθήτε μεθ' ημών, ίνα ελευθερώσωμεν τους άλλους, οίτινες μετάσχοντες των τότε κινδύνων ηνώθησαν με σας διά των αυτών όρκων και σήμερον διατελούν υπό τον δεσποτισμόν των Αθηναίων. Η παρούσα μεγάλη προπαρασκευή και ο πόλεμος ούτος ουδένα άλλον σκοπόν έχουν ή την απελευθέρωσιν αυτών. Προτιμότερον δε ήθελεν είσθαι να συνεργήσετε και σεις εις τούτο μένοντες πιστοί εις τους όρκους σας· ειδεμή, πράξατε ό,τι σας επροτείναμεν ήδη, ησυχάζετε νεμόμενοι τα αγαθά σας και μένοντες ουδέτεροι· δέχεσθε αμφότερους ως φίλους, χωρίς να βοηθήτε μήτε τον ένα μήτε τον άλλον διά των όπλων. Ευχαριστούμεθα εις τούτο». Ταύτα είπεν ο Αρχίδαμος, οι δε πρέσβεις των Πλαταιών ακούσαντες τους λόγους τούτους εισήλθον εις την πόλιν και ανακοινώσαντες τα ρηθέντα εις το πλήθος απεκρίθησαν εις αυτόν ότι είναι αδύνατον να δεχθούν τας προτάσεις ταύτας άνευ της συγκαταθέσεως των Αθηναίων, καθότι αι γυναίκες και τα τέκνα των ήσαν εις τας Αθήνας· ότι εφοβούντο και διά την πόλιν των μήπως αποχωρησάντων των Πελοποννησίων έλθουν οι Αθηναίοι και δεν τοις επιτρέψουν πλέον να μείνουν εις αυτήν· καθώς επίσης μήπως οι Θηβαίοι, δυνάμει της συνθήκης εκείνης του να δέχωνται αμφότερα τα εμπόλεμα μέρη, αποπειραθούν να καταλάβουν πάλιν την πόλιν των. Ο δε Αρχίδαμος ενθαρρύνων αυτούς είπε· «Παραδώσατε εις ημάς τους Λακεδαιμονίους την πόλιν και τας οικίας σας και αποδείξατε τα όρια της χώρας σας και αριθμήσατε τα δένδρα και ό,τι άλλο υπάγεται εις απαρίθμησιν· σεις δε αποχωρήσατε όπου θέλετε ενόσω διαρκεί ο πόλεμος. ’μα δε ούτος παρέλθη, θέλομεν, σας αποδώσει όσα παρελάβομεν. Μέχρι τότε θέλομεν κρατεί αυτά ως παρακαταθήκην, καλλιεργούντες τας γαίας σας και δίδοντες εις σας εισόδημα αρκούν εις τας ανάγκας σας.