Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 11

Chapter 11 19 words Public domain Markdown

40. »Διότι είμεθα φιλόκαλοι με μικράν δαπάνην και ασχολούμεθα εις την φιλοσοφίαν χωρίς να εκθηλυνώμεθα· και τα πλούτη μας μεταχειριζόμεθα εν καιρώ ανάγκης μάλλον ή προς επίδειξιν. Και το να ομολογώμεν την πτωχείαν μας δεν θεωρείται αισχρόν, αίσχιστον όμως το να μη την αποφεύγωμεν διά της εργασίας. Και υπάρχουν παρ' ημίν άνθρωποι οίτινες και τα οικεία συμφέροντα επιμελούνται και τα της πολιτείας, και άλλοι εις τα επιτηδεύματα των ενασχολούμενοι, οίτινες όχι κακώς εννοούν τα της πολιτικής· ημείς μόνοι τωόντι θεωρούμεν τον πολίτην τον μη αναμιγνυόμενον εις την πολιτικήν, ουχί ως φιλήσυχον, αλλ' ως άχρηστον. Και ή κρίνομεν μόνοι μας τα πράγματα ή προσπαθούμεν να λάβωμεν ορθήν κρίσιν αυτών, ουχί νομίζοντες ότι οι λόγοι βλάπτουν τα έργα, αλλά μάλλον επιζήμιον θεωρούντες το να μη προδιδαχθώμεν διά του λόγου όσα πρέπει να πράξωμεν πριν ή έλθωμεν εις τα έργα. Έχομεν δε υπεροχήν και κατά τούτο, ότι, ενώ ημείς τολμώμεν πολύ και σκεπτόμεθα ωρίμως περί εκείνων, τα οποία θέλομεν επιχειρήσει, τουναντίον παρά τοις άλλοις η μεν αμάθεια φέρει θρασύτητα, η δε σκέψις προκαλεί δισταγμόν. Και υπέρτεροι εις ευψυχίαν δικαίως δέον να κρίνωνται εκείνοι, οι οποίοι γινώσκοντες κάλλιον παντός άλλου τας κακουχίας και τας απολαύσεις δεν οπισθοχωρούν προ των κινδύνων. Και κατά την αρετήν ακόμη υπερέχομεν από τους άλλους, επειδή ουχί ευεργετούμενοι, αλλ', ευεργετούντες αποκτώμεν φίλους. Ο δε ευεργέτης είναι πιστότερος, επειδή ενδιαφέρεται να μη απολεσθή η προς αυτόν οφειλομένη ευγνωμοσύνη, ενώ ο ευεργετηθείς είναι ψυχρότερος, επειδή ηξεύρει ότι θα αποδώση την καλωσύνην όχι προς χάριν, αλλά προς απότισιν χρέους. Μόνοι δε ημείς όχι τόσον διά την σκέψιν του συμφέροντος, όσον διά το ειλικρινές αίσθημα, το οποίον εμπνέει η ελευθερία ωφελούμεν χωρίς να φοβώμεθα αγνωμοσύνην.

41. » Και περιληπτικώς λέγω ότι εν γένει μεν η ημετέρα πόλις είναι σχολείον της Ελλάδος, ιδία δε νομίζω ότι έκαστος ημών δύναται ο ίδιος να επαρκέση εις πλείστα είδη βίου και εργασίας, με χάριν μάλιστα και επιδεξιότητα εκτελών αυτά. Απόδειξις δε ότι όσα λέγω δεν είναι κομπορρημοσύνη, αλλά πραγματική αλήθεια, είναι αυτή η δύναμις της πόλεως, την οποίαν απεκτήσαμεν ορμώμενοι από τούτων των ιδιοτήτων. Διότι μόνη αυτή από όσας πόλεις εξ ακοής είναι τώρα γνωσταί δοκιμαζόμενη αποδεικνύεται καλλιτέρα πασών, και μόνη αυτή ούτε κινεί εις αγανάκτησιν τον επερχόμενον εχθρόν διότι νικάται υπό τοιούτων ανδρών, ούτε εις τους υπηκόους προκαλεί παράπονα ότι κυβερνώνται υπό αναξίων. Διά τρανών δε δειγμάτων και βεβαίως ουχί άνευ αποδείξεων τουλάχιστον βεβαιώσαντες την ισχύν ταύτην θέλομεν θαυμάζεσθαι και υπό της παρούσης γενεάς και υπό της μελλούσης, χωρίς μάλιστα να έχωμεν ανάγκην ούτε Ομήρου επαινετού ούτε άλλου τινός, όστις διά στίχων θέλει τέρψει μεν προς το παρόν, ενώ η πραγματική αλήθεια θέλει ελαττώσει την περί των πραγμάτων ιδέαν, αλλ' αναγκάσαντες κάθε θάλασσαν και κάθε γην να γίνουν προσιταί εις την ημετέραν τόλμην, εγκαταστήσαντες δε πανταχού μνημεία αΐδια ευεργεσιών ή τιμωριών. Υπέρ αυτής λοιπόν της πόλεως και αυτοί εδώ μαχόμενοι ετελεύτησαν, επειδή είχον την αξίωσιν να μη την στερηθώσιν· υπέρ αυτής δ' επίσης αρμόζει ο καθείς των επιζώντων να κοπιά.

42. » Διά τούτο δε και εμακρολόγησα εις τα περί της πόλεως πρώτον μεν διά να διδάξω ότι ο αγών δεν είναι δι' ίσα πράγματα μεταξύ ημών και των άλλων αυτών, οι οποίοι ουδέν όμοιον έχουσιν, έπειτα δε διά να καταστήσω διά σημείων φανερόν τον έπαινον τούτων, προς εγκώμιον των οποίων ομιλώ. Και είπα περί αυτών ό,τι μέγιστον ηδύνατο να λεχθή, διότι πάντα όσα εξύμνησα εν τη ημετέρα δημοκρατία οφείλονται εις τας αρετάς τούτων και των τοιούτων, και ο λόγος ούτος δι' ολίγους Έλληνας όσον διά τους προκειμένους ήθελε φανή ανάλογος των πράξεών των. Νομίζω δε ότι η σήμερον των προκειμένων τελευτή και ως πρώτη απόδειξις της αρετής αυτών και ως τελευταία επιβεβαίωσις δεικνύει την ανδραγαθίαν. Διότι και οι κατά τα άλλα ολιγώτερον επαινετοί είναι δίκαιον να προβάλλουν την υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίαν εις τους πολέμους· διότι το κακόν διά του καλού εξαφανίσαντες εξαγοράζουν τα άδικα της ιδιωτικής διαγωγής των διά των προσφερθεισών δημοσίων ευεργεσιών. Αλλά μεταξύ των πολεμιστών τούτων ουδείς εδείχθη εν τω πολέμω δειλός ένεκα της επί μακρότερον απολαύσεως του πλούτου, ουδέ ανέβαλε τον κίνδυνον με την ελπίδα ότι διαφεύγων την πενίαν ήθελε πλουτήσει· αλλά λογίσαντες ποθεινοτέραν την τιμωρίαν των εχθρών απεφάσισαν κινδυνεύοντες τους μεν εναντίους να τιμωρήσουν, τα δε συμφέροντα των να παραμελήσουν, το μεν άδηλον της νίκης αποθέσαντες εις την ελπίδα, ως προς δε την ενέργειαν αξιούντες ότι πρέπει να έχουν πεποίθησιν εις εαυτούς περί του ήδη προ των οφθαλμών αυτών προκειμένου κινδύνου. Και κατά την ώραν της μάχης προτιμήσαντες να εκδικηθούν και να αποθάνουν παρά να σωθούν ενδίδοντες, τον μεν εξονειδισμόν αυτών διά λόγου απέφυγαν, το δε έργον του πολέμου υπέστησαν πεσόντες, και εις βραχυτάτην κρίσιμον ώραν απηλλάγησαν της ζωής, εις ακμήν δόξης ευρισκόμενοι μάλλον παρά εις στιγμήν φόβου.

43. » Και ούτοι μεν τοιούτοι εδείχθησαν επαξίως της πόλεως· οι δε λοιποί επιζώντες πρέπει να εύχεσθε ασφαλέστερον μεν τον βίον, να μη κρίνετε δε αρμόζον εις σας το να έχετε ατολμοτέραν την προς τους πολεμίους ψυχικήν διάθεσιν· μη αρκούμενοι μόνον εις το να εξυμνήτε διά λόγων τα αγαθά τα συνοδεύοντα την υπεράσπισιν της πατρίδος και την τιμωρίαν των κατ' αυτής επερχομένων (αγαθά τα οποία γνωστά εις σας όντα παραλείπω να απαριθμήσω ενταύθα), αλλά εμπράκτως θεωρούντες καθ' ημέραν την δύναμιν της πόλεως χαίρετε δι' αυτήν· και βλέποντες την μεγάλην δόξαν αυτής, ενθυμηθήτε ότι άνδρες τολμηροί, συνετοί και κατά τας μάχας έχοντες αίσθημα τιμής ύψωσαν αυτήν τοσούτον· άνδρες οίτινες, μολονότι απετύγχανον ενίοτε ες τους αγώνας των, δεν έκρινον όμως άξιον εαυτών να στερήσουν την πόλιν της ιδικής των ανδρείας, αλλά προσέφερον υπέρ αυτής την καλλίστην συνεισφοράν. Διότι κοινώς θυσιάζοντες τα σώματά των ελάμβανον ατομικώς καθείς αθάνατον έπαινον και επισημότατον τάφον, όχι δηλαδή τον τόπον της ταφής, αλλά την απονεμομένην εις αυτούς δόξαν, η οποία αιώνια τους παρακολουθεί εις κάθε περίστασιν και λόγου και έργου. Διότι των επιφανών ανδρών πάσα η γη τάφος, και όχι μόνον δεικνύει αυτούς η επιγραφή των στηλών εν τη οικεία πατρίδι, αλλά και εν τη ξένη η ενθύμησις της διαθέσεως μάλλον των πεσόντων ή των κατορθωμάτων των μένει ζώσα άνευ επιγραφής. Τούτους λοιπόν και σεις μιμούμενοι και πεπεισμένοι ότι η ευδαιμονία έγκειται εις την έλευθερίαν, και η ελευθερία εις την γενναιότητα, μη αποδειλιάτε προς τους πολεμικούς κινδύνους. Διότι δεν είναι δίκαιον οι δυστυχείς, οι μη έχοντες να ελπίζουν τι αγαθόν, να αψηφούν την ζωήν των περισσότερον εκείνων οίτινες κινδυνεύουν να χειροτερεύση εις το μέλλον η ζωή των και οίτινες μεγάλην θα υποστούν απώλειαν, εάν αποτύχουν. Εις άνδρα βέβαια έχοντα συναίσθησιν εαυτού και υπερηφάνειαν είναι αλγεινοτέρα η διά δειλίαν ταπείνωσις παρά ο μη αισθητός θάνατος ο πλήττων τον πολεμιστήν εν καιρώ της δυνάμεως αυτού και ενώ έχει κοινώς αποδεκτάς ελπίδας περί επιτυχίας.

44. » Διά τούτο, αντί να κλαύσω τους γονείς των προκειμένων όσοι είναι παρόντες, εξ εναντίας θέλω παραμυθήσει αυτούς. Ανατραφέντες και περιπεσόντες εις ποικίλας βιοτικάς συμφοράς, γνωρίζουν ότι ευδαίμονες είναι εκείνοι οίτινες, ως σήμερον, οι υιοί των, έτυχαν ενδοξοτάτου τέλους, παρά ως σεις, ενδοξοτάτης λύπης· ευδαίμονες δ' επίσης είναι εκείνοι, που η ζωή αυτών προωρίσθη επίσης ευδαίμων ως και ο θάνατος. Γινώσκω ότι είναι δύσκολον να σας πείσω, διότι πολλάκις η ευτυχία των άλλων θα σας παρέχη αφορμάς προς ενθύμησιν των αγαθών, τα οποία απηλαύετε και σεις αυτοί άλλοτε· και λυπείται κανείς όχι διά την στέρησιν αγαθών τα οποία δεν εδοκίμασεν, αλλά διά την στέρησιν αγαθών, εις τα οποία εσυνήθισεν. Όσοι ευρίσκονται ακόμη εις ηλικίαν διά ν' απολαύσουν και άλλα τέκνα πρέπει να φανούν καρτερικοί· διότι οι γεννώμενοι κατόπιν υιοί εις την οικογένειαν θα αντικαταστήσουν τους μη υπάρχοντας πλέον, η δε πόλις διπλά θα ωφεληθή, μη ερημουμένη και διατελούσα εν ασφαλεία· δεν είναι δυνατόν να σκέπτωνται περί των κοινών επίσης ορθώς και δικαίως οι πατέρες οι μη έχοντες, ως αυτοί, υιούς να τους εκθέτουν εις τους κινδύνους, όπως συνεισφέρουν και άλλα πράγματα. Όσοι δε υπερέβητε της τεκνοποιήσεως την ηλικίαν, θεωρήσατε ως κέρδος ότι διήλθετε το πλείστον μέρος της ζωής εν ευτυχία, και σκεπτόμενοι ότι το υπόλοιπον θα είναι σύντομον ανακουφίζετε την θλίψιν σας διά της δόξης των προκειμένων υιών. Των τιμών η αγάπη είναι το μόνον πάθος, το οποίον ουδέποτε γηράζει και εις το γήρας η μόνη ηδονή δεν είναι, ως λέγουν μερικοί, το να συναθροίζουν πλούτη, αλλά το να τιμώνται.

45. » Διά σας τους εδώ παρόντας παίδας ή αδελφούς των προκειμένων βλέπω ότι ο αγών θα είναι δύσκολος· διότι καθείς συνηθίζει να επαινή τον μη υπάρχοντα πλέον, σεις δε, και υπερβολικήν αρετήν αν εδεικνύετε, ηθέλετε κριθή όχι όμοιοι, αλλά κάπως ολίγον κατώτεροι. Οι ζώντες φθονούν αλλήλους, ό,τι δε εις μηδένα είναι εναντίον τιμάται με αδιαφιλονείκητον εύνοιαν. Εάν αρμόζη επίσης να υπομνήσω ποία πρέπει να είναι η αρετή των γυναικών, αίτινες εις το εξής θα ζήσουν εν χηρεία, διά βραχείας παραινέσεως θα είπω τα πάντα. Μεγάλη θα είναι δι' αυτάς η υπόληψις, εάν δεν φανώσι κατώτεραι της ιδίας των φύσεως, και μάλιστα δι' εκείνην, της οποίας το όνομα δεν θα αναφέρεται υπό των ανδρών ούτε δι' έπαινον ούτε διά κατηγορίαν.

46. » Ειπώθησαν λοιπόν και από εμέ κατά τα νόμιμα όσα είχον κατάλληλα. Και οι μεν προκείμενοι νεκροί εκοσμήθησαν δι εμπράκτων εκδηλώσεων, τους δε παίδας των η πόλις θέλει αναθρέψει από τούδε δημοσία δαπάνη μέχρι της εφηβότητος αυτών, προσφέοουσα ούτω διά τοιούτους αγώνας στέφανον ωφέλιμον εις τους πεσόντας και εις τους επιζήσαντας· διότι εκεί όπου υπάρχουν βραβεία αρετής μέγιστα, εκεί ζώσι πολίται και άριστοι άνδρες. Τώρα δε αφού εθρήνησε καθείς σας εκείνον που είναι πρέπον αποχωρήσατε».

47. Τοιαύτη υπήρξεν η επικήδειος πομπή η οποία έγινε κατά τον χειμώνα εκείνον, μετά του οποίου ετελείωσε και το πρώτον έτος του πολέμου. ’μα δε τη αρχή του θέρους οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι, συναθροισθέντες εκ των δύο μερών όπως εις το πρώτον έτος, εισέβαλον εις την Αττικήν· ήτο δε ηγεμών αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου. Και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την γην. Ενώ δε ευρίσκοντο αυτοί ουχί προ πολλών ημερών εις την Αττικήν, ήρχισεν η νόσος πρώτον μεταξύ των Αθηναίων. Η νόσος αύτη ελέγετο μεν ότι και πρότερον είχεν ενσκήψει πολλαχού και περί την Λήμνον και εις πολλάς πόλεις, ουδέποτε όμως και ουδαμού ενεθυμούντο τοσαύτην απώλειαν ανθρώπων. Διότι ούτε οι ιατροί εξήρκουν προς θεραπείαν καθό αγνοούντες την αρχήν του κακού και αποθνήσκοντες μάλιστα και εξ αυτών όσοι ήρχοντο εις περισσοτέραν συνάφειαν μετά των ασθενών, ούτε ουδεμία άλλη ανθρωπίνη τέχνη· εις μάτην προσηύχοντο εις τους ναούς ή ηρώτων τα μαντεία ή κατέφευγον εις άλλα παρόμοια μέσα· τα πάντα ήσαν ανωφελή, και επί τέλους παρητήθησαν αυτών καταβαλλόμενοι υπό του κακού.

48. Η νόσος δ' αύτη ήρχισεν, ως λέγεται, εκ της Αιθιοπίας, άνωθεν της Αιγύπτου, εκείθεν δε κατέβη εις την Αίγυπτον και Λιβύην και εις τα πλείστα μέρη της κυριαρχίας του βασιλέως. Ενέπεσε δε εις την πόλιν των Αθηναίων και πρώτον επρόσβαλε τους κατοίκους του Πειραιώς τόσον απροόπτως, ώστε ούτοι είπον ότι οι Πελοποννήσιοι έρριψαν δηλητήρια εις τα φρέατα, διότι κρήναι δεν υπήρχον ακόμη εις Πειραιά. Ύστερον δε και εις την άνω πόλιν έφθασε και απέθνησκον πολύ περισσότεροι. Ας είπη μεν λοιπόν έκαστος ιατρός ή ιδιώτης ό,τι γινώσκει περί της πιθανής αιτίας του κακού τούτου, και ας αναζητήση τους λόγους, οι οποίοι επέφερον τον τοιούτον όλεθρον· εγώ δε θέλω περιγράψει τον χαρακτήρα και τα συμπτώματα αυτού, ίνα, εάν ποτε και πάλιν επιπέση, δύναται ο καθείς να το αναγνωρίζη και να προφυλάσσεται. Θέλω δε ομιλήσει ως άνθρωπος όχι μόνον ασθενήσας, αλλά και άλλους ιδών πάσχοντας.

49. Το μεν έτος εκείνο, όπως οι πάντες παρεδέχοντο, ήτο μάλλον των άλλων απηλλαγμένον των συνήθων ασθενειών· εάν δέ τις προσεβάλλετο υπό κακοδιαθεσίας τινός, αύτη κατέληγεν εις την νόσον ταύτην. Εν γένει, άνευ ουδεμίας αιτίας, αλλ' εξ απροόπτου και εν πλήρει υγεία, ησθάνοντο οι άνθρωποι πρώτον μεν μεγάλην θερμότητα εις την κεφαλήν, ερυθήματα και φλογώσεις εις τους οφθαλμούς, εντός δε, η φάρυγξ και η γλώσσα, εγίνοντο ευθύς αιματόχροοι, η αναπνοή ήτον άτακτος και η εκπνοή από του στόματος είχε κακήν οσμήν· έπειτα επήρχετο πτάρσιμον και στενοχωρία των βρόγχων και μετ' ολίγον ο πόνος κατέβαινεν εις τα στήθη μετά βηχός ισχυρού· ότε δε έφθανεν εις τον στόμαχον, ανέστρεφεν αυτόν και επήρχοντο όλαι αι εξεμέσεις της χολής, αι υπό των ιατρών κατονομασθείσαι· αύται δε επήρχοντο μετά πόνων οξέων. Εις τους περισσοτέρους δε επήρχετο λυγξ χωρίς έμετον, σφοδρόν προξενούσα σπασμόν, ο οποίος εις άλλους μεν έπαυε μετ' ολίγον, εις άλλους δε όμως έπαυε πολύ βραδέως. Και το μεν σώμα έξωθεν εγγιζόμενον ούτε πολύ θερμόν ήτο ούτε ωχρόν, αλλ' υπέρυθρον, πελιδνόν, με εξανθήματα, μικράς φλυκταίνας και έλκη· έσωθεν δε τόσον εκαίετο, ώστε δεν ηνείχετο ούτε τα λεπτότερα ιμάτια, ούτε τας σινδόνας, ούτε άλλο τι. Οι ασθενείς ήθελον να μένουν γυμνοί και ευχαρίστως ερρίπτοντο εις ύδωρ ψυχρόν. Και πολλοί εκ των παρημελημένων ανθρώπων, βασανιζόμενοι από άπαυστον δίψαν, έπιπτον εις τα φρέατα· η δίψα δε εκείνη, είτε έπινον ολίγον είτε έπινον πολύ, έμενεν η αυτή. Η αέναος ταραχή και η αγρυπνία εβάρυνεν αυτούς. Και το σώμα, εφ' όσον χρόνον η νόσος ευρίσκετο εις την ακμήν της, δεν εμαραίνετο, αλλ' αντείχε παρά πάσαν προσδοκίαν εις την ταλαιπωρίαν, ούτως ώστε οι πλείστοι των ασθενών διετήρουν ακόμη δύναμίν τινα ότε απέθνησκον κατά την ενάτην ή εβδόμην ημέραν καταναλισκόμενοι από τον εσωτερικόν πυρετόν· ή, εάν διέφευγον τον θάνατον κατά το τέρμα τούτο, το νόσημα κατέβαινεν εις την κοιλίαν και επροξένει εις αυτήν ισχυράν εξέλκωσιν, την οποίαν παρηκολούθει επίμονος διάρροια και ατονία, εκ της οποίας οι πολλοί κατόπιν απέθνησκον. Ούτω λοιπόν το νόσημα, αφού ήρχιζεν άνωθεν και ενετοπίζετο κατ' αρχάς εις την κεφαλήν, διέτρεχε βαθμηδόν όλον το σώμα άνωθεν έως κάτω, και, εάν τις διέφευγε τα σπουδαιότερα συμπτώματα, το κακόν προσέβαλλε τα άκρα, αφήνον ίχνη της διαβάσεως του· διότι ενέσκηπτεν εις τα αιδοία και εις τα άκρα των χειρών και των ποδών, και πολλοί διέφευγον τον θάνατον διά της απωλείας των μελών τούτων, άλλοι δε διά της απωλείας των οφθαλμών, άλλοι τέλος έχανον εντελώς την μνήμην και εγειρόμενοι δεν ανεγνώριζον ούτε εαυτούς ούτε τους οικείους.

50. Η δε νόσος αύτη, το είδος της οποίας είναι αδύνατον να περιγραφή, ενέσκηπτεν εις έκαστον μετά βιαιότητος υπερβαινούσης τας ανθρωπίνους δυνάμεις. Απόδειξις δε ότι διέφερε πασών των γνωστών ασθενειών είναι η εξής· τα σαρκοβόρα όρνεα και τα τετράποδα, όσα τρέφονται δι' ανθρωπίνων πτωμάτων, μολονότι έμενον πολλά τοιαύτα, δεν επλησίαζον ή, εάν εγεύοντο, απέθνησκον. Τεκμήριον τούτου φανερόν υπήρξε το ότι ούτε περί τα πτώματα ούτε αλλαχού επαρουσιάσθησαν αυτά τα όρνεα· και οι κύνες δε οι ζώντες μετά των ανθρώπων καθιστών το φαινόμενον τούτο μάλλον επαισθητόν.

51. Το νόσημα λοιπόν τούτο (παραλείπω δε πολλά και διάφορα συμπτώματα εκδηλωνόμενα διαφορετικά επί εκάστου ανθρώπου) τοιούτον ήτο εν γένει. Εφ' όσον χρόνον δε διήρκεσεν ουδεμία των συνήθων ασθενειών εμάστιζε την κοινωνίαν ή, εάν συνέβαινε καμμία, μετετρέπετο εις τούτο. Απέθνησκον δε οι μεν άνευ θεραπείας, οι δε μετά πολλών περιποιήσεων. Δεν ευρέθη δε πράγματι και κανέν φάρμακον, το οποίον προσφερόμενον να ηδύνατο να ωφελήση· διότι εκείνο το οποίον ωφέλει τον ένα έβλαπτε τον άλλον. Ουδεμία κράσις, ισχυρά ή ασθενής, ηδυνήθη να προφυλαχθή από το κακόν τούτο, αλλά γενικός ήτον ο όλεθρος και αυτών ακόμη, πού με κάθε επιμέλειαν εθεραπεύοντο. Το δεινότατον του κακού ήτο η αθυμία υπό της οποίας, εκυριεύοντο οι πάσχοντες (οίτινες ευθύς απελπιζόμενοι πολύ περισσότερον ενέδιδον και δεν αντείχον), παρέχοντες δε ο είς προς τον άλλον τας θεραπείας των απέθνησκον ως τα πρόβατα· και τούτο επροξένει την πλείστην φθοράν. Όσοι υπό φόβου δεν ήθελον να συγκοινωνήσουν αναμεταξύ των απέθνησκον αβοήθητοι, και πολλαί οικίαι ηρημώθησαν ούτως ελλείψει συνδρομής· όσοι δε επλησίαζον τους ασθενείς προσεβάλλοντο αμέσως, και προ πάντων οι καυχώμενοι ότι δεν εφοβούντο· διότι εντρεπόμενοι δεν εδείκνυον προφύλαξιν διά τον εαυτόν των και εισήρχοντο προς τους φίλους, επειδή και αυτοί οι συγγενείς, νικώμενοι υπό του πολλού κακού, εβαρύνοντο επί τέλους τους ολοφυρμούς των αποθνησκόντων. Εκείνοι εν τούτοις οίτινες διέφυγον τον κίνδυνον ησθάνοντο πλειοτέραν συμπάθειαν και προς τους θνήσκοντας και προς τους ασθενείς, διότι προέβλεπον τον κίνδυνον και διετέλουν εν πλήρει ασφαλεία, του κακού μη προσβάλλοντος θανασίμως τον αυτόν άνθρωπον δις. Οι τοιούτοι δε και εμακαρίζοντο υπό των άλλων και χαίροντες διά την παρούσαν στιγμήν είχαν αβεβαίαν τινά ελπίδα ότι και εις το μέλλον δεν ήθελον αρπαγή υπ' άλλου νοσήματος.

52. Μαζί δε με την συμφοράν αυτήν επίεσεν ακόμη περισσότερον τους Αθηναίους η μετακόμισις των αγροτών εις την πόλιν, οίτινες προ πάντων έπαθον. Διότι μη υπαρχουσών οικιών ηναγκάσθησαν να καταλύσουν εν καιρώ θέρους εις καλύβας πνιγηράς και τούτου ένεκα απέθνησκον πολλοί μετά μεγίστης αταξίας. Τα σώματα των αποθνησκόντων έκειντο νεκρά τα μεν επί των δε, και πολλοί ημιθανείς εκυλίοντο εις τας οδούς και πλησίον εις τας κρήνας απάσας, κυριευόμενοι υπό φλογέρας δίψης· και τα ιερά δε εντός των οποίων κατεσκήνουν ήσαν πλήρη νεκρών, εκεί μέσα αποθνησκόντων των ανθρώπων· διότι ένεκα του υπερβάλλοντος κακού μη ηξεύροντες τι θα γίνουν απώλεσαν τον σεβασμόν προς τα ιερά και τα όσια. Όλαι αι συνήθειαι αι επικρατούσαι πρότερον διά τας ταφάς παρεβιάσθησαν, και έθαπτον τους νεκρούς όπως ηδύναντο. Και πολλοί στερούμενοι των προς ταφήν αναγκαίων κατέφευγον εις επονείδιστα μέσα ένεκα των συχνών αποβιώσεων εις τας οικογενείας των· οι μεν απέθετον τους νεκρούς των εις πυράς, αίτινες δεν τοις ανήκον, και προλαμβάνοντες τους στήσαντας αυτάς έθετον πυρ· οι δε, ενώ άλλος νεκρός εκαίετο, ρίπτοντες άνωθεν εκείνον τον οποίον έφερον, έφευγον.

53. Το νόσημα δε τούτο υπήρξεν αφορμή των πρώτων αταξιών της πόλεως, διότι έκαστος ευκολώτερον ετόλμα εκείνα, τα οποία κρυφίως μόνον εξετέλει, βλέπων ότι δι' αιφνιδίας μεταβολής οι μεν πλούσιοι απέθνησκον εξ απροόπτου, οι δε πρότερον άποροι κατελάμβανον ευθύς τα υπάρχοντα εκείνων. Θεωρούντες τα σώματα και τα χρήματα ομοίως εφήμερα, δεν εσκέπτοντο άλλο ειμή πώς να απολαύσουν και να ευχαριστήσουν τας ορέξεις των. Ουδείς ήτο πρόθυμος να επιδοθή εις κοπιαστικήν εργασίαν, διότι ουδείς εγίνωσκεν αν θα έζη διά να κατορθώση ταύτην. Ό,τι ήτο γνωστόν ως ευχάριστον και ως παρέχον πολλά κέρδη, τούτο κατέστη καλόν και χρήσιμον. Ούτε ο φόβος των θεών ούτε ο φόβος των νόμων ημπόδιζε τους ανθρώπους· το πρώτον, διότι βλέποντες τους πολίτας όλους αποθνήσκοντας αδιακρίτως έκριναν ότι ουδεμία υπήρχε διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας· το δεύτερον, διότι ουδείς ήλπιζεν ότι ήθελε ζήσει μέχρις ου δικασθή και τιμωρηθή, πολύ δε περισσότερον εφοβούντο την υπέρ τας κεφάλας των επικρεμαμένην απόφασιν και έκριναν εύλογον, πριν προσβληθούν υπ' αυτής, να απολαύσουν ολίγην τινά ηδονήν βίου.

54. Οι δε Αθηναίοι περιπεσόντες εις τοιαύτην κακοπάθειαν επιέζοντο, εντός μεν ένεκα των θνησκόντων ανθρώπων, εκτός δε ένεκα της λεηλασίας των αγρών των. Εις την δυστυχίαν δε ταύτην ευρισκόμενοι ενεθυμήθησαν φυσικώς τον ακόλουθον στίχον, τον οποίον οι πρεσβύτεροι έλεγαν ότι είχαν ακούσει ψαλλόμενον· «Θέλει έλθει δωρικός πόλεμος και λοιμός μετ' αυτού». Έρις λοιπόν ηγέρθη μεταξύ των ανθρώπων, καθόσον έλεγαν μερικοί ότι εις τον στίχον τούτον οι αρχαίοι δεν έλεγαν λοιμόν αλλά λιμόν· υπερίσχυσεν όμως τότε η γνώμη των λεγόντων λοιμόν, διότι οι άνθρωποι συνταυτίζουν τας αναμνήσεις των με τα δεινά, τα οποία πάσχουν. Εάν όμως εγερθή ποτε άλλος δωρικός πόλεμος μετά τον παρόντα και συμπέση να συμβή λιμός, νομίζω ότι θα υπερισχύση η αντίθετος γνώμη. Ενεθυμούντο δε και τον προς τους Λακεδαιμονίους χρησμόν όσοι είχον λάβει γνώσιν αυτού, ότε ερωτηθείς ο θεός υπ' αυτών, αν έπρεπε να πολεμήσουν, απεκρίθη ότι θα ενίκων, εάν επολέμουν κατά κράτος, προσθείς ότι και αυτός θέλει έλθει εις βοήθειάν των. Τοιουτοτρόπως δε εζήτουν να συνδυάσουν τον χρησμόν με τα γινόμενα, καθότι η ασθένεια ήρχισεν αμέσως μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων. Και εις μεν την Πελοπόννησον δεν εισήλθεν αύτη, το οποίον είναι άξιον προσοχής, εδεκάτισεν όμως προ πάντων τας Αθήνας, έπειτα δε τα πολυανθρωπότατα εκ των άλλων χωρίων. Και ταύτα μεν όσον αφορά την επισυμβάσαν νόσον.

55. Οι δε Πελοποννήσιοι, αφού ελεηλάτησαν την πεδιάδα,, επροχώρησαν προς την χώραν την καλουμένην Πάραλον μέχρι του Λαυρείου, όπου υπάρχουν τα μεταλλεία του αργύρου τανήκοντα εις τους Αθηναίους. Και πρώτον μεν ελεηλάτησαν το μέρος, το οποίον βλέπει προς την Πελοπόννησον, έπειτα δε το προς την Εύβοιαν και την ’νδρον εστραμμένον. Ο δε Περικλής, στρατηγός ων και τότε, περί μεν του ότι δεν έπρεπε να εξέλθουν εις συνάντησιν κατά των εχθρών οι Αθηναίοι την αυτήν γνώμην είχεν ως και κατά την προτέραν εισβολήν.

56. Εν όσω δε οι Πελοποννήσιοι ήσαν ακόμη εις την πεδιάδα και δεν είχαν φθάσει εις την παραλίαν, ο Περικλής παρεσκεύασεν εκατόν πλοία διά να πλεύση κατά της Πελοποννήσου, και άμα ητοιμάσθησαν ανοίχθη εις το πέλαγος. Εισεβίβασε δε εις αυτά τετρακισχιλίους οπλίτας Αθηναίους και τριακόσιους ιππείς επί πλοίων ιππαγωγών, τότε κατά πρώτον κατασκευασθέντων εκ των παλαιών πλοίων· συνεξεστράτευσαν δε και οι Χίοι και οι Λέσβιοι μετά πεντήκοντα πλοίων. Ότε δε έπλεεν εις ανοικτά ο στόλος ούτος των Αθηναίων, αφήκε τους Πελοποννησίους εις την παραλίαν της Αττικής. Ελθόντες δε οι Αθηναίοι εις την Επίδαυρον της Πελοποννήσου ελεηλάτησαν τα πλείστα μέρη της χώρας και προσβαλόντες την πόλιν ήλπισαν ότι ήθελον την κυριεύσει, αλλ' απέτυχον. Αφήσαντες λοιπόν την Επίδαυρον ελεηλάτησαν την Τροιζηνίδα γην και την Αλιάδα και την Ερμιονίδα· όλα δ' αυτά είναι παραθαλάσσια μέρη της Πελοποννήσου. Αποπλεύσαντες δε εκείθεν έφθασαν εις Πρασιάς, παράλιον πόλιν της Λακωνικής, και όχι μόνον την χώραν ελεηλάτησαν, αλλά και την πόλιν εκυρίευσαν και διήρπασαν. Ταύτα ποιήσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια. Τους Πελοποννησίους όμως δεν τους εύρον πλέον εις την Αττικήν, διότι είχον αναχωρήσει.

57. Εφ' όσον δε χρόνον οι Πελοποννήσιοι ήσαν εις την Αττικήν και οι Αθηναίοι εξεστράτευον διά των πλοίων, η νόσος κατέστρεφε τους Αθηναίους και εν τω στρατώ και εν τη πόλει, ούτως ώστε ελέχθη ότι οι Πελοποννήσιοι φοβηθέντες το νόσημα, άμα έμαθον παρά των αυτομόλων ότι υπήρχεν εις την πόλιν και είδον οφθαλμοφανώς τους αποθνήσκοντας, έσπευσαν να εξέλθουν της χώρας. Κατά την δευτέραν δε ταύτην εισβολήν παρέμειναν πλειότερον χρόνον και ελεηλάτησαν όλους τους αγρούς, διότι έμειναν τεσσαράκοντα ολοκλήρους ημέρας εις την Αττικήν.

58. Κατά το αυτό δε θέρος ’γνων ο Νικίου και Κλεόπομπος ο Κλεινίου, συστράτηγοι όντες του Περικλέους, λαβόντες τον στρατόν, τον οποίον μετεχειρίσθη εκείνος, εστράτευσαν αμέσως κατά των Χαλκιδέων της Θράκης και κατά της Ποτειδαίας η οποία ακόμη επολιορκείτο. Φθάσαντες δε και μηχανάς έστησαν κατά της Ποτειδαίας και προσεπάθουν παντοιοτρόπως να την κυριεύσουν. Αλλά δεν κατώρθωσαν ούτε τούτο να πράξουν ούτε άλλο τι άξιον των δυνάμεων των, διότι επισκήψασα η ασθένεια και εκεί πολύ επίεσε τους Αθηναίους, καταστρέφουσα τον στρατόν τοσούτον, ώστε και οι πρότερον στρατιώται, οίτινες προτού απήλαυον άκρας υγείας, εμολύνθησαν υπό των μετά του ’γνωνος ελθόντων εξ Αθηνών (Ο Φορμίων και οι μετ' αυτού χίλιοι εξακόσιοι δεν ήσαν πλέον πλησίον των Χαλκιδέων). Ο μεν λοιπόν ’γνων ανεχώρησε πάλιν μετά των πλοίων εις τας Αθήνας, απολέσας εντός τεσσαράκοντα ημερών εκ της νόσου χιλίους πεντήκοντα οπλίτας εκ των τετρακισχιλίων· οι δε προηγούμενοι στρατιώται μείναντες εις την χώραν επολιόρκουν την Ποτείδαιαν.