Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

Part 1

Chapter 1 93 words Public domain Markdown

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. In five places, a small portion of the text is missing and has been supplemented by me, using the ancient text. Correction has been marked by brackets []. Obvious mistakes in the paragraph numbers have been corrected. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Σε πέντε σημεία λείπει μικρό μέρος του κειμένου, το οποίο συμπληρώθηκε από μένα, μέσω του αρχαίου κειμένου. Η συμπλήρωση περικλείεται από αγκύλες []. Διορθώθηκαν εμφανή λάθη αριθμήσεις παραγράφων. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ Π0ΛΕΜΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

Ι Ω Α Ν. Ζ Ε Ρ Β Ο Υ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΒΙΒΛΙΟΝ Α'. και Β’.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1910

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Α'.

1. Θουκυδίδης ο Αθηναίος συνέγραψε τον πόλεμον των Πελοποννησίων και Αθηναίων πώς επολέμησαν προς αλλήλους, αρχίσας την ιστορίαν άμα τη αρχή του πολέμου και προβλέψας ότι ούτος ήθελεν είσθαι μέγας και αξιολογώτατος πάντων των προγενομένων, τεκμαιρόμενος τούτο πρώτον μεν διότι έβλεπεν αμφότερα τα μέρη ακμαίως εν πάσι παρεσκευασμένα, και δεύτερον διότι οι άλλοι Έλληνες ή συνετάσσοντο ευθύς εξ αρχής προς ένα εκ των δύο ή διενοούντο να πράξουν τούτο βραδύτερον. Και αληθώς η κίνησις αύτη εγένετο μεγίστη μεταξύ των Ελλήνων και μέρους τινός των βαρβάρων, καθόλου δε ειπείν και μεταξύ των πλείστων ανθρώπων. Τα δε προ του πολέμου τούτου και τα πλέον παλαιότερα σαφώς μεν να εύρη τις δια το πλήθος των παρελθόντων χρόνων ήτο αδύνατον, έκ τινων όμως τεκμηρίων, τα οποία επορίσθην μετά μακράν και ενδελεχή μελέτην, νομίζω ότι δεν εγένοντο μεγάλα ούτε υπό πολεμικήν έποψιν ούτε υπό άλλην οιανδήποτε.

2. Φαίνεται ότι η σήμερον καλουμένη Ελλάς δεν κατωκείτο διαρκώς έκπαλαι, αλλά πρότερον συνεκροτείτο εκ μεταναστάσεων και ευκόλως καθείς εγκατέλειπε την εαυτού χώραν, βιαζόμενος υπό τινων πάντοτε πλειόνων. Εμπορία ελευθέρα δεν υπήρχεν, οι δε άνθρωποι των τότε χρόνων μη δυνάμενοι να συγκοινωνούν αφόβως προς αλλήλους είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης, και καλλιεργούντες τα κτήματά των τόσον μόνον όσον να αποζώσι και μη έχοντες περιουσίαν χρημάτων μηδέ την γην φυτεύοντες (διότι ήτο άδηλον πότε επερχόμενοι οι επιδρομείς και ευρίσκοντες αυτούς ατειχίστους ήθελον αφαιρέσει απ' αυτών τα πάντα), και βέβαιοι όντες ότι πανταχού ηδύναντο να εύρωσι την καθ' ημέραν αναγκαίαν τροφήν όχι δυσκόλως μετενάστευον, και δι' αυτό ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων ίσχυον ούτε κατά την άλλην πολεμικήν παρασκευήν. Μάλιστα δε της γης η αρίστη είχε κατοίκων πάντοτε μεταβολάς, η σήμερον Θεσσαλία καλουμένη, και η Βοιωτία, και τα πλείστα της Πελοποννήσου πλην της Αρκαδίας, και αι άλλαι χώραι αι μάλλον εύφοροι. Διότι ένεκα της γονιμότητος της γης αι δυνάμεις αποβαίνουσαι εις τινας μεγαλύτεραι εγέννων φθοροποιάς στάσεις και συγχρόνως επέσυρον ακόμη μάλλον τον φθόνον και την επιβουλήν των αλλοφύλων. Αλλ' η Αττική εξ αρχής διά την αφορίαν αυτής μένουσα αστασίαστος κατωκείτο πάντοτε υπό των αυτών κατά το γένος ανθρώπων. Παράδειγμα δε του λόγου όχι μικρόν είναι, ότι διά της ελεύσεως των ξένων ηύξησε πλειότερον των άλλων χωρών· διότι οι εκ της άλλης Ελλάδος. είτε ένεκα πολέμου είτε ένεκα στάσεως εξοριζόμενοι, κατέφευγον οι ισχυρότατοι προς τους Αθηναίους ως προς βέβαιον άσυλον, και πολιτογραφούμενοι ευθύς από των παλαιοτάτων χρόνων ακόμη πλέον μεγαλυτέραν κατέστησαν την πόλιν κατά το πλήθος των ανθρώπων, ώστε και εις την Ιωνίαν ύστερον, μη ικανής ούσης της Αττικής προς συντήρησιν αυτών, εξέπεμψαν αποικίας.

3. Φανερώνει δε την ασθένειαν των παλαιών όχι ολίγον και τούτο, ότι προ των Τρωικών ουδέν φαίνεται πρότερον από κοινού επιχειρήσασα η Ελλάς· φρονώ δε ότι ουδέ το όνομα τούτο είχε σύμπασα εξ αρχής, αλλά προ του Έλληνος μεν του υιού του Δευκαλίωνος ουδέ καν ήτο γνωστή η ονομασία αύτη, έκαστον δε έθνος, και προ πάντων το Πελασγικόν, εκαλείτο διά του ιδίου αυτού ονόματος· ισχυσάντων όμως εν τη Φθιώτιδι του Έλληνος και των παίδων αυτού, και προσκαλουμένων προς βοήθειαν υπό άλλων πόλεων, εις μεν τας ιδιαιτέρας συνομιλίας εκαλούντο κατά προτίμησιν Έλληνες, αλλά δεν ηδυνήθη το όνομα τούτο να επικρατήση και μετά πολύν μετέπειτα χρόνον. Δίδει δε τούτου τεκμήριον προ πάντων ο Όμηρος· διότι μολονότι γενόμενος πολύ μεταγενέστερος των Τρωικών ουδαμού δίδει εις όλους γενικώς το όνομα τούτο ειμή μόνον εις τους μετά του Αχιλλέως εκ της Φθιώτιδος συνεκπλεύσαντας, οίτινες και πρώτοι Έλληνες ήσαν. Δαναούς δε εις τα έπη του και Αργείους και Αχαιούς αποκαλεί. Αλλ' ουδέ βαρβάρους ονομάζει αυτούς, διότι, ως νομίζω. το όνομα των Ελλήνων δεν διεκρίνετο ακόμη ως διαστολή από τους άλλους λαούς. Οπωσδήποτε οι Έλληνες, οι κατ' αρχάς μεν εις τας ιδιαιτέρας μόνον σχέσεις το όνομα τούτο φέροντες, ύστερον δε γενικώς κληθέντες ούτω, ουδέν προ των Τρωικών ένεκα ασθενείας και μη επικοινωνίας προς αλλήλους έπραξαν από κοινού. Αλλά και εις ταύτην την εκστρατείαν συνήλθον, διότι ήσαν ήδη μάλλον εξωκειωμένοι προς την θάλασσαν.

4. Ο Μίνως υπήρξεν ο αρχαιότατος από όσους ηξεύρομεν εξ ακοής ότι απέκτησε ναυτικόν, και της νυν ελληνικής θαλάσσης επί πολύ εκυριάρχησε, και των Κυκλάδων νήσων ήρξε, και πρώτος αυτός έγινεν οικιστής των πλείστων, εκδιώξας τους Κάρας και εγκαταστήσας ηγεμόνας τους ιδίους αυτού υιούς· όσον δε ηδύνατο εκαθάριζε την θάλασσαν από την πειρατείαν, διά να περιέρχωνται εις αυτόν ασφαλέστερον αι πρόσοδοι.

5. Διότι οι Έλληνες το πάλαι, και όσοι εκ των βαρβάρων κατώκουν τας παραλίας των ηπείρων, και όσοι τας νήσους, αφού ήρχισαν να συγκοινωνούν πλειότερον προς αλλήλους διά των πλοίων ετράπησαν προς την πειρατείαν, υπό την αρχηγίαν ανδρών δυνατών, χάριν ατομικού κέρδους και διά να προμηθεύουν τροφήν εις τους αδυνάτους· επιπίπτοντες δε κατά των ατειχίστων και κατά κώμας οικουμένων πόλεων ήρπαζον και προσεπορίζοντο ούτω το πλείστον μέρος της διατροφής των, μη θεωρουμένου του έργου τούτου ως επαισχύντου, αλλ' εξ εναντίας και ως δόξαν τινά μάλλον προξενούντος· αποδεικνύεται δε τούτο ακόμη και σήμερον έκ τινων ηπειρωτών υπερηφανευομένων διά την ευσεβώς και φιλανθρώπως ενεργουμένην πειρατείαν, και εκ των αρχαίων ποιητών, καθ' ους προς όλους τους νεωστί αποβιβαζομένους πανταχού ομοία ερώτησις απετείνετο, αν ήσαν πειραταί, καθότι ούτε υπό των πραττόντων εκρύπτετο ούτε υπό των ερωτώντων εθεωρείτο ως επονείδιστον το τοιούτον επάγγελμα. Ελήστευον δε αλλήλους και κατά ξηράν. Και μέχρι τούδε πολλά της Ελλάδος μέρη ζώσι κατά τον παλαιόν τρόπον, ως οι Λοκροί Οζόλαι, και οι Αιτωλοί, και οι Ακαρνάνες, και η γειτονική ήπειρος. Το έθιμον δε να σιδηροφορώσιν οι ηπειρώται ούτοι παρέμεινεν από της παλαιάς ληστείας.

6. ’λλοτε όλη η Ελλάς εσιδηροφόρει, διότι και αι πόλεις ήσαν ανοικταί και αι προς αλλήλους συγκοινωνίαι όχι ασφαλείς, και εν τω ιδιωτικώ βίω εσυνήθιζον οι Έλληνες να φέρουν όπλα ως οι βάρβαροι. Ένδειξις δε ότι τούτο άλλοτε ήτο γενικόν, είναι αυτά τα μέρη της Ελλάδος όπου επικρατεί εισέτι αυτή η συνήθεια. Εν τούτοις δε πρώτοι οι Αθηναίοι κατέθεσαν τον σίδηρον και ετράπησαν εις άνετον δίαιταν επί το τρυφερώτερον. Και δεν παρήλθε πολύς χρόνος αφ' ότου οι ευδαίμονες των πρεσβυτέρων έπαυσαν διά το αβροδίαιτον φορούντες λινούς χιτώνας και προσηλούντες χρυσούς τέττιγας εις τας εν είδει κρωβύλου (κότσου) πλεγμένας τρίχας της κεφαλής· εκ τούτου και οι πρεσβύτεροι των Ιώνων, ένεκα της αυτής καταγωγής, διετήρησαν επί πολύ την αυτήν διακόσμησιν. Απλήν δε εσθήτα και κατά τον σημερινόν τρόπον πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι μετεχειρίσθησαν, οι δε πλουσιώτεροι μεταξύ αυτών παρεδέχθησαν αδιακρίτως την αυτήν δίαιταν του λαού. Πρώτοι αυτοί εγυμνώθησαν και δειχθέντες εις το φανερόν ηλείφθησαν διά λίπους όπως αγωνισθώσι· το πάλαι δε, εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, διαζώματα έχοντες περί τα αιδοία οι αθληταί ηγωνίζοντο, και δεν παρήλθον πολλά έτη αφ' ότου έπαυσεν η συνήθεια αύτη. Ακόμη δε και μεταξύ τινων εκ των σημερινών βαρβάρων, και μάλιστα των Ασιανών τίθενται άθλα πάλης και πυγμής, και διεζωσμένοι αγωνίζονται ούτοι περί αυτών. Πολλάς δε και άλλας αποδείξεις ηδύνατό τις να φέρη ότι οι παλαιοί Έλληνες διητώντο ομοιοτρόπως με τους σημερινούς βαρβάρους.

7. Των δε πόλεων όσαι μεν κατωκίσθησαν εσχάτως, ένεκα της ευχερεστέρας ναυτιλίας έχουσαι περισσοτέρας χρηματικάς περιουσίας, έκτιζον τα τείχη των επ' αυτών των αιγιαλών και κατελάμβανον τους ισθμούς χάριν της εμπορίας και χάριν ισχύος προς τους γείτονας· αι δε παλαιαί διά την επί πολύ διαρκέσασαν πειρατείαν εκτίσθησαν πολύ μακρύτερον από την θάλασσαν, και αι εις τας νήσους και εις τας ηπείρους (διότι οι πειραταί και αλλήλους ελήστευον και τους άλλους όσοι καίπερ μη όντες ναυτικοί κατώκουν εις τα παράλια), και μέχρι τούδε έτι είναι εκτισμέναι εις υψηλότερα μέρη.

8. Και οι νησιώται δε ήσαν όχι ολιγώτερον πειραταί. Κάρες όντες και Φοίνικες· διότι τοιούτοι λαοί κατώκησαν τας πλείστας των νήσων. Απόδειξις δε η εξής· καθαριζομένης της Δήλου υπό των Αθηναίων και εξαγομένων των θηκών όσαι ήσαν των εν τη νήσω αποθανόντων, εφάνησαν υπέρ το ήμισυ Κάρες, γνωσθέντες εκ τε της κατασκευής των μετ' αυτών συνταφέντων όπλων και του τρόπου δι' ου ακόμη και σήμερον θάπτουσι τους νεκρούς αυτών. Διοργανωθέντος δε του ναυτικού του Μίνωος, ευκολώτερον συνεκοινώνουν προς αλλήλους διά θαλάσσης· διότι οι εκ των νήσων κακούργοι απεδιώχθησαν υπ' αυτού, και περί τους χρόνους εκείνους κατώκισε τας πολλάς εξ αυτών. Και οι παρά την θαλασσαν άνθρωποι αποκτώντες ήδη περισσότερα χρήματα κατώκουν σταθερώτερον, καί τινες γινόμενοι πλουσιώτατοι περιεβάλλοντο με τείχη· επιθυμούντες δε τα κέρδη, και οι ασθενέστεροι υπέμενον την των ισχυροτέρων δουλείαν, και οι δυνατώτεροι έχοντες περιουσίας καθίστων υπηκόους τας μικροτέρας πόλεις. Και κατά τον τρόπον τούτον μάλλον τότε πλέον προοδεύσαντες εξεστράτευσαν βραδύτερον κατά της Τροίας.

9. Νομίζω δε ότι συνήθροισε τον στόλον ο Αγαμέμνων ουχί τόσον διότι οι της Ελένης μνηστήρες ενδίδοντες εις τους όρκους του Τυνδάρου εξέλεξαν αυτόν αρχηγόν, αλλά διότι προείχε κατά τας τότε δυνάμεις. Λέγουσι δε οι εκ παραδόσεως παρά των προτέρων διδαχθέντες την ιστορίαν της Πελοποννήσου, ότι πρώτος ο Πέλοψ διά του πλήθους των χρημάτων, τα οποία έφερεν εκ της Ασίας μεταξύ ανθρώπων απόρων αποκτήσας δύναμιν έδωκε το όνομά του εις την χώραν αν και ήτο ξένος, και ότι ύστερον οι απόγονοι αυτού εγένοντο ακόμη μάλλον ισχυροί. Ο Ευρυσθεύς πριν αναχωρήση εις την Αττικήν, όπου εφονεύθη υπό των Ηρακλειδών, ενεπιστεύθη τας Μυκήνας και την αρχήν ένεκα της συγγενείας εις τον εκ μητρός θείον αυτού Ατρέα διωχθέντα υπό του πατρός δια [τον φόνον του Χρυσίππου. Όταν δεν α]νήρχετο ο Ευρυσθεύς, τη συναινέσει και των Μυκηναίων φοβουμένων τους Ηρακλείδας και συγχρόνως διότι ήτο ισχυρός και εθεράπευε το πλήθος των Μυκηναίων και των άλλων λαών, των οποίων ήρχεν ο Ευρυσθεύς, παρέλαβε την αρχήν ο Ατρεύς και κατέστησε τους Πελοπίδας σημαντικωτέρους των Περσειδών. Νομίζω λοιπόν ότι πάντας αυτούς παραλαβών ο Αγαμέμνων και ισχύων περισσότερον των άλλων κατά το ναυτικόν, συνήθροισε τον στρατόν και εξεστράτευσε μάλλον ένεκα του φόβου ον ενέπνεεν ή διότι τω εχαρίσθησαν. Διότι φαίνεται και αυτός ελθών μετά πολλών πλοίων και εις τους Αρκάδας παράσχων τοιαύτα, ως εδήλωσε τούτο ο Όμηρος, εάν η μαρτυρία του δύναται να θεωρηθή ως αξιόπιστος. Προσέτι και κατά την του σκήπτρου παράδοσιν λέγει ότι αυτός «εβασίλευεν επί πολλών νήσων και επί όλου του ’ργους»· δεν ήτο λοιπόν δυνατόν, ενώ κατώκει ήπειρον, να άρχη νήσων άλλων παρά τας γειτονικάς (αύται δε δεν ήσαν πολλαί), εάν δεν είχε ναυτικόν. Εκ ταύτης δε της εκστρατείας πρέπει να συμπεράνωμεν οποία ήσαν και τα προ αυτής.

10. Και ότι μεν αι Μυκήναι ήσαν μικρά πόλις, ή και αν άλλη τις των αρχαίων πόλεων δεν φαίνεται σήμερον αξία λόγου, δεν δύναται τις ωσάν από ακριβές συμπέρασμα να απιστήση διά τούτο, ότι ο στόλος δεν ήτο τοσούτος όσον περιέγραψαν αυτόν οι ποιηταί και η παράδοσις παραδέχεται. Διότι, αν ηρημούτο τώρα η πόλις των Λακεδαιμονίων και δεν απέμενον ειμή οι ναοί και τα εδάφη των οικοδομών, νομίζω ότι μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου οι μεταγενέστεροι πολύ θα εδυσπίστουν περί της δυνάμεως και της δόξης αυτών (μολονότι εκ των πέντε μερών της Πελοποννήσου τα δύο νέμονται αυτοί και άρχουσιν ου μόνον ολοκλήρου της Πελοποννήσου αλλά και πολλών εκ των έξω συμμάχων. Επειδή όμως ούτε συνωκισμένη είναι η πόλις των ούτε έχει πολυτελή ιερά και μεγαλοπρεπείς οικοδομάς, κατοικείται δε κατά κώμας κατά τον παλαιόν της Ελλάδος τρόπον, θα εφαίνετο πολύ υποδεεστέρα), αν δε οι Αθηναίοι συνέβαινε να πάθωσι το αυτό, θα ενομίζετο διπλασία η δύναμις αυτών εκ της όψεως των ερειπίων παρ' ό,τι ήτο πράγματι. Δεν είναι λοιπόν εύλογον να απιστώμεν ουδέ να αποβλέπωμεν εις την όψιν μάλλον ή εις τας δυνάμεις των πόλεων, Αλλ' οφείλομεν να θεωρώμεν την εκστρατείαν εκείνην ότι ήτο μεγίστη μεν των προ αυτής, υποδεεστέρα δε των σημερινών· εάν δε είναι ανάγκη και ενταύθα να πιστεύσωμεν εις την ποίησιν του Ομήρου, ο οποίος καθό ποιητής εμεγαλοποίησε και εκόσμησε τα γεγονότα, πάλιν ταύτα και ούτω φαίνονται υποδεέστερα. Διότι εκ των χιλίων διακοσίων πλοίων, εξ ων συνεκροτείτο ο στόλος, λέγει ότι τα μεν των Βοιωτών περιείχον εκατόν είκοσιν άνδρας, τα δε του Φιλοκτήτου πεντήκοντα, δηλών διά τούτου, ως νομίζω, τα μέγιστα και τα ελάχιστα· άλλου τουλάχιστον μεγέθους δεν έκαμε μνείαν εις τον κατάλογον των πλοίων. Εδήλωσε δε ότι πάντες ήσαν ναύται και μάχιμοι εις τα του Φιλοκτήτου πλοία· διότι έκαμε τοξότας όλους τους κωπηλάτας. Δεν φαίνεται δε πιθανόν να υπήρχε πολύ πλήρωμα εκτός των βασιλέων και των εχόντων μεγάλα αξιώματα, προκειμένου άλλως τε και να διέλθωσι το πέλαγος μετά πολεμικών σκευών και των πλοίων μη όντων καταφράκτων, αλλά κατά τον παλαιόν τρόπον επί το ληστρικώτερον εξωπλισμένων. Λαμβάνοντες λοιπόν τον μέσον όρον μεταξύ των μεγίστων και των ελαχίστων πλοίων βλέπομεν ότι δεν ήσαν πολλοί οι συνελθόντες πολεμισταί, μολονότι πεμπόμενοι από κοινού εξ απάσης της Ελλάδος.

11. Αίτιον δε τούτου ήτο όχι τόσον η ολιγανθρωπία όσον η αχρηματία. Διότι οι Έλληνες μη έχοντες πόθεν να προμηθευθούν την αναγκαίαν τροφήν, και στρατόν ολιγώτερον έφερον και τόσον, όσον ήλπιζον ότι θα ηδύναντο να διαθρέψουν εκ των λαφύρων του πολέμου. ’μα δε φθάσαντες ενίκησαν την πρώτην μάχην (το δε πράγμα είναι φανερόν& διότι πώς άλλως θα ηδύναντο να περιτειχίσωσι το στρατόπεδον;), φαίνεται δε ότι ουδέ εις τούτο μετεχειρίσθησαν όλας αυτών τας δυνάμεις, αλλά προς γεωργίαν της χερσονήσου ετράπησαν και προς την ληστείαν διά την έλλειψιν της τροφής. Τούτου ένεκα οι Τρώες βλέποντες αυτούς ούτω διεσπαρμένους αντέσχον μετά περισσοτέρας δυνάμεως επί δέκα έτη, ισόπαλοι όντες με τους διαρκώς μένοντας εις το στρατόπεδον. Εάν όμως ήρχοντο έχοντες τροφάς, μη τρεπόμενοι δε εις ληστείας και γεωργίας επολέμουν συνεχώς και όλοι ομού, ευκόλως θα ενίκων και θα εκυρίευον την πόλιν, αφού μάλιστα, όχι ηνωμένοι, αλλά με το εκάστοτε παρόν μέρος των δυνάμεων των αντείχον· εάν δ' επεχείρουν την πολιορκίαν μετά περισσοτέρας επιμονής, θα εκυρίευον την Τροίαν εις ολιγώτερον χρόνον και με ολιγώτερον κόπον. Αλλά δι' αχρηματίαν και αι προηγούμεναι επιχειρήσεις ήσαν μικρού λόγου άξιαι, και αυτή αύτη η επί Τροίαν εκστρατεία, μολονότι ονομαστοτέρα όλων των πριν γενομένων, φαίνεται εκ των έργων ότι ήτο υποδεεστέρα της φήμης, ήτις επεκράτησε μέχρι των ημερών μας ένεκα των ποιημάτων του Ομήρου.

12. Ακόμη και μετά τα Τρωικά η Ελλάς υφίστατο πολλάς μεταναστεύσεις και μετοικεσίας, ώστε μη ησυχάζουσα δεν ηδύνατο να αυξηθή. Η εκ της Τροίας επιστροφή των Ελλήνων, βραδέως γενομένη, πολλάς διήγειρε στάσεις, πολλαί δε εμφύλιοι ταραχαί συνέβαινον εις πολλάς πόλεις, συνεπεία των οποίων οι εκδιωκόμενοι μετέβαινον να κτίσωσιν άλλας. Οι σημερινοί Βοιωτοί, εξήκοντα έτη μετά την άλωσιν του Ιλίου, αναγκασθέντες υπό των Θεσσαλών να εγκαταλείψουν την ’ρνην, κατώκησαν εις την σήμερον μεν Βοιωτίαν, πρότερον δε Καδμηίδα γην καλουμένην (κατωκείτο δε η χώρα αυτή και πρότερον υπό μέρους εκ των Βοιωτών τούτων, εξ ων τινες εξεστράτευσαν και εις Ίλιον), οι δε Δωριείς κατά το ογδοηκοστόν έτος κατέσχον την Πελοπόννησον μετά των Ηρακλειδών. Μόλις δε μετά μακράν περίοδον ετών ησυχάσασα εντελώς η Ελλάς και απαλλαγείσα των εμφυλίων σπαραγμών αποικίας εξέπεμψε, και εις μεν την Ιωνίαν και εις πολλάς νήσους μετέβησαν Αθηναίοι, εις δε το πλείστον μέρος της Ιταλίας και Σικελίας μετέβησαν Πελοποννήσιοι, καθώς και είς τινα μέρη της άλλης Ελλάδος. Πάντα δε ταύτα ύστερον των Τρωικών εκτίσθησαν.

13. Ότε δε έγινε δυνατωτέρα η Ελλάς και ησχολήθη πολύ μάλλον ή πρότερον περί την απόκτησιν χρημάτων, ιδρύοντο εις τας πόλεις τυραννίδες, ένεκα των αυξανομένων προσόδων (διότι πρότερον υπήρχον κληρονομικαί βασιλείαι, των οποίων τα προνόμια ήσαν ωρισμένα), και ναυτικόν παρεσκεύαζεν η Ελλάς και επεδίδετο περισσότερον εις την ναυτιλίαν. Πρώτοι δε λέγονται οι Κορίνθιοι μεταχειρισθέντες πλοία κατά πολύ προσεγγίζοντα τον σημερινόν τρόπον, και αι πρώται τριήρεις της Ελλάδος εναυπηγήθησαν εις την Κόρινθον. Φαίνεται δε ότι και διά τους Σαμίους ο Κορίνθιος ναυπηγός Αμεινοκλής εποίησε τεσσάρας ναυς· παρήλθον δε έτη τριακόσια από της εποχής καθ' ην ο Αμεινοκλής ήλθεν εις τους Σαμίους μέχρι του τέλους του παρόντος πολέμου. Και η αρχαιοτάτη δε ναυμαχία από όσας γνωρίζομεν είναι η των Κορινθίων προς τους Κερκυραίους· από της ναυμαχίας δε ταύτης μέχρι του αυτού χρόνου παρήλθον έτη διακόσια εξήκοντα. Οι Κορίνθιοι κατοικούντες την επί του ισθμού πόλιν, αείποτε είχον εμπόριον, διότι οι παλαιοί Έλληνες, τόσον οι εντός της Πελοποννήσου όσον και οι έξω, συνεκοινώνουν προς αλλήλους μάλλον διά ξηράς ή διά θαλάσσης, διερχόμενοι διά της πόλεως των Κορινθίων. Και χρηματικώς δε ήσαν δυνατοί οι Κορίνθιοι, ως μαρτυρεί ο Όμηρος αποκαλέσας τον τοπον «αφνειόν» (πλούσιον). ’μα δε η ναυτιλία επεξετάθη παρά τοις Έλλησιν, οι Κορίνθιοι, κατασκευάσαντες πλοία κατέστρεφον τους πειρατάς, και, εμπορευόμενοι διττώς, κατέστησαν την πόλιν ισχυράν διά χρηματικών προσόδων. Και οι Ίωνες ύστερον απέκτησαν πολύ ναυτικόν επί Κύρου του πρώτου βασιλέως των Περσών και του υιού αυτού Καμβύσου· πολεμούντες δε προς τον Κύρον εκυριάρχησαν επί τινα χρόνον της περί αυτούς θαλάσσης. Και Πολυκράτης ο επί της βασιλείας του Καμβύσου τύραννος της Σάμου, έχων ισχυρόν ναυτικόν, κατέστησεν και άλλας νήσους υπηκόους και την Ρήνειαν κυριεύσας ανέθηκεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα. Και οι Φωκαείς, την Μασσαλίαν οικίζοντες, ενίκησαν εν ναυμαχία τους Καρχηδονίους.

14. Τοιαύται ήσαν αι πλέον δυναταί των ναυτικών δυνάμεων. Φαίνεται δε ότι και αύται εγένοντο μετά πολλάς γενεάς ύστερον των Τρωικών και συνέκειντο εξ ολίγων μεν τριήρων, το πλείστον δε εκ πεντηκοντόρων και πλοίων μακρών ως εκείνα τα οποία είχον κατά την πολιορκίαν. Ολίγον δε προ των Μηδικών και του θανάτου του Δαρείου, ο οποίος μετά τον Καμβύσην εβασίλευσεν επί των Περσών, οι τύραννοι της Σικελίας και οι Κερκυραίοι απέκτησαν πλήθος τριήρων· αύται υπήρξαν αι τελευταίαι αξιόλογοι ναυτικαί δυνάμεις της Ελλάδος. Διότι οι Αιγινήται και οι Αθηναίοι καί τινες άλλοι είχον ολιγίστας, και ταύτας συγκειμένας ως επί το πλείστον εκ πεντηκοντόρων· πολύ αργά δε, αφού έπεισεν ο Θεμιστοκλής τους Αθηναίους να πολεμήσωσι προς τους Αιγινήτας και περιεμένετο η εισβολή των βαρβάρων, κατεσκεύασαν οι Αθηναίοι πλοία, διά των οποίων και εναυμάχησαν· και ταύτα όμως δεν είχον ακόμη τέλεια καταστρώματα.

15. Τα μεν λοιπόν ναυτικά των Ελλήνων τοιαύτα ήσαν κατά τους αρχαιοτέρους χρόνους και τους επομένους. Έδωκαν όμως εις εαυτούς όχι ολίγην ισχύν οι επιδοθέντες εις αυτά διά των χρηματικών προσόδων και της επί των άλλων κυριαρχίας· διότι αποβιβαζόμενοι εις τας νήσους κατελάμβανον αυτάς, εκείνοι μάλιστα όσοι δεν είχον μόνιμον χώραν. Διά ξηράς δε πόλεμος, εξ ου ηδύνατο να αποκτηθή κάποια δύναμις, ουδείς εγένετο· πάντες δε οι προγενέστεροι πόλεμοι εγένοντο προς ομόρους λαούς· και μακρινάς εκστρατείας έξω της πατρίδος των επί σκοπώ κατακτήσεως ξένων χωρών δεν επεχείρησαν οι Έλληνες. Διότι αι υποδεέστεραι πόλεις δεν συνετάσσοντο τότε προς τας μεγίστας, ουδέ πάλιν οι Έλληνες συνεισέφερον εξ ίσου όπως σχηματίσωσι κοινάς εκστρατείας, μάλλον δε προς αλλήλους οι συνορεύοντες γείτονες επολέμουν. ’παξ μόνον κατά τον πάλαι ποτέ γενόμενον πόλεμον των Χαλκιδέων και των Ερετριέων οι Έλληνες διηρέθησαν συμμαχήσαντες με ένα εκ των δύο εμπολέμων μερών.

16. Πολλοί εκ διαφόρων μερών εύρισκον κωλύματα εις την αύξησίν των. Οι Ίωνες επί παραδείγματι είχον φθάσει εις αξιόλογον σημείον ευδαιμονίας ότε ο Κύρος, επί κεφαλής των Περσών, εκθρονίσας τον Κροίσον και καθυποτάξας όλην την μεταξύ του ’λυος ποταμού και της θαλάσσης χώραν, εξεστράτευσε κατ' αυτών και υπεδούλωσε τας εν τη ηπείρω πόλεις. Ύστερον δε ο Δαρείος, βοηθούμενος και υπό του ναυτικού των Φοινίκων, υπεδούλωσε και τας νήσους.

17. Όσοι δε τύραννοι ήσαν εις τας ελληνικάς πόλεις, έχοντες μόνον υπ' όψει τα ιδιαίτερά των συμφέροντα, ήτοι πώς να υπερασπίσωσιν εαυτούς και πώς να αυξήσωσι τον ίδιον οίκον, κατώκουν εις τας πόλεις μεθ' όσης ηδύναντο περισσοτέρας ασφαλείας και ουδέν έργον αξιόλογον έπραξαν ειμή ό,τι έκαστος επεχείρησε χωριστά εναντίον των γειτόνων του· οι τύραννοι όμως της Σικελίας απέκτησαν μεγάλην δύναμιν. Τοιουτοτρόπως δε [πανταχόθεν η Ελλάς επί πολύν χρόνον εμποδίζετο, ούτε από] κοινού πράξασα ουδέν ένδοξον, ούτε κατά πόλεις αναπτύξασα δραστηριότητά τινα.

18. Αφού οι τύραννοι των Αθηναίων και οι της άλλης Ελλάδος επί πολύ και πρότερον διοικούμενοι υπό τυράννων πλείστοι και τελευταίοι πλην των της Σικελίας κατελύθησαν υπό των Λακεδαιμονίων (διότι η Λακεδαίμων μετά την κτίσιν των σήμερον ενοικούντων αυτήν Δωριέων, καίπερ πλειότερον χρόνον πάσης άλλης γνωστής πόλεως συνταραχθείσα υπό εμφυλίων ερίδων, όμως από των παλαιοτάτων χρόνων και καλούς είχε νόμους και ήτο πάντοτε ατυράννευτος· παρήλθον δε τετρακόσια και ολίγον περισσότερα έτη μέχρι του τέλους του παρόντος πολέμου, αφ' ότου οι Λακεδαιμόνιοι κυβερνώνται υπό του αυτού πολιτεύματος, και δι αυτό ου μόνον αυτοί είναι ισχυροί, αλλά και εις τας άλλας πόλεις επιβάλλουν την θέλησίν των)· αφού λοιπόν κατελύθησαν οι τύραννοι εκ της Ελλάδος, μετά παρέλευσιν ουχί πολλών ετών εγένετο η εν Μαραθώνι μάχη μεταξύ Μήδων και Αθηναίων. Δέκα δε έτη μετ' αυτήν πάλιν ο βάρβαρος μετά μεγάλου στόλου ήλθε να υποδουλώση την Ελλάδα. Τοιούτου μεγάλου κινδύνου επικρεμασθέντος, και οι Λακεδαιμόνιοι ετέθησαν επί κεφαλής των συμπολεμησάντων Ελλήνων ως ανώτεροι κατά την δύναμιν, και οι Αθηναίοι, εισβαλόντων των Μήδων, διανοηθέντες να εγκαταλείψουν την πόλιν των και παραλαβόντες τα σκεύη των εισήλθον εις τα πλοία και εγένοντο ναυτικοί. Ολίγον ύστερον μετά την από κοινού αποδίωξιν του βαρβάρου, όσοι Έλληνες είχον αποστατήσει από του βασιλέως και όσοι είχον συμπολεμήσει μετ' αυτού συνετάχθησαν άλλοι μεν με τους Αθηναίους, άλλοι δε με τους Λακεδαιμονίους· διότι μεγίστην δύναμιν ανέπτυξαν αμφότεροι ούτοι· οι μεν ίσχυον κατά γην, οι δε κατά θάλασσαν. Και ο μεν σύνδεσμος ούτος ολίγον χρόνον διήρκεσεν, έπειτα δε οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι έχοντες διαφοράς μεταξύ των επολέμησαν μετά των συμμάχων προς αλλήλους, και εκ των άλλων Ελλήνων όσοι τυχόν εστασίαζον προς αλλήλους συνετάσσοντο προς τούτους. Ώστε από των Μηδικών μέχρι του παρόντος πολέμου πάντοτε οτέ μεν ειρηνεύοντες, οτέ δε πολεμούντες προς αλλήλους ή προς τους αποστατούντας συμμάχους των παρεσκευάσθησαν καλώς προς πόλεμον και εγένοντο εμπειρότεροι, καθό εξασκηθέντες μετά κινδύνων.

19. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι τους εαυτών συμμάχους μη έχοντες φόρου υποτελείς ήσαν ηγεμόνες, μη απαιτούντες άλλο ειμή να κυβερνώνται και ούτοι (οι σύμμαχοι) ολιγαρχικώς, οι δε Αθηναίοι του χρόνου προϊόντος παραλαβόντες τα πλοία των πόλεων, πλην των της Χίου και της Λέσβου, ήσαν ηγεμόνες επιβαλόντες εις πάντας και φόρους χρηματικούς. [Και εγένετο αυτοίς ες τόνδε τον πόλεμον η ιδία παρασκευή μείζων ως τα κράτιστά ποτε μετά ακραιφνούς της ξυμμαχίας ήνθησαν.]