Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας
Part 4
Μ α ρ ί α (Δακρύουσα.). θυμούμαι! Ναι, θυμούμαι! Αγαπημένο μου παιδί! καλό μου παιδί! Μεγάλη μου παρηγοριά εσύ.
Π α ύ λ ο ς. Και η ζωή σου όλη, μια ακούραστη, ατελείωτη ζωή δουλειάς και κόπων και ηρωισμού. Κ' έπειτα, όταν η δόξα ήλθε κι' όταν το έργον σου, η Τσιγγάνα σου, εβραβεύθηκε και τα χρήματα ήλθαν πολλά, πάρα πολλά, και η τύχη σου μειδίασεν από παντού.. Ω! μου είπεν όλες της θυσίες σου η Καίτη! Μου είπε ποίαν ευτυχίαν αρνήθηκες για να μείνω εγώ η μόνη, η αποκλειστική αγάπη σου.
Μ α ρ ί α. Η Καίτη! Αλλά τι ξέρει η Καίτη;
Π α ύ λ ο ς. Ό,τι έμαθεν από τον πατέρα της, όταν του είπεν, ότι αγαπώμεθα. Καλά, παιδί μου. Είναι τυχερό να γείνη μητέρα σου η αξιόλογος κ Μύρτου. Είναι δέκα χρόνια τώρα που της είχα προτείνη να γίνη γυναίκα μου και μητέρα σου. Κι' αν και τότε δεν ήταν ακόμη πλουσία, όμως αρνήθηκε. Δεν μπορώ, μου είπε, να μοιράσω την αγάπην που έχω στο παιδί μου με άλλον Του ανήκει όλη....
Μ α ρ ί α. Ο καλός ο κ. Δέρβυ! Η μεγάλη αυτή καρδιά. Εκείνο που δεν είπεν, είναι ό,τι μου επρότεινε να σε υιοθετήση και να μοιράση τα εκατομμύρια του εις εσένα και εις την Καίτην.
(Ακούεται το ηλεκτρικό κουδούνι).
Π α ύ λ ο ς (εις το τηλέφωνον με τα ακουστικά εις τα αυτιά) Ποιός; (Ακούει, έπειτα από λίγο) ο ρεπόρτερ, ποιάς Εφημερίδος; (Ακούει) Μάλιστα; Ας έλθη· (φεύγει από το τηλέφωνον με ύφος κάπως απελπισμένον).
Μ α ρ ί α. Πάλι συνέντευξις! Και εδέχθης βέβαια;
Π α ύ λ ο ς. Ναι, μητέρα μου. Γιατί ξέρω πως θα σε δυσαρεστούσα αν δεν εδεχόμουνα. Έχεις τέτοια αδυναμία με όλο τον εδώ κόσμο, ώστε μου φαίνεται, πως κάθε άρνησις και στον τελευταίον άνθρωπον του τόπου θα σου προξενούσε μεγάλη λύπη.
Μ α ρ ί α. Έχεις δίκηο, παιδί μου. Εδώ και η πέτρες ακόμη μου φαίνεται νάχουν ωραία ψυχή....
Π α ύ λ ο ς. Μερικές πέτρες, ναι! το παραδέχομαι. Εκείνες έξαφνα που βαστούν τον Παρθενώνα..... Μα όχι πάλι υπερβολές, μητέρα μου.
Μ α ρ ί α. Αί! παιδί μου! Έχεις δίκηο. Εσύ δεν ξέρεις τι θα πη νοσταλγία της πατρίδος σου; της γης όπου γεννήθηκες, όπου μεγάλωσες, όπου ωνειρεύθηκες την πρώτην της ζωής σου χαράν, όπου επόνεσες, όπου επρωτόκλαψες. Δε ξέρεις τι θα πη δίψα, ν' ακούσης να μιλούν τη γλώσσα σου, να αισθάνωνται όπως αισθάνεσαι και συ, να ζουν με τα δικά σου τα ιδανικά, να πονούν μαζή σου για ένα κοινό πόνο! Δεν ξέρεις τι θα πη εξορία είκοσι χρόνων, από το σπίτι σου, όσο φτωχικό κ' αν ήταν, από τους δικούς σου, όπου τους έχασες ένα ένα, χωρίς ελπίδα να τους ξαναϊδής....
Π α ύ λ ο ς (δακρύζει). Μανούλα μου, καλή μου μανούλα!
Μ α ρ ί α (περισσότερο συγκινημένη). Ναι! Κι' ο τελευταίος άνθρωπος όπου μιλεί στο δρόμο, μου φαίνεται σαν να σκορπίζη αρμονίες μουσικής τριγύρω μου! (κτυπά η θύρα).
Π α ύ λ ο ς. Εμπρός.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς (εισέρχεται).
Μ α ρ ί α. Ωρίστε, κύριε... (του δίχνει κάθισμα).
(Δημοσιογράφος τείνων προς αυτήν το επισκεπτήριόν του).
Μ α ρ ί α. Περιττόν, κύριε! Όλοι σας έχετε γράψει τόσα ωραία πράγματα για τον Παύλο μου, ώστε να μην είσθε ξένοι για μας. Μας συνδέει η εκτίμησις, η ευγνωμοσύνη..
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Ημείς, κυρία, έχομεν λόγους να ευγνωμονούμεν τον υιόν σας, γιατί μας έκαμε να αισθανθώμεν τόσο μεγάλας συγκινήσεις.
Π α ύ λ ο ς. Η ευγνωμοσύνη είναι βαρύ πράγμα, όταν δε μοιράζεται, τουλάχιστον μ' εκείνον, εις τον οποίον αρχικώς οφείλεται. Λοιπόν, κύριε, αρκετά έχουν γραφή για τον Παύλο Μύρτον. Ο πρωταθλητής, ο πραγματικός Ολυμπιονίκης είνε η κ Μύρτου, η μητέρα μου! Και ακριβώς τη στιγμή που ήλθετε εδώ, της μετεβίβαζα τα βραβεία μου...
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς (ιδιαιτέρως). Πρώτης τάξεως δημοσιογραφική επιτυχία! (Προς τον Παύλον). Ευχαριστώ, κύριε, γιατί μου παρέχετε την ευκαιρίαν να δώσω εις τας Ελληνίδας μας μίαν ωραίαν εικόνα μητέρας και ένα έξοχον παράδειγμα.
Μ α ρ ί α. Παύλε, παιδί μου. Κύριε, σας παρακαλώ. Μην τον ακούετε.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Την φωτογραφία της κυρίας. Ω! πρέπει, χωρίς άλλο να δημοσιεύσωμεν την εικόνα σας.
Μ α ρ ί α. Δεν έχω φωτογραφίαν...
Π α ύ λ ο ς. Σταθήτε. Έχω γω. Πάω να σας την φέρω αμέσως.
Μ α ρ ί α (τρέχει πίσω του). Παύλε, παιδί μου. Σε παρακαλώ (επιστρέφει προς τον δημοσιογράφον). Κύριε, σας παρακαλώ, περιορισθήτε εις ό,τι αφορά τον Ολυμπιονίκην. Μην ανακατόνετε της γυναίκες με της παλαίστρες. Δεν είναι ακόμη καιρός, εδώ, τουλάχιστον. Μη ξεχνάτε πώς οι αρχαίοι απηγόρευαν και την είσοδον ακόμη του Σταδίου.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Πώς το εύρετε το Στάδιον, Κυρία; ποιά υπήρξεν η πρώτη σας εντύπωσις, όταν το είδετε;
Μ α ρ ί α. Μια λευκή οπτασία κάτω από ένα γαλανό όνειρο. Μια μεγάλη κολυμπήθρα εμορφιάς, που οι καιροί εφύλαξαν τόσους αιώνες, για να βαπτισθή σήμερα μέσα εις το άγιο φως της η Ελληνική φυλή.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Ώστε αι παλαίστραι της Αμερικής είναι πολύ κατώτεραι; Και δεν υπάρχει ούτε εκεί ακόμα εις την χώραν των μεγάλων, τίποτε, που να μπορή να συγκριθή με το Στάδιον.
Μ α ρ ί α. Το Στάδιον είναι ασύγκριτον κύριε. Γιατί είναι η αθάνατη αγκάλη, που η Ελλάδα μας, η μητέρα του παληού καλού καιρού εφύλαξεν εις τα κατάβαθα της γης, για ν' αγκαλιάση σήμερα τα νέα παιδιά της, δυναμωμένα και γερά και να τα στεφανώση ήρωας....
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς θαυμάσια ιδέα! (σημειώνει εις το καρνέ του).
Π α ύ λ ο ς (έρχεται με μια φωτογραφία στο χέρι).
Μ α ρ ί α. Παύλε, παιδί μου σε παρακαλώ...
Π α ύ λ ο ς Ελάτε, Κύριε, εδώ η μετριοφροσύνη τη μητέρας θα μας εμποδίση να τα πούμε. Αν θέλετε να περάσετε εις το δωμάτιόν μου;
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς (υποκλινόμενος). Χαίρετε, Κυρία. Και σας ευχαριστώ.
Μ α ρ ί α! (ενώ αυτοί εξέρχονται). Παρακαλώ. Κύριε, μη πιστεύετε εις όσα θα σας πη το κακό αυτό παιδί. (Υπηρέτης κτυπά).
Μ α ρ ί α. Άλλος. Θεέ μου! είμαι αφανισμένη από τας συγκινήσεις... εμπρός.
Υ π η ρ έ τ η ς (εισέρχεται). Κυρία, ένας κύριος ζητεί να τον δεχθήτε. Λέγει ότι ήναι απόλυτος και επείγουσα ανάγκη να τον δεχθήτε. Έχει έλθει τόσες φορές.
Μ α ρ ί α. Θα είναι πάλι κανείς δημοσιογράφος, χωρίς άλλο. Ο ένας πάει και ο άλλος έρχεται. Ας έλθη. (Ο υπηρέτης εξέρχεται) οι καϋμένοι γράφουν με τόση καρδιά για τον Παύλο μου. (κτυπά η πόρτα).
Κ ώ στ α ς (εισέρχεται με γκρίζα γένεια και με gris costume).
Μ α ρ ί α (τον βλέπει) Ο κύριος! Ά! Θεέ μου!
Κ ώ σ τ α ς. Κώστας Μεμιδώφ
Μ α ρ ί α (κλονίζεται και ρίπτεται εις ένα κάθισμα).
Κ ώ σ τ α ς. Εγώ! Μαρία. Ένας μεγάλος ένοχος κ' ένας μεγάλος δυστυχής.
Μ α ρ ί α. Δυστυχής!
Κ ώ σ τ α ς. Πολύ, Μαρία. Ένας ναυαγός της ζωής, που έζησε της οκτώ αυτές ημέρες των αγώνων σαν κολασμένος. Που μέσα, κει, εις την λευκή του Σταδίου λάμψι, στην εορτή της ώμορφης νεότητος, στη δόξα την υπέρλαμπρη του αθλητισμού, έννοιωσεν όλη την αθλιότητα της ιδικής του της ζωής, όλο το πόνο και την απόγνωσι μιας ευτυχίας, όπου αυτός κατέστρεψε με τα ίδια του τα χέρια.
Μ α ρ ί α. Αλλά ποίος σου είπε;
Κ ώ σ τ α ς. Η καρδιά μου, Μαρία, η καρδιά μου. Γιατί μέσα στα βάθη της εφύλαξα πάντα ένα μικρό κι' αγνό κι' ωραίο μέρος, κ' έκρυψα κει ό,τι από την ανάμνησίν σου μου έμεινε καλό κ' ευγενικό. Ναι! μέσα στη ζωή μου, την ψεύτικη, την κτηνώδη των είκοσι αυτών χρόνων, η μόνες στιγμές αληθινής χαράς που αισθάνθηκα, ήσαν εκείνες που μου θύμιζαν την περασμένη μας ευτυχία. Τα γραμματάκια του παιδιού μου, πούρχονταν τακτικά μια φορά το χρόνο, για να μου πουν, Μαρία, πως μια μεγάλη καρδιά, μία μητέρα υπέροχη επάλαιε εκεί κάτω κ' ενικούσε. Η φωτογραφίες που μούστελνες του παιδιού αυτού, που ήταν το παιδί μου, Μαρία, και 'που θα το ξεχνούσα, άκαρδος όπως είμουνα, αν εσύ δεν εφρόντιζες να μου το θυμίζης και να με κάνης να τ' αγαπώ. Όλα αυτά ύψωσαν μέσα στην ψυχήν μου ένα θρόνο ξεχωριστό, καμωμένο από αχτίνες φωτεινές κι' από τρυφερότητα κι' από στοργή πατέρα, που μέσα εις την τρέλλα της ζωής της ψεύτικης και μέσα στων φρικτών οργίων την κούρασι και την εξάντλησι και την αηδία μούδιδε πάντα την ελπίδα μιας ζωής που θάμοιαζεν ανάστασι...
Μ α ρ ί α. Που με το σκάνδαλο το φοβερό εκείνο έσβυσε, εχάθηκε. Ως τότε το παιδί μου ήξερε πώς είχε ένα πατέρα δυστυχή. Μα από τότε που το φρικτό το σκάνδαλο έσβυσε και το δικό μου τ' όνειρο εκείνο μιας νέας και ευτυχισμένης χαραυγής, από τότε που κι' δικές μου η ελπίδες χάθηκαν, το παιδί μου έμαθε πως δεν είχε πειά πατέρα.
Κ ώ στ α ς (σκύφτει ως ένοχος). Ναι! ήταν φρικτό! Είχα γίνει πειά το κτήνος, το ακράτητο, που πίνει και παίζει και πλαστογραφεί, όπου δε σταματά μπροστά σε καμμιά ατιμία, που βλέπει γύρω του κ' εμπρός του και πίσω του μια άβυσσο, ένα σκοτάδι, μια κόλασι (κλαίει). Μαρία, γιατί να φύγης και να μ' αφήσης μόνο; Εσύ θα μ' έσωζες, αν έμενες;
Μ α ρ ί α. Έφυγα για να σώσω το παιδί μου. Για να μη γίνω, κ' εγώ σαν της γυναίκες πούχες γύρω σου. Το ψέμα γεννά το ψέμα κι η ατιμία τον ψυχικό θάνατο. Κ' εγώ ήθελα να σώσω την ψυχή μου και την έσωσα. Εγώ μέσα στο πένθος και στα δάκρυα που έζησα είκοσι χρόνια τώρα, εφύλαξα μια καρδιά μάνας ώμορφη κι' αμόλυντη κι' αγνή. Και σαν καθρέπτη καθαρό και άδολο, που βλέπει το παιδί μου μέσα, χωρίς να κοκκινίζη και χωρίς να πονή. Τα παιδιά πρέπει να χαίρωνται, να γελούν, όσο είναι παιδιά ακόμη. Δεν πρέπει να μαυρίζη την ωραία τους ψυχή της συμφοράς ο πόνος. Δεν πρέπει ούτε του πατέρα, ούτε της μάννας η ντροπή εκείνα να πληγώνη.
Κ ώ σ τ α ς. Το είχα καταλάβη, πως έμαθες εκείνη την καταστροφή και είχα νοιώσει πως δεν είχα πειά την άδεια να λέγωμαι πατέρας. Και γι' αυτό από την ημέρα κείνη την άτυχη, ούτε σε σένα, ούτε σε κείνο έγραψα. Μόνο αργά και που εμάθαινα από ένα φίλο μου στην Αμερική, τι γίνεσθε. Έξαφνα ολίγες μέρες πριν από τους αγώνας έλαβα ένα τηλεγράφημα που μούλεγε πώς ο γυιός μου έφυγε με τους αθλητάς για τους αγώνας.
Μ α ρ ί α. Ποίος; Ο κ. Δέρβυ ίσως...
Κ ώ σ τ α ς Ίσως· τώρα στα τελευταία είχα πηα βαρεθή να ζω, όπως εζούσα και όπως ζουν οι άνθρωποι, που βλέπουν κλεισμένη μπροστά τους κάθε πόρτα και κάθε δρόμο σωτηρίας. Παντού απόπου κι' αν επέρασα άφηκα πίσω μου ερείπια. Παντού όπου το πόδι μου επάτησε, είχαν φυτρώσει αγκάθια φαρμακερά, που πλήγωναν και μένα και όλους τους δικούς μου. Όταν η είδησις εκείνη έφθασε, μου φάνηκε σαν να εγίνουνταν γύρω μου φως. Μια τελευταία ελπίδα ζωής καλής, ζωής ωσάν εκείνη που ζήσαμε μαζή της πρώτες μέρες του γάμου μας, μου φάνηκε σαν να φωτοβολούσε στην ψυχή μου. Δεν έχασα καιρό. Έφυγα αμέσως. Κ' έφθασα εδώ την πρώτη μέρα των αγώνων Κ' αμέσως χωρίς στιγμή ν' αφήσω, έτρεξα στο Στάδιον.
Μ α ρ ί α. Κ' ήσουν εκεί! Κ' είδες τον θρίαμβον του Παύλου μας! Δεν είναι αλήθεια πώς είναι ωραίος και γερός.
Κ ώ σ τ α ς. Ω Μαρία! ό,τι κι' αν πω, τίποτα δε μπορεί να συγκριθή με όσα υπέφερα της δέκα αυτές ημέρες. Τον Παύλο, το παιδί μας, το ανεγνώρισα ευθύς από την πρώτη τη στιγμή που επαρουσιάσθηκε στο στίβο, μόλο το ψεύτικο όνομα, που πήρατε, είκοσι χρόνια τώρα. Κ' όμως δεν ετόλμησα ούτε το βλέμμα του να αντικρύσω, ούτε ως ξένος άγνωστος της τύχης, το χέρι του να σφίξω. Και η καρδιά μου η νεκρή σε κάθε χαρά και σε κάθε συγκίνησι ελαχταρούσε, εφτερούγιζε, εμεγάλωνε, Μαρία, τόσο που μου φάνηκε... πώς να σου πω, σαν με τον κόσμο όλο να συμφιλιώθηκε (συγκινείται, κλαίει).
Η Μ α ρ ί α, (δακρύζει και αυτή και με συγκίνησιν τον πλησιάζει) Πτωχέ μου φίλε! Τι μαρτύριον!
Κ ώ σ τ α ς. Κάθε νίκη του, κάθε φορά που η σημαία μας, που τώρα μόλις μέσα εκεί στο Στάδιο την ωμορφιά της εκατάλαβα―κάθε φοράν που υψώνουνταν εις τον ιστό, και τόνομα του Παύλου μας αντιλαλούσε δοξασμένο, μέσα σε όλου του κόσμου εκείνου την αναβοή, μέσα στον ενθουσιασμό τον έξαλλο και τα χειροκροτήματα και την λαχτάρα και την άγια χαρά... Ω! Μαρία! Μου φαίνονταν πως κι' η δική μου η ψυχή, ψηλά εκεί μεγάλονε και ψήλωνε με το γαλάζιο σύμβολο μιας υπερήφανης στιγμής, και γίνουνταν αγνή και ώμορφη και νέα και αναγεννημένη πάλι και ξαναβαφτισμένη μέσα εις του παιδιού μου τη χαρά, τη νίκη και το θρίαμβο... Και χθες, Μαρία, κάθε κλαδί αγριεληάς της Άλτεως, κάθε στεφάνι απ' αυτά εδώ, ήταν για μένα σύμβολο του μεγαλείου του δικού σου, αλλά και ταπείνωσις και εντροπή δική μου.
Μ α ρ ί α. Εγώ! Έκαμα ό,τι θάκανε κάθε μάννα στη θέσι μου
Κ ώ στ α ς. Όχι, Μαρία, για δε με μένα, τι μ' έκαμεν η μάννα, μου; Για δες την εντροπή μου και την ερημιά και την απελπισία μου... Η μάνα μου, η αρχόντισσα, όπως έλεγε, η ώμορφη της Πόλης, που μούδωκε την άχαρη ωμορφιά της... και τη ψυχή της ράτσας της της έκφυλης, και το μυαλό το χαλασμένο εις τα ψέματα! Η μάννα μου! Ας όψεται! Ας είν' καταραμένη!
Μ α ρ ί α (κλαίει) Ω! μη! δυστυχισμένε! Τι έφταιξε κι αυτή. Έγεινεν ότι την έκαμεν η πρόληψις η ψεύτικη και της σκλαβιάς τα σίδερα, και η παληές ιδέες, και η τύφλωσις του νου, και του μωρού του κόσμου τα παινέματα...
Κ ώ σ τ α ς. Ενώ εσύ, Μαρία, μεγάλωσες ένα παιδί, σαν ήρωα, ένα θριαμβευτή της πειό καλής, της πειό αληθινής ζωής, ένα λεβέντη ευτυχισμένο και γενναίο και σοφό. Και με τα δυό σου χέρια, εσύ η γυναίκα, εσύ η μεγάλη της ζωής νικήτρια, το πλούτισες με κάθε πλούτο και με κάθε θησαυρό Γιατί το ξέρω! Τον έκανες και πλούσιο εσύ τον Παύλο, εσύ με τη δουλειά σου, με την τέχνη σου, με τα χρυσά σου χέρια. Και είσθε τώρα, ευτυχισμένοι σεις οι δυό άξια συ μητέρα του παιδιού σου και το παιδί σου άξιο μίας τέτοιας μάνας! Ω! Μαρία! Γιατί δεν ελυπήθηκες κι' μένα, γιατί δεν μ' αγαπούσες τόσο. Γιατί η μητέρα να σκοτώση τη γυναίκα μέσα στα βάθη της ωραίας σου ψυχής;
Μ α ρ ί α. Γιατί ήμουν νέα και εγώ, με όνειρα και με περήφανη ψυχή. Γιατί ήταν η αγάπη μου ωραία τόσο, που μόνο εις τα υψηλά ιδανικά, και μόνο στην αλήθεια μέσα εύρισκε τροφή. Γιατί εκαταλάβαινα πώς αν δεν έφευγα ευθύς, σιγά, σιγά, θα σ' επεριφρονούσα και μίσος θα αισθανόμουνα και αποστροφή για σένα. Κ' έφυγα, γιατί εγώ δεν γεννήθηκα για να μισώ εκείνους π' αγαπούσα μια φορά... Γιατί δεν ήθελα τον άνδρα μου, τον πρώτο και τον τελευταίο έρωτά μου...
Κ ώ σ τ α ς. Μαρία μου, ώστε μπορώ ακόμη να ελπίζω;
Μ α ρ ί α. Αυτό ήταν το όνειρο που τόσα χρόνια έκαμα. Αυτήταν η ημέρα που φαντάσθηκα ευτυχισμένη και που με τόσην επερίμενα χαρά. Νάρθω να σ 'εύρω έξαφνα, μάνα υπερήφανη για το παιδί της, το καλό και τίμιο κι' εργατικό και σύζυγος που έμεινε πιστή στον πρώτο και στο μόνο της ζωής της έρωτα. Και πλούσια όπως ήμαι σήμερα θα σ' έπερνα να φεύγαμεν μακρειά με μια καινούρια αγάπη, που τόσο την δυνάμωσε του χωρισμού ο πόνος. Εις την λατρεία του παιδιού μας θα εξεχνούσαμεν κι οι δύω όλα τα περασμένα βάσανα.
Κ ώ σ τ α ς. Λοιπόν, Μαρία μου.
Μ α ρ ί α. Ω! θεέ μου! Αν έλειπε από τη ζωή σου, η συμφορά και η εντροπή εκείνη! Μα τώρα ο Παύλος είν' ανηλεής, αμείλικτος εις κάθε ζήτημα τιμής.... Και το παιδί αυτό αν μάθη πώς εσύ είσαι ο πατέρας του, θα μάθη άφευκτα και το τελευταίο σκάνδαλο της ζωής σου. Και δε θέλω εγώ, δεν πρέπει, Κώστα, το παιδί σου να σε κρίνη και να σε κατακρίνη.
Κ ώ σ τ α ς. Δυστυχία μου.....
Μ α ρ ί α. Όχι. Δεν πρέπει να μάθη ό, τι έμαθα εγώ, και ό,τι εσυγχώρησα. Αυτός είναι νέος, ευτυχισμένος, αδοκίμαστος από τη ζωή και γι' αυτό με χαρακτήρα αλύγιστο.
Κ ώ σ τ α ς. Ώστε κάθε παρηγοριά και κάθε ελπίδα χάνεται για μένα.
Μ α ρ ί α. Θεέ μου. Δεν ειξεύρω τι να πω! Τι να κάμω. Γίνου γενναίος, Κώστα, για την ευτυχία του. Το παιδί μας είναι η αύριον, είναι η ελπίδα και η χαρά. Και μείς είμεθα κείνοι που πέρασαν από ένα κακό, σκοτεινό, σάποιο της ζωής μονοπάτι. Είμεθα η χθες, το παρελθόν. Η ζωή εκείνου πλέει εις το φως, ενώ η δική μας είναι βουτηγμένη εις ένα μαύρο σκοτάδι. Και δεν πρέπει, όχι, να συνεφιάση, να σκοτινιάση την ευτυχία του παιδιού μας το ιδικό μας ψυχικό ναυάγιο... Οι δεσμοί, Κώστα, που ενώνουν τα παιδιά με τον πατέρα και την μάνα πρέπει να είνε πλεγμένοι με ωραία και μυρωμένα λουλούδια... Είτε μη γίνονται αλυσσίδες καταδίκων που πληγώνουν και πονούν και πικραίνουν όλη τους τη ζωή.
Κ ώ σ τ ας Έχεις δίκιο, Μαρία. Πρέπει να φύγω, δεν έχω θέσιν εδώ χωρίς να καταστρέψω την ευτυχία του. Κολασμένοι σαν και μένα δεν έχουν θέσι εις τον Παράδεισο. Είμαι καταδικασμένος.. (Τρέχει έξαλλος προς την θύρα. Η Μαρία σηκόνεται, κάνει ένα απηλπισμένο κίνημα, του δίδει το χέρι... Εκείνος γυρίζει το αρπάζει, της το φιλεί σαν τρελλός και τρέχει... Ο Παύλος μπαίνει εν τω μεταξύ στη πόρτα, ο Κώστας ορμά τον αγκαλιάζει, τον φιλεί και φεύγει λέγων). Σε συγχαίρω παιδί μου Ετίμησες την πατρίδα...
( Η Μαρία τρέχει ως για να τον φωνάξη. Ενώ ο Παύλος ρωτά). Ποιός είν' αυτός μητέρα που μ' έσφιξε με τόσο πάθος στην αγκάλη του;
Μ α ρ ί α (κρατούσα ένα λυγμόν). Ένας δυστυχής Παύλε που είχε κ' έχασε ένα παιδί σαν κ' εσένα.
Αυλαία
Η ΓΥΝΑΙΚΑ
Ένα γράμμα προς την κ. Καλιρρ. Παρρέν.
Αγαπητή Κυρία,
Θέλετε και τη γνώμη μου; Το δράμα σας φέρνει κάπου προς ένα ψήλωμα· για να φτάσουμε σ' ένα ψήλωμα μπορεί να περάσουμε όχι τόσο καλοστρωμένα μέρη. Δεν πειράζει Σαν ανεβή κανείς, βλέπει, και ξανασαίνει. Είναι και κάποια έργα που δεν έχεις τίποτε να παρατηρήσης· είναι σαν καλοκαθαρισμένα και σαν καλομαντρωμένα οικόπεδα· το πόδι σας δεν σκοντάφτει. Προτιμώ τα πρώτα.
Η «Νέα Γυναίκα,» Το έργον σας δε θελήσατε να το ξαναβαφτίσετε «Χειραφετημένη.» Συλλογιστήκατε ίσως το τ σ α λ ά κ ω μ α (να με συμπαθήσετε για την πρόστυχη λέξι και για όλα τα πρόστυχα του άρθρου μου), το τσαλάκωμα που κάνει στα γεμάτα από νόημα ονόματα το μεταχείρισμα των ονομάτων τούτων από τους έξυπνους και πρόχειρους τιμητές των πάντων Θυμάμαι πώς―εδώ και λίγα χρόνια, μπορεί κ' εγώ πρόχειρα―σημείωσα κάπου; « Η γυναίκα να χειραφετηθή! Και δε φροντίζω αν έβαλαν οι έξυπνοι στη λέξη, χ ε ι ρ α φ έ τ η σ ι ς κάποιο νόημα κοροϊδίας, ώστε να μη μπορή κανείς να τη μελετήση τη λέξη, χωρίς ο ίδιος να χαμογελάση πονηρά ή χωρίς να δη τους άλλους γύρο του να χαμογελάνε· και δε φροντίζω αν την ιδέα την άρπαξε για θέμα της η απονήρευτη Μούσα του Σουρή, όσο κι αν είναι περιγελάστρα. Νάρθη καμιά άλλη μούσα να μας πραγματοποιήση το ζήτημα από την άλλη την όψη του την αληθινή. Να χειραφετηθή η γυναίκα! Γιατ' είναι πράμα αστόχαστο να επιμένης πώς η γυναίκα δεν πρέπει να χειραφετηθή, δηλαδή δεν πρέπει νάβγη όσο της είναι βολετό από μέσ' από κάποια σκλαβιά, δεν πρέπει νάμπη όσο της είναι φυσικό μέσα στον κύκλο της σοφίας τον ολόφωτο γιατί τάχα τότε θα πάψη να είναι μητέρα και νοικοκυρά! Χωρίς να είναι στα σωστά βαθιά χειραφετημένη, ανακατώνεται σε όλα, σε όλα· τάχα δε βλάφτει τέτοιο ανακάτωμα τη νοικοκυροσύνη της και τη μητρότητά της; Νομίζω πώς ακέριος της γυναίκας ένας λυτρωμός από τη σκλαβιά της πρόληψης, κ' ένας υψωμός του νου της προς το φως το αληθινό, θα την έκανε και μητέρα καλήτερη και σωστότερη νοικοκυρά.» Σα να είστ' εσείς η «άλλη Μούσα» που πήρατε το ζήτημα από την όψη του την άλλη, την πιο αληθινή· αν και ό,τι χαρακτηρίζει το έργο σας, και, γενικώτατα, τα γραφόμενά σας, δεν είναι το φτέρωμα του μουσοθρεμμένου ποιητή, μα το περπάτημα του συγκρατημένου λογογράφου. Νέα γυναίκα; Βέβαια· η Μαρία Μύρτου έχει νιάτα κι ομορφιά· και η λέξη νέα είναι πλούσια από τρόπους σημασιολογικούς και θα μπορούσε κι απλούστερα κ' εντονώτερα να τιτλοφορηθή μ ί α γ υ ν α ί κ α. Η Μαρία Μύρτου είναι μία γυναίκα ανάμεσα στα γυναικάρια που την τοποθετάτε· εκεί που η γυναίκα είναι κούκλα, εκεί που είναι σκλάβα, εκεί που η κουκλοσύνη και η σκλαβιά γεννάνε κάθε είδους αθλιότητες και αχρειότητες με το τριπλό το σύνθημα της αχειράφετης γυναίκας: πώς να αρέσω, πώς να ψαρέψω, πώς να γελάσω! Η Μαρία Μύρτου, ίσως σα γυναίκα που είναι, σα να μη φαίνεται απ' αρχής πλάσμα πολύ απλό και ολότελα λογικό με τον εαυτό της. Τάχα να λυτρώθηκε ολότελα από τα παλιά η ηρωίδα σας; Κάποιος παρατηρητής μου ψιθύρισε σταυτί μου αμέσως ύστερ' από την παράσταση της «Νέας Γυναίκας».
― Η Μαρία Μύρτου, με όλο το μέρος που παίζει μιας γυναίκας δυνατής, δέρνεται από αδυναμίες, πρώτη αδυναμία της: ερωτεύεται τον Κώστα Μεμιδώφ, ένα ανάξιο. Δεύτερη αδυναμία της. Τη συγκίνησε η πρώτη βίζιτα της πεθεράς τόσο, ώστε να πιστέψη πως με τανθόκλαδα που θ'άστρωνε και που θα σκορπούσε προς τιμή της στο πάτωμα τ'αργαστηριού της θα μπορούσε να την εξιλεώση και μήτε που υπωπτεύθηκε απ' αρχής πώς θα πάθαινε των παθών της τον τάραχο μέσα στην αρχοντική σφηκοφωλιά των Μεμιδώφ. Τρίτη αδυναμία: η υπερβολική της η κατάπληξη από την απιστία του Κώστα της. Έπειτα η μεταμόρφωση της στην τελευταία πράξη σα να μας βρίσκη κάπως απροετοίμαστους. Έπειτα το φως αυτό που μας έρχεται από την Αμερική εγώ ο Αθηναίος κάτοικος της πιο λεπτοφώτιστης γης, όσο κι' αν ξέπεσα, το βρίσκω κάπως βάρβαρο φως και το αντιπαθώ. Έπειτα η σκληράδα της προς τον άντρα που δεν έπεσ' επί τέλους και σε κανένα μεγάλο κρίμα, παρά που βρέθηκε σε μια κρισιμώτατη ξαφνική στιγμή, που λυγίζει και τους δυνατούς, πιασμένος μέσα σε κάποια επιτήδεια στημένα βρόχια, αφού μάλιστα δοκίμασε ο άνθρωπος και να αντιοταθή όσο του είτανε βολετό· έπειτα η σκληράδα της προς τον άνδρα που δεν έκαμε παρά ό,τι κάνουν όλοι σχεδόν οι κύριοι, και κοντά σ'αυτούς, όσο και κρυφότερα απ' αυτούς, πόσες γοητευτικές ομόφυλες της Μαρίας! Η σκληράδα τούτη μου φαίνεται αδικαιολόγητη, μάλιστα ύστερ' από το μεταγνωμό του ανθρώπου και δείχνει κάτι τι αντικαλλιτεχνικά ξερό στο χαραχτήρα του θηλυκού ζωγράφου μας. Έπειτα η μεγαλόσκημη τεχνίτρα τούτη μας παραστάνεται να φροντίζη πιο πολύ για τα κέρδη της τέχνης της παρά για την τέχνη την ίδια. Το δράμα σα να μην ικανοποιεί όλα όσα προσμέναμε από τον τίτλο του.
Του αντιπαρατήρησα :
― Νομίζω πώς δεν έχεις δίκιο. Το δράμα είναι καμωμένο από συγγραφέα ωρισμένης φυλής· από ηθικολόγο κυνηγό κρισιμώτατων κοινωνικών ζητημάτων από ζωγράφο κι' από δικαστή· από συγγραφέα πρώτ' απ' όλα πραγματιστή. Το δράμα, ξετυλιμένο σε συνηθισμένο κόσμο, και χωρίς τίποτε που να μας ξαφνίζη στο δέσιμο του, είναι σοβαρό, σαν ακολουθία προτεσταντική στη λύπη του, και είναι, γενικώτατα λεπτά και επιδέξια ψυχολογημένο. Το σπίτι του Μεμιδώφ, σπίτι τιποτένιων μα ο καθένας απ' αυτούς έχει το δικό του γυάλισμα.
Είναι γεννήματα της φυλής τους και της γύρο τους ατμοσφαίρας· καρποί των τρανών δέντρων της Κληρονομιάς και της Κοινωνίας. Μια κόρη, μέσα στις δεσποινίδες Μεμιδώφ, που ταξίδεψε, και κάπως άλλαξε τον αέρα της, και σα να πήρε μυρουδιά από έναν κόσμο ― που η γυναίκα αντίθετα με την ιδέα που έχουμε για κείνη και οι φράγκοι και οι ανατολίτες―είναι τύπος μιας αξιοθαύμαστης ενέργειας, είναι σα να στέκεται στα καρφιά, μολονότι ανήμπορη κι' αυτή, μέσα στο ανατολίτικο εκείνο, όσο κι αν είναι ευρωπαϊκά πασαλειμμένο, χαρέμι. Οι άλλοι, φραγκολεβαντίνοι του χειρότερου είδους· οι γυναίκες, πιο χαύνες και πιο δούλες, πιο ανήθικες και πιο ακίνητες, μέσα στο πεταλουδίσιο τους άπαυτο παράδαρμα, κι από τα θηλυκά των Τούρκων.
Ο πατέρας Μεμιδώφ ολοστρόγγυλος τιποτένιος δεν αξίζει ούτε να τον αντιπαθήσης· είναι διασκεδαστικός. Η κυρία Μεμιδώφ τιποτένια, με αγκάθια που σε πληγώνουν.