Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

Part 2

Chapter 2 13 words Public domain Markdown

Κ ώ σ τ α ς, (βλέπει δεξιά και αριστερά). Πώς δεν είναι εδώ! Μαρία! Μαρία! (τριγυρίζει εις το δωμάτιον). Δεν με επερίμενε, φαίνεται, τόσο νωρίς. Θα εργάζεται αντίκρυ. (Πλησιάζει εις το τραπέζι): Α! ένα γράμμα, (το εξετάζει) Γράφει Στην φίλην της. Ας δούμε τα μυστικά της. (Ξαπλώνεται εις τον σοφά, ξεδιπλώνει το γράμμα και διαβάζει). «Αγαπητή. Παραπονείσαι γιατί δεν σου έγραψα τόσους μήνες τώρα! Και έχεις δίκηο! Αλλ' άκουσε. Απουσίαζα εις το εσωτερικόν της Ανατολής, μέσα εις ένα κάλλος φύσεως αφάνταστον. Έμεινα εκεί τόσον καιρό! Εκεί συνήντησα, χωρίς διόλου να το περιμένω, και την ευτυχίαν, το δυσεύρετον αυτό πουλί, ενσαρκωμένην εις ένα νέον και ωραίον άνδρα, ο οποίος έγεινε σύζυγός μου. (μόνος του) Τι κολακευτική κρίσις (διαβάζει μουρμουρίζοντας)... Ο έρως μας εχρονολογείτο από πέρυσι. Και επειδή είχεν αρχίσει να με φοβίζη, έφυγα από την Πόλη. (Κώστας μονολογών). Αυτή η φυγή τάφερεν όλα. (Διαβάζει σιγανά. Διακόπτεται και λέγει δυνατά) Ωραία! Γιατί τα γράφει τόσο έμμορφα. (Εξακολουθεί, να διαβάζη σιγά. Έπειτα δυνατότερα) Διότι η ελευθερία, η αγάπη και η αλήθεια είναι τα θεμέλια της ευτυχίας. Και τι γερά θεμέλια, αγαπητή μου. (Εκείνος αφίνει το γράμμα, σηκόνεται και περιπατών λέγει ) Ναι! γερά. Ενόσω ζούσαμεν εκεί κάτω, άγνωστοι μέσα εις αγνώστους. Αλλά τώρα. Τι κόλασις! Να πρέπη να λέω ψέματα και εκεί και εδώ. Να έχω τη μητέρα τρεις ημέρες άρρωστη, γιατί έμαθε τον γάμο μου. Και εδώ να λέω ότι η μητέρα είναι ενθουσιασμένη. (Περιπατεί στενοχωρημένος). Η ελευθερία και η αγάπη! Ολα αυτά λόγια. Εγώ τώρα τη ζωή μου τη βλέπω σκλαβωμένη Η αληθινή ευτυχία ήταν της παληάς μου ζωής. (Στέκεται σκεπτικός) Εγώ αισθάνομαι ότι δεν είμαι γεννημένος, ούτε για μεγάλες αλήθειες, ούτε για μεγάλα ιδανικά! Για μεγάλα γλέντια, μάλιστα! Για πάθη, για τρέλλες, (περιπατεί σκεπτικός). Θαρρώ πώς η μητέρα έχει δίκηο. Ο γάμος αυτός ήταν μια ανοησία, (στέκεται στενοχωρημένος). Να είμαι τρελλός για την Ελένη, τη μόνη γυναίκα που αληθινά αγάπησα, τη γυναίκα που ήταν, πούβλεπε, που αισθάνουνταν τη ζωή, όπως εγώ και να παντρευθώ με τη Μαρία. Αδυναμία χαρακτήρος! Γιατί όπως πολύ καλά λέει η μητέρα, επήρα το θαυμασμό μου στη Μαρία για έρωτα. Η υπερηφάνειά της, η αντίστασίς της, ναι, η αντίστασίς της μέκαμαν να πάρω τη μεγάλη αυτή απόφασι.

Σκηνή β'.

Μ α ρ ί α (έρχεται) Φορεί ένα άσπρο φόρεμα, ένα μεγάλο ψάθινο καπέλλο και έχει ένα δέμα άσπρα τριαντάφυλλα στο στήθος της). Α! Είσ' εδώ; Καλημέρα, παιδί μου! (τον φιλεί, έπειτα ενώ μιλεί, βγάζει το καπέλλο της) Νόμιζα ότι θ' αργούσες ως εχθές και πήγα και εργάσθηκα εις την εικόνα της Κιρκασίας. (Κάθεται κοντά του). Αλλά τι έχεις αγάπη μου; Μου φαίνεσαι σα στενοχωρημένος (βγάζει ένα τριαντάφυλλο και του το περνά στη μπουτονιέρα, λέγουσα :) Τι έχεις αγάπη μου;

Κ ώ σ τ α ς (δύσθυμος). Δεν έχω τίποτα. Λοιπόν η Κιρκασία σου προχωρεί;

Μ α ρ ί α. Ναι! (στενάζει) Προχωρεί. Αν και μετανόησα σήμερα που πήγα. Είμαι όλη ταραγμένη! Ανήσυχη.

Κ ώ σ τ α ς. Γιατί;

Μ α ρ ί α Μου είπε κάτι πράγματα. Εντελώς πρωτοφανή. Ποτέ δεν επερίμενα από μια Τούρκισσα, από μια γυναίκα κλεισμένη στο χαρέμι τόση φιλοσοφία, τόση ψυχολογική ανάλυσι.

Κ ώ σ τ α ς. Μα τώρα η Τούρκισες αναπτύσσονται, διαβάζουν. Έχουν μάλιστα νομίζω και γυναίκας συγγραφείς.

Μ α ρ ί α.(Σηκόνεται βάζει τη ποδιά της πέρνει μια μεγάλη φωτογραφία και αρχίζει να ζωγραφίζη, λέγουσα) Πρέπει να εργασθώ, γιατί η τσιγγάνα μου μπορεί να φύγη από στιγμή σε στιγμή.

Κ ώ σ τ α ς (ξαπλωμένος καπνίζει). Λοιπόν τι σου είπεν η ωραία Κιρκασία;

Μ α ρ ί α. Παράξενα πράγματα. Ότι είναι ευχαριστημένη με τη ζωή της. Ότι αυτές ζουν κλεισμένες εις το κλουβί, μα τρέφονται σαν τα πουλάκια με ζάχαρι και με τραγούδια, ενώ ημείς που κάνομεν φωλειές στον ανοικτόν αέρα, έρχονται άλλα πουλιά και μας της ρημάζουν. Δεν ξέρεις τι εντύπωσι μου έκαμαν τα λόγια της!

Κ ώ σ τ α ς. Ανοησίες. Η χανούμη σου θα τα διάβασε κάπου, εις κανένα βιβλίο γραμμένο επίτηδες για τα δυστυχισμένα αυτά πλάσματα των χαρεμιών

Μ α ρ ί α. Μήπως και για τη ζωή των αυτήν του χαρεμιού δεν μου είπε λόγια σοφά!

Κ ώ σ τ α ς. Πώς! σου έκαμε το εγκώμιον της πολυγαμίας; Μήπως την εζήλευσες, Μαρία; Αί! (γελά) Λέγε λοιπόν.

Μ α ρ ί α (Αφίνει την εργασία της, έρχεται και κάθεται αντικρύ του) Θέλεις να σου πω τα λόγια της, ακριβώς, ως μου τα είπεν...

Κ ώ σ τ α ς (ανασηκόνεται) Ακούς αν θέλω; Πεθαίνω από περιέργειαν να ακούσω την απολογίαν του ωραίου θεσμού των πολλών συζύγων.

Μ α ρ ί α. Αφού ο νόμος τους και η θρησκεία τους προστάζει, είπεν, οι άνδρες τους κάνουν το θέλημα του θεού. Ενώ σε μας που είναι εμποδισμένο, οι άνδρες μας έχουν φιλενάδες κρυφές, που αγαπούν πειό πολύ από της γυναίκες τους. Έπειτα, για να με πείση περισσότερο, είπε: με το δικό μας νόμο όλα τα κορίτσια παντρεύονται. Όλες ζουν σύμφωνα με τη φύσι, όλες έχουν το δικό τους, την προίκα που τους δίδει ο άντρας, όλες έχουν παιδιά, έχουν κάποιον ν' αγαπούν...

Κ ώ σ τ α ς. Να σου πω, Μαρία, σαυτό συμφωνώ και εγώ. Η Τούρκισσά σου έχει πληρέστατα δίκηο. Βεβαίως Τούρκοι και Τούρκισσες είναι ποιό ευτυχισμένοι από μας. Φαντάζεσαι τι ωραίο πράγμα, νάχης χαρέμι, να σκέπτεσαι, πώς τόσες γυναίκες σ' αγαπούν.... (τρέχει κοντά του τρομαγμένη).

Μ α ρ ί α. Ώστε θα σου ήρεσεν αυτή η ζωή. Θα σου άρεσε να μοιράζης την αγάπη σου σε πολλές γυναίκες;...

Κ ώ σ τ α ς. Δηλαδή όπως εσύ ηύρες σοφά τα λόγια της, έτσι κ' εγώ

Μ α ρ ί α. Μα ο νόμος τους είναι σοφός, όχι γιατί δίδει στους άνδρες των πολλές γυναίκες, αλλά γιατί προβλέπει για το μέλλον της φυλής. Εκεί νόθα παιδιά και δυστυχισμένα γεροντοκόριτσα και ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς χαρά δεν υπάρχει. Ξέρεις τι θα πη να περνάς τη ζωή σου έρημη και μόνη, όπως την περνούν τόσα δυστυχισμένα κορίτσια, επειδή δεν έχουν προίκα για να παντρευθούν; Και τόσα παιδιά που δεν έχουν όνομα και που περνούν όλην των την ζωήν με ατιμίαν και εντροπήν, χωρίς να γνωρίσουν ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Αυτά μου είπεν η χανούμισα και ομολογώ ότι με έκαμε να μελαγχολήσω.

Η ομιλία της αυτή η σημερινή, με την αλληγορίαν των σπιτιών μας που έρχονται ξένες γυναίκες και τα ρημάζουν, μου φάνηκε σαν οιωνός κακός. Σαν καμμιά προφητεία... (αφίνει την παλέττα της και ρίπτεται εις ένα κάθισμα).

Με εκυρίευσεν ένας φόβος, σαν κάποιος κίνδυνος να απειλή την ευτυχίαν μου.

Κ ώ σ τ α ς. Έτσι είναι οι ευτυχείς άνθρωποι. Ευρίσκουν πάντα τρόπον να βασανίζωνται...

Μ α ρ ί α. Μα δεν είμαι πλέον απολύτως ευτυχής.

Κ ώ σ τ α ς Πώς;

Μ α ρ ί α. Φοβούμαι, Κώστα, ότι δεν με αγαπάς, όπως πριν.. Η αγάπη σου λιγοστεύει, μικραίνει, αφότου ήλθαμεν εδώ. Και θέλεις να σου πω; Και από κει ακόμη. Τον πρώτο μήνα έκανες σαν τρελλός, ήσουν τόσο ερωτευμένος, τόσο πολύ, που μ' εστενοχωρούσε, σχεδόν με επλήγωνεν η αγάπη σου. Έπειτα όσω γω σ' αγαπούσα πειό πολύ, τόσο συ εγείνοσουν ψυχρότερος... Τώρα, αφότου ήλθαμεν εδώ...Θεέ μου, πώς φοβούμαι! (κλαίει).

Κ ώ σ τ α ς. (την εναγκαλίζεται) Μαρία μου. Αγάπη μου!

Μ α ρ ί α. Δεν μ' αγαπάς όπως πριν

Κ ώ σ τ α ς. Δεν πιστεύεις ό,τι λες. Γιατί λοιπόν γράφεις εις την φίλην σου ότι ζούμεν τόσον ευτυχισμένοι...

Μ α ρ ί α. (Σηκόνεται και βλέπει το γράμμα της ανοικτό εις το τραπέζι). Πώς! εδιάβασες αυτό το γράμμα;

Κ ώ σ τ α ς. Ναι! Νομίζω ότι μπορούσα..

Μ α ρ ί α. Όχι! Εγώ δεν εζήτησα ποτέ να διαβάσω γράμματά σου.

Κ ώ σ τ α ς. Μα εγώ είμαι άλλο, αγαπητή μου. Ο χρυσούς αιών της εισότητος δεν έφθασεν ακόμη. Ημείς οι άνδρες πρέπει να γνωρίζωμεν τι γίνεται μέσα εις τα μικρά αυτά κεφαλάκια.

Μ α ρ ί α (με ειρωνείαν) Και ημείς να μη ξέρωμεν τι γίνεται μέσα εις τα μεγάλα αυτά κεφάλια, (δείχνει το κεφάλι του). Αλλά εξέχασες λοιπόν ότι η ευτυχία μας, η αγάπη μας στηρίζεται εις τα θεμέλια της ελευθερίας μου και της ελευθερίας σου.

Κ ώ σ τ α ς. Η οποία δεν μπορεί να συνυπάρξη με τον γάμον.

Μ α ρ ί α. Όταν ο έρως ανοίξη τα πτερά του και πετάξη.

Κ ώ σ τ α ς. Όχι. Όταν ζώμεν μέσα εις μίαν κοινωνίαν, εις την οποίαν όλες αυτές η νέες θεωρίες είναι πράγματα άγνωστα. Όταν εγεννηθήκαμεν, εζυμωθήκαμεν με ιδέας άλλας, με συνηθείας άλλας.

Μ α ρ ί α. Αλλά, Κώστα, εκεί κάτω μου είχες υποσχεθή...

Κ ώ σ τ ας. Μα εκεί κάτω ήμουν τρελλός...

Μ α ρ ί α. Και τώρα έγεινες φρόνιμος..

Κ ώ σ τ α ς. Δηλαδή τώρα, που εις κάθε μου βήμα σκοντάπτω και εις μίαν δυσκολίαν, βρίσκω ότι όλα εκείνα τα όνειρά μας, δεν μπορούν παρά να μείνουν όνειρα. (Σηκόνεται και περιπατεί). Τώρα, αγαπητή μου, η πραγματικότης, η ζωή του κόσμου με τας μυρίας απαιτήσεις της, υψόνει εμπρός εις τας ωραίας αρχάς σου, φρούρια απόρθητα. Εις κάθε βήμα που θα θέλωμεν να προχωρήσωμεν, θα πίπτη κατ' ανάγκην και ένας νεκρός.

Μ α ρ ί α. Θα ποδοπατείται δηλαδή και από μία αρχή... Θα ενδίδομεν και θα υποτασσώμεθα και εις ένα ψέμα, εις μίαν πρόληψιν. Και έτσι αφού αφήσωμεν όλας τας ιδέας μου και τας αρχάς μου πτώματα προ του φρουρείου σου, ― έτσι, νομίζω, ωνόμασες τα Ηλύσια αυτά της υποκρισίας, ― θα μπούμεν και μείς με μίαν προσωπίδα οιανδήποτε για να παίξωμεν το μέρος μας.

Κ ώ στ α ς (γελών). Ω! Les femmes savantes Ω! η χειραφετημένες.

Μ α ρ ί α. Με εγνώριζες πριν να με πάρης, και έτρεξες οπίσω μου ως εκεί κάτω, γιατί ο έρως μου ήτον, ως έλεγες, ωραίος, μεγάλος αλλοιώτικος από τον έρωτα των άλλων γυναικών. Και μου έδωκες τον λόγον σου, ότι η Μαρία Μύρτου θα έμενε πάντοτε ελευθέρα...

Κ ώ σ τ α ς. Μα αν δεν παραδεχόμην ότι ήθελες, ο γάμος μας δεν θα γίνονταν.

Μ α ρ ί α. Και θα έπερνες μια γυναικούλα, η οποία δεν θα είχεν εις το κεφαλάκι της άλλες ιδέες παρά πώς να το στολίζη με λουλουδάκια και με πτερά... (σηκόνεται και βαδίζει προς μίαν εικόνα ωραίας κόρης) Και ξέρεις αυτά τα κεφαλάκια και αυτά τα κουκλίστικα χεράκια κρημνίζουν συχνά, μα πολύ συχνά, μεγάλους άνδρας, μεγάλας πόλεις, μεγάλας φυλάς.

Κ ώ στ ας Ίσως. Ίσως. Αν και σε βρίσκω υπερβολικήν.

Μ α ρ ί α. Ενώ αυτό το κεφάλι εδώ, (δείχνει την ιδικήν της εικόνα)· δεν είναι βέβαια από εκείνα που σου αρέσουν τώρα, αλλά έχει μάτια αητού.

Κ ώ σ τ α ς (σηκόνεται και κυττάζει απ' οπίσω της) Που βλέπουν ωραία...

Μ α ρ ί α. Μακρυά. Το μέλλον. Ένα μακρεινό μέλλον! με την ανθρωπότητα πειό καλή, πειο μεγάλη, με την αγάπην να βασιλεύη παντού και να ανοίγη δρόμους ευτυχίας και χαράς...

Κ ώ σ τ α ς (την εναγκαλίζεται). Ωραία μου ονειροπόλος

Σκηνή Γ'·

Ά ν ν α (κτυπά την θύραν).

Μ α ρ ί α. Εμπρός. Τι είναι Άννα;

Ά ν ν α. (κάμνει νεύματα). Κυρία σας παρακαλώ. Μια στιγμή.

Μ α ρ ί α. Λέγε, Άννα, τι θέλεις;

Ά ν ν α. Κυρία. Δεν μπορώ. Ελάτε σας παρακαλώ.

Μ α ρ ί α (σηκόνεται και διευθύνεται προς την θύραν. Η Άννα της ψιθυρίζει κάτι εις το αυτί. Η Μαρία ξεσπά εις γέλοια). Φαντάσου τι ήταν το μυστικό! Μου έφεραν το φόρεμά μου από την ράφτρα.

Ά ν ν α πεισμωμένη. Σας είπα, ότι έφεραν και το λ)σμό μαζή.

Μ α ρ ί α Κι' αυτό ήταν το μυστικό (γελά).

Ά ν ν α Ενόμιζα πώς και δω δεν πρέπει να μιλούμεν για λ)σμούς εμπρός εις τον κύριον. Αλλού όπου ήμουν ως τώρα, είχα τέτοια διαταγή. Από μια φορά μάλιστα που κόντεψε να χωρίση ένα ανδρόγυνο για ένα λογαριασμό.

Κ ώ σ τ α ς. Τι λες;

Ά ν ν α. Μάλιστα, κύριε, σεις την ξέρετε την κ. Μίνα του Ραδή.

Κ ώ σ τ α ς. Αί λοιπόν!

Ά ν ν α. Ο κύριος δεν ήθελε να πληρώνη τα χρέη της κυρίας. Κ' εγώ ήμουν καινούρια στο σπίτι της και δεν ήξερα. Και καλή ώρα σαν τώρα, επαρουσίασα το λ)σμό του εμπόρου. Θεέ και Κύριε τι έγεινε! Καλέ έφθασαν στο χωρισμό!

Μ α ρ ί α. Καλά, Άννα, πήγαινε, (προς τον Κώστα). Πώς σου φαίνεται αυτό που ήκουσες;

Κ ώ σ τ α ς (κινεί, τους ώμους). Πώς μου φαίνεται; Μια σκηνή αληθινή της καθημερινής ζωής Έχω ακούσει τέτοιες σκηνές...

Μ α ρ ί α. Της ζωής της ψεύτικης, εις την οποίαν με παρακινείς να θυσιάσω τας αρχάς μου. Φαντάζεσαι τι γίνεται η αγάπη μέσα εις τα σπίτια που για ένα λ)σμό φθάνουν εις το διαζύγιον.

Κ ώ σ τ α ς Μα και η γυναίκες είναι πολυέξοδες, κατήντησαν μια πολυτέλεια της ζωής.

Μ α ρ ί α. Γιατί δεν εργάζονται. Γιατί δεν της αφήνετε να εργασθούν, να εννοήσουν την αξίαν του χρήματος, να βοηθήσουν τον άνδρα. Ο άνδρας εκείνος που βασανίζεται και βασανίζει την γυναίκα του για τα έξοδα, θα νόμιζε ντροπή του, αν εκείνη ειργάζετο όπως εγώ...

Κ ώ σ τ α ς. Όλες δεν μπορούν να έχουν talent.

Μ α ρ ί α. Όλαις έχουν κάποιο άγνωστο talent που βοηθεί, που δημιουργεί την ευτυχίαν. Αλλά τους το πνίγουν, τους το καταστρέφουν.

Κ ώ σ τ α ς. Είσαι θαυμάσιος συνήγορος και υπερασπιστής των γυναικών.

Μ α ρ ί α. Όχι, Κώστα. Δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο είμαι ο ζωγράφος που βλέπει μόνο και ο ψυχολόγος που διαβάζει βαθειά εις την γυναικεία ψυχή. Και που πονεί γιατί τόσοι κρυμμένοι θησαυροί χάνονται.

Κ ώ σ τ α ς (την πλησιάζει με θαυμασμόν). Ξέρεις, Μαρία, πώς θα ήσουν θαυμάσιος δικηγόρος, μεγάλος απόστολος.

Μ α ρ ί α. Μα εμείς όλες πρέπει να είμεθα και το ένα και το άλλο.

Κ ώ σ τ α ς (βλέπει το ρολόι του) Κρίμα, που δεν έχω καιρό ν' ακούσω και άλλα από τα ωραία αυτά λόγια σου. Πρέπει να φύγω γιατί δεν ξέρεις• δε σούπα την ευχάριστη είδησι. Η μητέρα έρχεται τώρα σε λίγο και πρέπει να κατέβω να την πάρω από το Σκούταρι.

Μ α ρ ί α (όλη χαρά). Μπράβο σου! Η μητέρα σου έρχεται. Και μ' αφήνεις να φλυαρώ τόση ώρα και όλα εδώ είναι άνω κάτω (πετιέται από την θέσι της, και αρχίζει να τακτοποιή). Έγεινε λοιπόν καλά; Ξέρεις, Κώστα, πως υποπτευόμουν, ότι μ' είχες γελάσει, κ' εφοβούμουν πώς η μητέρα σου δε θάθελε το γάμο μας, πώς δεν θα είχε της ιδέες που μούλεγες εκεί κάτω.

Κ ώ σ τ α ς. Μαρία η μητέρα δεν λέει ποτέ όχι Εις όλη την ζωή της δεν είπεν όχι εις τον πατέρα μου και τώρα ούτε εις εμένα.

Μ α ρ ί α. Την θαυμάζω.

Κ ώ σ τ α ς. Λοιπόν πηγαίνω. Au revoir. (την φιλεί, βγαίνουν).

Σκηνή δ'.

(Την στιγμήν που βγαίνουν συναντούν την Δώραν εις την θύραν)

Κ ώ σ τ α ς. Καλή μέρα, Δώρα και au revoir.

Δ ώ ρ α. Au revoir.

Μ α ρ ί α. (επιστρέφει). Δώρα, καλή είδησι Ά, έρχεται η πεθερά μου! φώναζε την Ανναν γλήγωρα. Να συγυρίσωμεν (βγαίνει).

Η Δ ώ ρ α μ ό ν η. Έρχεται η πεθερά. Κακή είδησις! (τακτοποιεί) Και τι να συγυρίσης εδώ μέσα εις αυτόν τον λαβύρινθον. Θεέ μου! Και θάρθη η Πολίτισσα, η μοναδική νοικοκερά, με τα γυαλάκιά της (προσποιείται την κ. Μεμιδώφ) να ψάξη όλες της γωνίες, να βρη όλα άταχτα, να ρίξη παντού το φαρμάκι της.

(Κτυπά το κουδούνι παρουσιάζεται η Άννα).

Δ ώ ρ α. Άννα! Μέσα, παντού είναι τακτικά, καθαρά, συγυρισμένα...

Ά ν ν α. Μάλιστα, κυρία Δώρα.

Δ ώ ρ α Μα όχι για μας μόνο. Όπως τα θέλωμε μείς. Όπως τα θέλουν η πολίτισσες... Έρχεται η μητέρα του κυρίου. Η πεθερά, Άννα, εκατάλαβες;

Ά ν ν α. Ώ! κυρία. Μα τότε πρέπει να σφουγγαρίσωμεν. Η κοκκώνα Κατίγκω θα πάη να σκαλίση και στο πλυσταρειό, ακόμη...

Σκηνή ε'.

Μ α ρ ί α (έρχεται με μια αγκαλιά πρασινάδες και λουλούδια) Πρέπει να σκορπίσωμεν ωραιότητα και χαράν μέσα εδώ! (τακτοποιεί τα λουλούδια).

Δ ώ ρ α Για να εορτάσης την άφιξιν της πενθεράς σου, της κ Μεμιδώφ. Τι απλή που είσαι!

Μ α ρ ί α. Και συ τι κακή!

Δ ώ ρ α. Καλά, καλά. Ρώτησε και την Άνναν, που την γνωρίζει...

Μ α ρ ί α Προστυχειές. Άκουσε, Δώρα. Δεν θέλω να μου πης τίποτε κακό για την μητέρα του Κώστα. Είναι άγια γυναίκα. Φαντάσου ότι ποτέ στη ζωή της δεν είπεν όχι για τίποτε, ούτε εις τον άνδρα της, ούτε εις τον γυιό της.

Δ ώ ρ α. Και ο άνδρας της και ο γυιός της κάνουν ό,τι θέλει εκείνη πάντοτε...

Μ α ρ ί α. Ωρισμένως, Δώρα, δε χωνεύεις τη πεθερά μου...

Άφησε συ τα λουλούδια. Δεν ξέρεις να τα βάλης έμορφα (προς την Άνναν) θα δώσωμεν τσάι εις την μητέρα του κυρίου.

Ά ν ν α. Πολύ καλά, Κυρία.

Μ α ρ ί α. Και πρέπει όλα και παντού να είναι ωραία.

Δ ώ ρ α. Τα ακριβά τα ασημικά! Να που θα προσέξη εκείνη! Ασήμι, χρυσάφι, διαμάντια. Αυτά θα της φαντάξουν. Τρέχα. Βάλε όλα τα δακτυλίδια και της αλυσίδες σου. Δανείσου αντίκρυ από την Κιρκασία τα πολύτιμα σερβίτσια της

(Η Άννα φεύγει).

Μ α ρ ί α. Είσαι κακή, Δώρα.

Δ ώ ρ α. Και συ μόνο καλλιτέχνις.

Μ α ρ ί α. Ξεσκόνισε εκεί τη Μαγδαληνή μου· ξεσκέπασε και την εικόνα εκείνη. Αυτά είναι τα ιδικά μου πλούτη.

Δ ώ ρ α (γελά) Μ' αυτά θα την εκπλήξης. Φαντάσου η κοκκώνα Κατίγκω να εκτιμήση της εικόνες σου. (Γελά).

Ά ν ν α (έρχεται με ένα πανέρι ασημικά. Βοηθεί την Δώρα και τραβούν ένα τραπεζάκι και ετοιμάζουν απάνω τα του τσαϊού).

Δ ώ ρ α. Μπράβο, Άννα, μπράβο! Έφερες και τα χρυσά πιάτα της Κιρκασίας.

Μ α ρ ί α. Τα χρυσά πιάτα να επιστραφούν γλήγωρα.

Δ ώ ρ α. Τα χρυσά πιάτα θα μείνουν, γιατί η ευτυχία εδώ τρώγεται μόνο σε χρυσά πιάτα.

Δ ώ ρ α (συγυρίζουσα). Αδύνατον να βάλη κανείς τάξι μέσα δω.

Μ α ρ ί α. Δεν πειράζει, Δώρα μου. Εδώ είναι το εργαστήριό μου. Κι' η πεθερά μου πρέπει να με δη μέσα δω, όπως μου αρέση κι όπως είμαι πάντα· εις την αλήθεια της καθημερινής μου ζωής. Τι αταξία αυτή είν' ωραία. Εσύ φρόντισε το νοικοκυρειό. Την τραπεζαρία. Το πυργάκι απάνω. Εκεί πήγαινε να βάλης τάξι.

Δ ώ ρ α. Τέλος πάντων επροτιμούσα να μην ήρχουνταν αυτή η κυρία.

Ά ν ν α. (βλέπει από το παράθυρο, ενώ ακούεται κρότος αμάξης). Κυρία! Έρχονται....

Σκηνή ΣΤ'.

ο Κώστας, η κ. Μεμιδώφ, η Μαρία.

Η Μ α ρ ί α (τρέχει εις την είσοδον) Καλώς ωρίσατε. (εναγκαλίζονται). Τι καλή που είσθε. Τώρα η ευτυχία μας είναι τελεία, (Της φιλεί το χέρι. Η κ. Μεμιδώφ κάθεται εις τον καναπέ, η Μαρία πλησιάζει ένα σκαμνάκι και κάθετε εμπρός της, ενώ ο Κώστας ακουμπά εις το ξύλο του καναπέ).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Εύχομαι να είσθε πάντα ευτυχισμένοι! (βλέπει γύρω της). Και είσθε ωραία εδώ!

Κ ώ σ τ α ς. Σ' αρέσει, μαμάκα μου; Δεν σούλεγα εγώ, πώς είναι σωστός παράδεισος.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (με ύφος γλυκύπικρον) Για σένα μάλιστα τώρα θα φαίνεται κάτι περισσότερον από παράδεισος.

Μ α ρ ί α (πέρνει το πιατάκι με τα μπομπόνια και της προσφέρει) Θα πάρετε ένα μπομπόνι, ως που να ετοιμασθή το τσάι.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (ανοίγει το σακάκι της και βγάζει ένα κουτί βραχιολιού). Και εγώ θα σου προσφέρω ένα μικρό δώρον. Αφού είχα την ατυχία και τη μεγάλη λύπη, να μη βρεθώ στο γάμο σας (στενάζει).

Μ α ρ ί α Μα έγεινε τόσο μακρειά. Ξέρετε.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ναι εκεί κάτω εις το Βαγδάτι.

Μ α ρ ί α. Εις ένα πολύ ωραίο μέρος. Ξέρετε, ο Κώστας είχε αυτήν την ιδέα να παντρευθούμεν εκεί. Εγώ ούτε εφανταζόμουν πως θα ήρχετο να μ' εύρισκεν εκεί κάτω! Είχα μάλιστα φύγει από την Πόλι για να τον αποφύγω. Όταν μια μέρα, εκεί που ζωγράφιζα ένα βυζαντινό ερημοκλήσι, τον βλέπω μπροστά μου! Τι ωραία εκκλησίτσα για ένα γάμο ερωτευμένων σαν κ' εμάς μου λέει. Εγώ εις τας αρχάς δεν εδέχθηκα. Αλλ' αυτός επέμεινε τόσο!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ,(προς τον Κώστα, ο οποίος εν τω μεταξύ κάθεται εις το πλάι της και την αγκαλιάζει) Ώστε συ είχες την ιδέα να παντρευθήτε εκεί πέρα;

Κ ώ σ τ α ς. Ναι! Μαννούλα μου, (την φιλεί την χαϊδεύει). Τι ώμορφη που είσαι! Για δες μας, Μαρία, δεν μοιάζουμε σαν αδέλφια!

(Κα Μ ε μ ι δ ώ φ, του δίδει μια μπάτσα χαϊδευτικά). Κατεργάρη! (προς την Μαρία) Λοιπόν!

Μ α ρ ί α Λοιπόν το ίδιο βράδυ, όταν ο ήλιος άπλωνεν εις την δύσι του κατακόκκινας πέπλους επαντρευθήκαμεν. Τι ωραία βραδειά Αί! Κώστα! Τρέλλα τρέλλα! Τι κρίμα, που δεν είσαστε, εκεί

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ θα σκάσω! (ιδιαιτέρως)

Μ α ρ ί α. Χιλιάδες πουλιά ετραγουδούσαν γύρω μας. Τα λουλούδια λιγωμένα, μεθυσμένα, και αυτά κάτω από το χρύσωμα του ήλιου εμύρωναν το βραδεινό αεράκι και στόλιζαν με ωμορφιά αφάνταστη το Βυζαντινό ερημοκλήσι.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και μόνοι σας σαν έρημοι, σαν να μην είχατε ούτε μάννα, ούτε πατέρα.

Μ α ρ ί α. Είχαμε την αγάπη μας τη μεγάλη, τη γιγαντεμένη που αντεπροσώπευε για μας τον κόσμο όλο. Κι' είχαμε και μια μάνα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Πώς η μητέρα σου ήταν εκεί; (Προς τον Κώστα) Δεν μου τόχες πει.

Μ α ρ ί α. Όχι. Είχαμε τη μητέρα του Θεού, μια ώμορφη μεσαιωνική Παναγία, που με στέμμα Βυζαντινής αυτοκρατόρισσας, μας εγλυκοκύταζε μέσ' από το σκουργιασμένο κάδρο της.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και ποιος σας πάντρεψε:

Μ α ρ ί α. Ένας παπάς, που μόλις είξευρε να διαβάζη, ευλόγησε το γάμο μας. Τα στέφανά μας τάπλεξα εγώ από κισσούς και από ολόασπρα του κάμπου αγριολούλουδα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι ώμορφα που τα λέει. Είχε δίκηο το παιδί αυτό να ξελογιασθή. (Προς την Μαρίαν)Αί τώρα ό,τι έγεινε, έγεινε.

Μ α ρ ί α. Και το εσυγχωρήσατε. Και το βραχιόλι αυτό είναι ο αρραβώνας της αγάπης σας. Τι ωραίο βραχιόλι! Και πώς αγαπώ την πέτρα αυτή, που είναι σαν να ζη, σαν να αισθάνεται, σαν να παθαίνεται μαζή μας. (της φιλεί το χέρι). Κι' εγώ τι να σας δώσω; (σηκόνεται πέρνει από ένα τραπέζι την εικόνα του Παρθενώνος και την προσφέρει) Αυτό είναι το πολυτιμότερο στολίδι του κόσμου όλου. Είναι ο ναός μιας θρησκείας, που είναι η θρησκεία μου! Η θρησκεία της ωραιότητος.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (εις τον Κώστα) Τι είναι αυτές η θρησκείες;

Κ ώ σ τ α ς. Η Μαρία, μητέρα, ως καλλιτέχνις λατρεύει τα ωραία πράγματα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (κατ' ιδίαν) Εκατάλαβα! χαλασμένο κεφάλι!

Μ α ρ ί α. (εν τω μεταξύ που εκείνοι μιλούν η Μαρία πηγαίνει και πέρνει ένα αγαλματάκι Ερμού). Θέλετε να δεχθήτε και αυτόν τον Ερμήν;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (μόνη της). Καλά που δεν μούδωκε κανένα γυμνό απ' αυτά, για να το προσφέρω στα κορίτσια μου.

Μ α ρ ί α. Θέλετε να αφήσετε το καπέλλο σας, να φρεσκαρισθήτε λιγάκι; ( Η κ Μεμιδώφ σηκώνεται και βγάζει το καπέλλο της). Ως που να ετοιμασθή το τσάι θέλετε να κάμωμεν ένα γύρω στον κήπο, να δήτε το σπιτικό μας.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Αν θέλετε. Πέρνομεν πρώτα το τσάι. Ήμουν τόσο ταραγμένη το μεσημέρι, ώστε δεν έφαγα τίποτε.

Μ α ρ ί α Αμέσως. (Τρέχει προς το τραπεζάκι, αποσύρει το παραβάν). Κώστα, βοήθησε και συ. Φέρε από μέσα τίποτε. Ειπέ της Αννας (Ο Κώστας βγαίνει). Αφού πεινάτε, να σας ετοιμάσωμεν ένα μικρό goute. Έχωμεν κρύο πουλί, χαβιάρι• pardon, πάω να φροντίσω, θα σας αφήσω μια στιγμή μόνη (βγαίνει)

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ Ω Θεέ μου! θα σκάσω. Δεν μπορώ να κρατηθώ πειά (Στρέφει προς τας εικόνας και τας πλησιάζει). Αυτά είναι η λατρείες της..., η θρησκείες της• τσαρλατάνα! Μ' αυτά και μ' αυτά τον εξετρέλλανε. Να ιδούμε η θρησκεία της ως πότε θα την βοηθήση.

Κ ώ σ τ α ς (με δύω πιάτα εις τα χέρια). Εδώ μητέρα μου βρίσκεται πάντα του πουλιού το γάλα. Θα φάμε περίφημα. Γιατί και εγώ με της συγκινήσεις της σημερινές είμαι νηστικός. (αφήνει τα πιάτα και κάθεται κοντά εις τη μητέρα του). Μα δεν είναι αλήθεια, μανούλα μου, πως τώρα που είδες την Μαρία ησύχασες. Αί! πε μου, πως δεν είσαι πειά απελπισμένη. Πως θα παύσης πειά να μου λες όσα μούλεγες τρεις ημέρες τώρα, που άρχισα και γω να πιστεύω πώς είμαι κατεστραμμένος. Πως έκαμα μια μεγάλη ανοησία.

Δεν είναι αλήθεια, πώς η Μαρία είναι θαυμασία και αλλοιώτικη από της άλλες γυναίκες;

Μ α ρ ί α και Άννα (φέρουσαι διάφορα τρόφιμα, καρπούς και κρασιά επάνω εις ένα δίσκον. Η Άννα βάζει αμέσως τα σερβίτσια). Με συγχωρείτε, άργησα λιγάκι. (Ετοιμάζει το τσάι) ελάτε, πλησιάσετε.

( Η κ. Μεμιδώφ πλησιάζει ως και ο Κώστας).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι πλούτος, τι πολυτέλεια! Ήξερες από πού να τον πιάσης αυτόν τον φαγά. Αν καλά, καινούριο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω.

Μ α ρ ί α. (προσφέρει τσάι και ετοιμάζει ταρτίνες με χαβιάρι). Νομίζετε ότι αυτό μπορεί να λεχθή για της γυναίκες. Εγώ, δεν άλλαξα τίποτε από τη ζωή μου. Σας βεβαιώ.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ώστε ζήτε πάντοτε με τόσην πολυτέλειαν. Μα τότε θα έχετε πολύ μεγάλα έξοδα.

Μ α ρ ί α (προσφέρει την ταρτίνα και δίδει και κρασί). Μα θα είμεθα και δύω να εργαζώμεθα και να κερδίζωμεν

Κα Μεμιδώφ (με ύφος ειρωνικόν.) Πώς θα εξακολουθήσης να εργάζεσαι και ως κυρία Μεμιδώφ. Αλλά τότε ο γάμος σας δεν ημπορεί να γίνη γνωστός εδώ. Δεν είναι εις της συνήθειες της τάξεως μας, του κύκλου μας..

Μ α ρ ί α. Θα το κάμωμεν να γίνη. Αί! Κώστα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα αφού δεν θα έχετε ανάγκην.

Μ α ρ ί α. Υπάρχουν τόσοι δυστυχείς που έχουν ανάγκη. Τόσοι πτωχοί, που θα εβοηθούσα....

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και ποιός θα φροντίζη το σπίτι σας;

Μ α ρ ί α. Ω! το σπίτι! Έχουν τώρα τόσους υπηρέτας εις τα σπίτια, ώστε να μη μένη πλέον εις την κυρίαν παρά μόνον η επίβλεψις. Αλλως τε θα εργάζομαι, όταν θα έχω καιρό. Θα ήναι η ωραιοτέρα μου διασκέδασις. Μήπως εσείς δεν διασκεδάζετε;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Όχι βέβαια για να κερδίζω χρήματα.

Κ ώ σ τ α ς. Πως! μητέρα; Και τα χαρτιά.;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τα χαρτιά δεν είναι δουλειά. Είναι κάτι που κινεί το ενδιαφέρον.

Μ α ρ ί α. Και νομίζετε ότι όταν καθίσω αντίκρυ εις ένα πίνακα με άσπρο πανί και αρχίσω να δίδω ζωήν εις την σκέψιν μου, και να την ντύνω με γραμμάς, με φως, με χρώματα, ότι το έργον μου δεν με ενδιαφέρει. Και όταν βάζω εις αυτό ό,τι έχω καλλίτερο από την ζωή μου, από την ψυχή μου, από την φαντασία μου, όταν αισθάνωμαι ότι δημιουργώ, δεν είμαι ευχαριστημένη. Αλλά μία τέτοια εργασία εξυψώνει, εξευγενίζει, είναι δύναμις, τιμή, χαρά. Θα ανοίξωμευ ημείς τον καλόν αυτόν δρόμον....