Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος
Part 8
&Αναίρεσις των οχυρουμένων όπισθεν των αισχρών ηδονών&. ― Εις δε τους φέροντας ως παράδειγμα τας αισχράς ηδονάς ημπορεί να απαντήση κανείς ότι αυταί δεν είναι ηδοναί. Διότι, εάν αυταί φαίνονται ηδοναί εις τους έχοντας κακήν διάθεσιν, δεν πρέπει γενικώς και άλλοι εκτός αυτών να τας νομίζουν ηδονικάς, καθώς δεν πρέπει να νομίσουν υγιεινά ή γλυκά ή πικρά όσα φαίνονται τοιαύτα εις τους ασθενείς, ούτε πάλιν λευκά όσα φαίνονται λευκά εις τους πάσχοντας εις την όρασιν. Επομένως πρέπει άραγε να λέγωμεν ούτω πως, ότι δηλαδή αι μεν ηδοναί είναι προτιμητέαι, όχι όμως από το δείνα πράγμα, καθώς είναι καλόν και να γίνη κανείς πλούσιος όχι από προδοσίας, ομοίως δε και να είναι υγιής, όχι όμως αφού φάγη οτιδήποτε; Ή πρέπει να δεχθώμεν ότι αι ηδοναί είναι διαφόρων ειδών; Διότι είναι διαφορετικαί αι γεννώμεναι από τα καλά και αι γεννώμεναι από τα αισχρά, και ότι δεν είναι δυνατόν να δοκιμάση κανείς την ηδονήν του δικαίου, αν δεν είναι δίκαιος, ούτε την ηδονήν του μουσικού, αν δεν είναι μουσικός, ομοίως δε και εις τα άλλα. Φαίνεται δε ότι κάμνει τούτο σαφές και ο φίλος, ο οποίος διαφέρει από τον κόλακα, ότι δηλ. δεν είναι αγαθόν η ηδονή, ή ότι υπάρχουν διαφόρων ειδών ηδοναί. Διότι εκείνος μεν συναναστρέφεται χάριν του αγαθού, αυτός όμως χάριν της ηδονής, και αυτός μεν ονειδίζεται, εκείνον όμως τον επαινούν, διότι συναναστρέφεται χωρίς συμφέρον. Έπειτα κανείς δεν θα προτιμήση να ζη έχων διάνοιαν ενός παιδίου, και προ πάντων να ευχαριστήται με όσα ευχαριστούνται τα παιδία, ούτε να χαίρη, όταν εκτελή κανέν από τα αίσχιστα, εάν πρόκειται να λυπηθή ποτέ εις το μέλλον. Έπειτα είναι δυνατόν να καταγινώμεθα εις πολλά πράγματα, και όταν δεν μας φέρουν προσθέτως καμμίαν ηδονήν, λόγου χάριν να βλέπωμεν, να απομνημονεύωμεν, να μανθάνωμεν, να έχωμεν τας αρετάς. Εάν όμως κατ' ανάγκην συνοδεύωνται αυτά από ηδονάς, αυτό δεν έχει καμμίαν σημασίαν. Διότι ημείς θα τα επροτιμούσαμεν, και αν δεν προήρχετο από αυτά καμμία ηδονή. Ότι λοιπόν ούτε το αγαθόν είναι η ηδονή, ούτε πάσα ηδονή είναι προτιμητέα, φαίνεται ότι έγινε φανερόν, και ότι υπάρχουν μερικαί ηδοναί προτιμητέαι καθ' εαυτάς, αι οποίαι είναι διάφοροι κατά το είδος ή κατά την προέλευσιν. Και λοιπόν ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ότι είπαμεν αρκετά διά τας γνώμας των άλλων περί ηδονής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Η φύσις των ηδονών&. ― Αλλά τόρα ποία είναι η ουσία ή η ποιότης της ηδονής, ίσως εννοηθή σαφέστερον, αν αρχίσωμεν πάλιν από την αρχήν. Δηλαδή φαίνεται ότι η μεν όρασις είναι τελεία εις οποιανδήποτε στιγμήν ― διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος, το οποίον αφού προστεθή κατόπιν εις αυτήν θα συμπληρώση την μορφήν της. Φαίνεται δε ότι και ηδονή είναι κάτι τι παρόμοιον. Δηλαδή είναι ακεραία και δεν υπάρχει στιγμή, κατά την οποίαν ημπορεί να απολαύση κανείς τοιαύτην ηδονήν ώστε να τελειοποιήται η μορφή, όταν διαρκέση περισσοτέραν ώραν. Διά τούτο η ηδονή δεν είναι ούτε κίνησις. Διότι πάσα κίνησις συμβαίνει εις διάστημα χρονικόν και έχει κάποιον αποτέλεσμα, καθώς λόγου χάριν η οικοδομική, και τότε μόνον γίνεται τελεία, όταν εκτελέση ό,τι επιδιώκει, δηλαδή εις όλον το απαιτούμενον προς τούτο ωρισμένον χρονικόν διάστημα. Όσαι δε κινήσεις γίνονται εις τεμάχια χρόνου, είναι όλαι ατελείς, και διαφέρουν κατά το είδος και από την ακεραίαν και μεταξύ των• λόγου χάριν η συναρμογή των λίθων διαφέρει από τας ραβδώσεις του κίονος, και αυταί πάλιν διαφέρουν από την κατασκευήν του ναού. Και η μεν κατασκευή του ναού είναι τελεία ― διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος διά τον σκοπόν του ― η κατασκευή όμως της κρηπίδος ή της τριγλύφου είναι ατελής ― διότι εκάστη από αυτάς είναι κατασκευή ενός τεμαχίου. Επομένως διαφέρουν κατά την μορφήν και δεν είναι δυνατόν εις οποιονδήποτε χρονικόν τμήμα να αποκτήσουν τελείαν κίνησιν (σύνθεσιν) ως προς την μορφήν των, αλλά το πολύ εις έν χρονικόν σύνολον. Ομοίως δε και εις τα είδη των βαδισμάτων και εις τα άλλα. Διότι, εάν η μεταφορά είναι κίνησις από τόπου εις τόπον, τότε και αυτής της κινήσεως υπάρχουν διάφορα είδη, καθώς είναι η πτήσις, το βάδισμα, το πήδημα και τα παρόμοια. Και όχι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον υπάρχει διαφορά, αλλά και εις το ίδιον το βάδισμα. Διότι η αφετηρία και το τέρμα δεν είναι το ίδιον εις ολόκληρον το στάδιον όπως εις έν μέρος αυτού, και πάλιν δεν είναι εις έν μέρος όπως εις έν άλλο μέρος, ούτε το να διατρέχωμεν αυτήν εδώ την γραμμήν είναι το ίδιον με εκείνην. Διότι δεν διερχόμεθα απλήν γραμμήν, αλλά και την τοποθεσίαν της εις ένα τόπον, και ο τόπος αυτής είναι διαφορετικός από τον τόπον εκείνης. Και βεβαίως με ακρίβειαν περί κινήσεως ωμιλήσαμεν εις άλλα συγγράμματα {20}. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι τελεία η κίνησις ούτε εις το σύνολον του χρόνου, αλλ' αι περισσότεραι είναι ατελείς και διαφόρου είδους, αφού βεβαίως η αφετηρία και το τέρμα είναι χαρακτηριστικόν γνώρισμα της διαφοράς του είδους. Της ηδονής όμως το είδος είναι τέλειον εις οποιανδήποτε στιγμήν. Είναι λοιπόν φανερόν ότι είναι διάφορα μεταξύ των αυτά τα δύο και ότι η ηδονή είναι κάτι τι από τα ακέραια και τέλεια. Τούτο δε ημπορεί να το κρίνη κανείς και εκ του ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη κίνησις έξω από τον χρόνον, ηδονή όμως υπάρχει. Διότι, η ηδονή αυτής της στιγμής είναι ακεραία. Εξ όλων δε αυτών είναι φανερόν και ότι δεν είναι ορθή η γνώμη, ότι η ηδονή, είναι κίνησις ή γένεσις. Διότι αυτά δεν εφαρμόζονται εις όλα τα πράγματα, αλλά εις τα επιδεχόμενα διαίρεσιν και τα μη ακέραια. Δηλαδή ούτε της οράσεως υπάρχει γένεσις, ούτε της στιγμής ούτε της μονάδος, και κανέν από αυτά δεν είναι ούτε κίνησις ούτε γένεσις. Επομένως ούτε εις την ηδονήν δεν εφαρμόζονται, διότι είναι ακεραία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Οι όροι της τελείας ενεργείας&. ― Επειδή δε πάσα αίσθησις ενεργεί ως προς το αισθητόν, και τελείως ενεργεί η εν καλή καταστάσει αίσθησις ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις την αίσθησιν ― διότι κάτι τι παρόμοιον φαίνεται ότι είναι η τελεία ενέργεια ― και είτε λέγομεν ότι η ιδία ενεργεί είτε με εκείνο με το οποίον υφίσταται δεν έχει σημασίαν, διά τούτο έπεται ότι εις τα καθέκαστα καλλιτέρα είναι η ενέργεια του ευρισκομένου εις την καλλιτέραν κατάστασιν ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις αυτήν. Αυτή δε ημπορεί να είναι η τελειοτάτη και η ηδονικωτάτη. Διότι εις πάσαν αίσθησιν υπάρχει ηδονή, καθώς και εις πάσαν διανόησιν και σκέψιν, ηδονικωτάτη δε είναι η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η ηδονή του εις καλήν κατάστασιν ευρισκομένου ως προς το ανώτερον από όλα όσα υπάγονται εις αυτήν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή. Δεν τελειοποιεί όμως κατά τον ίδιον τρόπον η ηδονή και το αισθητόν μαζί με την αίσθησιν, όταν είναι σπουδαία, καθώς και η υγεία και ο ιατρός δεν είναι ομοίως αιτία του να είμεθα υγιείς. Ότι δε εις εκάστην αίσθησιν υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή είναι προφανές. Λέγομεν δηλαδή ότι τα δείνα θεάματα και ακροάματα είναι ηδονικά. Είναι δε επίσης φανερόν ότι είναι και εις τον ανώτατον βαθμόν ηδονικά, όταν και η αίσθησις είναι τελειοτάτη και το πράγμα ως προς το οποίον ενεργεί. Αφού δε είναι τοιαύτα και το αισθητόν και το αισθανόμενον, πάντοτε θα υπάρχη ηδονή, διότι υπάρχει βεβαίως το ενεργητικόν και το παθητικόν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή όχι ως διάθεσις ενυπάρχουσα εις αυτήν, αλλά ως κάποιον επερχόμενον αποτέλεσμα, καθώς είναι εις τους ακμαίους η ανθηρότης. Εν όσω λοιπόν είναι καθώς πρέπει το αισθητόν ή το νοητόν πράγμα, καθώς και η κρίσις ή η σκέψις, θα υπάρχη και εις την ενέργειαν η ηδονή. Διότι, αφού είναι όμοια και έχουν εκ φύσεως συμφωνίαν μεταξύ των το παθητικόν και το ενεργητικόν, είναι προωρισμένον να συμβαίνη πάντοτε το ίδιον.
&Αδύνατος η συνεχής ηδονή&. ― Πώς λοιπόν κανείς δεν ημπορεί συνεχώς να αισθάνεται ηδονήν; Ή μήπως διότι και αποκάμνει; Διότι όλα τα ανθρώπινα δεν είναι δυνατόν να ενεργούν κατά συνέχειαν. Επομένως δεν υπάρχει ούτε συνεχής ηδονή. Διότι η ηδονή συμβαδίζει με την ενέργειαν. Μερικά δε ευχαριστούν όσον είναι νέα, ύστερον δε όχι τόσον πολύ δι' αυτούς τους λόγους. Διότι εις την αρχήν προκαλείται ο νους. Και ενεργεί με έντασιν ως προς αυτά, καθώς εις την όρασιν όσοι βλέπουν ασκαρδαμυκτί, κατόπιν όμως δεν είναι ομοία η ενέργεια αλλά παρημελημένη.
Διά τούτο και η ηδονή επισκιάζεται. Ίσως δε νομίση κανείς ότι την ηδονήν την επιθυμούν όλοι καθώς επιθυμούν την ζωήν. Η ζωή όμως είναι ενέργεια και έκαστος ενεργεί ηδονικώς εις εκείνα τα πράγματα και με εκείνα τα όργανα τα οποία αγαπά περισσότερον• λόγου χάριν ο μεν μουσικός με την ακοήν του εις τας μελωδίας, ο δε φιλομαθής με την διάνοιαν εις τας θεωρίας, ομοίως δε και έκαστος από τους άλλους. Η δε ηδονή τελειοποιεί τας ενεργείας, επομένως και την ζωήν, την οποίαν επιθυμούν. Επομένως ευλόγως επιθυμούν και την ηδονήν. Διότι εις έκαστον αυτή τελειοποιεί την ζωήν του, η οποία είναι προτιμητέα. Αν δε χάριν της ηδονής προτιμώμεν την ζωήν ή χάριν της ζωής την ηδονήν, ας το αφήσωμεν κατά μέρος προς το παρόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Αλληλεγγύη μεταξύ ηδονής και ενεργείας&. ― Δηλαδή αυτά φαίνεται ότι είναι αλληλένδετα και δεν επιδέχονται χωρισμόν. Διότι χωρίς ενέργειαν δεν υπάρχει ηδονή, και πάλιν πάσαν ενέργειαν την τελειοποιεί η ηδονή. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι διαφόρων ειδών. Διότι όσα είναι διαφόρου είδους νομίζομεν ότι τελειοποιούνται από διαφόρων ειδών αιτίας. Δηλαδή τοιαύτα φαίνονται και τα φυσικά και τα τεχνητά, λόγου χάριν τα ζώα και τα δένδρα και η εικών και το άγαλμα και η οικία και το έπιπλον. Ομοίως δε και αι ενέργειαι αι οποίαι είναι διαφόρου είδους τελειοποιούνται από διαφόρου είδους αιτίας. Διαφέρουν δε αι ενέργειαι της διανοίας από τας ενεργείας των αισθητηρίων, και αι τελευταίαι πάλιν μεταξύ των ως προς το είδος. Επομένως διαφέρουν και αι ηδοναί αι οποίαι τας τελειοποιούν. Τούτο δε ημπορεί να εννοηθή και εκ του ότι εκάστη ηδονή είναι αλληλένδετος με την ενέργειαν, την οποίαν τελειοποιεί. Διότι, όσον αυξάνει η σχετική ηδονή, τόσον αυξάνει και την ενέργειάν της. Δηλαδή περισσότερον κρίνουν τα καθέκαστα και τα λεπτολογούν όσοι ενεργούν με ηδονήν λόγου χάριν γεωμετρικοί γίνονται όσοι ευχαριστούνται με την γεωμετρίαν, και αυτοί πάλιν καλλίτερον εννοούν τας λεπτομερείας της, ομοίως δε και οι φιλόμουσοι και οι φιλοικοδόμοι και από τους άλλους προοδεύουν εις το έργον των, όσοι ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτό. Επομένως αι ηδοναί μεγαλόνουν μαζί με την ενέργειαν και όσα μεγαλόνουν μαζί είναι συγγενικά. Όσα όμως είναι διαφόρου είδους, επίσης και τα συγγενικά των είναι διαφόρου είδους. Τούτο δε ημπορεί να εννοηθή καλλίτερον εκ του ότι αι ηδοναί αι παραγόμεναι από διαφορετικάς ενεργείας γίνονται εμπόδια εις τας ενεργείας. Λόγου χάριν όσοι αγαπούν τον αυλόν δεν ημπορούν να προσέχουν εις τους λόγους, όταν ακούσουν να διέρχεται αυλητής, διότι περισσότερον τους ευχαριστεί η αυλητική παρά η εντός της διδασκαλίας ενέργεια. Επομένως η ηδονή η παραγομένη από την αυλητικήν τέχνην καταστρέφει την ενέργειαν της ψυχής την περιστρεφομένην εις τους λόγους. Ομοίως δε συμβαίνει τούτο και εις όλα τα άλλα, όταν κανείς ενεργή συγχρόνως ως προς δύο πράγματα. Δηλαδή η ηδονικωτέρα ενέργεια εκτοπίζει την άλλην, και εάν είναι πολύ μεγάλη η διαφορά της ως προς την ηδονήν, την εκτοπίζει περισσότερον, εις τρόπον ώστε ούτε καν να ενεργή κανείς ως προς την άλλην. Διά τούτο, όταν μας ευχαριστή υπερβολικά έν οποιονδήποτε πράγμα, δεν προσέχομεν πολύ εις το άλλο, και πάλιν, όταν έν πράγμα μας αρέση ολίγον, τότε ασχολούμεθα εις άλλα, καθώς λόγου χάριν όσοι μασούν διαρκώς φαγώσιμα εις τα θέατρα, όταν οι ηθοποιοί είναι μηδαμινοί, αυτό κυρίως κάμνουν τότε. Αφού δε η μεν συγγενική ηδονή κάμνει ακριβείς τας ενεργείας και διαρκεστέρας και καλλιτέρας, αι δε ξενικαί τας βλάπτουν, είναι φανερόν ότι απέχουν πολύ. Δηλαδή σχεδόν αι ξενικαί ηδοναί εκτελούν ό,τι εκτελούν αι συγγενικαί λύπαι. Διότι και αι συγγενικαί λύπαι καταστρέφουν τας ενεργείας• λόγου χάριν εάν εις κανένα το να γράφη είναι δυσάρεστον και οχληρόν ή το να υπολογίζη. Δηλαδή εκείνος μεν δεν γράφει, αυτός δε δεν υπολογίζει, διότι είναι ενοχλητική αυτή η ενέργεια. Επομένως εις τας ενεργείας προστίθεται από τας συγγενικάς ηδονάς το αντίθετον παρά ό,τι προστίθεται από τας συγγενικάς λύπας. Συγγενικαί δε είναι όσαι συμβαίνουν εξ αιτίας της ενεργείας καθ' εαυτήν. Αι δε ξενικαί ηδοναί είπαμεν ότι προξενούν κάτι τι παρόμοιον με την λύπην. Δηλαδή καταστρέφουν, όχι όμως ομοίως.
&Η αξία της ηδονής εξαρτάται από την ενέργειαν η οποία την γεννά&. ― Καθώς δε αι ενέργειαι έχουν διαφοράν μεταξύ των ως προς την ευπρέπειαν και την χυδαιότητα, και αι μεν πρώται είναι προτιμητέαι, αι δε δεύτεραι άξιαι αποστροφής, ομοίως συμβαίνει και εις τας ηδονάς. Διότι εις εκάστην ενέργειαν υπάρχει συγγενική ηδονή. Και λοιπόν η ηδονή η συγγενική με την σπουδαίαν ενέργειαν, είναι ευπρεπής, η συγγενική όμως με την ποταπήν ενέργειαν είναι χυδαία. Διότι και αι επιθυμίαι ακόμη των μεν καλών πραγμάτων είναι αξιέπαινοι, των δε αισχρών αξιοκατάκριτοι. Είναι δε συγγενικώτεραι διά τας ενεργείας αι κατά την διάρκειαν αυτών υπάρχουσαι ηδοναί παρά αι επιθυμίαι. Διότι αι μεν επιθυμίαι είναι χωρισμέναι και χρονικώς και κατά φύσιν, αι δε ηδοναί είναι αλληλένδετοι με τας ενεργείας και τόσον πολύ αδιαχώριστοι, ώστε να επιδέχεται αμφισβήτησιν μήπως είναι το ίδιον πράγμα η ενέργεια με την ηδονήν. Και όμως δεν φαίνεται να είναι η ηδονή διάνοια ούτε αίσθησις ― διότι αυτό είναι παράλογον ― αλλά μόνον επειδή δεν ξεχωρίζουν, φαίνονται εις μερικούς ότι είναι το ίδιον πράγμα. Καθώς λοιπόν αι ενέργειαι είναι διαφόρων ειδών, ομοίως και αι ηδοναί. Διαφέρει δε ως προς την διαύγειαν η όρασις από την αφήν και η ακοή και η όσφρησις από την γεύσιν. Ομοίως δε διαφέρουν και αι ηδοναί, δηλαδή και από αυτάς διαφέρουν αι περιστρεφόμεναι εις την διάνοιαν, και πάλιν διαφέρουν τα διάφορα είδη των δύο αυτών τάξεων μεταξύ των. Φαίνεται μάλιστα ότι εις έκαστον ζώον υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή, καθώς και έργον, διότι η ηδονή παράγεται εν καιρώ της ενεργείας. Αλλά και όταν κανείς προσέξη εις έκαστον ζώον ημπορεί να εννοήση αυτό. Διότι διάφορος είναι η ηδονή του ίππου και του κυνός και του ανθρώπου, και καθώς λέγει ο Ηράκλειτος ο όνος θα προτιμήση ένα αχυρόδεσμον παρά τον χρυσόν. Διότι η τροφή είναι διά τους όνους ηδονικωτέρα από τον χρυσόν. Λοιπόν αι μεν ηδοναί των ετεροειδών ενεργειών είναι ετεροειδείς, αι δε ηδοναί των ομοειδών ενεργειών είναι λογικόν να μη διαφέρουν. Και όμως δεν έχουν μικράν ποικιλίαν τουλάχιστον εις τους ανθρώπους. Διότι τα ίδια πράγματα άλλους μεν ευχαριστούν, άλλους δε ενοχλούν, και εις άλλους μεν είναι λυπηρά και μισητά, εις άλλους δε ηδονικά και αγαπητά. Και εις τα γλυκά ακόμη το ίδιον συμβαίνει. Δηλαδή δεν φαίνονται όμοια εις τον θερμασμένον και εις τον υγιή, ούτε το ίδιον φαίνεται θερμόν εις τον αδύνατον και εις τον εύρωστον. Ομοίως δε τούτο συμβαίνει και εις άλλα. Φαίνεται δε ότι εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις πραγματικόν είναι εκείνο, το οποίον κρίνει ο σπουδαίος. Εάν δε τούτο είναι ορθόν, καθώς και φαίνεται, και αν μέτρον διά κάθε πράγμα είναι η αρετή και ο αγαθός, καθόσον είναι αγαθός, τότε και ηδοναί είναι όσαι φαίνονται εις αυτόν τοιαύται, και ηδονικά όσα ευχαριστούν αυτόν. Όσα όμως αυτός αποτροπιάζεται δεν είναι παράδοξον, αν εις κάποιον άλλον φαίνωνται ηδονικά. Διότι υπάρχουν πολλαί βλάβαι και εκφυλισμοί των ανθρώπων. Αυτά όμως δεν είναι πραγματικώς ηδονικά, παρά φαίνονται μόνον εις τούτους και τους έχοντας ομοίαν διάθεσιν με αυτούς. Και λοιπόν όσαι μεν είναι ομολογουμένως αισχραί, δεν πρέπει να τας ονομάσωμεν ηδονάς, παρά μόνον διά τους διεφθαρμένους. Από τας φαινομένας όμως ευπρεπείς ποίου είδους ή ποία ηδονή θα παραδεχθώμεν ότι ανήκει εις τον άνθρωπον; Ή μήπως αναλόγως των ενεργειών, διότι αυτάς παρακολουθούν αι ηδοναί; Λοιπόν είτε μία είναι είτε πολλαί αι ενέργειαι του τελείου και αξιομακαρίστου ανθρώπου, αι ηδοναί αι οποίαι τελειοποιούν αυτάς ημπορούν κυρίως να λέγωνται ηδοναί ανθρώπινοι, αι δε άλλαι κατά δεύτερον και ελάχιστον λόγον, καθώς και αι ενέργειαι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Η ευτυχία ως ενέργεια&. ― Αφού δε ωμιλήσαμεν περί των αρετών και περί φιλίας και ηδονής, υπολείπεται να ομιλήσωμεν με γενικόν τύπον περί της ευδαιμονίας, διότι αυτήν παραδεχόμεθα ως σκοπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων, εάν δε αναθεωρήσωμεν τα προηγούμενα, ημπορεί ο λόγος μας να γίνη συντομώτερος. Είπαμεν λοιπόν ότι δεν είναι διάθεσις, διότι τότε θα ημπορούσε να υπάρχη η ευτυχία και εις τον κοιμώμενον καθ' όλην του την ζωήν, όταν φυτοζωή κανείς, έστω και αν υποφέρη τας μεγαλιτέρας δυστυχίας. Αφού λοιπόν αυτά δεν επιδοκιμάζονται και πρέπει μάλλον να την θεωρήσωμεν ως κάποιαν ενέργειαν, καθώς είπαμεν προηγουμένως, και αφού από τας ενεργείας άλλαι μεν είναι αναγκαίαι και προτιμητέαι χάριν άλλων πραγμάτων, άλλαι δε καθ' εαυτάς, είναι φανερόν ότι πρέπει να θεωρήσωμεν την ευτυχίαν ως κάποιαν από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας και όχι χάριν άλλου. Διότι η ευδαιμονία δεν στερείται τίποτε, αλλ' είναι αυτάρκης. Είναι δε προτιμητέαι καθ' εαυτάς εκείναι, από τας οποίας δεν ζητείται τίποτε άλλο έξω από την ενέργειαν. Τοιαύται δε φαίνονται αι ενάρετοι πράξεις. Δηλαδή αι καλαί και σπουδαίαι πράξεις είναι από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας. Επίσης δε και τα ηδονικά παιγνίδια. Διότι δεν προτιμούν αυτά χάριν άλλων πραγμάτων. Δηλαδή μάλλον βλάπτονται από αυτά παρά ωφελούνται, επειδή παραμελούν τα σώματά των και τα υπάρχοντά των. Καταφεύγουν δε εις τοιαύτα χασομέρια οι περισσότεροι από τους μακαριζομένους, και διά τούτο πλησίον των τυράννων ευδοκιμούν όσοι είναι ευτράπελοι εις τοιαύτα χασομέρια. Διότι εις όσα εκείνοι επιθυμούν, εις αυτά παρουσιάζουν τον εαυτόν τους ηδονικόν. Και έχουν ανάγκην τοιούτων. Φαίνονται λοιπόν αυτά ότι είναι χαρακτηριστικά της ευτυχίας, διότι όσοι ευρίσκονται μέσα εις τας εξουσίας περνούν τας ώρας των με αυτά, ίσως όμως αι τοιαύται δεν αποτελούν καμμίαν απόδειξιν. Διότι δεν υπάρχει εις τας εξουσίας η αρετή ούτε ο νους, εκ των οποίων προέρχονται αι σπουδαίαι ενέργειαι, ούτε πάλιν, επειδή αυτοί είναι άγευστοι καθαρείας και ευγενούς ηδονής και καταφεύγουν εις τας σωματικάς, διά τούτο πρέπει να τας θεωρήσωμεν αυτάς προτιμοτέρας. Διότι και τα παιδιά θεωρούν ως καλλίτερα όσα εκτιμούν αυτά. Είναι λογικόν λοιπόν καθώς μεταξύ παιδίων και ανδρών υπάρχει διαφορά γνωμών ως προς τα τιμαλφή πράγματα, το ίδιον να υπάρχη και μεταξύ χυδαίων και ευπρεπών. Καθώς λοιπόν είπαμεν πολλάκις, και τίμια και ηδονικά είναι όσα φαίνονται ως τοιαύτα εις τον σπουδαίον. Δι' έκαστον δε είναι προτιμοτέρα η ενέργεια, η οποία συμφωνεί με την ιδικήν του διάθεσιν, επομένως και εις τον σπουδαίον η σύμφωνος με την αρετήν. Επομένως δεν υπάρχει εις το παιγνίδιον η ευδαιμονία. Διότι ακόμη εξ άλλου είναι παράλογον να είναι σκοπός το παιγνίδι και να καταγινώμεθα και να κακοπαθούμεν εις όλην μας την ζωήν χάριν των παιγνιδίων. Δηλαδή όλα γενικώς τα προτιμώμεν χάριν άλλου εκτός της ευτυχίας. Διότι αυτή είναι ο σκοπός. Και βεβαίως το να καταγινώμεθα και να κοπιάζωμεν χάριν του παιγνιδιού φαίνεται ηλιθιότης και πολύ παιδαριώδες. Το να παίζη όμως κανείς χάριν σπουδής, καθώς ο Ανάχαρσις, φαίνεται ότι είναι ορθόν. Διότι το παιγνιδι ομοιάζει με ανάπαυσιν και επειδή οι άνθρωποι δεν ημπορούν να κοπιάζουν συνεχώς, έχουν ανάγκην αναπαύσεως. Επομένως δεν είναι αποτέλεσμα η ανάπαυσις, διότι γίνεται προς χάριν κάποιας ενεργείας. Φαίνεται όμως ότι ο ευτυχής βίος είναι σύμφωνος με την αρετήν. Αυτός δε υπάρχει με την σπουδαιότητα και όχι με τα παιγνίδια. Έπειτα θεωρούμεν ως καλλίτερα τα σπουδαία, παρά τα γελοία και τα παιδαριώδη. Και πάντοτε θεωρούμεν καλλιτέραν την ενέργειαν του καλλιτέρου ψυχικού μέρους και του σπουδαιοτέρου ανθρώπου, η ενέργεια όμως του καλλιτέρου είναι καλλιτέρα και συντελεστικωτέρα εις την ευτυχίαν. Έπειτα τας σωματικάς ηδονάς ημπορεί να τας απολαύση και ο τυχών και ένα ανδράποδον όχι ολιγώτερον από τον καλλίτερον άνθρωπον. Την ευτυχίαν όμως κανείς δεν την μεταδίδει εις έν ανδράποδον, εκτός εάν μεταδώση και βίον. Διότι δεν συνίσταται η ευτυχία εις τοιούτου είδους χασομέρια, αλλά εις τας εναρέτους ενεργείας, καθώς είπαμεν και προηγουμένως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.