Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος
Part 7
Αυτό όμως ίσως δεν είναι αληθές. Διότι εις την αρχήν είπαμεν ότι η ευτυχία είναι κάποια ενέργεια, αλλά η ενέργεια είναι φανερόν ότι γίνεται, και δεν υπάρχει καθώς ένα κτήμα. Αφού δε η ευτυχία συνίσταται εις την ζωήν και ενέργειαν, και αφού του αγαθού η ενέργεια είναι καθ' εαυτήν σπουδαία και ηδονική, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, και αφού πάλιν το ιδικόν μας είναι ηδονικόν, και περισσότερον ημπορούμεν να επιθεωρούμεν τον πλησίον μας παρά τον εαυτόν μας, και τας πράξεις εκείνου παρά τας ιδικάς μας, αφού τέλος αι πράξεις των σπουδαίων, όταν είναι φίλοι, είναι ηδονικαί εις τους αγαθούς ― διότι και οι δύο έχουν τα κατά φύσιν ηδονικά, ― έπεται ότι ο αξιομακάριστος θα χρειασθή τοιούτους φίλους, αφού προτιμά να επιθεωρή πράξεις καλάς και φιλικάς, και τοιαύται είναι αι πράξεις του αγαθού φίλου. Έπειτα όλοι νομίζουν ότι πρέπει να ζη ηδονικώς ο ευτυχής, και λοιπόν εις μεν την μοναξίαν είναι δύσκολος ο βίος, διότι δεν είναι εύκολον μόνος του κανείς να ενεργή αδιακόπως, ενώ μαζί με άλλους και ως προς άλλους είναι ευκολώτερον. Επομένως η ενέργεια θα γίνη συνεχεστέρα, αφού και καθ' εαυτήν είναι ηδονική, το οποίον πρέπει να υπάρχη εις τον αξιομακάριστον. Διότι ο σπουδαίος, καθόσον είναι σπουδαίος, ευχαριστείται με τας ευαρέστους πράξεις, με τας μοχθηράς δε δυσαρεστείται, καθώς ο μουσικός τέρπεται με τας ωραίας μελωδίας, αλλά ενοχλείται με τας ποταπάς. Είναι δε δυνατόν να υπάρξη και κάποια προάσκησις της αρετής, καθώς λέγει ο Θέογνις {12}. Εάν δε εξετάσωμεν κάπως φυσικώς, φαίνεται ότι ο σπουδαίος φίλος είναι προτιμότερος εις τον σπουδαίον εκ φύσεως. Διότι το εκ φύσεως αγαθόν είπαμεν ότι είναι καθ' εαυτό αγαθόν και ηδονικόν εις τον σπουδαίον. Την δε ζωήν την ορίζουν διά τα ζώα ως δύναμιν της αισθήσεως, διά δε τους ανθρώπους ως δύναμιν της αισθήσεως και της νοήσεως συγχρόνως. Η δε δύναμις εξηγείται ως ενέργεια, και το κύριον πράγμα είναι η ενέργεια. Επομένως φαίνεται ότι η ζωή κυρίως είναι η αίσθησις και η νόησις. Αλλά η ζωή είναι από τα καθαυτό αγαθά και ηδονικά, διότι είναι ωρισμένη και παν ωρισμένον χαρακτηρίζει την φύσιν του αγαθού {13}. Ό,τι δε είναι εκ φύσεως αγαθόν είναι και με την ορθότητά του αγαθόν. Διά τούτο φαίνεται εις όλους ηδονικόν. Δεν πρέπει δε να απολαμβάνωμεν μοχθηράν ζωήν και κατεστραμμένην ούτε γεμάτην από λύπας, διότι αυτή είναι απροσδιόριστος, καθώς και τα υπάρχοντα εις αυτήν. Τούτο δε θα γίνη καταληπτότερον εις όσα θα ειπούμεν κατόπιν περί αυτής. Αφού δε και μόνη της η ζωή είναι αγαθή, έπεται ότι είναι και ηδονική. Τούτο δε φαίνεται και εκ του ότι όλοι την επιθυμούν, και μάλιστα οι καλοί και αξιομακάριστοι, διότι εις αυτούς ο τρόπος της ζωής είναι προτιμότερος, και η ζωή αυτών είναι η μακαριωτέρα από όλας. Αλλά όστις έχει το φως των οφθαλμών του αισθάνεται ότι βλέπει, και όστις ακούει αισθάνεται ότι ακούει, και όστις βαδίζει αισθάνεται ότι βαδίζει, ομοίως δε και εις όλα τα άλλα υπάρχει κάτι, το οποίον αισθάνεται ότι ενεργούμεν. Επίσης φαίνεται ότι αισθανόμεθα και ότι αισθανόμεθα και ότι εννοούμεν, το να αισθανώμεθα δε ότι αισθανόμεθα ή εννοούμεν σημαίνει αισθανόμεθα ότι υπάρχομεν {14} ― διότι ύπαρξις απεδείχθη ότι είναι η αίσθησις και η νόησις. Το να αισθάνεται δε κανείς ότι ζη είναι από τα καθαυτό ηδονικά ― διότι είναι εκ φύσεως αγαθόν η ζωή, το δε να αισθανώμεθα ότι το αγαθόν υπάρχει εντός μας είναι ηδονικόν. Και είναι προτιμητέα η ζωή και προ πάντων εις τους αγαθούς, διότι η ύπαρξις είναι εις αυτούς ηδονική ― διότι ευχαριστούνται από την συναίσθησιν του καθαυτό αγαθού. Καθώς δε φέρεται προς τον εαυτόν του ο σπουδαίος, φέρεται και προς τον φίλον του ― διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ. Καθώς λοιπόν είναι προτιμότερον δι' έκαστον να υπάρχη ο ίδιος, ομοίως είναι προτιμότερον να υπάρχη ο φίλος του, ή σχεδόν ομοίως. Η δε ύπαρξις είπαμεν ότι είναι προτιμητέα, διότι αισθάνεται διά τον εαυτόν του ότι είναι αγαθός. Η τοιαύτη δε αίσθησις είναι καθ' εαυτήν ηδονική. Επομένως πρέπει να έχη συναίσθησιν και διά τον φίλον του ότι υπάρχει, τούτο δε ημπορεί να υπάρχη διά της συναναστροφής και επιμιξίας με τους λόγους και με την διάνοιαν. Δηλαδή ούτω πως φαίνεται ότι ημπορεί να εφαρμοσθή η συμβίωσις εις τους ανθρώπους και όχι καθώς εις τα βοσκήματα το να τρέφωνται εις τον ίδιον χώρον {15}. Αφού λοιπόν διά τον αξιομακάριστον είναι προτιμητέα η ύπαρξις καθ' εαυτήν, διότι είναι εκ φύσεως αγαθή και ηδονική, και αφού και η ύπαρξις του φίλου είναι παρoμοία, έπεται, ότι και ο φίλος είναι πράγμα προτιμητέον. Και ό,τι είναι διά κάποιον προτιμητέον, τούτο πρέπει να το έχη αυτός, άλλως θα είναι ελλιπής ως προς αυτό. Επομένως όστις πρόκειται να είναι ευτυχής χρειάζεται φίλους σπουδαίους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I'.
&O αριθμός των φίλων&- ― Αλλ' άραγε όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους πρέπει να αποκτήσωμεν; Ή μήπως, καθώς φαίνεται ότι εφαρμόζεται αρμονικώς εις την φιλοξενίαν ο στίχος :
Ας μη με ειπούν πολύφιλον μήτε άφιλον τελείως,
ομοίως και επί της φιλίας εφαρμόζεται το να μην είναι κανείς ούτε άφιλος ούτε υπερβολικά πολύφιλος; Και λοιπόν διά την φιλίαν της χρησιμότητος φαίνεται ότι πάρα πολύ εφαρμόζεται αυτός ο στίχος ― διότι είναι κοπιώδες το να εκδουλεύη κανείς αμοιβαίως πολλούς, και δεν επαρκεί εις αυτόν όλη η ζωή διά να εκτελέση αυτό. Επομένως είναι περιττοί και εμποδιστικοί οι περισσότεροι, από όσους είναι αρκετοί εις τον οικιακόν μας βίον διά να ζήσωμεν καλώς. Επομένως δεν χρειάζονται αυτοί.
Αλλά και οι χάριν ηδονής είναι αρκετοί, εάν είναι ολίγοι, καθώς εις την τροφήν το καρύκευμα. Αλλά οι σπουδαίοι άραγε πρέπει να είναι όσον το δυνατόν περισσότεροι, ή μήπως υπάρχει κάποιον μέτρον και διά τον πληθυσμόν των φίλων, καθώς υπάρχει διά τον πληθυσμόν μιας πόλεως ; Δηλαδή ούτε με δέκα ανθρώπους αποτελείται πόλις, ούτε με εκατόν χιλιάδας κατοίκους είναι πλέον πόλις {16}. Ίσως όμως το ορθόν ποσόν δεν είναι έν ωρισμένον, αλλ' είναι ό,τι υπάρχει μεταξύ ποσών ωρισμένων. Επομένως και των φίλων υπάρχει ωρισμένος πληθυσμός, και ίσως αυτός είναι το ανώτερον ποσόν των φίλων, με τους οποίους ημπορεί κανείς να συναναστρέφεται -αυτό δε απεδείχθη ότι είναι χαρακτηριστικώτατον της φιλίας. Ότι όμως δεν είναι δυνατόν να συναναστρέφεται κανείς πολλούς και να μοιράζη τον εαυτόν του, δεν είναι δυσνόητον. Έπειτα και εκείνοι πάλιν πρέπει μεταξύ των να είναι φίλοι, αφού πρόκειται να συναναστρέφωνται ο είς τον άλλον• Τούτο όμως είναι δύσκολον να συμβή εις πολλούς. Είναι δε επίσης δύσκολον και το να συγχαίρη και να συλλυπήται κανείς φιλικώς πολλούς. Διότι είναι πιθανόν να συμπέση ανάγκη συγχρόνως άλλον να συγχαίρη και άλλον να συλλυπήται. Ίσως λοιπόν είναι ορθόν να μη προσπαθούμεν να έχωμεν όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους, αλλά τόσους μόνον, όσοι αρκούν εις την συναναστροφήν. Διότι ίσως φανή ακόμη, ότι ούτε είναι καν δυνατόν να είναι, κανείς πολύ καλός φίλος με πολλούς. Διά τούτο ούτε να ερωτεύεται κανείς περισσοτέρους φαίνεται δυνατόν, διότι ο έρως σημαίνει υπερβολικήν φιλίαν, τούτο δε γίνεται μόνον ως προς ένα. Επομένως και η στενή φιλία γίνεται μόνον με ολίγους. Αυτό δε φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τα πράγματα. Δηλαδή δεν γίνονται πολλοί φίλοι με το είδος της συνεταιρικής φιλίας. Αι δε εγκωμιαζόμεναι φιλίαι εφαρμόζονται πάντοτε εις δύο. Όσοι δε είναι πολύφιλοι και όλους τους αντικρύζουν φιλικώς, φαίνεται ότι δεν είναι φίλοι με κανένα, παρά μόνον πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι. Λοιπόν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος, και όταν δεν είναι ευχάριστος αλλά πραγματικώς καλός. Χάριν όμως της αρετής και του ατόμου των δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος προς πολλούς, είναι δε αρκετόν να εύρη έστω και ολίγους τοιούτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
&Αν οι φίλοι χρειάζονται μάλλον εις την ευτυχίαν ή εις την δυστυχίαν& ― Αλλ' άραγε εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισότερον οι φίλοι, ή εις τας δυστυχίας; Διότι και εις τας δύο περιπτώσεις είναι περιζήτητοι. Δηλαδή και όσοι ατυχούν, έχουν ανάγκην βοηθείας, και όσοι ευτυχούν έχουν ανάγκην από συντρόφους και από ανθρώπους τους οποίους να ευεργετήσουν. Διότι έχουν επιθυμίαν να ευεργετούν. Και λοιπόν οι φίλοι είναι αναγκαιότατοι εις τας δυστυχίας, και διά τούτο εις αυτάς χρειάζονται οι φίλοι της χρησιμότητος, καλλίτεροι όμως είναι εις τας ευτυχίας και διά τούτο έκαστος ζητεί τους καλούς. Και είναι καλλίτερον αυτούς να ευεργετή και να συναναστρέφεται κανείς. Διότι και μόνη η παρουσία αυτών των φίλων είναι ηδονική και εις τας ευτυχίας και εις τας δυστυχίας. Δηλαδή ανακουφίζονται όσοι έχουν λύπην, όταν συμπονούν και οι φίλοι των. Διά τούτο ίσως θέση κανείς το ερώτημα, άραγε είναι ωσάν να σηκώνουν μαζί ένα βάρος, ή δεν συμβαίνει αυτό, αλλά μόνον η παρουσία αυτών είναι ηδονική και η συναίσθησις ότι τους συλλυπούνται ελαττώνει την λύπην των. Και λοιπόν αν δι' αυτό ή διά κανένα άλλον λόγον ανακουφίζονται, ας το αφήσωμεν κατά μέρος. Οπωσδήποτε όμως φαίνεται ότι είναι γεγονός, αυτό που είπαμεν. Φαίνεται δε ότι η παρουσία αυτών είναι κάπως ανάμικτος. Δηλαδή το να βλέπη κανείς απλώς τους φίλους και μάλιστα όταν ατυχή, είναι ηδονικόν και προξενεί κάποιαν βοήθειαν διά να μη λυπήται ― διότι ο φίλος είναι παρηγορητικός και εις το βλέμμα και με τους λόγους, όταν είναι επιτήδειος, διότι γνωρίζει το ήθος του φίλου του και με ποία ευχαριστείται και λυπείται. ― Το να αισθάνεται πάλιν όμως ότι αυτός λυπείται διά τας ιδικάς του ευτυχίας είναι λυπηρόν. Διότι έκαστος αποφεύγει να γίνη αίτιος λύπης εις τους φίλους του. Διά τούτο όστις μεν είναι ανδροπρεπής κατά την φύσιν, αποφεύγει να μεταδίδη εις τους φίλους την λύπην του, και αν δεν παρακάμνη την αποχήν των από την λύπην του, δεν ανέχεται όμως την λύπην η οποία γεννάται εις εκείνους, και εν γένει δεν δέχεται πλησίον συντρόφους των θρήνων του, διότι και ο ίδιος δεν είναι κατάλληλος να θρηνή δι' εκείνους. Τα γύναια όμως και οι όμοιοι με αυτά άνδρες ευχαριστούνται με εκείνους, οι οποίοι στενάζουν μαζί των, και τους αγαπούν ως φίλους και πονετικούς.
Βεβαίως όμως πρέπει εις όλα να μιμούμεθα τον καλλίτερον. Η δε παρουσία των φίλων εις τας ευτυχίας και την συναναστροφήν την καθιστά ευχάριστον, και γεννά την συναίσθηση ότι ευχαριστούνται διά τα αγαθά μας. Διά τούτο ίσως φανή ορθόν εις μεν τας ευτυχίας να προσκαλούμεν προθύμως τους φίλους ― διότι είναι καλόν να είναι κανείς ευεργετικός. Εις τας ατυχίας όμως ουχί με προθυμίαν ― διότι πρέπει όσον το δυνατόν ολιγώτερον να μεταδίδωμεν τα κακά. Διά τούτο είναι ορθόν το :
Φθάνει η δική μου συμφορά {17}....
Κυρίως δε πρέπει να τους προσκαλή κανείς, όταν πρόκειται ολίγον στενοχωρούμενοι αυτοί να ωφελήσουν τον φίλον των μεγάλως. Ίσως δε είναι ορθόν αντιστρόφως να πηγαίνη κανείς εις μεν τους ατυχούντας απρόσκλητος και προθύμως ― διότι ιδιότης του φίλου είναι να ευεργετή και προ πάντων τους ευρισκομένους εις ανάγκην, και αν ακόμη δεν το εζήτησαν, διότι τούτο είναι και διά τους δύο καλλίτερον και ηδονικώτερον. Εις δε τας ευτυχίας διά να συμπράξη μεν πρέπει να πηγαίνη προθύμως ― διότι εις αυτό χρειάζονται οι φίλοι ― διά να απολαύση όμως πρέπει να πηγαίνη απροθύμως ― διότι δεν είναι καλόν να επιδιώκη προθύμως να ωφεληθή. Ίσως όμως πρέπει να προσέξωμεν μήπως φανώμεν ότι δεν ευχαριστούμεθα με αυτόν, όταν τον αποφεύγωμεν. Διότι αυτό συμβαίνει κάποτε. Επομένως η παρουσία των φίλων φαίνεται εις όλας τας περιστάσεις προτιμοτέρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Η συμβίωσις ως αληθής φιλία&. ― Αλλ' άραγε καθώς εις τους ερωτευμένους, είναι αρεστότατον να βλέπουν, και προτιμούν περισσότερον αυτήν την αίσθησιν από τας άλλας, διότι κυρίως με αυτήν υφίσταται και γεννάται ο έρως, δεν είναι ομοίως και εις τους φίλους προτιμοτέρα η συναναστροφή; Διότι η φιλία είναι επιμιξία. Και καθώς κανείς φέρεται με τον εαυτόν του, ομοίως φέρεται και με τον φίλον του. Ως προς τον εαυτόν του όμως είναι προτιμητέον το να αισθάνεται ότι υπάρχει, επομένως και διά τον φίλον του το ίδιον συμβαίνει. Η δε ενέργεια της αισθήσεως αυτής υφίσταται εις την συναναστροφήν, επομένως ευλόγως επιθυμούν αυτήν. Και ό,τι χαρακτηρίζει την ύπαρξίν των, ή ό,τι τους κάμνει να προτιμούν την ζωήν, εις αυτό θέλουν να συναναστρέφονται τους φίλους των. Διά τούτο άλλοι μεν συμποσιάζουν, άλλοι δε ταβλίζουν μαζί, άλλοι πάλιν γυμνάζονται μαζί και άλλοι κυνηγούν ή φιλοσοφούν, και όλοι αυτοί περνούν τας ώρας των με εκείνο το οποίον αγαπούν περισσότερον από όλα εις την ζωήν των. Διότι, αφού θέλουν να περνούν μαζί με τους φίλους των, εκτελούν εκείνα και συμμετέχουν με εκείνα, με όσα νομίζουν ότι υπάρχει συμβίωσις αληθινή. Επομένως γίνεται η μεν φιλία των κακών κακή ― διότι συμμετέχουν κακών πράξεων χωρίς να είναι σταθεροί, και έπειτα γίνονται και κακοί, επειδή γίνονται όμοιοι μεταξύ των ― η δε φιλία των καλών είναι καλή, διότι εποικοδομείται με τας συναναστροφάς. Φαίνεται δε ότι αυτοί γίνονται καλλίτεροι, και διότι επενεργούν και διορθόνουν ο είς τον άλλον. Διότι απανθίζουν από τους άλλους έκαστος όσα του αρέσουν, διά τούτο είναι ορθόν το:
Απ' τους καλούς ωφέλιμα θα μάθης.
Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί φιλίας. Τόρα δε ίσως είναι κατάλληλον να ομιλήσωμεν περί ηδονής.
ΒΙΒΛΙΟΝ Κ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Ηδονή.&
&Σπουδαιότης του ζητήματος&. ― Τόρα δε πλέον είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί ηδονής. Διότι φαίνεται ότι αυτή πολύ συνεδέθη με το γένος μας, και διά τούτο εις την εκπαίδευσιν των νέων φροντίζουν να τους πηδαλιουχήσουν με την ηδονήν και την λύπην. Φαίνεται ότι είναι σπουδαιότατον και διά την χρηστότητα του ήθους το να ευχαριστούνται με όσα πρέπει και να μισούν όσα πρέπει. Διότι αυτά διαρκούν εις όλην την ζωήν, και εξασκούν ροπήν και δύναμιν διά την αρετήν και την ευτυχισμένην ζωήν. Διότι τα μεν ηδονικά τα προτιμούν, τα δε λυπηρά τα αποφεύγουν. Ίσως λοιπόν δεν πρέπει διόλου να παραμελήσωμεν αυτά, αφού μάλιστα επιδέχονται πολλήν αμφισβήτησιν. Δηλαδή άλλοι μεν θεωρούν την ηδονήν ως αγαθόν, άλλοι δε εξ εναντίας την θεωρούν ως εντελώς ποταπόν, και από αυτούς ίσως μερικοί μεν το λέγουν διότι είναι πεπεισμένοι ότι είναι ποταπόν, μερικοί δε διότι νομίζουν ότι είναι συμφερώτερον διά τον βίον μας να ονομάζωμεν την ηδονήν ποταπόν, έστω και αν δεν είναι πραγματικώς τοιαύτη. Διότι οι περισσότεροι είναι επιρρεπείς προς αυτήν και είναι δούλοι των ηδονών, και δι'αυτό πρέπει να τους σύρωμεν εις το αντίθετον, διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορούν να έλθουν εις την μέσην. Αλλά μη τυχόν αυτό δεν λέγεται ορθώς. Διότι οι λόγοι οι περιστρεφόμενοι εις τα πάθη και τας πράξεις είναι ολιγώτερον πιστευτοί από τα έργα. Όταν λοιπόν οι λόγοι διαφωνούν με όσα βλέπουν αισθητώς οι νέοι, τότε περιφρονούνται και αναιρούν και το αληθινόν των μέρος. Δηλαδή όστις κατηγορεί την ηδονήν, όταν μίαν φοράν παρατηρηθή ότι την επιθυμεί, φαίνεται ότι έχει κλίσιν εις αυτήν, και ότι την θεωρεί προτιμητέαν καθ' όλην την γραμμήν. Διότι εις τον καθορισμόν των ορίων δεν έχουν ικανότητα οι περισσότεροι. Και βεβαίως οι αληθείς λόγοι φαίνεται ότι δεν είναι μόνον χρήσιμοι διά την γνώσιν, αλλά και διά τον βίον. Δηλαδή, όταν συνάδουν με τα έργα, γίνονται πιστευτοί, και διά τούτο παρορμούν τους εννοούντας αυτούς να ζουν συμφώνως με αυτούς. Και λοιπόν αυτά μεν είναι αρκετά, όσα δε ελέχθησαν από άλλους έως τόρα περί της ηδονής, ας τα προσέξωμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Η ηδονή ως το αγαθόν κατά Εύδοξον&. ― Λοιπόν ο μεν Εύδοξος ενόμιζε ότι η ηδονή είναι το κυρίως αγαθόν, διότι έβλεπε ότι τα πάντα επιθυμούν αυτήν και τα λογικά και τα άλογα, έλεγε δε ότι εις όλα το προτιμώμενον είναι το ορθόν και το κυρίως ωφέλιμον. Και εσυμπέραινε ότι το να τείνουν όλα τα όντα εις το ίδιον πράγμα σημαίνει ότι αυτό είναι το καλλίτερον ― διότι το καθέν ευρίσκει ποίον είναι διά τον εαυτόν του αγαθόν καθώς ευρίσκει και την τροφήν του. Επομένως ό,τι είναι δι' όλα τα όντα αγαθόν και ό,τι επιθυμούν όλα τα όντα, αυτό είναι το κυρίως αγαθόν. Επιστεύοντο δε οι λόγοι του μάλλον διά την χρηστότητα του ήθους του, παρά διά την αξίαν των. Διότι εφαίνετο ότι είναι καθ' υπερβολήν σώφρων. Επομένως εφαίνετο ότι δεν τα έλεγε αυτά ως φίλος της ηδονής, αλλά διότι αυτή είναι η αλήθεια. Εξ ίσου δε ενόμιζε ότι αποδεικνύεται το πράγμα από το αντίθετον. Δηλαδή η λύπη καθ' εαυτήν είναι άξια αποφυγής δι' όλα τα όντα, επομένως επίσης είναι άξιον προτιμήσεως το αντίθετον. Κυρίως δε είναι προτιμητέον εκείνο, το οποίον δεν προτιμούμεν ούτε εξ αιτίας άλλου, ούτε προς χάριν άλλου. Τοιούτον δε ομολογουμένως έλεγε ότι είναι η ηδονή. Διότι κανείς δεν ερωτά προσθέτως προς χάριν τίνος πράγματος ευχαριστείται, διότι η ηδονή είναι καθ' εαυτήν προτιμητέα. Όταν δε προστεθή εις έν οποιονδήποτε από τα αγαθά, το καθιστά περισσότερον προτιμητέον, λόγου χάριν την δικαιοπραξίαν και σωφροσύνην. Επομένως το αγαθόν επιδέχεται και αύξησιν εαυτού. Λοιπόν φαίνεται ότι αυτός ο λόγος αποδεικνύει την ηδονήν ως έν από τα αγαθά, και κανέν αγαθόν δεν θεωρεί ανώτερον από το άλλο, διότι λέγει ότι παν αγαθόν, όταν είναι μαζί με άλλο αγαθόν, είναι προτιμότερον, παρά απομονωμένον.
Ακριβώς όμως με παρόμοιον επιχείρημα και ο Πλάτων {18} λέγει αναιρετικώς ότι η ηδονή δεν είναι το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι ο ηδονικός βίος είναι προτιμότερος όταν συνοδεύεται με φρόνησιν, παρά μόνος του. Και ότι, αφού το μικτόν είναι καλλίτερον, δεν είναι η ηδονή το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι το αγαθόν δεν γίνεται καλλίτερον οτιδήποτε και αν προστεθή εις αυτό. Επομένως είναι φανερόν ότι το αγαθόν δεν είναι ούτε κανέν άλλο πράγμα το οποίον καθίσταται προτιμότερον όταν προστεθή εις αυτό έν από τα καθαυτό αγαθά. Τότε λοιπόν ποίον είναι τοιούτον, ώστε να το απολαύσωμεν και ημείς; Δηλαδή έν τοιούτον ζητούμεν να εύρωμεν.
&Υπεράσπισις της γνώμης του Ευδόξου&. ― Όσοι λοιπόν φέρουν ένστασιν ότι δεν είναι αγαθόν εκείνο, το οποίον επιθυμούν όλα τα όντα, ας προσέξωμεν μήπως λέγουν φλυαρίας. Διότι όσα φρονούν όλοι, αυτά λέγομεν ότι είναι πραγματικά. Όστις, δε αναιρεί αυτήν την πεποίθησιν, δεν θα ημπορέση να ειπή πολύ πειστικώτερα επιχειρήματα. Διότι, εάν μόνον τα ανοητότερα όντα ωρέγοντο αυτό, ίσως είχε κάποιαν αξίαν το επιχείρημα, αφού όμως το ορέγονται και τα φρόνιμα, πώς είναι δυνατόν να λέγη αυτός τίποτε σπουδαίον; Ίσως όμως υπάρχει και, εις τα μηδαμινά πράγματα κάποιον φυσικόν αγαθόν, καλλίτερον από όσον αξίζουν τα ίδια, και το οποίον επιθυμεί το συγγενικόν του αγαθόν. Επίσης δε δεν φαίνεται ότι είναι ορθόν και αυτό, το οποίον λέγουν περί του αντιθέτου. Δηλαδή δεν λέγεται ορθώς, ότι, αφού η λύπη είναι κακόν, θα είναι η ηδονή αγαθόν. Διότι ημπορεί να αντιτίθεται και κακόν προς άλλο κακόν, και τα δύο κακά προς κάποιον ουδέτερον, και πάλιν, ημπορεί αυτοί οι λόγοι να μην είναι εσφαλμένοι και όμως να μην εφαρμόζωνται εις αυτά που είπαμεν. Διότι, αν ήσαν και τα δύο κακά (η ηδονή και η λύπη), έπρεπε να είναι επίσης και τα δύο άξια αποφυγής, εάν δε κανέν από τα δύο δεν είναι κακόν, έπρεπε επίσης κανέν από τα δύο να μην είναι άξιον αποφυγής. Τόρα όμως φανερά οι άνθρωποι την μεν λύπην αποφεύγουν ως κακόν, την δε ηδονήν την ζητούν ως αγαθόν. Φανερά λοιπόν είναι και αντίθετα.
&Αναίρεσις των γνωμών του Πλάτωνος περί ηδονής&. ― Εκτός τούτου, και αν δεν υπάρχη ηδονή των ποιοτήτων, δεν έπεται ότι δεν υπάρχει ούτε των αγαθών. Διότι ούτε αι ενέργειαι της αρετής είναι ποιότητες, ούτε η ευτυχία. Λέγουν δε ακόμη ότι το μεν αγαθόν είναι ωρισμένον, η δε ηδονή αόριστος, διότι επιδέχεται αυξομείωσιν. Λοιπόν, εάν μεν ούτω πως κρίνουν περί της ηδονής, τότε θα παραδεχθούν αυτό και διά την δικαιοσύνην και τας άλλας αρετάς, ως προς τας οποίας παραδέχονται ότι είναι αυξομειωτική η ποιότης των εχόντων αυτάς ― δηλαδή και οι δίκαιοι επιδέχονται αυξομείωσιν και οι ανδρείοι, επίσης δε είναι δυνατόν να δικαιοπραγή κανείς και να σωφρονή αυξομειωτικώς. Ως προς τας ηδονάς όμως ας προσέξωμεν μήπως δεν λέγουν την αληθινήν αιτίαν, όταν λέγουν ότι άλλαι μεν είναι αμιγείς άλλαι δε μικταί. Και έπειτα τι εμπόδιον υπάρχει, καθώς η υγεία, αν και είναι ωρισμένη, όμως επιδέχεται αυξομείωσιν, το ίδιον να επιδέχεται και η ηδονή; Διότι δεν υπάρχει το ίδιον μέτρον εις όλα, ούτε εις το ίδιον πράγμα υπάρχει πάντοτε το ίδιον μέτρον, αλλά μέχρι τινός βαθμού μένει χαλαρόν και προξενεί διαφοράν αυξομειωτικώς. Επομένως πιθανόν να συμβαίνη τοιούτον τι και ως προς την ηδονήν. Έπειτα παραδέχονται το αγαθόν ως τέλειον, τας δε κινήσεις και γενέσεις ατελείς, και ούτω πως προσπαθούν να παραστήσουν την ηδονήν ως κίνησιν και γένεσιν. Φαίνεται όμως ότι δεν έχουν δίκαιον ούτε όσοι λέγουν ότι η ηδονή δεν είναι κίνησις. Διότι εις όλα τα όντα φαίνεται ότι υπάρχει ατομική ταχύτης και βραδύτης, και αν όχι καθ' εαυτήν, καθώς είναι η ταχύτης του κόσμου, τουλάχιστον ως προς άλλο. Εις την ηδονήν όμως κανέν από αυτά τα δύο δεν υπάρχει. Δηλαδή να μεταβληθή μεν κανείς ταχέως εις ηδονικήν κατάστασιν είναι δυνατόν, καθώς και να οργισθή, όχι όμως και ενεστωτικώς να απολαμβάνη ηδονήν ταχέως. Ούτε πάλιν σχετικώς με άλλον, ημπορεί όμως να βαδίζη και να μεγαλόνη σχετικώς με άλλον και να κάμνη ομοίως όλα τα παρόμοια. Και λοιπόν να μεταβληθώμεν γλήγορα ή αργά εις κατάστασιν ηδονικήν είναι δυνατόν, να ενεργούμεν όμως κατά την διάρκειαν αυτής γλήγορα δεν είναι δυνατόν, εννοώ δε να ευχαριστούμεθα ενεστωτικώς. Έπειτα η γένεσις ποίαν έννοιαν είναι δυνατόν να έχη; Δηλαδή φαίνεται ότι δεν παράγεται έν τυχαίον από άλλο τυχαίον, αλλά από ό,τι παράγεται, εις αυτό και επιστρέφει. Και εις ό,τι είναι γένεσις η ηδονή, εις τούτο είναι καταστροφή η λύπη. Δι' αυτό και ονομάζουν την μεν λύπην έλλειψιν της φυσικής υπάρξεως, την δε ηδονήν αναπλήρωσιν. Αυτά δε τα πάθη είναι σωματικά. Αφού λοιπόν η ηδονή είναι αναπλήρωσις της φυσικής καταστάσεως, τότε ίσως απολαύσει εκείνο, με το οποίον γίνεται η αναπλήρωσις, επομένως το σώμα. Και όμως δεν φαίνεται πιθανόν. Επομένως η ηδονή δεν είναι αναπλήρωσις, αλλά μόνον κατά την διάρκειαν της αναπληρώσεως θα ευχαριστήται ίσως κανείς, καθώς και την ώραν της εγχειρήσεως πονεί. Η γνώμη όμως αυτή φαίνεται ότι προήλθε από τας λύπας και ηδονάς αι οποίαι περιστρέφονται εις την τροφήν. Δηλαδή, ενώ έχομεν έλλειψιν και αισθανόμεθα προηγουμένως λύπην, κατόπιν ευφραινόμεθα με την αναπλήρωσιν. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εις όλας τας ηδονάς. Διότι άνευ λύπης ηδοναί είναι αι μαθηματικαί, και από τας ηδονάς των αισθητηρίων αι γινόμεναι με την όσφρησιν, έπειτα δε και αι ακροάσεις και πολλά θεάματα και αναμνήσεις και ελπίδες {19}. Τότε λοιπόν τίνος πράγματος γενέσεις θα τας ονομάσωμεν αυτάς; Διότι δεν υπήρξε κανενός πράγματος έλλειψις, του οποίου να επήλθε κορεσμός.