Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Part 6

Chapter 6 8 words Public domain Markdown

&Η αγάπη των φίλων είναι επέκτασις της φιλαυτίας&. ― Αλλά τα φιλικά αισθήματα προς τους φίλους και όλα όσα διακρίνουν τας φιλίας, φαίνεται ότι προήλθαν από τα αισθήματα προς τον εαυτόν μας. Δηλαδή λογαριάζουν ως φίλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν και εκτελούν διά τον φίλον τα αγαθά ή τα νομιζόμενα αγαθά, χάριν του ιδικού του ατόμου, ή εκείνους οι οποίοι επιθυμούν να υπάρχη και να ζη ο φίλος χάριν του ατόμου του. Πράγμα το οποίον παθαίνουν αι μητέρες ως προς τα τέκνα των, και από τους φίλους όσοι τους δυσηρέστησαν απροσέκτως. Άλλοι δε θεωρούν φίλον τον συναναστρεφόμενον διαρκώς και έχοντα τας ιδίας προαιρέσεις, ή τον συμπονούντα και συγχαίροντα με τον φίλον, κυρίως όμως και αυτό συμβαίνει εις τας μητέρας. Με κάποιον λοιπόν από αυτά ορίζουν και την φιλίαν. Και ο μεν ευπρεπής αποδίδει εις τον εαυτόν του το καθέν από αυτά, οι άλλοι όμως τα αποδίδουν καθόσον θεωρούν τον εαυτόν των τοιούτον. Φαίνεται δε, καθώς είπαμεν, ότι δι' έκαστον χρησιμεύει ως μέτρον η αρετή και ο σπουδαίος άνθρωπος. Διότι αυτός δεν αντιφάσκει με την ιδικήν του γνώμην, και έχει τας ιδίας επιθυμίας με όλας τας ψυχικάς του δυνάμεις. Και λοιπόν όχι μόνον επιθυμεί διά το άτομόν του τα αληθινά αγαθά και τα φαινομενικά, αλλά και τα εκτελεί ― διότι ιδιότης του αγαθού είναι να εκτελή διαρκώς το αγαθόν. Και χάριν του ατόμου του, δηλαδή χάριν της διανοήσεώς του, και βεβαίως έκαστος θεωρεί αυτήν ως τον εαυτόν του. Ακόμη δε επιθυμεί διά τον εαυτόν του και να ζη και να διατηρήται, και προ πάντων το μέρος εκείνο με το οποίον σκέπτεται, διότι αυτό είναι αγαθόν δι' ένα σπουδαίον. Έκαστος δε επιθυμεί τα αγαθά διά τον εαυτόν του, και όταν κανείς γίνη άλλος άνθρωπος, δεν επιθυμεί τότε πλέον να έχη όλα εκείνα ο προηγούμενος εαυτός του. Διότι ναι μεν ο θεός και προηγουμένως και τόρα πάλιν έχει το αγαθόν, αλλά το έχει, διότι είναι πάντοτε ο ίδιος. Ίσως δε θεωρεί κανείς ως ατομισμόν του τον νουν του, ή κυρίως αυτόν. Και δι' αυτό ο τοιούτος αγαπά να συναναστρέφεται με τον εαυτόν του, διότι ευχαριστείται με αυτό. Διότι και όσα έπραξε ευχαριστείται να τα επιθυμήται και διά τα μέλλοντα αι προβλέψεις του είναι αγαθαί. Αυταί δε είναι ηδονικαί. Είναι δε και πλούσιος από θεωρίας της διανοίας. Συλλυπείται δε και συγχαίρει προ πάντων με τον εαυτόν του. Διότι διαρκώς είναι εις αυτόν το ίδιον πράγμα λυπηρόν και ηδονικόν, και όχι άλλοτε άλλο. Δηλαδή είναι γενικώς αμετανόητος. Αφού λοιπόν ο καλός εφαρμόζει έκαστον από αυτά εις τον εαυτόν του, και αφού διάκειται προς τον φίλον του καθώς και προς τον εαυτόν του ― διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ ― δι' αυτό κάτι τι από αυτά φαίνεται ότι είναι η φιλία, και φίλοι είναι όσοι τα έχουν αυτά. Αλλά αν γίνεται ή δεν γίνεται φιλία με τον εαυτόν μας, ας το αφήσωμεν προς το παρόν κατά μέρος. Φαίνεται δε ότι η φιλία υπάρχει, όπου υπάρχουν δύο ή περισσότερα από όσα είπαμεν, και ότι η υπερβολή της φιλίας εξομοιόνεται με την φιλίαν προς τον εαυτόν μας.

&Οι κακοί είναι εχθροί προς τον εαυτόν των&. ― Φαίνεται δε ακόμη ότι όσα είπαμεν υπάρχουν και εις τους κοινούς ανθρώπους, αν και είναι ποταποί. Μήπως λοιπόν άραγε καθόσον αρέσουν οι ίδιοι εις τον εαυτόν των και νομίζουν ότι είναι καλοί, τόσον μόνον συμμερίζονται αυτά; Διότι βεβαίως εις κανένα από τους τελείως κακούς και ανοσιουργούς δεν υπάρχουν αυτά, ούτε φαίνεται να υπάρχουν. Σχεδόν δε ούτε εις τους κακούς. Δηλαδή αυτοί διχογνωμούν με τον εαυτόν των, και άλλα μεν ορέγονται, άλλα δε προμελετούν, καθώς οι ακρατείς. Διότι εις την θέσιν εκείνων τα οποία κρίνουν ως αγαθά προτιμούν τα ηδονικά, τα οποία είναι βλαβερά. Άλλοι δε πάλιν από δειλίαν ή οκνηρίαν παύουν να εκτελούν όσα θεωρούν ότι είναι τα καλλίτερα διά τον εαυτόν των. Όσοι δε πάλιν διέπραξαν πολλά και φρικτά, αυτοί μισούν τον εαυτόν των διά την κακίαν του, και αποφεύγουν την ζωήν και φονεύουν τον εαυτόν των. Εκτός δε τούτου οι κακοί ζητούν άλλους διά να περάσουν μαζί τας ώρας των, και αποφεύγουν τον εαυτόν των. Διότι ενθυμούνται πολλά και φρικτά, και προβλέπουν και άλλα πολλά παρόμοια, όταν είναι μόνοι των, ενώ, όταν ευρίσκωνται μαζί με άλλους, τα λησμονούν. Και επειδή δεν έχουν εις την ψυχήν των τίποτε το αξιαγάπητον, διά τούτο δεν έχουν κανέν φιλικόν αίσθημα με τον εαυτόν των. Επομένως οι τοιούτοι ούτε συγχαίρουν ούτε συλλυπούνται τον εαυτόν των. Διότι η ψυχή των ευρίσκεται εις διχόνοιαν, και το έν μέρος αυτής πονεί ένεκα της κακίας διότι απέχει από μερικά, το δε άλλο ευχαριστείται, και το έν μεν τον σύρει εδώ, το δε άλλο εκεί, ωσάν να θέλουν να τον σχίσουν εις δύο. Εάν δε δεν είναι δυνατόν συγχρόνως να λυπήται και να χαίρη, πάντοτε όμως εις ολίγην ώραν λυπείται δι' ό,τι ευχαριστήθη, και θα ήθελε να μη είχε δοκιμάσει εκείνην την ευχαρίστησιν. Δηλαδή οι κακοί είναι γεμάτοι από μετάνοιαν. Επομένως δεν φαίνεται ο κακός να διάκειται φιλικώς ούτε με τον εαυτόν του, διότι δεν έχει τίποτε αξιαγάπητον. Αφού λοιπόν η κατάστασις αυτή είναι πολύ αθλία, πρέπει να αποφύγωμεν την κακίαν με τα δυνατά μας και να προσπαθήσωμεν να είμεθα καλοί. Διότι τότε θα είμεθα και με τον εαυτόν μας φίλοι και με άλλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η εύνοια&. ― Η δε εύνοια ομοιάζει μεν προς κάτι τι φιλικόν, δεν είναι όμως φιλία. Διότι η εύνοια ημπορεί να υπάρξη και προς εκείνους οι οποίοι δεν το γνωρίζουν, και να είναι μυστική, η φιλία όμως όχι. Αυτά δε τα είπαμεν και προηγουμένως. Αλλ' ούτε αγάπη είναι πάλιν. Διότι δεν έχει έντασιν ούτε επιθυμίαν, ενώ εις την αγάπην υπάρχουν αυτά. Και η μεν αγάπη αποκτάται με την συνήθειαν, ενώ η εύνοια έρχεται και απροόπτως, καθώς συμβαίνει και εις τους συναγωνιστάς. Δηλαδή αυτοί γίνονται μεταξύ των ευνοϊκοί και θέλουν να βλέπωνται, δεν ημπορούν όμως εις τίποτε να συμπράξουν. Διότι, καθώς είπαμεν, γίνονται αιφνιδίως ευνοϊκοί και αγαπώνται επιπολαίως. Φαίνεται δε ότι η εύνοια είναι αρχή της φιλίας, καθώς και του έρωτος αρχή είναι η ηδονή της οράσεως. Δηλαδή χωρίς να ευχαριστηθή από την μορφήν κανείς δεν ερωτεύεται, όστις δε ευχαριστείται με την μορφήν δεν ερωτεύεται ακόμη τελείως, παρά όταν και απόντα τον ποθή, και όταν επιθυμή την παρουσίαν του. Ομοίως λοιπόν και φίλοι δεν ημπορούν να γίνουν, εάν δεν γίνουν προηγουμένως ευνοϊκοί. Αλλά οι ευνοϊκοί δεν είναι ακόμη τέλειοι φίλοι. Διότι εύχονται μόνον τα αγαθά δι' εκείνους τους οποίους ευνοούν, δεν ημπορούν όμως να συμπράξουν διόλου, ούτε να ενοχληθούν προς χάριν αυτών. Διά τούτο ημπορεί να ειπή κανείς μεταφορικώς ότι αυτή είναι ανεκδήλωτος φιλία, όταν δε πολυχρονίση και καταντήση συνήθεια, γίνεται φιλία, όχι όμως του είδους της χρησιμότητος ούτε της ηδονής. Διότι και η εύνοια δεν γίνεται δι' αυτά. Διότι όστις μεν ευεργετηθή, αποδίδει την εύνοιαν δι' όσα ευεργετήθη, και εκτελεί τα δίκαια. Όστις όμως αποδίδει εύνοιαν, διότι επιδιώκει να ευεργετηθή κάπως, και έχει ελπίδα να ευπορήση διά μέσου εκείνου, αυτός δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκός εις εκείνον, αλλά μάλλον εις τον εαυτόν του, καθώς δεν είναι ούτε φίλος, εάν περιποιήται αυτόν διά να ωφεληθή κάπως. Εν γένει δε η εύνοια αποκτάται από κάποιαν αρετήν και καλωσύνην, όταν φανή εις κανένα καλός ή ανδρείος ή κάτι τι παρόμοιον, καθώς είπαμεν και διά τους συναγωνιστάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ομόνοια&. ― Φαίνεται δε ότι είναι φιλικόν αίσθημα και η ομόνοια. Και αυτή μεν ημπορεί να υπάρξη και μεταξύ προσώπων τα οποία δεν γνωρίζονται. Εξ άλλου όμως δι' όλους όσοι έχουν ομοίαν γνώμην, δεν λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, λόγου χάριν όσοι έχουν ομοίαν γνώμην διά τα ουράνια σώματα ― διότι δεν είναι χαρακτηριστικόν φιλίας το να συμφωνούν εις αυτά ― αλλά δια τας πόλεις λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, όταν έχουν οι πολίται ομοίαν γνώμην ως προς τα συμφέροντα, και αποφασίζουν τα ίδια, και εκτελούν τα κοινώς αποφασισθέντα. Επομένως η ομόνοια εφαρμόζεται εις τα εκτελεστά, και πάλιν από αυτά εις όσα έχουν αρκετόν μέγεθος και είναι δυνατόν να υπάρχουν και εις τας δύο μερίδας ή εις όλους, καθώς εις τας πόλεις, όταν όλοι αποφασίζουν να γίνωνται οι άρχοντες κατ' εκλογήν, ή να συμμαχήσουν με τους Λακεδαιμονίους, ή να είναι άρχων ο Πιττακός, όταν θέλη και ο ίδιος. Όταν όμως εκάστη μερίς θέλη τον εαυτόν της, καθώς συμβαίνει εις τας Φοινίσσας, τότε έχουν διχόνοιαν. Δηλαδή δεν είναι ομόνοια το να σκέπτεται εκάστη μερίς διά τον εαυτόν της εις οτιδήποτε, αλλά και αι δύο ομού εις τον ίδιον χώρον {8}, καθώς λόγου χάριν όταν μαζί και ο λαός και οι εκλεκτοί αποφασίζουν να είναι άρχοντες οι καλλίτεροι. Διότι ούτω πως όλοι απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν. Επομένως η ομόνοια φαίνεται ότι είναι πολιτική φιλία, καθώς και λέγεται. Διότι περιστρέφεται εις τα συμφέροντα και εις τα ανήκοντα εις τον βίον. Υπάρχει δε η τοιαύτη ομόνοια εις τους ευπρεπείς, διότι αυτοί και με τον εαυτόν των ομονοούν, και μεταξύ των, διότι τρόπον τινά σκέπτονται εις τον ίδιον χώρον {9}. Διότι των τοιούτων είναι σταθεραί αι αποφάσεις και δεν παλιρροούν, καθώς ο Εύριπος. Και έπειτα επιδιώκουν τα δίκαια και συμφέροντα, αυτά δε τα θέλουν και δι' όλους. Οι κακοί όμως δεν είναι δυνατόν να ομονοούν παρά ολίγον καιρόν, καθώς και να είναι φίλοι, διότι ζητούν να πλεονεκτήσουν εις τας ωφελείας, εις δε τους κόπους και τας προσφοράς να είναι ελλιπείς. Επειδή όμως έκαστος τα επιθυμεί αυτά διά τον εαυτόν του, εξετάζει τον πλησίον του και τον εμποδίζει, διότι, όταν δεν φυλάττουν όλοι το κοινόν συμφέρον, καταστρέφεται. Επομένως συμβαίνει να διχονοούν, διότι αναγκάζει μεν ο είς τον άλλον εις τα δίκαια, ο ίδιος όμως δεν θέλει να κάμνη τα δίκαια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Φιλία ευεργετών και ευεργετουμένων&. ― Οι δε ευεργέται φαίνεται ότι αγαπούν περισσότερον τους ευεργετηθέντας, παρά οι ευεργετηθέντες τους ευεργέτας των, και τούτο γεννά απορίαν, διότι γίνεται παραλόγως. Οι περισσότεροι λοιπόν νομίζουν ότι αυτοί μεν χρεωστούν, εκείνοι δε έχουν να λαμβάνουν. Καθώς λοιπόν εις τα δάνεια, όσοι μεν χρεωστούν, δεν θέλουν να υπάρχουν εκείνοι εις τους οποίους χρεωστούν, ενώ οι δανεισταί φροντίζουν και περί της σωτηρίας των οφειλετών των, ομοίως και οι ευεργέται επιθυμούν να υπάρχουν οι ευεργετηθέντες, διότι ελπίζουν να απολαύσουν αμοιβήν της χάριτος, ενώ αυτοί δεν φροντίζουν πολύ να ανταποδώσουν. Και ο μεν Επίχαρμος ημπορεί να νομίζη {10} ότι λέγομεν αυτά δι' αυτούς, διότι τους εξετάζομεν από την κακήν των όψιν, το πράγμα όμως φαίνεται φυσικόν εις τον άνθρωπον. Ίσως δε φανή ότι είναι πολύ φυσικόν το αίτιον, και δεν ομοιάζει με ό,τι συμβαίνει εις τους δανειστάς. Δηλαδή δεν υπάρχει αγάπη ως προς εκείνους, αλλά επιθυμούν να σωθούν διά να έχουν να εισπράξουν. Ενώ οι ευεργέται έχουν φίλους και αγαπούν τους ευεργετηθέντας και όταν ούτε χρήσιμοι είναι εις τίποτε, αλλ' ούτε εις το μέλλον ημπορούν να γίνουν. Πράγμα το οποίον συμβαίνει και εις τους τεχνίτας.

&Παρομοίωσις του ευεργέτου προς τεχνίτην και του ευεργετηθέντος προς τεχνούργημα&. ― Δηλαδή έκαστος αγαπά το ιδικόν του έργον περισσότερον, από όσον ήτο δυνατόν να αγαπηθή αυτός από το έργον του, αν εγίνετο έμψυχον. Κυρίως όμως ίσως τούτο συμβαίνει εις τους ποιητάς. Διότι αυτοί υπεραγαπούν τα ιδικά των ποιήματα, και έχουν στοργήν προς αυτά ως εις τέκνα των. Με τοιούτον λοιπόν ομοιάζει και το αίσθημα των ευεργετών. Διότι ό,τι ευεργετήθη είναι ιδικόν των έργον. Λοιπόν αυτοί αγαπούν αυτό περισσότερον παρά το έργον τον κατασκευαστήν του. Αιτία δε τούτου είναι ότι η ύπαρξις είναι εις όλα αγαπητή και προτιμητέα, ημείς δε υπάρχομεν με την ενέργειαν. Δηλαδή με το να ζώμεν και εκτελούμεν. Όστις δε έκαμε το έργον, υπάρχει με κάποιαν ενέργειαν. Λοιπόν αγαπά το έργον, διότι αγαπά και την ύπαρξίν του. Τούτο δε είναι φυσικόν. Διότι, ό,τι υπάρχει κατά δύναμιν, αυτό το αναγγέλλει το έργον. Συγχρόνως δε εις τον ευεργέτην είναι και αυτή η πράξις καλή, ώστε ευχαριστείται κατά την ώραν εκείνην, ενώ ο ευεργετηθείς δεν έχει τίποτε καλόν εις το πρόσωπον του ευεργέτου, αλλά το πολύ έχει συμφέρον. Αυτό όμως δεν είναι τόσον ηδονικόν και αγαπητόν. Ηδονική όμως είναι του μεν παρόντος η ενέργεια, του δε μέλλοντος η ελπίς, του δε παρελθόντος η ανάμνησις. Είναι δε ηδονικώτερον ό,τι υπάρχει με την ενέργειαν, ομοίως δε και το αγαπητόν. Και λοιπόν διά μεν τον εκτελεστήν διατηρούνται τα έργα ― διότι το καλόν απαιτεί πολύν καιρόν ― ενώ διά τον ευεργετηθέντα παρέρχεται η χρησιμότης. Έπειτα η ανάμνησις των μεν καλών είναι γλυκεία, των χρησίμων όμως όχι τόσον, ή ολιγώτερον. Η προσδοκία πάλιν φαίνεται ότι συμβαίνει αντιστρόφως. Και η μεν αγάπη ομοιάζει με την ενέργειαν, το δε να αγαπάται με πάθος. Επομένως εις όσα είναι ανώτερα εις την εκτέλεσίν των, ακολουθεί η αγάπη και τα φιλικά αισθήματα. Έπειτα όσα γίνονται με κόπον τα αγαπούν περισσότερον, καθώς αγαπούν τα χρήματα περισσότερον όσοι τα απέκτησαν, παρά όσοι τα εκληρονόμησαν. Φαίνεται δε ότι το να ευεργετήται μεν κανείς δεν είναι κοπιώδες, το να ευεργετή όμως είναι κουραστικόν. Δι' αυτό και αι μητέρες είναι φιλοτεκνότεραι. Διότι η γέννησις είναι κοπιωδεστέρα, και αυταί περισσότερον γνωρίζουν ότι είναι ιδικά των τέκνα. Αυτό όμως φαίνεται ότι υπάρχει και εις τους ευεργέτας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Αν πρέπει να είναι κανείς φίλαυτος ή φίλαλλος&. ― Υπάρχει δε ακόμη η απορία αν πρέπει κανείς να αγαπά προ πάντων τον εαυτόν του ή κάποιον άλλον. Διότι ο κόσμος κατακρίνει εκείνους, οι οποίοι προ πάντων αγαπούν τον εαυτόν των, και ωσάν ονειδιστικώς τους ονομάζει φίλαυτους. Έπειτα φαίνεται ότι ο μεν κακός όλα τα εκτελεί χάριν του ατόμου του, και τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι χειρότερος. Λοιπόν τον κατακρίνουν ότι δεν εκτελεί τίποτε χωρίς να αποβλέπη εις το συμφέρον του. O καλός όμως εκτελεί διά το καλόν, και τόσον περισσότερον, όσον είναι καλλίτερος, και χάριν του φίλου του, το δε ιδικόν του συμφέρον το παραμελεί. Προς αυτούς λοιπόν τους λόγους διαφωνούν τα έργα, και ευλόγως. Διότι λέγουν ότι πρέπει κανείς να αγαπά εξοχώτερον τον εξοχώτερον φίλον, εξοχώτερος δε φίλος είναι όστις, όταν εύχεται, εξοχώτερον εύχεται τα αγαθά χάριν εκείνου, και αν ακόμη δεν θα το γνωρίση κανείς. Αυτά δε κυρίως υπάρχουν εις έκαστον διά τον εαυτόν του, και βεβαίως και όλα τα άλλα, με τα οποία χαρακτηρίζεται ο φίλος. Διότι είπαμεν ότι από τον εαυτόν του εκπορεύονται όλα τα φιλικά αισθήματα και διά τους άλλους. Αλλά και αι παροιμίαι όλαι συμφωνούν• λόγου χάριν το : «μία ψυχή» και «κοινά τα των φίλων», και «ισότης αδελφότης» και «το μήλο πέφτει κάτω απ' τη μηλιά». Διότι όλα αυτά κυρίως υπάρχουν ως προς τον εαυτόν του. Δηλαδή κυρίως είναι φίλος του εαυτού του. Επομένως είναι εύλογον και να αγαπά κυρίως τον εαυτόν του. Γεννάται όμως ευλόγως η απορία ποίον από τα δύο πρέπει τάχα να ακολουθήσωμεν, όταν και τα δύο είναι πιστευτά.

&Διάκρισις αγαθού φιλαύτου από τον συνήθη και ονειδιζόμενον φίλαυτον&. ― Ίσως λοιπόν είναι ανάγκη να διαιρέσωμεν και να ορίσωμεν τας τοιαύτας αποδείξεις, διά να εύρωμεν πόσον και εις τι λέγει έκαστος την αλήθειαν. Και λοιπόν, αν εξετάσωμεν πώς εννοούν αυτά τα δύο μέρη το επίθετον φίλαυτος, ίσως γίνη σαφές το πράγμα. Όσοι λοιπόν το θεωρούν ως ονειδιστικόν, ονομάζουν φιλαύτους εκείνους οι οποίοι αποδίδουν το περισσότερον εις τον εαυτόν των, προκειμένου περί χρημάτων και τιμών και σωματικών ηδονών. Διότι οι περισσότεροι αυτά επιθυμούν, και δι' αυτά φροντίζουν, ως να είναι τα καλλίτερα και δι' αυτό είναι περιμάχητα. Λοιπόν όσοι είναι εις αυτά πλεονέκται υποχωρούν εις τας επιθυμίας των και εν γένει εις τα πάθη και εις το άλογον μέρος της ψυχής. Τοιούτοι δε είναι ο λαός. Διά τούτο και η ονομασία εδόθη από την πλειονοψηφίαν, η οποία είναι χυδαία. Επομένως δικαίως ονειδίζονται οι τοιούτου είδους φίλαυτοι. Ότι δε μόνον εκείνους, οι οποίοι αποδίδουν τοιαύτα εις τον εαυτόν των, ονομάζουν οι περισσότεροι φιλαύτους, δεν είναι δυσνόητον. Διότι, εάν κανείς διαρκώς μελετά να εκτελή περισσότερον από όλους τα δίκαια ή τα σωφρονικά, ή οποιαδήποτε άλλα, από όσα υπαγορεύουν αι αρεταί, και εν γένει εάν αποκτά διά τον εαυτόν του πάντοτε το καλόν, αυτόν κανείς δεν θα τον ονομάση φίλαυτον, ούτε θα τον κατακρίνη. Ημπορεί όμως αυτός να φανή περισσότερον φίλαυτος. Τουλάχιστον αυτός αποδίδει εις τον εαυτόν του τα καλλίτερα και τα κυρίως αγαθά. Και κάμνει χάριν εις το κυριώτερον μέρος από τα ιδικά του, και δι' όλα πείθεται εις αυτό. Καθώς δε η πόλις φαίνεται ότι είναι το κυριώτερον και εν γένει παν σωματείον, ομοίως και ο ανθρωπισμός εις το άτομον. Επομένως και φίλαυτος κυρίως είναι όστις αγαπά αυτό το μέρος του και εις αυτό κάμνει χάριν.

Αλλά και ο εγκρατής και ακρατής ονομάζεται εκ του ότι συγκρατεί ή όχι τον νουν του, διότι αυτός (ο νους) αποτελεί κυρίως το άτομον, και προ πάντων νομίζουν ότι εξετέλεσαν οι ίδιοι και εκουσίως όσα μόνον εξετέλεσαν με το λογικόν. Ότι λοιπόν αυτά αποτελούν το άτομον δεν είναι δυσνόητον, και ότι ο καλός αυτό αγαπά προ πάντων. Διά τούτο ίσως αυτός κυρίως είναι φίλαυτος, και αποτελεί διάφορον είδος από εκείνο το οποίον ονειδίζεται, και τόσον διάφορον, όσον διαφέρει το να ζη κανείς μάλλον συμφώνως με το λογικόν παρά συμφώνως με το πάθος του, και να επιθυμή το καλόν παρά το νομιζόμενον συμφέρον. Και λοιπόν, εκείνους οι οποίοι κατ' εξοχήν φροντίζουν διά τας καλάς πράξεις, όλοι τους εγκρίνουν και τους επαινούν. Εάν δε όλοι θελήσουν να συναγωνίζωνται διά το καλόν και να προσπαθούν να εκτελούν τα καλλίτερα, τότε και διά το κοινόν θα γίνουν όλα όσα χρειάζονται, και ατομικώς δι' έκαστον τα μεγαλίτερα αγαθά, εάν βεβαίως η αρετή είναι τοιούτον. Ώστε ο μεν αγαθός οφείλει να είναι φίλαυτος ― διότι και ο ίδιος θα ωφεληθή εκτελών τα καλά, και τους άλλους θα ωφελήση. O μοχθηρός όμως δεν πρέπει να είναι φίλαυτος ― διότι και τον εαυτόν του θα βλάψη και τον πλησίον του, επειδή ακολουθεί ποταπά πάθη. Και βεβαίως εις τον μοχθηρόν δεν συμφωνούν όσα πράττει με όσα πρέπει να πράττη.

&Η αγαθή φιλαυτία ως αυταπαρνησία&. ― O καλός όμως, όσα πρέπει να εκτελή, αυτά εκτελεί. Διότι πάντοτε ο νους προτιμά το καλλίτερον δι' έκαστον άτομον, ο δε καλός πειθαρχεί εις τον νουν. Είναι δε ακόμη αληθές διά τον σπουδαίον και ότι εκτελεί πολλά χάριν των φίλων του και της πατρίδος του, και εν ανάγκη θυσιάζει την ζωήν του χάριν αυτών. Δηλαδή αυτός περιφρονεί και χρήματα και τιμάς και εν γένει τα περιζήτητα αγαθά, διότι προμηθεύει εις το άτομόν του το καλόν. Δηλαδή θα προτιμήση να ευχαριστηθή δυνατά ολίγον καιρόν, παρά πολύν καιρόν ελαφρά, και να ζήση μίαν χρονιάν καλά παρά πολλά έτη όπως τύχη, και να κάμη μίαν πράξιν καλήν και σπουδαίαν παρά πολλάς και μικράς. Και βεβαίως εις τους θυσιαζομένους χάριν άλλων ίσως αυτό συμβαίνει. Επομένως εκλέγουν μέγα καλόν διά τον εαυτόν των. Και χρήματα δε ημπορούν να περιφρονήσουν με σκοπόν να τα λάβουν οι φίλοι των. Διότι τότε ο μεν φίλος λαμβάνει χρήματα, αυτός δε το καλόν. Επομένως το μεγαλίτερον αγαθόν το αποδίδει εις τον εαυτόν του. Και ως προς τας τιμάς δε και τας αρχάς κάμνει τα ίδια. Δηλαδή όλα αυτά θα τα αφήση διά τον φίλον του. Διότι δι' αυτόν τούτο είναι καλόν και αξιέπαινον. Επομένως δικαίως φαίνεται ότι είναι σπουδαίος, διότι απέναντι όλων των άλλων προτιμά το καλόν.

Είναι δυνατόν δε και ευδοκιμήσεις να χαρίση εις τον φίλον του, και επομένως ίσως θεωρεί ωραιότερον από την ιδικήν του ευδοκίμησιν το να συντελέση εις την ευδοκίμησιν του φίλου του. Λοιπόν εις όλα τα αξιέπαινα ο σπουδαίος αποδεικνύεται ότι κρατεί διά τον εαυτόν του την περισσοτέραν μερίδα του καλού. Τοιούτου είδους λοιπόν φίλαυτος πρέπει να είναι κανείς, καθώς είπαμεν, και όχι καθώς είναι οι περισσότεροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Αν ο ευτυχής έχη ανάγκην φίλων&. ― Υπάρχει δε ακόμη αμφισβήτησις αν ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων ή όχι. Δηλαδή λέγουν πολλοί ότι δεν έχουν καμμίαν ανάγκην φίλων οι αξιομακάριστοι και οι αυτάρκεις. Διότι αυτοί έχουν τα αγαθά των. Αφού λοιπόν είναι αυτάρκεις, δεν έχουν καμμίαν πρόσθετον ανάγκην, ο δε φίλος, αφού είναι άλλος εγώ, δεν κάμνει παρά να προμηθεύη εις αυτόν όσα δεν ημπορεί μόνος του. Δι' αυτό ελέχθη το εξής:

Όταν η τύχη βοηθή, τους φίλους τι τους θέλεις; {11}

Αλλά φαίνεται ως παράλογον, ενώ χαρίζουν όλα τα αγαθά εις τον ευτυχή, να μη του χαρίζουν και φίλους, αφού αυτοί φαίνεται ότι είναι το μεγαλίτερον από τα εξωτερικά αγαθά. Ακόμη δε, εάν ιδιότης του καλού φίλου είναι μάλλον να ευεργετή παρά να ευεργετήται, και εάν ιδιότης του αγαθού και της αρετής είναι να ευεργετή, καλλίτερον δε είναι να ευεργετή κανείς φίλους παρά ξένους, έπεται ότι ο σπουδαίος χρειάζεται φίλους διά να τους ευεργετή. Διά τούτο είναι ζήτημα αν εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισσότερον οι φίλοι ή εις τας δυστυχίας, το οποίον αποδεικνύει ότι και όστις ατυχεί χρειάζεται ευεργέτας, και όστις ευτυχεί χρειάζεται ανθρώπους διά να τους ευεργετή. ― Αλλ' ίσως είναι παράλογον ακόμη και να θέλωμεν να αφήσωμεν εις μοναξίαν τον αξιομακάριστον. Διότι μόνος του κανείς δεν θα εδέχετο να έχη έστω και όλα τα αγαθά. Διότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικός και επλάσθη να συζή. Επομένως και εις τον ευτυχή υπάρχει αυτό το φυσικόν. Διότι, αυτός έχει όλα τα φυσικά αγαθά. Είναι δε φανερόν ότι είναι καλλίτερον να συναναστρέφεται φίλους και καλούς ανθρώπους παρά ξένους και τυχαίους. Επομένως ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων.

&O αγαθός δεν έχει ανάγκην χρησίμων φίλων ούτε ηδονικών αλλά σπουδαίων&. ― Τι εννοούν λοιπόν οι πρώτοι και πώς λέγουν την αλήθειαν; ή καθόσον πολλοί νομίζουν ως φίλους τους χρησίμους; και βεβαίως τοιούτους φίλους ποτέ δεν θα χρειασθή ο αξιομακάριστος, διότι αυτός τα έχει τα αγαθά. Επομένως δεν θα χρειασθή ούτε τους φίλους της ηδονής, παρά μόνον ολίγον ― διότι, όταν ο βίος είναι ηδονικός, δεν έχει καμμίαν ανάγκην πρωτοφερμένης ηδονής. Αφού δε δεν έχει ανάγκην από τοιούτους φίλους, φαίνεται ως να μη χρειάζεται φίλους.