Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος
Part 5
Περιέχει δε και το ηδονικόν και το χρήσιμον η τοιαύτη φιλία περισσότερον από τας ξένας, καθόσον είναι και κοινότερος ο βίος μεταξύ αυτών. Υπάρχουν δε και εις την αδελφικήν φιλίαν όσα υπάρχουν και εις την συνεταιρικήν, και περισσότερον εις τους καλούς, και εν γένει εις τους ομοίους, καθόσον είναι οικειότεροι και ήρχισαν αφ' ότου εγεννήθησαν να αγαπώνται μεταξύ των, και καθόσον είναι ομοιότεροι εις τα ήθη όσοι εγεννήθησαν από τους ιδίους γονείς, και είναι σύντροφοι και επαιδεύθησαν ομοίως. Και η δοκιμασία αυτή είναι μακροχρόνιος και ασφαλεστάτη. Είναι δε ανάλογοι αι φιλίαι και εις τα άλλα είδη της συγγενείας.
&Η συζυγική φιλία είναι φυσική&. ― Μεταξύ δε ανδρός και γυναικός φαίνεται ότι η φιλία υπάρχει εκ φύσεως. Διότι ο άνθρωπος είναι μάλλον ζευγαρωτόν ζώον εκ φύσεως παρά πολιτικόν, καθόσον είναι προτιμοτέρα και αναγκαιοτέρα η οικογένεια από την πόλιν, και καθόσον η τεκνοποιία είναι κοινοτέρα εις όλα τα ζώα. Και εις μεν τα άλλα ζώα μόνον έως εκεί φθάνει η επιμιξία. Οι άνθρωποι όμως δεν κάμνουν συνοικέσια μόνον χάριν της τεκνοποιίας, αλλά και διά την συμβίωσιν. Διότι εξ αρχής μοιράζονται αι εργασίαι, και είναι άλλαι αι του ανδρός και άλλαι της γυναικός. Λοιπόν βοηθούν ο είς τον άλλον, διότι θέτουν εις το μέσον τα ιδιαίτερά των. Δι' αυτό δε φαίνεται ότι εις αυτήν την φιλίαν υπάρχει και το χρήσιμον, καθώς και το ηδονικόν, ημπορεί δε να είναι φίλοι και από αρετήν, εάν είναι καλοί. Διότι υπάρχει αρετή του καθενός από τους δύο, και ημπορούν να ευχαριστούνται με τούτο. Φαίνεται δε ότι τα τέκνα είναι σύνδεσμος. Διά τούτο γληγορώτερα χωρίζονται οι άτεκνοι. Δηλαδή τα τέκνα είναι κοινόν αγαθόν διά τους δύο, και το κοινόν τους συγκρατεί. Πώς όμως πρέπει να ζη ο ανήρ μαζί με την γυναίκα του και εν γένει ο φίλος με τον φίλον, φαίνεται ότι δεν είναι διάφορος έρευνα από το πώς είναι δίκαιον να ζουν. Δηλαδή φαίνεται ότι δεν υπάρχει η ιδία φιλία του φίλου προς τον φίλον και τον ξένον και τον συνέταιρον και τον συμφοιτητήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
&Διάφοροι δυσαρέσκειαι ανάλογοι με τα είδη της φιλίας&. ― Αφού δε είναι τριών ειδών αι φιλίαι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, και εις έκαστον είδος άλλοι μεν είναι φίλοι με ισότητα, άλλοι δε με υπερβολήν ― διότι όχι μόνον οι ομοίως αγαθοί γίνονται φίλοι, αλλά και ο καλλίτερος με τον χειρότερον, ομοίως δε και οι ηδονικοί, και οι φίλοι της χρησιμότητος, οι οποίοι εξισόνουν τας ωφελείας οσάκις είναι διαφορετικοί, διά τούτο οι μεν ίσοι πρέπει συμφώνως με την ισότητά των να εξισόνουν την αγάπην και τα άλλα, οι δε άνισοι να αποδίδουν το ανάλογον εις ό,τι είναι ανώτεροι οι άλλοι.
&Αι δυσαρέσκειαι πλεονάζουν εις την φιλίαν της χρησιμότητος&. ― Γεννώνται δε αι δυσαρέσκειαι και αι κατακρίσεις ή αποκλειστικώς εις την φιλίαν της χρησιμότητος, ή κυρίως εις αυτήν μόνον, ή περισσότερον ευλόγως εις αυτήν. Διότι, όσοι μεν είναι φίλοι από αρετήν, προθυμοποιούνται να ευεργετούν ο είς τον άλλον ― διότι αυτό είναι ιδιότης της αρετής και της φιλίας. Αφού δε αμιλλώνται εις αυτό δεν υπάρχουν δυσαρέσκειαι ούτε φιλονικίαι ― διότι εκείνον όστις αγαπά και ευεργετεί κανείς δεν τον δυσαρεστεί, αλλά, εάν έκαμε εις κανένα χάριν, αυτός τον εκδικείται με άλλην ευεργεσίαν. Όστις δε είναι ανώτερος, εάν δεν επιτύχη ό,τι επιθυμεί, δεν ημπορεί να παραπονήται διά τον φίλον του, διότι ο καθείς των επιθυμεί το αγαθόν. Επίσης δε δεν παραπονούνται τόσον πολύ ούτε εις τα ηδονικά ― διότι αυτοί συγχρόνως απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν, αφού ευχαριστούνται να συναναστρέφωνται μαζί, θα εφαίνετο δε ίσως και γελοίος όστις κατακρίνει εκείνον που δεν τον ευχαριστεί, αφού ημπορεί να μη τον συναναστρέφεται. ― Η φιλία όμως της χρησιμότητος γεννά δυσαρεσκείας. Διότι, επειδή σχετίζονται διά να ωφεληθούν ο είς από τον άλλον, έχουν εκάστοτε ανάγκην του περισσοτέρου και νομίζουν ότι έλαβαν ολιγώτερον από ό,τι πρέπει, και τους κατακρίνουν, διότι δεν λαμβάνουν όσα χρειάζονται, ενώ αξίζουν. Αλλά οι ευεργετούντες δεν ημπορούν να προφθάσουν όσα χρειάζονται οι ευεργετούμενοι.
&Μέρος ηθικόν και μέρος νομικόν εις την φιλίαν της χρησιμότητος&. ― Και καθώς το δίκαιον είναι δύο ειδών, δηλαδή το έν άγραφον και το άλλο σύμφωνον με τον νόμον, ομοίως φαίνεται ότι και εις την φιλίαν της χρησιμότητος το έν μέρος είναι ηθικόν, το δε άλλο νομικόν. Κυρίως λοιπόν συμβαίνουν παράπονα, όταν δεν δοσοληπτήσουν συμφώνως με την ιδίαν φιλίαν με την οποίαν χωρίζονται. Και το μεν νομικόν είδος το γινόμενον με ρητάς συμφωνίας άλλοτε μεν είναι όλως διόλου χυδαίον και χέρι με χέρι, άλλοτε δε εγγενέστερον με προθεσμίαν, πάντοτε όμως με συμφωνίαν, τι δίδεις και τι παίρνεις ― είναι όμως δεδηλωμένον εις αυτήν το oφειλόμενον και όχι αμφισβητούμενον, και ως μόνον χαρακτηριστικόν της φιλίας έχει την προθεσμίαν. Διά τούτο μερικοί δεν εγείρουν δίκας διά τοιαύτα, αλλά νομίζουν ότι πρέπει να αγαπούν τους συναλλασσομένους με πίστιν. Tο δε ηθικόν δεν είναι με ρητούς όρους, αλλά κάμνει δώρον ή άλλο τι ως εις φίλον. Απαιτεί όμως να απολαύση το ίσον ή και περισσότερον, διότι νομίζει ότι δεν έδωκε αλλά εδάνεισε. Αυτός δε θα παραπονεθή ότι δεν έκαμε την συναλλαγήν με τους όρους που διαλύει. Τούτο δε συμβαίνει, διότι επιθυμούν μεν όλοι ή οι περισσότεροι τα καλά, προτιμούν όμως τα ωφέλιμα. Και καλόν μεν είναι το να ευεργετή κανείς, όχι διά να ευεργετηθή, ωφέλιμον όμως είναι το να ευεργετήται. Επομένως, όστις ημπορεί, πρέπει να ανταποδίδη τα ανάλογα προς όσα έλαβε, και εκουσίως. Διότι ακούσιον φίλον δεν πρέπει να έχωμεν, ως άνθρωπον ο οποίος δήθεν έσφαλε εις την αρχήν και εδέχθη ευεργεσίαν από εκείνον που δεν έπρεπε. Και βεβαίως δεν ευεργετήθη από φίλον, ούτε από άνθρωπον ο οποίος ευεργετεί καθαυτό διά την ευεργεσίαν. Λοιπόν πρέπει να διαλυθή ως να ευεργετήθη με ρητήν συμφωνίαν. Και ίσως πρέπει να υποσχεθή, ότι, εάν ημπορέση, θα αποδώση την ευεργεσίαν. Από τον μη δυνάμενον όμως ίσως δεν έχει απαίτησιν ούτε όστις έδωκε. Επομένως, μόνον εάν είναι ικανός, πρέπει να αποδώση. Πρέπει όμως να προσέχη εις την αρχήν τι άνθρωπος τον ευεργετεί και διά ποίον λόγον και αναλόγως να δεχθή ή όχι.
&Αν η ευεργεσία πρέπει να εκτιμάται με την αξίαν της, ή αναλόγως της ανάγκης του ευεργετουμένου&. ― Επιδέχεται δε αμφισβήτησιν αν πρέπει, να λαμβάνωμεν ως μέτρον το πόσον ωφελήθη ο ευεργετηθείς, και συμφώνως με αυτό να ανταποδώσωμεν, ή το πόση ήτο η ωφέλεια του ευεργετήσαντος. Διότι οι μεν ευεργετηθέντες λέγουν ότι έλαβον χάριν, η οποία ως προς τον ευεργετήσαντα ήτο μικρόν πράγμα, και ότι ήτο δυνατόν να την λάβουν από άλλους, διά να εξευτελίσουν το ποσόν. Οι άλλοι όμως λέγουν αντιθέτως ότι έδωκαν το περισσότερον που ημπορούσαν, και όσα δεν ήτο δυνατόν να δώσουν άλλοι, και εν ώρα κινδύνου ή εις ανάλογους ανάγκας. Τόρα λοιπόν, αφού αυτή η φιλία είναι της χρησιμότητος, μήπως άραγε μέτρον αυτής είναι η ωφέλεια του ευεργετηθέντος; Διότι αυτός είναι που έχει ανάγκην, και ο άλλος τον βοηθεί με την ελπίδα ότι θα απολαύση ίσην ευεργεσίαν. Επομένως η βοήθεια έγινε τόση, ώστε να τον ωφελήση, και διά τούτο πρέπει και αυτός να αποδώση όσον εκέρδισε ή και περισσότερον. Διότι τούτο είναι ωραιότερον. Εις τας φιλίας όμως της αρετής δεν υπάρχουν παράπονα, ως μέτρον δε φαίνεται ότι είναι η προαίρεσις του ευεργετήσαντος. Διότι της αρετής και του ήθους το σπουδαιότερον έγκειται εις την προαίρεσιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ις'.
&Δυσαρέσκειαι εις την φιλίαν της υπεροχής&. ― Φιλονικούν δε και εις τας φιλίας της υπεροχής. Διότι έκαστος απαιτεί να λάβη περισσότερον, όταν όμως γίνη τούτο, διαλύεται η φιλία. Δηλαδή και ο καλλίτερος νομίζει ότι είναι πρέπον, αυτός να λάβη περισσότερον ― διότι εις τον αγαθόν αποδίδεται περισσότερον ― το ίδιον όμως νομίζει και ο ωφελιμώτερος. Δηλαδή λέγουν ότι, όστις είναι άχρηστος δεν πρέπει να λάβη το ίσον. Διότι τότε πλέον δεν είναι φιλία, αλλά ταμείον απομάχων, εάν δεν είναι σύμφωνα με την αξίαν των έργων τα κέρδη της φιλίας. Δηλαδή, καθώς εις την δοσοληψίαν λαμβάνουν περισσότερα όσοι συντελούν περισσότερον, το ίδιον λέγουν ότι πρέπει να γίνεται και εις την φιλίαν. Αλλά ο ελλιπής και ο χειρότερος φρονούν το αντίθετον. Δηλαδή ότι ο καλός φίλος φαίνεται, όταν βοηθή τους έχοντας ανάγκας. Διότι, λέγουν αυτοί, τι το όφελος να είσαι φίλος με ένα σπουδαίον ή πανίσχυρον, αφού βέβαια δεν περιμένεις να ωφεληθής τίποτε; Φαίνεται όμως ότι ο καθείς έχει ορθήν αξίωσιν και ότι πρέπει ο καθείς να κερδίζη από την φιλίαν, όχι όμως το ίδιον πράγμα, αλλά ο μεν εύπορος τιμήν, ο δε άπορος κέρδος. Διότι της μεν αρετής και της ευεργεσίας αμοιβή είναι η τιμή, της δε στερήσεως βοήθημα είναι το κέρδος. Φαίνεται δε ότι αυτό είναι το ίδιον και εις τα πολιτεύματα. Δηλαδή δεν τιμάται όστις δεν δίδει τίποτε διά το κοινόν αγαθόν. Διότι το κοινόν δίδεται εις τον ευεργετούντα το κοινόν, κοινόν δε είναι η τιμή, επομένως δεν είναι δυνατόν, συγχρόνως να πλουτίζη κανείς από τα κοινά και να τιμάται. Διότι εις όλα κανείς δεν υποφέρει το ολιγώτερον. Διά τούτο εις τον ολιγοστεύοντα τα χρήματα χάριν των κοινών αποδίδουν τιμήν, και εις τον μη δωροδοκούμενον δίδουν χρήματα. Διότι το σύμφωνον με την αξίαν διατηρεί την φιλίαν, καθώς είπαμεν. Ομοίως λοιπόν πρέπει να σχετίζωνται και οι άνισοι, και όστις ωφελείται χρηματικώς ή με αρετήν, πρέπει να ανταποδίδη τιμήν, διά να φαίνεται ότι ανταποδίδει ό,τι του είναι δυνατόν. Διότι μόνον το δυνατόν απαιτεί η φιλία, και όχι όσον αξίζει. Ούτε είναι βεβαίως δυνατόν εις όλα να αποδίδωμεν όσον αξίζει, καθώς συμβαίνει εις τας τιμάς των θεών και των γονέων. Δηλαδή εις αυτούς κανείς δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποδώση όσον αξίζουν, όστις όμως τους λατρεύει όσον ημπορεί, φαίνεται καλός. Διά τούτο ίσως φανή ότι δεν επιτρέπεται ο υιός να απαρνηθή τον πατέρα του, ενώ ο πατήρ ημπορεί να απαρνηθή τον υιόν. Διότι ο οφείλων πρέπει να αποδίδη. Αυτός όμως, ό,τι και αν έκαμε, δεν έκαμε αντάξια με όσα έλαβε προηγουμένως, ώστε πάντοτε μένει χρεώστης, αλλ' όσοι έχουν να λαμβάνουν έχουν δικαίωμα να απαρνηθούν, επομένως και ο πατήρ. Συγχρόνως όμως φαίνεται ότι κανείς πατήρ δεν ημπορεί να αποχωρισθή, εάν εκείνος δεν είναι καθ' υπερβολήν μοχθηρός ― διότι εκτός της φυσικής φιλίας, είναι σύμφωνον με την φύσιν του ανθρώπου να μη αποδιώκη την βοήθειαν. ― O υιός όμως ημπορεί να αποφεύγη ή να μη προθυμήται να βοηθήση, όταν είναι μοχθηρός. Δηλαδή οι περισσότεροι θέλουν να ευεργετούνται, αποφεύγουν όμως να ευεργετούν, διότι από τούτο δεν περιμένουν ωφέλειαν.
ΒΙΒΛΙΟΝ I.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Φ ι λ ί α& (συνέχεια).
&Εις τας ανομοειδείς φιλίας ισοφαρίζει το χρήμα&. ― Περί αυτών λοιπόν είναι αρκετά όσα είπαμεν. Εις όλας όμως τας ανομοειδεις φιλίας η αναλογία ισοφαρίζει και διατηρεί την φιλίαν, καθώς είπαμεν, καθώς και εις την πολιτικήν ο υποδηματοποιός απέναντι των υποδημάτων λαμβάνει αμοιβήν σύμφωνον με την αξίαν των και ο υφαντής και οι άλλοι. Και εδώ μεν βεβαίως εξευρέθη ως κοινόν μέτρον το νόμισμα, και με αυτό σχετίζονται όλα και μετρούνται. Εις την ερωτικήν φιλίαν όμως κάποτε μεν παραπονείται ο εραστής, διότι αγαπά περισσότερον και δεν ανταγαπάται, ενώ πολύ πιθανόν να μη έχη τίποτε το αξιαγάπητον, πολλάκις δε πάλιν παραπονείται ο ερωμένος, διότι εκείνος προηγουμένως του είχε υποσχεθή τα πάντα και τόρα δεν εκτελεί τίποτε. Συμβαίνουν δε τα τοιαύτα, όταν ο μεν πρώτος αγαπά τον ερωμένον χάριν ηδονής, ο δε δεύτερος αγαπά τον εραστήν χάριν της ωφελείας, και όταν αυτά δεν υπάρχουν συγχρόνως και εις τους δύο. Δηλαδή, όταν η φιλία υπάρχη δι' αυτά, επέρχεται διάλυσις της φιλίας, εάν δεν αποδίδωνται εκείνα διά τα οποία ήσαν αγαπημένοι. Διότι δεν αγαπούσαν τα άτομα των, αλλά τα πλεονεκτήματα, τα οποία δεν είναι μόνιμα. Διά τούτο και αι φιλίαι είναι άστατοι. Η φιλία όμως των ηθών, επειδή στηρίζεται εις τα άτομα, διατηρείται, καθώς είπαμεν. Φιλονικούν δε ακόμη, και όταν τους δίδωνται άλλα και όχι όσα ποθούν. Διότι είναι ως να μη λαμβάνη κανείς τίποτε, όταν δεν ευρίσκη εκείνο το οποίον επιθυμεί, καθώς και όταν τάζη κανείς εις τον οργανοπαίκτην, όσον καλλίτερα τραγουδήση, τόσον περισσότερα να του δώση. Το πρωί όμως, όταν αυτός ζητήση τα υποσχεθέντα, εκείνος του λέγει ότι του ανταπέδωκε ηδονήν απέναντι ηδονής. Και βεβαίως, εάν ο καθείς από τους δύο επεδίωκε ηδονήν, θα ήτο η απάντησις ορθή. Αφού όμως ο μεν πρώτος ζητεί τέρψιν, ο δε δεύτερος αμοιβήν, και ο μεν πρώτος έχει χρήματα, ο δε δεύτερος δεν έχει, δεν είναι ορθή αυτή η επιμιξία των. Διότι όσα χρειάζεται κανείς, εις αυτά δίδει προσοχήν, και χάριν εκείνου δίδει αυτά εδώ.
&O συμβιβασμός άνευ δικαστηρίων&. ― Τόρα όμως ποίος έχει το δικαίωμα να ορίση την αξίαν, άραγε ο προπληρόνων ή ο προπληρούμενος ; Διότι φαίνεται ότι ο δίδων αναθέτει εις εκείνον. Και αυτό λέγουν ότι το έκαμνε ο Πρωταγόρας. Δηλαδή, αφού εδίδασκε οτιδήποτε, κατόπιν έλεγε εις τον μαθητήν του να εκτιμήση πόσην αξίαν νομίζει ότι έχουν όσα έμαθε, και ελάμβανε τόσον ποσόν. Εις τοιαύτας δε περιστάσεις μερικοί εφαρμόζουν το :
Μισθός συμφωνημένος και καλός {7}.
Όσοι όμως λαμβάνουν προκαταβολικώς το χρήμα, έπειτα όμως δεν εκτελούν τίποτε από όσα είπαν, διότι ήσαν υπερβολικαί αι υποσχέσεις των, δικαίως υφίστανται αγωγάς, Διότι δεν εκτελούν όσα εσυμφώνησαν. Τούτο δε ίσως αναγκάζονται να κάμνουν οι σοφισταί, διότι κανείς δεν θα έδιδε εις αυτούς χρήματα, δι' όσα γνωρίζουν πραγματικώς. Αυτοί λοιπόν δι' όσα επληρώθησαν, επειδή δεν τα εκτελούν, δικαίως εγκαλούνται. Εις όσους όμως δεν προηγήθη συμφωνία της εκδουλεύσεως, όσοι μεν προπληρόνουν χάριν του ατόμου είπαμεν ότι δεν παραπονούνται ― διότι τοιαύτη είναι η φιλία της αρετής ― πρέπει δε να αμείβη κανείς συμφώνως με την προαίρεσίν του, διότι αυτή χαρακτηρίζει τον φίλον και την αρετήν.
Φαίνεται δε ότι αυτό συμβαίνει και εις τους συμμετέχοντας της φιλοσοφίας. Δηλαδή η αξία δεν μετρείται με χρήματα, τίμημα δε αντάξιον αυτής δεν είναι δυνατόν να ευρεθή, αλλ' ίσως είναι αρκετόν ό,τι είναι δυνατόν, καθώς προς τους θεούς και τους γονείς. ― Όταν όμως η χορήγησις δεν είναι τοιούτου είδους, αλλά με ωρισμένον όρον, κυρίως μεν ίσως πρέπει η ανταπόδοσις να είναι κατά την γνώμην και των δύο δικαία, εάν όμως τούτο δεν γίνεται, όχι μόνον αναγκαίον θα είναι να επιβάλλη όρους ο πρώτος λαβών, αλλά και δίκαιον. Διότι, όσον ωφελήθη αυτός ή με ό,τι ποσόν θα αντήλλασσε την ηδονήν, τόσον πρέπει να λάβη ο χορηγός του, διά να απολαύση από αυτόν ό,τι αξίζει. Και βεβαίως εις τα οψώνια φαίνεται ότι αυτό συμβαίνει. Και εις μερικά μέρη υπάρχουν νόμοι να μη γίνωνται δίκαι διά τας εκουσίας συμφωνίας, διότι θεωρείται ορθόν, με όποιον ενεπιστεύθη κανείς, να συμβιβασθή καθώς και εληψοδότησε. Διότι νομίζει ότι εις τον θεωρηθέντα αξιόπιστον, ανήκει ορθότερον το δικαίωμα να ορίση, παρά εις τον εμπιστευθέντα. Διότι συνήθως δεν εκτιμούν εξ ίσου έν πράγμα όσοι το έχουν και όσοι θέλουν να το λάβουν. Δηλαδή τα ιδικά των και όσα δίδουν εις άλλους φαίνονται πολύτιμα. Και όμως η πληρωμή ανέρχεται μόνον εις το ποσόν το οποίον ορίζουν οι λαμβάνοντες. Ίσως δε πρέπει να εκτιμώμεν έν πράγμα όχι όσον νομίζει ότι αξίζει όστις το έχει, αλλά όσον το εξετίμα πριν να το έχη ιδικόν του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Σύγκρουσις καθηκόντων προς τους συγγενείς και τους ξένους&. ― Γεννούν δε απορίαν και τα εξής• λόγου χάριν άραγε γενικώς πρέπει να ανταποδίδη κανείς εις τον πατέρα του και να πείθεται εις αυτόν, ή όταν μεν πάσχη να πείθεται εις τον ιατρόν, στρατηγόν δε να εκλέγη τον εμπειροπόλεμον. Ομοίως δε άραγε μάλλον τον φίλον ή τον σπουδαίον πρέπει να εξυπηρετήσωμεν, και πάλιν άραγε εις τον ευεργέτην πρέπει να αποδώσωμεν την χάριν μάλλον, ή να την δώσωμεν εις τον συνέταιρόν μας, όταν δεν είναι δυνατόν να δώσωμεν και εις τους δύο. Μήπως λοιπόν δεν είναι εύκολον να ορίσωμεν καλώς όλα τα τοιαύτα ― διότι έχουν πολλάς διαφοράς και ως προς το μέγεθος και την σμικρότητα, και ως προς το καλόν και αναγκαίον; Ότι όμως δεν πρέπει όλα να τα αποδίδωμεν εις τον ίδιον, δεν είναι δυσνόητον. Και τας μεν ευεργεσίας μάλλον πρέπει συνήθως να τας αποδίδωμεν, παρά να τας χαρίζωμεν εις άλλους. Ίσως όμως και τούτο δεν πρέπει να γίνεται πάντοτε. Λόγου χάριν ο απολυτρωθείς από τους ληστάς άραγε οφείλει να λυτρώση αμοιβαίως τον λυτρωτήν του, οποιοσδήποτε και αν είναι, ή όχι ; και πάλιν άραγε εις τον συλληφθέντα πρέπει κανείς να επιστρέψη τα οφειλόμενα όταν τα ζητή, παρά με αυτά να ελευθερώση τον πατέρα του; Διότι βεβαίως ίσως είναι ορθόν να προτιμήση και από τον εαυτόν του τον πατέρα του. Καθώς είπαμεν λοιπόν, γενικώς πρέπει να αποδίδη το οφειλόμενον. Εάν όμως αυξάνη η αξία του δώρου από το καλόν ή αναγκαίον της πράξεως, τότε πρέπει να προσέξωμεν εις αυτά. Διότι κάποτε δεν είναι ισότης πλέον το να αποδώση το πρώτον δώρον, όταν εκείνος μεν γνωρίζη ότι ευεργετεί σπουδαίον, αυτός, όμως ανταποδίδη εις εκείνον τον οποίον θεωρεί μοχθηρόν. Δηλαδή κάποτε ούτε εις τον δανειστήν δεν πρέπει να δανείση κανείς αμοιβαίως. Διότι εκείνος μεν εδάνεισεν εις αυτόν ελπίζων ότι θα τα λάβη, διότι είναι καλός, αυτός όμως δεν ελπίζει να τα λάβη από εκείνον, διότι είναι πονηρός. Λοιπόν, και όταν είναι πραγματικώς τοιούτος, δεν ημπορεί να έχη ίσην αξίωσιν, και πάλιν, όταν δεν είναι τοιούτος, νομίζεται όμως, δεν φαίνεται ότι αδίκως φέρονται προς αυτόν. Καθώς είπαμεν λοιπόν πολλάκις, οι κανόνες των παθών και των πράξεων είναι όμοιοι με τα πράγματα εις τα οποία περιστρέφονται.
&Η ανταπόδοσις πρέπει να γίνεται αναλόγως των προσώπων&. ― Ότι λοιπόν δεν πρέπει εις όλους να αποδίδωμεν τα ίσα, ούτε όλα γενικώς εις τον πατέρα, καθώς δεν θυσιάζονται όλα ούτε εις τον Δία, δεν είναι δυσνόητον. Αφού όμως άλλα πρέπει να αποδίδωμεν εις τους γονείς και τους αδελφούς και τους συνεταίρους και τους ευεργέτας, πρέπει εις έκαστον να δίδωμεν τα αρμόδια και πρέποντα, φαίνεται δε ότι αυτό και γίνεται. Δηλαδή εις μεν τους γάμους προσκαλούν τους συγγενείς ― διότι με αυτούς είναι κοινόν το γένος και επομένως και αι πράξεις αι περιστρεφόμεναι εις αυτό, ακόμη δε και εις τας κηδείας κυρίως νομίζουν ότι πρέπει να παρευρίσκονται οι συγγενείς διά τον ίδιον λόγον. Ίσως δε φανή ορθόν ότι τροφήν μεν κυρίως πρέπει να προμηθεύωμεν εις τους γονείς μας, διότι την χρεωστούμεν, και διότι είναι ασφαλώς το ωραιότερον πράγμα, να βοηθήσωμεν μάλλον τους αιτίους της υπάρξεώς μας παρά τον εαυτόν μας. Ακόμη δε και τιμήν ν' αποδίδωμεν εις τους γονείς, καθώς εις θεούς, όχι όμως πάσαν τιμήν, ούτε βεβαίως την ιδίαν τιμήν εις τον πατέρα και εις την μητέρα, ούτε πάλιν την τιμήν του σοφού, ή του στρατηγού, αλλά μόνον την πατρικήν, ομοίως δε και την μητρικήν. Αλλά και εις πάντα γεροντότερον να αποδίδωμεν τιμήν ως εκ της ηλικίας, με ορθοστασίαν και υπόκλισιν και τα όμοια. Εις τους συνεταίρους όμως και τους αδελφούς πρέπει να αποδίδωμεν θάρρος και συμμετοχήν εις όλα.
Ακόμη δε και εις τους συγγενείς και τους ενορίτας και συμπολίτας και όλους τους άλλους πρέπει πάντοτε να προσπαθούμεν να αποδίδωμεν το ανάλογον, και να ζυγίζωμεν όσα παρέχομεν εις τον καθένα με την οικειότητά του προς ημάς και την αρετήν του, ή την χρησιμότητά του. Και λοιπόν των μεν συγγενών η κρίσις είναι εύκολος, των διαφορετικών όμως είναι δυσκολωτέρα. Και όμως δεν πρέπει διά τούτο να την αποφύγωμεν, αλλά πρέπει να την ορίσωμεν εφ' όσον επιδέχεται ορισμόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Διάλυσις της φιλίας&. ― Είναι δε ζήτημα ακόμη αν πρέπει να διαλύη κανείς την φιλίαν ή όχι, με τους μη διατηρούντας την φιλίαν. Ή μήπως με όσους μεν έχουν φιλίαν χρησιμότητος ή ηδονής, δεν είναι διόλου παράλογον να διαλύουν, όταν πλέον δεν απολαμβάνουν αυτά; Διότι αυτών των απολαύσεων ήσαν φίλοι, αφού δε αυταί έλειψαν, είναι λογικόν πλέον να μη τας αγαπούν. Δικαιούται όμως να εγκαλέση κανείς τοιούτον φίλον, διότι, ενώ τον ηγάπα χάριν της χρησιμότητος και της ηδονής, επροσποιείτο ότι τον αγαπά χάριν του ήθους του. Διότι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, πολλαί διαφωνίαι γεννώνται μεταξύ των φίλων, όταν δεν είναι ομοία η εκτίμησις της φιλίας των με την πραγματικήν φιλίαν των. Λοιπόν, όταν κανείς διαψευσθή και νομίση ότι αγαπάται χάριν του ήθους, ενώ εκείνος δεν εκτελεί κανέν παρόμοιον πράγμα, τότε ας κατακρίνη τον εαυτόν του, όταν όμως απατηθή, διότι εκείνος επροσποιείτο, είναι δίκαιον να εγκαλή τον αδικήσαντα, και μάλιστα περισσότερον παρά τους κιβδηλοποιούς, καθόσον το κακούργημα εδώ γίνεται ως προς τιμαλφέστερον πράγμα. Εάν δε πάλιν τον επερίμενε αγαθόν, αυτός όμως καταντήση μοχθηρός και φαίνεται τοιούτος, άραγε πρέπει να εξακολουθή να τον αγαπά; Ή μήπως δεν είναι δυνατόν τούτο, αφού δεν είναι δυνατόν να αγαπώμεν τα πάντα παρά μόνον το αγαθόν, και αφού ούτε πρέπει να αγαπώμεν ένα πονηρόν, ούτε είναι ανάγκη; Διότι δεν πρέπει να είμεθα φίλοι των πονηρών, ούτε να εξομοιωθώμεν με τον κακόν. Είπαμεν όμως ότι ο όμοιος γίνεται φίλος με τον όμοιον. Επομένως πρέπει άραγε αμέσως να διαλύσωμεν; Ή μήπως όχι με όλους, αλλά μόνον με όσους φαίνονται ως αθεράπευτοι εις την κακίαν των, ενώ όσοι επιδέχονται διόρθωσιν πρέπει να τους βοηθήσωμεν εις το ήθος των παρά εις την περιουσίαν, καθόσον αυτό είναι καλλίτερον και σχετικώτερον με την φιλίαν; Ίσως όμως φανή ο διαλύων την φιλίαν ότι δεν κάμνει τίποτε παράλογον. Διότι αυτός δεν ήτο φίλος με αυτόν ως τοιούτον. Τόρα λοιπόν που μετεβλήθη, εάν δεν ημπορή να τον σώση πάλιν, απομακρύνεται. Εάν δε ο μεν πρώτος μένη στάσιμος, ενώ ο δεύτερος έγινε καλλίτερος και υπερτερεί πολύ κατά την αρετή, άραγε πρέπει να τον μεταχειρίζεται εκείνον ως φίλον, ή δεν είναι δυνατόν; Λοιπόν επί μεγάλης απομακρύνσεως γίνεται σαφέστερον, καθώς εις τας παιδαριώδεις φιλίας. Δηλαδή, εάν ο μεν είς εξακολουθή να είναι κατά τον νουν παιδί, ο άλλος όμως γίνη ο καλλίτερος που ημπορεί να υπάρξη μεταξύ των ανδρών, πώς είναι δυνατόν να είναι φίλοι, αφού ούτε αρέσκονται με τα ίδια πράγματα, ούτε ευχαριστούνται ή λυπούνται; Διότι πλέον και μεταξύ των δεν θα αποδίδουν όσω και προηγουμένως, χωρίς αυτά δε και τότε δεν θα ήσαν φίλοι. Δηλαδή δεν ημπορούν πλέον να συναναστρέφωνται. Περί αυτών δε ωμιλήσαμεν προηγουμένως. Αλλά τόρα άραγε δεν πρέπει να φερθή διόλου διαφορετικώτερα προς αυτόν, παρά ως να μη είχε χρηματίσει ποτέ φίλος του; Ή μήπως πρέπει να ενθυμήται την αλλοτινήν γνωριμίαν και καθώς μάλλον τον φίλον παρά τον ξένον θεωρούμεν καλόν να ευχαριστήσωμεν, ομοίως και τους αλλοτινούς φίλους πρέπει κάπως να τους χαρίζωμεν κάτι χάριν της προηγουμένης φιλίας, οσάκις δεν γίνεται η διάλυσις της φιλίας μας από υπερβολικήν των κακίαν;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.