Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος
Part 3
&Η ηδονή εν σχέσει προς την ευτυχίαν&. ― Εξ άλλου δε όλοι το λέγουν ότι η λύπη είναι κακόν και ότι είναι αξία αποφυγής. Διότι άλλη μεν είναι απόλυτον κακόν, άλλη δε διότι είναι κάπως εμποδιστική. Παν ό,τι όμως είναι το αντίθετον προς το άξιον αποφυγής από αυτήν την έποψιν του αξιοφεύκτου και του κακού, αυτό είναι αγαθόν. Επομένως έπεται λογικώς ότι η ηδονή είναι αγαθόν. Δηλαδή η λύσις είναι καθώς την εξήγει ο Σπεύσιππος, και όχι καθώς θεωρούμεν αντίθετον το μεγαλίτερον προς το μικρότερον και το ίσον. Διότι αυτός ποτέ δεν θα έλεγε ότι η ηδονή είναι έν είδος κακού. Και δεν υπάρχει κανέν εμπόδιον να ειπούμεν ότι το καλλίτερον πράγμα είναι κάποια ηδονή, με το να υπάρχουν μερικαί ηδοναί ποταπαί, καθώς και να ειπούμεν ότι το καλλίτερον πράγμα είναι κάποια επιστήμη, αν και υπάρχουν και μερικαί επιστήμαι ποταπαί. Αφού δε δι' εκάστην διάθεσιν υπάρχουν ενέργειαι ανεμπόδιστοι, είτε είναι ευτυχία η ενέργεια όλων των διαθέσεων, είτε κάποιας από τας διαθέσεις, ίσως είναι και λογικόν αυτή να είναι η πλέον προτιμητέα, όταν είναι ανεμπόδιστος. Αυτό δε είναι η ηδονή. Επομένως είναι δυνατόν να υπάρχη κάποια ηδονή ως το καλλίτερον πράγμα, ενώ πολύ πιθανόν αι περισσότεραι ηδοναί να είναι ποταπαί απολύτως. Και διά τούτο όλοι νομίζουν ότι ο ευτυχής βίος είναι ηδονικός και ευλόγως συνδιάζουν την ηδονήν με την ευτυχίαν. Διότι καμμία ενέργεια δεν είναι τελεία, όταν εμποδίζεται, η δε ευτυχία είναι από τας τελείας.
Διά τούτο ο ευτυχής έχει πρόσθετον ανάγκην των σωματικών αγαθών και των εξωτερικών και της τύχης, διά να μη εμποδίζωνται αυτά. Όσοι δε διισχυρίζονται ότι ο τροχοβασανιζόμενος και όστις περιπίπτει εις μεγάλας δυστυχίας είναι ευτυχής, αρκεί να είναι αγαθός, αυτοί ψεύδονται ή εκουσίως ή ακουσίως. Επειδή δε η ευτυχία απαιτεί προσθέτως την τύχην, διά τούτο φαίνεται εις μερικούς το ίδιον με το τυχηρόν, ενώ δεν είναι. Διότι και η τύχη, όταν είναι υπερβολική, γίνεται εμπόδιον, και ίσως τότε πλέον δεν είναι δίκαιον να ονομάζεται τυχερόν. Διότι ο ορισμός αυτών εδόθη συμφώνως με την ευτυχίαν.
&Η ηδονή εν σχέσει προς το ύψιστον αγαθόν&. ― Και το ότι δε επιδιώκουν την ηδονήν και τα ζώα όλα και οι άνθρωποι, είναι απόδειξις ότι αυτή είναι κάπως το καλλίτερον πράγμα :
Λόγος ποτέ δεν χάνεται, όταν τον διαλαλούνε στόματ' αμέτρητα.....
Επειδή όμως ούτε η ιδία φύσις ούτε η ιδία διάθεσις είναι η καλλιτέρα, αλλ' ούτε φαίνεται να είναι, διά τούτο ούτε την ιδίαν ηδονήν επιδιώκουν όλοι, επιδιώκουν όλοι όμως μίαν ηδονήν. Ίσως μάλιστα και δεν επιδιώκουν αυτήν την οποίαν παραδέχονται ως ηδονήν, ή την οποίαν ημπορούν να την παραδεχθούν, αλλά την ιδίαν, διότι όλα τα όντα έχουν εκ φύσεως κάτι τι θεϊκόν. Έλαβαν όμως την κληρονομίαν του ονόματος αι σωματικαί ηδοναί, διότι πλειστάκις οι άνθρωποι παραδίδονται εις αυτάς και όλοι μετέχουν αυτών. Επειδή λοιπόν αυταί μόνον είναι γνωστότεραι, δι' αυτό νομίζουν πολλοί ότι μόνον αυταί υπάρχουν. Είναι δε φανερόν ότι, εάν δεν είναι αγαθόν η ηδονή και η ενέργεια, δεν είναι δυνατόν να ζη ηδονικώς ο ευτυχής. Διότι προς τι θα εχρειάζετο αυτό, εάν δεν είναι αγαθόν, και εάν είναι δυνατόν να ζη κανείς και με λύπας; Διότι τότε ούτε αγαθόν ούτε κακόν είναι η λύπη, αφού δεν είναι ούτε η ηδονή. Επομένως διατί να την αποφεύγη; και βεβαίως ούτε ο βίος του σπουδαίου είναι ηδονικώτερος από άλλους, αφού δεν είναι ηδονικαί και αι ενέργειαι αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
&Διατί φαίνονται προτιμητέαι αι σωματικαί ηδοναί&. ― Βεβαίως λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν περί των σωματικών ηδονών χάριν εκείνων οι οποίοι λέγουν ότι μερικαί ηδοναί είναι πολύ προτιμητέαι• λόγου χάριν αι καλαί, και όχι αι σωματικαί και εκείναι εις όσας περιστρέφεται η ακολασία. Διατί λοιπόν αι εναντίαι λύπαι είναι μοχθηραί; Διότι του κακού το αντίθετον είναι το αγαθόν. Ή τάχα τόσον αγαθαί είναι αι αναγκαίαι, όσον και το μη κακόν είναι αγαθόν; Ή μήπως είναι μέχρι τινός αγαθαί; Διότι εις όσας δεν υπάρχει υπερβολή του καλλιτέρου, δεν υπάρχει υπερβολή ούτε της ηδονής, εις όσα δε υπάρχει, υπάρχει και της ηδονής. Υπάρχει δε εις τα σωματικά αγαθά υπερβολή, και ο ποταπός είναι τοιούτος, διότι επιδιώκει την υπερβολήν, και όχι τα αναγκαία. Διότι όλοι ευχαριστούνται κάπως με τα φαγητά, και με οίνους και με αφροδισιακάς ηδονάς, όχι όμως όσον πρέπει. Το αντίθετον δε ως προς την λύπην. Διότι εκεί έκαστος δεν αποφεύγει την υπερβολήν των μόνον, αλλά απολύτως. Διότι δεν υπάρχει καμμία λύπη αντίθετος με την υπερβολήν, παρά μόνον ως προς τον επιδιώκοντα την υπερβολήν.
Έπειτα δεν απαιτείται μόνον να ειπούμεν την αλήθειαν αλλά και την αιτίαν του ψεύδους, διότι τούτο συντελεί εις το να πείθη. Δηλαδή, όταν φανή εύλογον το διατί φαίνεται αληθές, ενώ δεν είναι, τότε κάμνει έκαστον να πιστεύη περισσότερον περί της αληθείας. Επομένως πρέπει να ομιλήσωμεν διατί φαίνονται περισσότερον προτιμητέαι αι σωματικαί ηδοναί. Πρώτον λοιπόν διότι αποδιώκουν την λύπην. Και εξ αιτίας των υπερβολών της λύπης, επειδή ευρίσκουν ιατρείαν, επιδιώκουν την υπερβολικήν ηδονήν και εν γένει την σωματικήν. Είναι δε σφοδραί αι ιατρείαι, ως εκ του οποίου και επιδιώκονται, διότι κάμνουν εντύπωσιν απέναντι του αντιθέτου. Και λοιπόν δεν φαίνεται σπουδαίον πράγμα η ηδονή δι' αυτούς τους δύο λόγους, καθώς είπαμεν, διότι δηλαδή άλλαι μεν είναι πράξεις ποταπής φύσεως ― ή εκ γενετής καθώς του ζώου, ή κατά συνήθειαν, καθώς των ποταπών ανθρώπων ― αι δε ιατρείαι, διότι εφαρμόζονται εις τον ελαττωματικόν, και διότι είναι προτιμότεραι να τας έχη κανείς παρά να τας λαμβάνη. Αυταί όμως συμβαίνουν μόνον όταν αποκαθίσταται η υγεία μας, επομένως μόνον κατά σύμπτωσιν είναι σπουδαίαι. Έπειτα επιδιώκονται ως σφοδραί από εκείνους οι οποίοι δεν ημπορούν να απολαύσουν άλλας. Απόδειξις δε είναι ότι οι ίδιοι προετοιμάζουν διά τον εαυτόν των κάποιαν δίψαν αυτών. Και λοιπόν, όταν μεν είναι αβλαβείς, είναι άψογοι, όταν όμως είναι βλαβεραί, είναι ποταπαί. Διότι δεν έχουν καν άλλα πράγματα με τα οποία να ευχαριστηθούν, και εξ άλλου η ουδετέρα κατάστασις είναι εις πολλούς λυπηρά ως εκ της φύσεώς των. Διότι πάντοτε κοπιάζει το ζώον, καθώς μαρτυρούν και οι φυσιολόγοι οι οποίοι λέγουν ότι η όρασις και η ακοή είναι επιδεκτικαί κοπώσεως. Αλλά εσυνηθίσαμεν, λέγουν, πλέον και δεν το αντιλαμβανόμεθα. Ομοίως δε εις μεν την νεότητα ένεκα της θρέψεως διάκεινται καθώς οι μεθυσμένοι, και είναι ηδονικόν η νεότης, ενώ οι εκ φύσεως μελαγχολικοί έχουν ανάγκην πάντοτε ιατρείας. Διότι το σώμα των από την κράσιν είναι ως να δαγκώνεται, και πάντοτε ευρίσκονται εις σφοδρούς πόθους, την δε λύπην την εκδιώκει όχι μόνον η αντίθετος ηδονή, αλλά και οποιαδήποτε άλλη, αρκεί να είναι ισχυρά.
Και διά τούτο γίνονται πολλοί ακόλαστοι και ποταποί. Όσαι όμως δεν έχουν λύπας, δεν επιδέχονται υπερβολήν. Τοιαύται δε είναι αι ηδοναί των εκ φύσεως ηδονικών και όχι κατά σύμπτωσιν• ονομάζω δε κατά σύμπτωσιν ηδονικά τα θεραπευτικά. Δηλαδή, επειδή κατά σύμπτωσιν θεραπεύονται, ενώ κάτι εκτελεί το υπόλοιπον της υγείας, διά τούτο φαίνονται ηδονικά. Εκ φύσεως όμως ηδονικά είναι όσα εκτελούν μίαν πράξιν ομοίας φύσεως.
&Η ηδονή ποικίλλει εξ αιτίας της ευμεταβλήτου φύσεώς μας.& ― Δεν είναι δε πάντοτε ηδονικόν το ίδιον πράγμα, διότι η φύσις ημών δεν είναι απλή, αλλά ενυπάρχει εις αυτήν και κάτι διαφορετικόν, αφού είμεθα φθαρτοί. Επομένως, εάν εκτελή τίποτε το έν μέρος μας, τούτο εις την άλλην φύσιν είναι αφύσικον. Όταν δε τα δύο στοιχεία ισορροπούν, τότε το εκτελούμενον δεν φαίνεται ούτε λυπηρόν ούτε ηδονικόν. Άλλως όμως, αν η φύσις ήτο απλή, θα ήτο πάντοτε η ιδία πράξις ηδονικωτάτη. Διά τούτο ο θεός πάντοτε μίαν και απόλυτον ηδονήν απολαμβάνει. Διότι δεν υπάρχει μόνον της κινήσεως ενέργεια αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή υπάρχει μάλλον εις την ακινησίαν παρά εις την κίνησιν. Αν δε η μεταβολή είναι, καθώς λέγει ο ποιητής, το γλυκύτερον από όλα, τούτο προέρχεται πάντοτε από κάποιαν κακίαν. Δηλαδή, καθώς ο κακός άνθρωπος είναι πάντοτε ευμετάβολος, ομοίως και η φύσις, η οποία έχει ανάγκην μεταβολής. Δηλαδή δεν είναι απλή, ούτε καθώς πρέπει. Λοιπόν περί της εγκρατείας και ακρατείας και περί ηδονής και λύπης και τι είναι έκαστον και πώς άλλα μεν από αυτά είναι αγαθά, άλλα δε κακά είναι αρκετά όσα είπαμεν. Τόρα δε υπολείπεται να ομιλήσωμεν περί φιλίας, τι πράγμα είναι, και τι είναι φίλος.
ΒΙΒΛΙΟΝ Θ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Φιλία.&
&Η φιλία είναι απαραίτητος&. ― Η φιλία βεβαίως είναι κάποια αρετή ή συνοδεύεται από αρετήν, έπειτα δε είναι αναγκαιοτάτη διά τον βίον. Διότι χωρίς φίλους, κανείς δεν ημπορεί να ζη, και αν έχη όλα τα άλλα αγαθά. Δηλαδή και οι πλούσιοι και όσοι έχουν αξιώματα και εξουσίας φαίνονται ότι έχουν την περισσοτέραν ανάγκην φίλων. Διότι ποία, η ωφέλεια της τοιαύτης ευημερίας των, εάν στερηθούν την αρετήν του να ευεργετούν, το οποίον επαινείται περισσότερον, όταν γίνεται προ πάντων εις τους φίλους; Ή πώς είναι δυνατόν να διατηρήται και να διασώζεται η ευημερία αυτή χωρίς φίλους; Διότι, όσον είναι περισσοτέρα, τόσον περισσότερον διατρέχει κίνδυνον. Και πάλιν μέσα εις την πτωχείαν και εις τας δυστυχίας ως μόνον καταφύγιον θεωρούν όλοι τους φίλους. Ακόμη δε είναι βοηθητική και εις τους νέους διά να μη σφάλλουν και εις τους γεροντοτέρους χάριν περιποιήσεως και χάριν ελλείψεως δραστηριότητος ένεκα της αδυναμίας, και εις τους έχοντας ακμαίαν ηλικίαν διά να εκτελούν καλάς πράξεις :
Όταν δυο περπατούν μαζί...
Διότι είναι ικανώτεροι και να εννοήσουν και να εκτελέσουν. Φαίνεται δε ότι ενυπάρχει εκ φύσεως η φιλία εις τους γεννήτορας προς τα γεννηθέντα όχι μόνον μεταξύ των ανθρώπων αλλά και μεταξύ των πτηνών και των περισσοτέρων ζώων, και εις τα ομόφυλα μεταξύ των και μάλιστα εις τους ανθρώπους, και δια τούτο επαινούμεν τους φιλανθρώπους. Θα παρατηρήση δε κανείς και εις τας περιπλανήσεις πόσον οικείος και φίλος είναι πας άνθρωπος με άνθρωπον. Φαίνεται δε ότι και τας πόλεις τας συγκρατεί η φιλία, και οι νομοθέται περισσοτέραν σημασίαν δίδουν εις αυτήν παρά εις την δικαιοσύνην. Διότι η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κάτι τι όμοιον με την φιλίαν, αυτήν δε προ παντός άλλου την επιδιώκουν, και αποδιώκουν προ πάντων την διχόνοιαν, διότι είναι έχθρα. Έπειτα, όταν οι πολίται είναι φίλοι, δεν χρειάζεται διόλου η δικαιοσύνη, ενώ, όταν είναι δίκαιοι, έχουν πρόσθετον ανάγκην της φιλίας, και από τα δίκαια το σπουδαιότερον φαίνεται ότι είναι φιλικόν. Δεν είναι δε μόνον αναγκαία η φιλία αλλά και καλόν. Διότι τους κάμνοντας φίλους τους επαινούμεν, έπειτα η πολυφιλία φαίνεται ότι είναι έν από τα καλά, ακόμη δε πολλοί νομίζουν ότι το ίδιον είναι οι αγαθοί άνδρες και οι φίλοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Η φύσις της φιλίας ή αγάπης&. ― Διαφιλονικούνται όμως περί αυτής όχι ολίγα. Δηλαδή άλλοι μεν θεωρούν αυτήν ως κάποιαν ομοιότητα και τους φίλους ως ομοίους, διά τούτο λέγουν παροιμιωδώς : «ο όμοιος τον όμοιον και η κοπριά τα λάχανα» και τα παρόμοια. Άλλοι όμως αντιθέτως όλους τους τοιούτους τους θεωρούν μεταξύ των ως αντιζήλους κεραμοπλάστας {4}, και διά τούτο περί αυτών των ιδίων ζητούν ανωτέραν και φυσικωτέραν εξήγησιν. Και ο μεν Ευριπίδης λέγει :
... Ποθεί βροχήν το ξηραμμένο χώμα. Το φορτωμένο σύννεφο ποθεί την γην να βρέξη.
Επίσης και ο Ηράκλειτος ως εξήγησιν της φιλίας φέρει την αντίθεσιν των συμφερόντων και λέγει ότι: «από τα διαφέροντα γεννάται καλή αρμονία και ότι τα γεννά η διχόνοια». Αντιθέτως δε προς αυτούς άλλοι πολλοί και ο Εμπεδοκλής πρεσβεύουν ότι το όμοιον επιζητεί το όμοιον. Και λοιπόν αι μεν φυσικαί απορίαι ας μείνουν κατά μέρος, διότι δεν σχετίζονται με την παρούσαν μελέτην. ― Όσα όμως είναι ανθρώπινα και ανήκουν εις τα ήθη και πάθη, αυτά πρέπει να τα εξετάσωμεν, λόγου χάριν αν μεταξύ όλων των ανθρώπων είναι δυνατόν να υπάρξη φιλία, ή μήπως δεν είναι δυνατόν όσοι είναι μοχθηροί να γίνουν φίλοι, και αν έν είδος φιλίας υπάρχει ή περισσότερα. Δηλαδή όσοι νομίζουν ότι υπάρχει έν είδος φιλίας εκ του ότι επιδέχεται αυξομείωσιν, δεν βασίζονται εις ασφαλή απόδειξιν. Διότι την αυξομείωσιν την επιδέχονται και τα άλλα είδη, είπαμεν δε περί αυτής προηγουμένως.
&Το αντικείμενον της φιλίας&. ― Ίσως όμως εννοηθή τούτο, όταν εξακριβώσωμεν το αντικείμενον της φιλίας. Δηλαδή φαίνεται ότι δεν είναι αντικείμενον αγάπης παν πράγμα, αλλά το αγαπητόν. Τούτο δε είναι ή αγαθόν, ή ηδονικόν, ή χρήσιμον. Ίσως δε νομισθή ότι είναι χρήσιμον εκείνο το οποίον φέρει το αγαθόν ή την ηδονήν, και επομένως αγαπητόν είναι μόνον το αγαθόν και το ηδονικόν ως αποτελέσματα. Τόρα λοιπόν άραγε το αγαθόν αγαπούν όλοι ή το εις αυτούς φαινόμενον αγαθόν; Διότι αυτά κάποτε δεν συμφωνούν. Ομοίως δε και ως προς το ηδονικόν. Φαίνεται όμως ότι έκαστος αγαπά το εις αυτόν φαινόμενον αγαθόν, και ότι γενικώς μεν αγαπητόν είναι το αγαθόν, ατομικώς δε το φαινόμενον ως αγαθόν εις έκαστον. Έκαστος όμως αγαπά όχι ό,τι είναι εις αυτόν αγαθόν, αλλ' ό,τι φαίνεται. Αλλά δεν έχουν καμμίαν διαφοράν. Διότι το αγαπητόν είναι πάντοτε φαινομενικόν. Αφού δε είναι τρία τα ελατήρια της φιλίας, επί μεν της αγάπης των αψύχων δεν εφαρμόζεται η λέξις φιλία. Διότι δεν υπάρχει ανταπόδοσις της αγάπης, ούτε επιθυμία αγαθού δι' αυτά, ― διότι ίσως θα ήτο κωμικόν διά τον οίνον να θέλη κανείς το καλόν του, αλλά αν θέλη να τον φυλάξη, το κάμνει διά να τον έχη ο ίδιος. Ενώ διά τον φίλον όλοι λέγουν ότι ζητούν το καλόν του διά τον εαυτόν του, όσοι δε επιθυμούν τα αγαθά κατ' αυτόν τον τρόπον ονομάζονται ευνοϊκοί, όταν δεν αποδοθή το ίδιον εις αυτούς από εκείνον. Διότι η εύνοια επί ανταποδόσεως γίνεται φιλία. Ή μήπως πρέπει να προσθέσωμεν το να μη είναι μυστική; Διότι πολλοί είναι ευνοϊκοί εις ανθρώπους τους οποίους δεν είδαν ποτέ, και μόνον διότι τους νομίζουν καθώς πρέπει και χρησίμους. Αυτό δε το αίσθημα είναι δυνατόν και από εκείνους κανείς να πάθη ως προς αυτούς. Και λοιπόν ευνοϊκοί μεν αυτοί φαίνονται μεταξύ των. Αλλά φίλους πώς ημπορεί κανείς να τους ονομάση, αφού δεν γνωρίζουν ποία αισθήματα τρέφουν μεταξύ των; Επομένως οι φίλοι πρέπει να είναι ευνοϊκοί μεταξύ των και να θέλουν τα αγαθά των, όχι μυστικά εξ αιτίας ενός από τα ελατήρια που είπαμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’.
&Τα είδη της φιλίας.& ― Είναι δε διαφορετικά μεταξύ των αυτά τα είδη των ελατηρίων. Επομένως διαφέρουν και τα είδη της αγάπης και της φιλίας. Λοιπόν τρία είδη υπάρχουν της φιλίας, ισάριθμα με τα αγαπώμενα. Διότι εις έκαστον από αυτά υπάρχει ανταπόδοσις της αγάπης όχι μυστική. Όσοι δε αγαπώνται μεταξύ των επιθυμούν ο είς διά τον άλλον τα αγαθά με τον ίδιον τρόπον που τους αγαπούν. Και λοιπόν όσοι μεν αγαπούν τους φίλους διά το χρήσιμον, δεν τους αγαπούν καθ' εαυτούς, αλλά καθόσον έρχεται κανέν αγαθόν από τον ένα εις τον άλλον. Ομοίως δε και όσοι τους αγαπούν εξ αιτίας της ηδονής. Δηλαδή αυτοί δεν αγαπούν τους ευτραπέλους διά το ποιόν των, αλλά διότι είναι ευχάριστοι εις αυτούς. Λοιπόν και όσοι αγαπούν διά την χρησιμότητα, τους αγαπούν διά το ιδικόν των καλόν, και όσοι αγαπούν χάριν της ηδονής, τους αγαπούν διά την ιδικήν των ηδονήν και όχι δι' εκείνην που χαρακτηρίζει τον αγαπώμενον, αλλά μόνον καθόσον αυτός είναι χρήσιμος ή ηδονικός. Επομένως αυταί αι φιλίαι είναι κατά σύμπτωσιν. Διότι ο αγαπώμενος δεν αγαπάται διότι είναι ό,τι είναι, αλλά διότι προξενεί άλλος μεν κανέν αγαθόν, άλλος δε ηδονικόν. Επομένως αυταί αι φιλίαι διαλύονται ευκόλως, όταν δεν διατηρούνται μεταξύ των όμοιοι. Δηλαδή, εάν πλέον δεν είναι ηδονικοί ή χρήσιμοι μεταξύ των, παύουν να έχουν φιλίαν. Αλλά το χρήσιμον δεν είναι σταθερόν, αλλά ποικίλλει κατά περιστάσεις. Όταν λοιπόν φύγη το ελατήριον της φιλίας των, διαλύεται και η φιλία, διότι η φιλία ήτο σχετική με εκείνο. Ιδίως όμως εις τους γεροντοτέρους φαίνεται ότι συμβαίνει αυτό το είδος της φιλίας ― διότι οι τοιούτοι δεν επιδιώκουν το ηδονικόν αλλά το ωφέλιμον ― από δε τους ακμαίους και τους νέους συμβαίνει εις όσους κυνηγούν το συμφέρον των. Οι τοιούτοι δε δεν συναναστρέφονται καν μεταξύ των. Κάποτε δε ούτε είναι καν ηδονικοί. Επομένως ούτε έχουν καν πρόσθετον ανάγκην της τοιαύτης φιλίας, εάν δεν είναι ωφέλιμοι οι φίλοι των. Διότι εις τόσον βαθμόν είναι ηδονικοί, όσον δίδουν ελπίδας αγαθού. Εις αυτά δε τα είδη της φιλίας συγκαταλέγουν και την φιλοξενίαν. Η δε φιλία των νέων φαίνεται ότι έχει ελατήριον την ηδονήν. Διότι αυτοί ζουν συμφώνως με τα πάθη των, και προ πάντων επιδιώκουν το εις αυτούς ηδονικόν και το στιγμιαίον, όσον δε μεταβάλλεται η ηλικία, τόσον και τα ηδονικά μεταβάλλονται. Διά τούτο γλήγορα, γίνονται φίλοι και γλήγορα διαλύουν την φιλίαν. Δηλαδή μαζί με την ηδονήν μεταβάλλεται και η φιλία, αλλά της τοιαύτης ηδονής η μεταβολή είναι ταχεία. Είναι δε και ερωτικοί οι νέοι. Διότι το περισσότερον μέρος του έρωτος έχει ελατήριον το πάθος και την ηδονήν. Και διά τούτο η φιλία των και η διάλυσις αυτής [φαίνεται να λείπει κείμενο, ενώ οι σελίδες είναι συνεχόμενες]
διέρχωνται όλην την ημέραν και να ζουν μαζί. Διότι ούτω πως πραγματοποιείται η αληθής ιδιότης της φιλίας των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Τελεία είναι η φιλία των αγαθών&. ― Είναι δε τελεία η φιλία των αγαθών και των ομοίων ως προς την αρετήν. Διότι αυτοί εξ ίσου επιθυμούν ο είς διά τον άλλον τα αγαθά μεταξύ των ως αγαθοί, είναι δε καθαυτό αγαθοί. Όσοι δε επιθυμούν τα αγαθά διά τους φίλους των, χάριν μόνον αυτών των ιδίων, είναι κυρίως φίλοι ― διότι αυτήν την ιδιότητα την έχουν εξ αιτίας του εαυτού των και όχι εκ συμπτώσεως. Επομένως διαμένει η τοιαύτη φιλία εν όσω είναι αγαθοί, η δε αγαθότης των είναι μόνιμος. Και ο καθείς από τους δύο είναι και απολύτως αγαθός και αγαθός διά τον φίλον του. Δηλαδή οι αγαθοί είναι και απολύτως αγαθοί και μεταξύ των. Ομοίως δε είναι και ηδονικοί. Δηλαδή και απολύτως ηδονικοί είναι οι αγαθοί και μεταξύ των. Διότι εις έκαστον ηδονικαί είναι αι συγγενικαί πράξεις και αι όμοιαι, αι δε πράξεις των αγαθών είναι συγγενικαί ή όμοιαι. Η τοιαύτη λοιπόν φιλία ευλόγως είναι σταθερά. Διότι συγκεντρώνει εντός της όλα όσα πρέπει να έχουν οι φίλοι. Δηλαδή παν είδος φιλίας υπάρχει ή χάριν αγαθού ή χάριν ηδονής είτε απολύτως είτε σχετικώς με τον αγαπώντα, και συμφώνως με κάποιαν ομοιότητα. Εις αυτήν όμως υπάρχουν όλα αυτά που είπαμεν καθ' εαυτά. Διότι εις αυτήν είναι όμοιοι οι φίλοι και ως προς τα άλλα ― έπειτα το απολύτως αγαθόν είναι και απολύτως ηδονικόν. Κυρίως δε αυτά είναι αξιαγάπητα και επομένως και η αγάπη και η φιλία εις αυτά κυρίως είναι η καλλιτέρα. Βεβαίως όμως αι τοιαύται φιλίαι είναι σπάνιαι, διότι ολίγοι υπάρχουν τοιούτου είδους. Έπειτα δε ότι αυτό το είδος της φιλίας απαιτεί καιρόν και συνήθειαν. Διότι, καθώς λέγει η παροιμία, δεν είναι δυνατόν να γνωρισθούν μεταξύ των, αν δεν φάγουν μαζί ψωμί και αλάτι. Ούτε βεβαίως να έχουν ευχαρίστησιν ούτε να είναι φίλοι είναι δυνατόν, πριν να φανή έκαστος εις τον άλλον αξιαγάπητος και να πιστευθή. Όσοι δε συνδέουν γλήγορα μεταξύ των φιλίαν θέλουν μεν να είναι φίλοι, δεν είναι όμως, εάν δεν είναι αγαπητοί μεταξύ των και αν δεν το γνωρίζουν συγχρόνως. Διότι επιθυμία ταχεία της φιλίας υπάρχει, ταχεία φιλία όμως δεν υπάρχει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Η φιλία της ηδονής και χρησιμότητος&. ― Αυτό το είδος λοιπόν της φιλίας και ως προς την διάρκειαν και ως προς τα άλλα είναι τέλειον, και υπό όλας τας επόψεις αποδίδονται τα ίδια και όμοια από τον ένα εις τον άλλον και από τον δεύτερον εις τον πρώτον, πράγμα το οποίον πρέπει να υπάρχη εις τους φίλους. Η δε χάριν της ηδονής φιλία είναι απομίμησις αυτής ― διότι και οι αγαθοί είναι ηδονικοί μεταξύ των. Ομοίως δε και η χάριν της χρησιμότητος ― διότι και χρήσιμοι γίνονται μεταξύ των οι αγαθοί. Κυρίως δε διατηρούνται και εις αυτούς αι φιλίαι, όταν το ίδιον λαμβάνη ο είς από τον άλλον, λόγου χάριν την ηδονήν, και όχι μόνον κατά ένα τρόπον, αλλά και από την ιδίαν ιδιότητά των καθώς λόγου χάριν από την ευτραπελίαν και όχι καθώς εις τον εραστήν και τον ερωμένον του. Διότι αυτοί οι δύο δεν ευχαριστούνται διά τα ίδια πράγματα, αλλά ο μεν πρώτος θέλει να ερωτεύεται τον άλλον, αυτός δε να κολακεύεται από τον εραστήν. Όταν όμως περάση η νεαρά ηλικία, κάποτε τελειόνει και η φιλία ― διότι εις μεν τον πρώτον δεν είναι πλέον ευχάριστος η μορφή του άλλου, εις τούτον δε δεν αποδίδεται πλέον περιποίησις. Πολλοί δε πάλιν εξακολουθούν να είναι φίλοι, όταν από την συνήθειαν αγαπήσουν ο είς τα ήθη του άλλου, εάν είναι όμοιοι εις αυτά. Όσοι δε δεν ανταλλάσσουν την ηδονήν αλλά την χρησιμότητα εις τα ερωτικά, αυτοί και ολιγώτερον διατηρούνται. Δηλαδή οι από χρησιμότητα φίλοι χωρίζουν, μόλις χωρίσουν τα συμφέροντά των. Διότι αυτοί δεν ήσαν φίλοι των ατόμων των, αλλά της ωφελείας. Και λοιπόν χάριν ηδονής και χρησιμότητος είναι δυνατόν και μηδαμινοί άνθρωποι να γίνουν μεταξύ των φίλοι, και καλοί με κακούς, και όστις δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός να γίνη φίλος με οποιονδήποτε, χάριν όμως των ατόμων των βεβαίως μόνοι οι αγαθοί. Διότι οι κακοί δεν ευχαριστούνται με τα άτομά των, εάν δεν λαμβάνουν κάποιαν ωφέλειαν.
Και μόνη δε η φιλία των αγαθών δεν επιδέχεται συκοφαντίαν. Διότι κανείς δεν πιστεύει ευκόλως διά το άτομον το οποίον εδοκίμασε πολύν καιρόν. Έπειτα δε υπάρχει και η πεποίθησις εις αυτούς, και το να μη είναι δυνατόν να αδικούν ποτέ, και όσα άλλα απαιτούνται εις την αληθινήν φιλίαν. Εις τους άλλους όμως δεν είναι δύσκολον να συμβαίνουν αυτά. Δηλαδή, επειδή οι άνθρωποι ονομάζουν φίλους και τους χάριν χρησιμότητος, καθώς αι πόλεις ― διότι φαίνεται ότι εις τας πόλεις αι συμμαχίαι γίνονται χάριν του συμφέροντος ― το ίδιον δε κάμνουν και όσοι χάριν ηδονής γίνονται αρεστοί μεταξύ των, καθώς τα παιδία, διά τούτο ίσως και ημείς πρέπει μεν να ονομάσωμεν φίλους και τους τοιούτους, να διακρίνωμεν όμως περισσότερα είδη της φιλίας, και πρωτίστως μεν και κυρίως να θεωρούμεν ως φιλίαν την φιλίαν των αγαθών, καθόσον είναι αγαθοί, τας δε άλλας κατά μεταφοράν. Δηλαδή, καθόσον υπάρχει κάποιον αγαθόν και όμοιον, κατά τούτο, αυτοί είναι φίλοι. Διότι και το ηδονικόν είναι αγαθόν εις τους φιληδόνους. Αυταί όμως δεν τους συσφίγγουν πολύ, ούτε είναι μία η φιλία η χάριν της χρησιμότητος και η χάριν της ηδονής. Διότι δεν συνδυάζονται τόσον πολύ αλλά κατά σύμπτωσιν ιδιότητος. Αφού δε η φιλία διαιρείται εις αυτά τα είδη, οι μεν ποταποί θα γίνουν φίλοι χάριν της ηδονής ή της χρησιμότητος, διότι εις αυτά είναι όμοιοι, οι αγαθοί όμως χάριν του ατόμου των, διότι γίνονται φίλοι, καθόσον είναι αγαθοί. Αυτοί λοιπόν είναι απολύτως φίλοι, εκείνοι δε κατά σύμπτωσιν και διότι παρομοιάζουν τον εαυτόν τους με τούτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Φιλία και συμβίωσις&. ― Καθώς δε εις τας αρετάς άλλοι μεν λέγονται αγαθοί από την διάθεσιν, άλλοι δε από την ενέργειαν, το ίδιον και εις την φιλίαν. Διότι άλλοι μεν ευχαριστούνται μεταξύ των να περνούν τας ώρας των μαζί και να προμηθεύουν αγαθά, άλλοι δε και όταν κοιμώνται ή μένουν εις χωρισμένους τόπους δεν ενεργούν μεν, έχουν όμως την διάθεσιν ώστε να ενεργούν φιλικώς. Διότι οι μακρινοί τόποι δεν διαλύουν την φιλίαν απολύτως, αλλά την ενέργειάν της. Εάν όμως η απομάκρυνσίς των πολυκαιρίση, φαίνεται ότι επέρχεται και της φιλίας λήθη• διά τούτο λέγουν:
Τα μάτια που δεν βλέπονται γλήγορα λησμονούνται {5}
Δεν φαίνεται δε να είναι κατάλληλοι διά φιλίαν ούτε οι γέροντες ούτε οι τραχείς. Διότι εις αυτούς υπάρχει ολίγη ηδονή. Κανείς όμως δεν ημπορεί να περνά όλην του την ημέραν με ένα οχληρόν ούτε με ένα ο οποίος δεν είναι ευχάριστος. Διότι κυρίως η φύσις φαίνεται ότι αποφεύγει το λυπηρόν και επιζητεί το ηδονικόν. Όσοι όμως ανέχονται ο είς τον άλλον, αλλά δεν περνούν τας ώρας των μαζί, φαίνονται μάλλον ευνοϊκοί παρά φίλοι. Δηλαδή τίποτε άλλο δεν χαρακτηρίζει τόσον πολύ τους φίλους, όσον η συμβίωσις. Διότι τας μεν ωφελείας τας επιθυμούν μόνον οι πτωχοί ενώ την συμβίωσιν την επιθυμούν και οι αξιομακάριστοι. Και βεβαίως διόλου δεν αρμόζει εις αυτούς να ζουν με μοναξίαν. Μαζί όμως να περνούν τας ώρας των δεν είναι δυνατόν, αν δεν είναι ευχάριστοι και δεν ευχαριστούνται με τα ίδια πράγματα, το οποίον φαίνεται ότι το έχει η συνεταιρική φιλία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.