Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Part 2

Chapter 2 7 words Public domain Markdown

&Ακράτεια πάθους και ακράτεια επιθυμίας&.- Ότι λοιπόν η ακράτεια και η εγκράτεια περιστρέφεται μόνον εις όσα και η ακολασία και η σωφροσύνη, και ότι ως προς τα άλλα υπάρχει άλλο είδος ακρατείας, το οποίον ωνομάσθη κατά μεταφοράν και όχι απολύτως, αυτό είναι φανερόν. Αν όμως είναι και ολιγώτερον αξιόμεμπτος η ακράτεια της εξάψεως παρά η ακράτεια των επιθυμιών, ας το εξετάσωμεν. Δηλαδή φαίνεται ότι η έξαψις ακούει μεν κάπως τον λόγον, αλλά δεν προσέχει να ακούση καλά, καθώς οι βιαζόμενοι υπηρέται, οι οποίοι πριν να ακούσουν όλην την παραγγελίαν παίρνουν δρόμον, και έπειτα σφάλλουν εις το πρόσταγμα, επίσης δε και οι κύνες πριν να ιδούν αν είναι κανείς φίλος, αρκεί να ακούσουν κρότον, αμέσως γαυγύζουν. Ομοίως και η έξαψις από την θερμότητα και ταχύτητα της ιδιοσυγκρασίας ακούει μεν, δεν ακούει όμως το πρόσταγμα και αμέσως ορμά να εκδικηθή. Διότι ο μεν λόγος ή η φαντασία του εφανέρωσε ότι ο δείνα τον ύβρισε ή τον επεριφρόνησε, αυτός όμως ως να εσυλλογίσθη ότι πρέπει να κτυπηθή με αυτόν, αμέσως εκτραχύνεται. Η δε επιθυμία, μόλις ειπή ο λόγος ή η αίσθησις ότι τούτο είναι ηδονικόν, ορμά προς την απόλαυσιν. Ώστε η μεν έξαψις κάπως ακολουθεί τον λόγον, η επιθυμία όμως όχι. Διότι είναι χειροτέρα. Δηλαδή όστις είναι ακρατής της εξάψεως, νικάται κάπως από τον λόγον, όστις όμως είναι ακρατής της επιθυμίας δεν νικάται από τον λόγον. Έπειτα είναι περισσότερον συγχωρημένον να ακολουθή κανείς τας φυσικάς ορέξεις, και βεβαίως και από τας επιθυμίας αυτού του είδους περισσότερον τας κοινάς, και εφ' όσον είναι κοιναί. Η δε έξαψις καθώς και η εκτράχυνσις είναι φυσικώτεραι από τας επιθυμίας της υπερβολής και τας μη αναγκαίας, καθώς εκείνος που εδικαιολογείτο όταν έδερνε τον πατέρα του λέγων: «και αυτός έδερνε τον ιδικόν του και εκείνος τον παραπάνω». Και αφού έδειξε το παιδίον του είπε : «και αυτός θα δείρη εμέ όταν μεγαλώση, διότι το έχει το αίμα μας». Επίσης ο συρόμενος από τον υιόν του τού έλεγε να σταματήση έως εις την θύραν, διότι και ο ίδιος έως εκεί έσυρε άλλοτε τον πατέρα του. Έπειτα είναι αδικώτεραι αι υπουλότεραι. Και βεβαίως ο θυμώδης δεν είναι ύπουλος, ούτε η έξαψίς του αλλά είναι φανερά. Η επιθυμία όμως είναι καθώς λέγομεν διά την Αφροδίτην :

«δολοπλόκος Κυπρογέννητη. ―

και καθώς διά το κεντημένον λωρίον λέγει ο Όμηρος :

Ξεμυάλισμα που και σωστόν άνθρωπο ξεμυαλίζει.

Επομένως, αφού είναι αδικωτέρα, είναι χειροτέρα αυτή η ακράτεια από την περιστρεφομένην εις τον θυμόν, και είναι απόλυτος ακράτεια και κάπως μοχθηρία. Έπειτα κανείς δεν προσβάλλει από λύπην. Όστις όμως ενεργεί με οργήν πάντοτε κατέχεται από λύπην, ενώ όστις προσβάλλει κατέχεται από ηδονήν. Εάν λοιπόν είναι ειδικώτερα εκείνα διά τα οποία είναι δίκαιον να οργιζώμεθα, τότε αδικωτέρα είναι και η από επιθυμίαν προερχομένη ακράτεια. Διότι αυτή δεν είναι προσβολή μέσα εις την έξαψιν. Ότι λοιπόν είναι χειροτέρα η ακράτεια η περιστρεφομένη εις τας επιθυμίας από την περιστρεφομένην εις την έξαψιν και ότι η εγκράτεια και η ακράτεια περιστρέφεται εις επιθυμίας και ηδονάς σωματικάς, είναι φανερόν. Τόρα δε πρέπει να εξετάσωμεν αυτών των ιδίων τας διαφοράς.

Καθώς δηλαδή είπαμεν εις την αρχήν, άλλαι μεν είναι σύμμετροι προς την ανθρωπίνην φύσιν και φυσικαί, και ως προς το γένος και ως προς το μέγεθος, άλλαι δε είναι κτηνώδεις, άλλαι δε προέρχονται από στρεβλώσεις και ασθενείας. Από όλα δε αυτά εις τα πρώτα περιστρέφεται μόνον η σωφροσύνη και η ακολασία. Διά τούτο και τα ζώα δεν τα ονομάζομεν σώφρονα ούτε ακόλαστα παρά μόνον μεταφορικώς και όταν κάπου διαφέρη εντελώς έν είδος ζώων από άλλο κατά την αγριότητα και καταστρεπτικότητα και λαιμαργίαν. Διότι αυτό δεν έχει προαίρεσιν ούτε προμελέτην, αλλά είναι έξω από τα όρια του φυσικού, καθώς οι μανιακοί άνθρωποι. Είναι όμως μικρότερον κακόν η θηριωδία από την κακίαν αλλά επιφοβώτερον. Διότι εδώ δεν διεφθάρη το καλλίτερον μέρος, καθώς εις τον άνθρωπον, αλλά απλώς επλάσθη ατελές και δεν έχει τοιούτον. Ομοιάζει λοιπόν ως να παραβάλλωμεν άψυχον με έμψυχον διά να εύρωμεν ποίον είναι χειρότερον. Δηλαδή πάντοτε η κακία του μη έχοντος αρχάς είναι αβλαβεστέρα, ο δε νους είναι αρχή. Το να παραβάλλωμεν λοιπόν το θηρίον με τον άνθρωπον, είναι ακριβώς ως να παραβάλλωμεν την αυτούσιον αδικίαν προς ένα άδικον άνθρωπον. Διότι εκείνη είναι σχετικώς χειροτέρα. Δηλαδή ημπορεί να προξενήση απείρως περισσότερα κακά ο κακός άνθρωπος από ένα ζώον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'.

&Προβλήματα ακρατείας και ακολασίας&. ― Ως προς δε τας από αφήν και γεύσιν προερχομένας ηδονάς και λύπας και επιθυμίας και αποστροφάς, εις τας οποίας είπαμεν προηγουμένως ότι περιστρέφεται και η ακολασία και η σωφροσύνη, είναι μεν δυνατόν να είναι κανείς τοιούτος ώστε να νικάται από όσα νικούν οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι όμως επίσης δυνατόν και να νικήση κανείς όσα νικούν τους περισσοτέρους. Εκ τούτων δε άλλος μεν είναι ακρατής εις τας ηδονάς, άλλος δε εγκρατής, και άλλος μεν εις τας λύπας ενδοτικός, άλλος δε καρτερικός. Εις το μέσον δε κείται η διάθεσις των περισσοτέρων, και αν ακόμη ρέπουν περισσότερον εις τα χειρότερα. Αφού δε άλλαι μεν ηδοναί είναι αναγκαίαι, άλλαι δε όχι και μέχρις ενός βαθμού, όχι όμως και αι υπερβολαί ούτε αι ελλείψεις, και αφού το ίδιον συμβαίνει και ως προς τας επιθυμίας και τας λύπας, όστις μεν επιδιώκει τας υπερβολάς των ηδονικών ή εις βαθμόν υπερβολικόν, ή κατά προαίρεσιν χάριν αυτών των ιδίων και όχι διά κανέν αποτέλεσμά των, αυτός είναι ακόλαστος, διότι κατ' ανάγκην ο τοιούτος δεν υπόκειται εις μετάνοιαν, ώστε είναι αθεράπευτος, διότι ο αμετανόητος είναι αθεράπευτος, όστις δε είναι ελλιπής, είναι όλως το αντίθετον, ο δε μέσος είναι σώφρων, επίσης δε και όστις αποφεύγει τας σωματικάς λύπας όχι διότι νικάται αλλά από προαίρεσιν.

Από όσους δε δεν παρακινούνται από προαίρεσιν, άλλος μεν παρακινείται εξ αιτίας της ηδονής, άλλος δε διότι αποφεύγει την λύπην την οποίαν γεννά η επιθυμία, ώστε διαφέρουν ο είς από τον άλλον. Έκαστος δε ημπορεί να θεωρήση ως χειρότερον εκείνον όστις, ενώ δεν έχει επιθυμίας ή έχει ελαφράς, εκτελεί το αισχρόν, παρά εκείνον όστις έχει σφοδράς επιθυμίας, και εκείνον όστις κτυπά χωρίς να είναι ωργισμένος, παρά εκείνον όστις κτυπά ωργισμένος. Διότι αυτός φαντάσου τι θα έκαμνε αν ευρίσκετο μέσα εις το πάθος του! Διά τούτο ο ακόλαστος είναι χειρότερος από τον ακρατή. Και λοιπόν από όσα είπαμεν το έν είναι μάλλον είδος μαλθακότητος, το δε άλλο είναι ακολασία.

&Εγκράτεια και καρτερία&. Αντιτίθεται δε εις μεν τον ακρατή ο εγκρατής, εις δε τον μαλθακόν ο καρτερικός. Διότι η μεν καρτερία συνίσταται εις την αντοχήν, η δε εγκράτεια εις το να συγκρατή. Διαφέρει δε η αντοχή από την συγκράτησιν, καθώς και το να μη νικηθή κανείς από το να νικήση. Διά τούτο είναι προτιμοτέρα η εγκράτεια από την καρτερίαν. Όστις δε είναι ελλιπής εις όσα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αντοχήν και δύναμιν, αυτός είναι μαλθακός και τρυφηλός ― διότι και η τρυφηλότης είναι έν είδος μαλθακότητος. ― Και αυτός σύρει το φόρεμά του διά να αποφύγη την κόπωσιν να το σηκώση και ενώ απομιμείται τον ασθενή, δεν φρονεί ότι είναι άθλιος, αφού είναι όμοιος με άθλιον. Ομοίως δε συμβαίνει και ως προς την εγκράτειαν με την ακράτειαν. Δηλαδή δεν είναι περίεργος όστις νικάται από σφοδράς και υπερβολικάς ηδονάς ή λύπας ― είναι μάλιστα άξιος συγγνώμης εάν αντέχη, καθώς ο Φιλοκτήτης του Θεοδέκτου, ο οποίος επληγώθη από έχιδναν, ή καθώς ο Κερκύων εις την Αλόπην του Καρκίνου, και όσοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τον γέλωτά των ξεκαρδίζονται διά μιας, καθώς έτυχε να συμβή εις τον Ξενόφαντον, αλλά περίεργος είναι κανείς μόνον όταν εις όσα οι περισσότεροι αντέχουν αυτός νικάται από αυτά και δεν ημπορή να αντισταθή, όχι όμως από το φυσικόν της φυλής του από ασθένειαν, καθώς είναι η μαλθακότης εις τους βασιλείς των Σκυθών ένεκα της φυλής, και καθώς απεμακρύνθη ανέκαθεν η φύσις της γυναικός από την ανδρικήν. Φαίνεται δε ότι και ο παιδαριώδης είναι ακόλαστος, είναι όμως μαλθακός. Διότι το παιγνίδιον είναι άνεσις, αφού είναι ανάπαυσις. O δε παιδαριώδης είναι από τους υπερβολικούς ως προς αυτήν. Της δε ακρατείας το έν μεν είδος, είναι προπέτεια, το δε άλλο αδυναμία. Δηλαδή άλλοι μεν αφού σκεφθούν δεν επιμένουν εις την απόφασίν των εξ αιτίας του πάθους των, άλλοι δε επειδή δεν σκέπτονται σύρονται από το πάθος των. Διότι μερικοί, καθώς οι προηγουμένως γαργαλισθέντες, δεν γαργαλίζονται, ομοίως και αυτοί προνοήσαντες και προβλέψαντες και προδιεγερθέντες με το σώμα και με την συλλογήν των δεν νικώνται πλέον από το πάθος, ούτε αν είναι ηδονικόν ούτε αν είναι λυπηρόν. Προ πάντων δε οι ταχείς και μελαγχολικοί έχουν την προπετή ακράτειαν. Δηλαδή εκείνοι μεν από την ταχύτητα, αυτοί δε από την σφοδρότητα δεν περιμένουν τον λόγον, διότι ακολουθούν την φαντασίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η ακολασία είναι καθαρά κακία, η ακράτεια σχεδόν όχι. &Είναι δε ο μεν ακόλαστος, καθώς είπαμεν, ανεπίδεκτος μετανοίας ― διότι επιμένει εις την απόφασίν του ―. O ακρατής όμως είναι πάντοτε μετανοητικός. Διά τούτο δεν είναι καθώς είπαμεν εις τας απορίας (προβλήματα), αλλά εκείνος μεν είναι αθεράπευτος, αυτός δε ευκολοθεράπευτος. Δηλαδή εκείνη μεν ομοιάζει με τα μοχθηρά νοσήματα, καθώς είναι ο ύδρωψ και η φθίσις, η δε ακρασία με την επιληψίαν. Διότι εκείνη, μεν είναι συνεχής, αυτή δε δεν είναι συνεχής κακία. Και εν γένει δε είναι διαφορετικόν το γένος της ακρατείας από την κακίαν, διότι η μεν κακία διαφεύγει την παρατήρησιν (κρύπτεται), ενώ η ακράτεια δεν διαφεύγει. Από αυτούς δε τους ιδίους προτιμότεροι είναι οι μεταβαλλόμενοι παρά όσοι έχουν μεν τον λόγον, δεν επιμένουν όμως εις αυτόν. Διότι νικώνται από μικρότερον πάθος και όχι χωρίς προμελέτην καθώς οι άλλοι. Δηλαδή ο ακρατής ομοιάζει εκείνους οι οποίοι μεθούν γρήγορα και με ολίγον οίνον και με ολιγώτερον, παρά με όσον μεθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Ότι μεν λοιπόν η ακράτεια δεν είναι κακία, είναι φανερόν, ίσως όμως είναι κάπως κακία. Διότι αυτή μεν είναι έξω από την προαίρεσιν, εκείνη δε με προαίρεσιν. Οπωσδήποτε όμως είναι κάτι ως πράξις το οποίον ομοιάζει τον λόγον του Δημοδόκου προς τους Μιλησίους : «Οι Μιλήσιοι δεν είναι μεν ανόητοι, αλλά κάμνουν ό,τι κάμνουν οι ανόητοι» και οι ακρατείς επίσης άδικοι μεν δεν είναι, κάμνουν όμως αδικίαν. Επειδή δε εκείνος μεν είναι τοιούτος, διότι όχι εκ πεποιθήσεως επιδιώκει τας υπερβολικάς και έξω από τον ορθόν λόγον σωματικάς ηδονάς, αυτός όμως εκ πεποιθήσεως, διότι είναι επιτήδειος να επιδιώκη αυτάς, εκείνος βεβαίως είναι, ευμετάπειστος, αυτός όμως όχι. Διότι από την αρετήν και την κακίαν η μεν μία καταστρέφει τας αρχάς, η δε άλλη τας διασώζει, εις δε τας πράξεις αρχαί είναι οι λόγοι, καθώς εις τα μαθηματικά αι υποθέσεις. Λοιπόν ούτε εκεί ο λόγος ημπορεί να διδάξη τας αρχάς ούτε εδώ, αλλά υπάρχει αρετή φυσική ή εκ συνηθείας διά την ορθοφροσύνην ως προς τας αρχάς. Σώφρων λοιπόν είναι ο τοιούτος, ακόλαστος δε ο αντίθετος. Υπάρχει δε κάποιος ο οποίος από το πάθος του μεταβάλλει πορείαν έξω από τον ορθόν λόγον, αυτός δε όσον μεν διά να μην εκτελή συμφώνως με τον ορθόν λόγον τον συγκρατεί το πάθος του, όσον όμως διά να είναι τοιούτος ώστε εκ πεποιθήσεως με άνεσιν να επιδιώκη τας τοιαύτας ηδονάς δεν τον συγκρατεί. Και αυτός είναι ο ακρατής, και είναι καλλίτερος από τον ακόλαστον, ενώ ο ποταπός είναι απολύτως τοιούτος. Διότι διασώζεται το καλλίτερον μέρος του, δηλαδή αι αρχαί. O άλλος όμως είναι αντίθετος, δηλαδή ο επίμονος και μη μεταβαλλόμενος ένεκα βεβαίως του πάθους του. Είναι λοιπόν φανερόν από αυτά ότι εκείνη μεν είναι σπουδαία διάθεσις, αυτή δε ποταπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Σχέσις εγκρατείας και ηθικής&. ― Τόρα λοιπόν άραγε εγκρατής είναι όστις επιμένει εις οποιονδήποτε λόγον και οποιανδήποτε προαίρεσιν, ή όστις επιμένει εις την ορθήν, και αντιστρόφως ακρατής είναι άραγε όστις δεν επιμένει εις οποιανδήποτε προαίρεσιν και οποιονδήποτε λόγον ή όστις δεν επιμένει εις τον μη ψευδή λόγον και την ορθήν προαίρεσιν, καθώς διετυπώσαμεν την απορίαν προηγουμένως; Ή μήπως κατά σύμπτωσιν εις οποιανδήποτε τύχη, καθ' εαυτό όμως εις τον αληθή λόγον και την ορθήν προαίρεσιν, εκείνος μεν θα επιμείνη, αυτός δε δεν θα επιμείνη; Δηλαδή, εάν κανείς εκλέγει ή επιδιώκει τούτο, χάριν εκείνου, καθ' εαυτό μεν εκλέγη και επιδιώκη τούτο, κατά σύμπτωσιν δε το προηγούμενον, το δε καθ' εαυτό το εννοούμεν απόλυτον. Επομένως είναι δυνατόν κατά μίαν οποιανδήποτε γνώμην άλλος μεν να επιμένη, άλλος δε να μεταβάλλη γνώμην, απολύτως όμως επιδιώκει όστις επιδιώκει με αληθή λόγον. Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι επιμένουν εις την γνώμην των και τους οποίους ονομάζουν ισχυρογνώμονας, και είναι κάπως ακατάπειστοι, δηλαδή δεν μεταπείθονται ευκόλως. Αυτοί δε είναι ως προς τον εγκρατή, καθώς ο άσωτος προς τον φιλελεύθερον και ο θρασύς προς τον θαρραλέον, είναι όμως και διαφορετικοί εις πολλά. Διότι εκείνος μεν δεν μεταβάλλεται από το πάθος και την επιθυμίαν του, καθώς ο εγκρατής, ο εγκρατής όμως πολύ πιθανόν να φανή ευμετάπειστος- Αυτός δε όχι από λόγον διότι αυτός απολαμβάνει τας επιθυμίας και πολλάκις σύρεται από τας ηδονάς. Είναι δε ισχυρογνώμονες οι στενοκέφαλοι και οι αμαθείς και οι αγροίκοι, και οι μεν στενοκέφαλοι από ηδονήν και λύπην. Διότι ευχαριστούνται διά την νίκην των, εάν δεν αλλάξουν γνώμην, και λυπούνται, εάν ακυρωθή η γνώμη των, καθώς τα ψηφίσματα, ώστε μάλλον ομοιάζουν τον ακρατή, παρά τον εγκρατή. Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι δεν επιμένουν εις την γνώμην των όχι από ακράτειαν, καθώς ο Νεοπτόλεμος εις τον Φιλοκτήτην του Σοφοκλέους. Μολονότι από ηδονήν δεν επέμεινε, ήτο όμως καλή ηδονή. Διότι το να λέγη την αλήθειαν ήτο καλόν, είχε πεισθή όμως υπό του Οδυσσέως να λέγη ψέμματα. Δηλαδή πας όστις κάμνει κάτι τι από ηδονήν δεν είναι ακόλαστος ή ποταπός ή ακρατής, αλλά όστις το κάμνει από αισχράν ηδονήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Διάφορα είδη ακρατείας.&

Αλλά βεβαίως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ευχαριστούνται με τας σωματικάς ηδονάς ολιγώτερον του δέοντος, και δεν επιμένουν εις τον λόγον διά τον οποίον είναι τοιούτοι. Μεταξύ δε αυτών και του ακρατούς μέσος είναι ο εγκρατής. Δηλαδή ο μεν ακρατής δεν επιμένει εις τον λόγον χάριν της υπερβολής αυτός δε χάριν της ελλείψεως. O εγκρατής όμως επιμένει και μάλιστα δεν μεταβάλλεται από άλλον λόγον, είναι δε ανάγκη, εάν βεβαίως η εγκράτεια είναι σπουδαία, και αι δύο αυταί αντίθετοι διαθέσεις να είναι ποταπαί, καθώς φαίνεται πραγματικώς ότι είναι. Επειδή όμως η μία από αυτάς απαντά και ολίγας φοράς και σπανίως, διά τούτο, καθώς η σωφροσύνη φαίνεται μόνη αντίθετος εις την ακολασίαν, ομοίως και η εγκράτεια εις την ακράτειαν.

&Σύγκρισις του εγκρατούς προς τον σώφρονα.& ― Επειδή δε πολλά ονόματα δίδονται από ομοιότητα, διά τούτο και η εγκράτεια του σώφρονος εδόθη κατά παρομοίωσιν. Δηλαδή και ο εγκρατής είναι ικανός τίποτε να μην εκτελή έξω από τον λόγον χάριν των σωματικών ηδονών, καθώς και ο σώφρων. Με την διαφοράν όμως ότι ο μεν πρώτος έχει ποταπάς επιθυμίας, ενώ ο δεύτερος δεν έχει, και αυτός μεν είναι ικανός να μη αισθάνεται ηδονήν έξω από τον λόγον, εκείνος όμως να αισθάνεται, αλλά να μη παρασύρεται. Είναι δε όμοιοι και ο ακρατής και ο ακόλαστος, ενώ είναι χωρισμένοι. Δηλαδή και οι δύο επιδιώκουν τας σωματικάς ηδονάς, αλλά αυτός μεν εκ πεποιθήσεως, εκείνος όμως όχι εκ πεποιθήσεως.

&Σχέσις του ακρατούς προς τον φρόνιμον, τον δαιμόνιον, τον πεφωτισμένον, τον μεθυσμένον κλπ.& ― Ούτε πάλιν είναι δυνατόν ο φρόνιμος και ο ακρατής να είναι το ίδιον πρόσωπον. Διότι ο φρόνιμος απεδείχθη ότι συγχρόνως είναι και σπουδαίος κατά το ήθος. Έπειτα δεν είναι μόνον κατά την γνώσιν φρόνιμος, αλλά και κατά την εκτέλεσιν. Ενώ ο ακρατής δεν είναι εκτελεστικός. O δαιμόνιος όμως δεν υπάρχει εμπόδιον να μην είναι ακρατής. Διά τούτο μερικοί φαίνονται μεν κάποτε ότι είναι φρόνιμοι, είναι όμως ακρατείς, διότι η δεινότης (το δαιμόνιον) διαφέρει από την φρόνησιν με τον τρόπον τον οποίον ανεφέραμεν εις τους πρώτους λόγους, και ως προς μεν τον λόγον πλησιάζουν, διαφέρουν όμως ως προς την προαίρεσιν. Ούτε βεβαίως ομοιάζει τον γνωρίζοντα και πεφωτισμένον ο ακρατής, αλλά τον κοιμώμενον ή τον μεθυσμένον. Και είναι μεν εκουσίως ακρατής ― διότι με κάποιον τρόπον γνωρίζει και τι πράττει και διά ποίον σκοπόν, ― δεν είναι όμως πονηρός. Διότι η προαίρεσίς του είναι ευπρεπής. Ώστε είναι ημιπόνηρος, έπειτα δεν είναι ούτε άδικος, διότι δεν είναι επίβουλος. Διότι άλλος μεν από αυτούς δεν επιμένει εις όσα αποφασίση με σκέψιν, άλλος δε, καθώς ο μελαγχολικός, ούτε καν σκέπτεται. Και λοιπόν ο ακρατής ομοιάζει με μίαν πόλιν, η οποία ψηφίζει μεν όλα όσα χρειάζονται και έχει νόμους σπουδαίους, αλλά δεν εφαρμόζει κανένα, καθώς ειρωνεύθη ο Αναξανδρίδης:

Η πόλις το είπε, που τους νόμους δεν ψηφά.

O δε πονηρός ομοιάζει με πόλιν η οποία εφαρμόζει μεν τους νόμους, έχει όμως κακούς νόμους. Περιστρέφεται δε η ακράτεια εις την υπερβολήν της διαθέσεως των περισσοτέρων ανθρώπων. Δηλαδή ο μεν είς επιμένει περισσότερον, ο δε άλλος ολιγώτερον από την δύναμιν των περισσοτέρων.

Είναι δε ευκολώτερα θεραπεύσιμος η ακράτεια των μελαγχολικών, οι οποίοι σκέπτονται μεν, αλλά δεν επιμένουν, επίσης δε ευκολοθεραπευτότεροι είναι οι από την συνήθειαν ακρατείς παρά οι από την φύσιν. Διότι ευκολώτερον είναι να μεταβάλλωμεν την συνήθειαν παρά την φύσιν. Άλλως τε και η συνήθεια διά τούτο είναι κακή, διότι ομοιάζει την φύσιν, καθώς λέγει ο Εύηνος:

Η έξις, που είναι άσκησις πολυετής, δευτέρα φύσις εις το τέλος καταντά.

Τι είναι λοιπόν εγκράτεια και τι ακράτεια και τι καρτερία και τι μαλθακότης και ποία είναι η σχέσις αυτών των διαθέσεων μεταξύ των, το εξετάσαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Ηδονή και λύπη.&

&Σωματική ηδονή και λύπη εν σχέσι προς το αγαθόν&. ― Είναι δε καθήκον του κοινωνιολόγου να φιλοσοφήση περί ηδονής και λύπης. Διότι αυτός είναι ο αρχιεργάτης του αποτελέσματος, εις το οποίον αποβλέποντες χαρακτηρίζομεν άλλον μεν ως κακόν, άλλον δε ως αγαθόν απολύτως. Έπειτα δε είναι και αναγκαίον να εξετάσωμεν περί αυτών. Διότι και η αρετή και η κακία η αναφερομένη εις το ήθος είπαμεν ότι περιστρέφεται εις τας λύπας και ηδονάς. Και την ευτυχίαν οι περισσότεροι την παραδέχονται μαζί με την ηδονήν, διά τούτο και ο μακάριος ωνομάσθη από την μεγάλην χαράν {3}.

Εις μερικούς λοιπόν φαίνεται ότι καμμία ηδονή δεν είναι αγαθή, ούτε καθ' εαυτήν ούτε κατά σύμπτωσιν ― δηλαδή λέγουν ότι δεν είναι το ίδιον πράγμα το αγαθόν και η ηδονή ― Εις άλλους όμως φαίνεται ότι μερικαί μεν ηδοναί είναι αγαθαί, αι περισσότεραι όμως ότι είναι ποταπαί. Έπειτα δε από αυτάς τας γνώμας τρίτη είναι ότι, και αν όλαι είναι αγαθαί, όμως δεν είναι δυνατόν η ηδονή να είναι το καλλίτερον πράγμα. Και λοιπόν απολύτως μεν δεν είναι αγαθή, διότι πάσα ηδονή είναι αισθητή, μεταβατική κατάστασις (γένεσις) εις την φυσικήν κατάστασιν. Αλλά καμμία μεταβατική κατάστασις δεν είναι συγγενής με τα αποτελέσματα• λόγου χάριν καμμία οικοδόμησις δεν ομοιάζει με την οικίαν. Έπειτα ο σώφρων αποφεύγει τας ηδονάς. Έπειτα ο φρόνιμος επιδιώκει την αποφυγήν της λύπης και όχι τα ηδονικά. Έπειτα αι ηδοναί είναι εμπόδια διά την σκέψιν, και τόσον περισσότερον, όσον περισσότερον τας απολαμβάνει κανείς• λόγου χάριν τας αφροδισιακάς ηδονάς. Δηλαδή κανείς δεν ημπορεί να σκεφθή, όταν ευρίσκεται μέσα εις αυτάς. Έπειτα δεν υπάρχει καμμία τέχνη της ηδονής, ενώ παν αγαθόν είναι έργον τέχνης. Έπειτα τα παιδία και τα ζώα επιδιώκουν τας ηδονάς. Ότι δε δεν είναι όλαι σπουδαίαι, απόδειξις είναι ότι αι ηδοναί είναι αισχραί και ονειδιζόμεναι και περιπλέον βλαβεραί. Δηλαδή μερικά ηδονικά είναι ασθενικά. Ότι δε δεν είναι η ηδονή το καλλίτερον πράγμα αποδεικνύεται από το ότι δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά μεταβατική κατάστασις (γένεσις).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Φύσις της σωματικής ηδονής.&

Λοιπόν αυταί είναι σχεδόν αι επικρατούσαι γνώμαι. Ότι όμως από αυτάς δεν έπεται ότι η ηδονή δεν είναι αγαθόν ούτε το καλλίτερον πράγμα, γίνεται σαφές από τα εξής. Πρώτον μεν, αφού το αγαθόν είναι διττόν ― δηλαδή το έν μεν γενικόν, το δε άλλο σχετικόν προς κάποιον ― βεβαίως το ίδιον θα συμβή και εις τας φύσεις και τας συνηθείας, επομένως και εις τας κινήσεις και τας μεταβατικάς καταστάσεις. Δηλαδή όσαι φαίνονται ποταπαί, άλλαι μεν είναι απολύτως ποταπαί, ως προς έν άτομον όμως όχι, αλλά διά τον δείνα είναι προτιμητέαι, άλλαι δε ούτε διά τον δείνα δεν είναι πάντοτε προτιμητέαι αλλά μόνον κάποτε και ολίγον καιρόν, όχι όμως διά παντός, και άλλαι ούτε είναι καν ηδοναί, αλλά μόνον νομίζονται, καθώς είναι όσαι συμβαίνουν μαζί με την λύπην και χάριν θεραπείας• λόγου χάριν αι ηδοναί των ασθενών. Έπειτα, αφού του αγαθού το μεν έν μέρος είναι ενέργεια, το δε άλλο συνήθεια, τότε είναι εκ συμπτώσεως ηδονικαί αι διαθέσεις αι αποκαθιστώσαι την φυσικήν κατάστασιν.

Η δε ενέργεια διά την απόλαυσιν των επιθυμιών ανήκει εις την κάπως ελλιπή και λυπηράν διάθεσιν και φύσιν, καθόσον υπάρχουν και ηδοναί χωρίς λύπην και χωρίς επιθυμίας, καθώς λόγου χάριν αι ενέργειαι της σκέψεως, ενώ η φύσις δεν είναι ελλιπής. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι δεν απολαμβάνει την ιδίαν ηδονήν, όταν αναπληρούται η φύσις και όταν αποκαθίσταται, αλλά, όταν μεν αποκαθίσταται, απολαμβάνουν τα απολύτως ηδονικά, όταν δε αναπληρούται, απολαμβάνουν και τα αντίθετα ακόμη, δηλαδή ευχαριστούνται και με τα ξινά και με τα πικρά, από τα οποία δεν είναι κανέν ούτε εκ φύσεως ηδονικόν ούτε απολύτως. Επομένως αυταί δεν είναι ούτε καν ηδοναί. Δηλαδή οποία είναι εκ φύσεως η διαφορά των ηδονικών μεταξύ των, η ίδια διαφορά υπάρχει και εις τας ηδονάς αι οποίας προέρχονται από αυτά! Έπειτα δεν είναι απόλυτος ανάγκη να υπάρχη άλλο τίποτε καλλίτερον από την ηδονήν, καθώς θεωρούν μερικοί ως τοιούτον το αποτέλεσμα της γενέσεως. Δηλαδή αι ηδοναί δεν είναι γενέσεις (μεταβατικαί καταστάσεις) ούτε όλαι συμβαδίζουν με γενέσεις, αλλά είναι ενέργειαι και αποτέλεσμα. Ούτε υπάρχουν εις τα γινόμενα αλλά εις τας χρήσεις. Και το αποτέλεσμα δεν είναι ξεχωριστόν δι' όλας τας ηδονάς, αλλά δι' όσας συντελούν εις την τελειοποίησιν της φύσεως.

&Ορισμός της ηδονής&. ― Διά τούτο δεν είναι ορθός ο ορισμός ότι η ηδονή είναι αισθητή γένεσις, αλλά ορθότερον είναι να την ορίσωμεν ως ενέργειαν της φυσικής διαθέσεως, και αντί του αισθητή να προσθέσωμεν το ανεμπόδιστος. Φαίνεται δε εις μερικούς ότι είναι γένεσις, διότι την θεωρούν κυριολεκτικώς αγαθόν. Δηλαδή αυτοί την ενέργειαν την θεωρούν γένεσιν, ενώ είναι διαφορετική. Το ότι δε μερικά ηδονικά είναι ποταπά, είναι το ίδιον ως να λέγωμεν ότι και μερικά υγιεινά είναι ποταπά, διότι δεν κερδίζουν από αυτά οι ιατροί. Λοιπόν υπό τοιαύτην έποψιν είναι και τα δύο ποταπά, αλλά βεβαίως διά τούτο δεν θα ειπή ότι είναι ποταπά, αφού μάλιστα και η σκέψις κάποτε βλάπτει εις την υγείαν. Έπειτα δεν εμποδίζει ούτε την φρόνησιν ούτε την διάθεσιν η ηδονή η παραγομένη από την ιδίαν, αλλά αι ξέναι, καθόσον αι ηδοναί αι προερχόμεναι από την σκέψιν και την μάθησιν περισσότερον θα συντελέσουν να σκεφθή κανείς και να μάθη. Το ότι δε καμμία τέχνη της ηδονής δεν υπάρχει, έχει τον λόγον του. Διότι ούτε καμμιάς άλλης ενεργείας υπάρχει τέχνη, αλλά μόνον της δυνάμεως. Μολονότι πάλιν η μυρεψική τέχνη και η μαγειρική φαίνεται ως να είναι τέχνη ηδονής. Το ότι δε ο σώφρων αποφεύγει τας ηδονάς και ο φρόνιμος επιδιώκει άλυπον βίον, και ότι τα παιδία και τα ζώα επιδιώκουν τας ηδονάς, όλα έχουν την ιδίαν εξήγησιν. Διότι είπαμεν ότι υπάρχουν ηδοναί απολύτως αγαθαί και ότι όλαι δεν είναι αγαθαί. Τας δε ηδονάς του είδους τούτου επιδιώκουν και τα παιδία και τα ζώα, και πάλιν αυτών των ηδονών την ενόχλησιν αποφεύγει ο φρόνιμος, δηλαδή τας ηδονάς τας συνοδευομένας με επιθυμίαν και λύπην και τας σωματικάς (διότι τοιαύται είναι και αυταί) και τας υπερβολάς αυτών, συμφώνως με τας οποίας ο ακόλαστος είναι ακόλαστος. Διά τούτο ο σώφρων αποφεύγει αυτάς. Άλλως όμως υπάρχουν ηδοναί και του σώφρονος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.