Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Part 7

Chapter 7 3 words Public domain Markdown

Φαίνεται δε ότι η ακολασία είναι περισσότερον εκουσία παρά η δειλία. Διότι εκείνη μεν υπάρχει ένεκα της ηδονής, αυτά δε ένεκα της λύπης, εκ των οποίων η μία είναι προτιμητέον πράγμα, η δε άλλη άξιον αποφυγής. Και η μεν λύπη εκτροχιάζει και φθείρει την φύσιν εκείνου όστις έχει αυτήν, ενώ η ηδονή δεν κάμνει κανέν τοιούτον. Επομένως είναι περισσότερον εκουσία, και διά τούτο είναι και επονειδιστοτέρα. Διότι είναι και ευκολώτερον να συνηθίση κανείς εις αυτά. Και βεβαίως πολλά υπάρχουν εις τον βίον τοιαύτα και η συνήθισις αυτών δεν είναι επικίνδυνος, ενώ εις τα επίφοβα συμβαίνει το αντίστροφον. Φαίνεται δε ότι δεν είναι εξ ίσου εκουσία η δειλία εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Διότι αυτή μεν δεν έχει λύπην, αυταί όμως από την λύπην μας εκτροχιάζουν, ώστε και τα όπλα να ρίπτωμεν και άλλα αίσχη να κάμνωμεν. Διά τούτο φαίνονται ότι είναι ακούσιαι. Εις το ακόλαστον όμως αντιστρόφως, αι μεν ιδιαίτεραι περιπτώσεις φαίνονται εκούσιαι — διότι επιθυμεί και ορέγεται — το σύνολον όμως όχι τόσον πολύ. Διότι κανείς δεν επιθυμεί να είναι ακόλαστος.

&Εφαρμογή ακολασίας εις τας παιδικάς παρεκτροπάς.& — Το δε όνομα της ακολασίας το εφαρμόζομεν και εις τας παιδικάς παρεκτροπάς, διότι έχουν κάποιαν ομοιότητα. Ποίον όμως από τα δυο έλαβε την ονομασίαν από το άλλο, εδώ δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Είναι όμως φανερόν ότι την έλαβε το μεταγενέστερον από το αρχαιότερον. Και δεν φαίνεται ότι εσφαλμένως επεξετάθη. Διότι πρέπει να τιμωρήται εγκαίρως όστις επιθυμεί αισχρά πράγματα και του οποίου η συνήθεια μεγαλόνει την διάθεσιν. Τοιούτον δε είναι προ πάντων η επιθυμία και το παιδί. Διότι τα παιδάρια ζουν με τας επιθυμίας, και πλεονάζει εις αυτά η επιθυμία του ηδονικού. Εάν λοιπόν δεν σταθή ευπειθές και πειθαρχικόν εις τον ανώτερόν του, θα προχωρήση πολύ. Διότι η όρεξις του ηδονικού είναι ακόρεστος και ο ανόητος έχει ορέξεις από όλα τα μέρη του σώματός του. Και έπειτα η εκτέλεσις της επιθυμίας αυξάνει τα συγγενή πάθη και αν γίνουν μεγάλα και σφοδρά, εκτροχιάζουν και τον λογισμόν. Διά τούτο αυταί πρέπει να είναι μέτριαι και ολίγαι και διόλου να μην αντιστρατεύωνται εις την λογικήν. Την τοιαύτην δε ευπείθειαν την ονομάζομεν και παιδεμόν. Δηλαδή καθώς το παιδί οφείλει να ζη κατά τα πρόσταγμα του παιδαγωγού, ομοίως και ο επιθυμητικός κατά τον ορθόν λόγον. Διά τούτο πρέπει το επιθυμητικόν μέρος του σώφρονος να συμφωνή με τον λόγον. Διότι και των δύο ο σκοπός είναι το καλόν. Δηλαδή και ο σώφρων επιθυμεί όσα πρέπει και καθώς πρέπει και όταν πρέπη, και τα ίδια επιβάλλει και ο ορθός λόγος. Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί της σωφροσύνης.

ΒΙΒΛΙΟΝ Δ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Ελευθεριότης.&

&Διάκρισις της ελευθεριότητος από την φιλαργυρίαν και την ασωτείαν.& — Και τόρα θα ομιλήσωμεν περί της ελευθεριότητος. Φαίνεται δε ότι είναι ελευθεριότης η μεσότης ως προς τα χρήματα. Διότι ο ελευθέριος δεν επαινείται εις τα πολεμικά ζητήματα, ούτε εις όσα επαινείται ο σώφρων, ούτε πάλιν εις τας κρίσεις του, αλλά ως προς την δοσοληψίαν των χρημάτων, και περισσότερον ως προς την δόσιν. Χρήματα δε ονομάζομεν όλα εκείνα, όσων η αξία μετρείται με νόμισμα. Αλλά και η ασωτεία και η φιλαργυρία ως προς τα χρήματα είναι υπερβολαί και ελλείψεις. Και την μεν φιλαργυρίαν την προσάπτομεν πάντοτε εις τους περισσότερον του δέοντος φροντίζοντας διά το χρήμα, την δε ασωτείαν την επεκτείνομεν ενίοτε και εις άλλα συνταυτίζοντες αυτά. Δηλαδή τους ακρατείς και πολυεξόδους χάριν της ακολασίας τους ονομάζομεν ασώτους.

Δι' αυτό οι άσωτοι φαίνονται φαυλότατοι. Διότι φέρουν εις την ράχιν των πολλάς κακίας συγχρόνως. Δεν θεωρούνται όμως ορθώς τοιούτοι. Διότι κυρίως άσωτος είναι όστις έχει έν μόνον κακόν, δηλαδή να καταστρέφη την περιουσίαν του. Δηλαδή άσωτος είναι όστις καταστρέφεται από τον εαυτόν του, διότι και η καταστροφή της περιουσίας του φαίνεται ότι είναι καταστροφή του ιδίου, αφού η ζωή του από αυτήν εξαρτάται. Αυτήν λοιπόν την σημασίαν αποδίδομεν εις την ασωτείαν.

&Η ελευθεριότης σχετιζόμενη προς τας άλλας αρετάς.& — Όσα δε χρησιμοποιούνται, αυτά είναι δυνατόν να τα χρησιμοποιήσωμεν και καλώς και κακώς. Και ο πλούτος είναι από τα χρήσιμα. Έκαστον δε πράγμα το μεταχειρίζεται τελειότερα, όστις έχει την σχετικήν με αυτό αρετήν. Αυτός δε τόρα είναι ο ελευθέριος. Χρησιμοποίησις δε των χρημάτων φαίνεται ότι είναι η δαπάνη και η δωρεά. Η δε λήψις και η φύλαξις φαίνονται ότι είναι μάλλον απόκτησις. Διά τούτο ιδιότης του ελευθερίου είναι να δίδη εις όσους πρέπει, παρά να λαμβάνη από όπου πρέπει, και να μη λαμβάνη από όπου δεν πρέπει. Διότι ιδιότης της αρετής είναι η ευποιία μάλλον παρά η ευπάθεια, και η μάλλον να πράττη τα καλά παρά να μη πράττη τα ποταπά. Δεν είναι δε δυσνόητον ότι εις την δωρεάν ακολουθεί η ευποιία και η εκτέλεσις των καλών, εις δε την ευπάθειαν η αποδοχή των καλών ή η μη εκτέλεσις ποταπών πράξεων. Και η χάρις οφείλεται εις τον δίδοντα δώρα, και όχι εις τον μη δεχόμενον, και ο έπαινος δε περισσότερον εις αυτόν οφείλεται. Είναι δε και ευκολώτερον το να μη δεχθή κανείς παρά να δώση δώρον. Διότι έκαστος ολιγώτερον θυσιάζει το ιδικόν του, παρ' όσον αποκρούει το ξένον. Ακόμη δε ελευθέριοι λέγονται οι δίδοντες, ενώ όσοι δεν δέχονται δεν επαινούνται ως ελευθέριοι, αλλά όχι ολιγώτερον ως δίκαιοι. Όσοι δε πάλιν δέχονται, ούτε επαινούνται όλως διόλου. Είναι δε αξιαγάπητοι από όλους τους εναρέτους, προ πάντων οι ελευθέριοι. Διότι είναι ωφέλιμοι, τούτο δε συνίσταται εις τον τρόπον της δωρεάς των. Αι ενάρετοι πράξεις όμως γίνονται χάριν του καλού. Επομένως και ο ελευθέριος θα δώση χάριν του καλού και ορθώς. Δηλαδή θα δώση εις όσους πρέπει και όσα πρέπει και όταν πρέπη και εν γένει καθώς είναι σύμφωνα με την ορθήν δωρεάν. Και όλα αυτά με ευχαρίστησιν και χωρίς να λυπηθή. Διότι παν ό,τι γίνεται συμφώνως με την αρετήν είναι ευχάριστον ή δεν προξενεί λύπην, πολύ ολίγον δε είναι λυπηρόν. Όστις όμως δίδει εις όσους δεν πρέπει, ή όχι χάριν του καλού, αλλά διά καμμίαν άλλην αιτίαν, δεν θα ονομασθή ελευθέριος, αλλά κάτι άλλο. Ούτε όστις δίδει με λύπην. Διότι αυτός θα επροτίμα τα χρήματα περισσότερον από την καλήν πράξιν, αυτό όμως δεν είναι ιδιότης του ελευθερίου (γενναιοδώρου).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Σχέσις του ελευθερίου προς την περιουσίαν του. Ο ελευθέριος είναι ανιδιοτελής, αλλά συντηρητικός&. — Δεν δέχεται δε από όποιον δεν πρέπει δώρα, διότι δεν είναι επίσης ιδιότης του μη εκτιμώντος τα χρήματα να δέχεται υπό τοιούτους όρους. Και βεβαίως δεν θα ημπορή ούτε να ζητή. Διότι όστις ευεργετεί δεν δέχεται εύκολα να ευεργετήται. Από όπου όμως πρέπει, λαμβάνει, λόγου χάριν από τα ιδικά του κτήματα, όχι διότι είναι καλόν, αλλά διότι είναι ανάγκη, διά να έχη να δίδη. Ούτε ημπορεί να παραμελήση τα ιδικά του, αφού θέλει με αυτά να βοηθή μερικούς. Ούτε θα δώση εις τους τυχόντας, διά να έχη να δίδη εις όσους πρέπει και όταν πρέπη και δι' ό,τι είναι καλόν, είναι δε ιδιότης του ελευθερίου και να είναι υπερβολικός εις τας δωρεάς του, ώστε να κρατή ολιγώτερα διά τον εαυτόν του. Δηλαδή το να μη κυττάζη τον εαυτόν του είναι ιδιότης του ελευθερίου. Λέγεται δε η ελευθεριότης αναλόγως της περιουσίας. Δηλαδή δεν συνίσταται η αρετή αυτή εις το μέγα ποσόν των διδομένων, αλλά εις την διάθεσιν του δίδοντος, αυτή δε δίδει αναλόγως της περιουσίας. Δεν υπάρχει δε κανέν εμπόδιον διά να είναι ελευθεριώτερος όστις δίδει ολιγώτερα, όταν δίδη από τα ολιγώτερα που έχει. — Φαίνεται δε ό,τι γίνονται περισσότερον ελευθέριοι, όσοι δεν απέκτησαν μόνοι των, αλλά εκληρονόμησαν την περιουσίαν των. Διότι αυτοί δεν έχουν πείραν της στερήσεως, και διότι όλοι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερον τα έργα των χειρών των, καθώς οι γονείς και οι ποιηταί. Δεν είναι δε εύκολον να πλουτίση ο ελευθέριος, διότι ούτε λαμβάνει ευκόλως ούτε διατηρεί, αλλά τα πετά και δεν εκτιμά τα χρήματα ως χρήματα αλλά χάριν δωρεών. Διά τούτο υβρίζεται η τύχη συχνά, διότι οι περισσότερον άξιοι διόλου δεν πλουτίζουν. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει παραλόγως. Διότι δεν είναι δυνατόν να έχη χρήματα, όστις δεν φροντίζει να έχη, καθώς ουδέ κανέν από τα άλλα. Βεβαίως όμως δεν θα δώση εις όσους δεν πρέπει, ούτε όταν δεν πρέπη, ούτε εν γένει έξω από αυτάς τας αρχάς. Διότι τότε πλέον δεν θα έπραττε συμφώνως με την ελευθεριότητα, και αφού εξοδεύση εις αυτά, δεν θα έχη να εξοδεύη εις όσα πρέπει. Διότι, καθώς είπαμεν, ελευθέριος είναι όστις εξοδεύει αναλόγως της περιουσίας του και εις ό,τι πρέπει. Όστις δε είναι υπερβολικός, είναι άσωτος. Διά τούτο τους ηγεμόνας δεν τους ονομάζομεν ασώτους. Διότι η μεγάλη ποσότης των κτημάτων φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να υπερακοντισθή με τας δαπάνας. — Και λοιπόν, αφού η ελευθεριότης είναι μεσότης εις την δοσοληψίαν των χρημάτων, ο ελευθέριος και θα δώση και θα εξοδεύση εις όσα πρέπει και όσα πρέπει, επίσης και διά τα μικρά και διά τα μεγάλα, και μάλιστα με ευχαρίστησιν. Και θα λάβη δε από όπου πρέπει και όσα πρέπει. Δηλαδή, αφού η αρετή είναι μεσότης και εις τα δύο αυτά, θα τα εκτελέση και τα δύο καθώς πρέπει.

Διότι συμβιβάζεται με την ορθήν δόσιν η τοιαύτη λήψις, ενώ η μη τοιαύτη δεν συμβιβάζεται. Και βεβαίως όσαι συμβιβάζονται υπάρχουν συγχρόνως εις το ίδιον πρόσωπον, ενώ αι ασυμβίβαστοι είναι προφανές ότι δεν συνυπάρχουν. Εάν δε συμβή κάποτε να εξοδεύση έξω από το πρέπον και το ορθόν, θα λυπηθή, πάλιν όμως μετρίως και καθώς πρέπει. Διότι ιδιότης της αρετής είναι και το να χαίρη και να λυπήται δι' όσα πρέπει και καθώς πρέπει. Είναι δε και εύκολος εις τας συναλλαγάς του ο ελευθέριος. Διότι ημπορεί να ανεχθή την αδικίαν, αφού δεν εκτιμά βεβαίως τα χρήματα, και περισσότερον βασανίζεται, αν κάπου ήτο ανάγκη να εξοδεύση και δεν εξώδευσε, παρά να λυπηθή, εάν εξώδευσε κάτι τι, ενώ δεν ήτο ανάγκη. Ούτε είναι αρεστός εις τον Σιμωνίδην {23}.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Ο Άσωτος σχετιζόμενος με τον φιλάργυρον.& — Ο δε άσωτος και εις αυτά διαρκώς σφάλλει. Διότι ούτε τέρπεται με όσα πρέπει ούτε καθώς πρέπει, ούτε λυπείται. Τούτο δε θα γίνη φανερώτερον εις τα κατωτέρω. Είπαμεν δηλαδή ότι η ασωτεία και η φιλαργυρία είναι υπερβολαί και ελλείψεις, και μάλιστα εις δύο πράγματα, δηλαδή εις την δόσιν και εις την λήψιν. Διότι και την δαπάνην την κατατάσσομεν εις την δόσιν. Και λοιπόν η μεν ασωτεία είνε υπερβολική εις το να δίδη και να μη λαμβάνη. Η δε φιλαργυρία είναι ελλιπής εις το να δίδη, και υπερβολική εις το να λαμβάνη, εκτός όταν πρόκειται διά μικρά πράγματα. Αλλά το ελάττωμα της ασωτείας δεν συζή πολύν καιρόν, διότι δεν είναι εύκολον, όστις δεν λαμβάνει από κανένα, να δίδη εις όλους. Διότι γλήγορα χάνεται η περιουσία εις τους ιδιώτας, όταν δίδουν χωρίς μέθοδον, καθώς φαίνεται ότι είναι οι άσωτοι.

&Η ασωτεία επιδέχεται θεραπείαν.& — Άλλως όμως ο τοιούτος φαίνεται ότι είναι όχι ολίγον καλλίτερος από τον φιλάργυρον. Διότι είναι ευκολοθεράπευτος και ως εκ της ηλικίας του και από τον φόβον της στερήσεως, και ημπορεί να έλθη εις το μέσον, διότι έχει τας ιδιότητας του ελευθερίου. Δηλαδή και αυτός δίδει και δεν λαμβάνει, με την διαφοράν όμως ότι κανέν από αυτά τα δύο δεν εκτελεί ούτε καθώς πρέπει ούτε καλώς. Εάν λοιπόν συνηθίση εις αυτό, ή κάπως μεταβληθή, θα εγίνετο ελευθέριος. Διότι τότε θα δίδη εις όσους πρέπει και θα λαμβάνη από όπου πρέπει. Και διά τούτο δεν φαίνεται πρόστυχος ως προς τo ήθος. Διότι δεν είναι ιδιότης μοχθηρού άνθρωπου ούτε αγεννούς το να είναι υπερβολικός εις τας δωρεάς και να μη δέχεται, αλλά απλώς ηλιθίου. Όστις δε είναι άσωτος κατ' αυτόν τον τρόπον, φαίνεται ότι είναι πολύ καλλίτερος από τον φιλάργυρον δι' όσα είπαμεν, και διότι εκείνος μεν ωφελεί πολλούς, ενώ αυτός κανένα δεν ωφελεί, αλλ' ούτε και τον εαυτόν του. Οι περισσότεροι όμως από τους ασώτους, καθώς είπαμεν, συγχρόνως δέχονται από όπου δεν πρέπει και ως προς τούτο είναι φιλάργυροι. Γίνονται δε επιρρεπείς εις το να λαμβάνουν, διότι θέλουν να εξοδεύουν, αλλά τούτο δεν ημπορούν να το κάμνουν με ευκολίαν. Διότι γλήγορα χάνονται όσα έχουν. Αναγκάζονται λοιπόν να προμηθεύωνται απ' αλλού. Συγχρόνως δε, επειδή δεν σκοτίζονται διόλου διά το καλόν, λαμβάνουν απροφυλάκτως και από όλα τα μέρη. Διότι επιθυμούν να δίδουν, το πώς όμως ή από πού δεν τους ενδιαφέρει διόλου. Διά τούτο και αι δόσεις των ακόμη δεν είναι ελευθέριαι, διότι δεν είναι καλαί, ούτε γίνονται χάριν του καλού ούτε καθώς πρέπει. Αλλά κάποτε εκείνους που πρέπει να είναι πτωχοί τους κάμνουν πλουσίους. Και εις εκείνους μεν οι οποίοι είναι μετρημένοι εις τους τρόπους των δεν δίδουν ίσως τίποτε, δίδουν όμως πολλά εις τους κόλακας ή εις τους προσφέροντας εις αυτούς καμμίαν άλλην ηδονήν. Διά τούτο οι περισσότεροι από αυτούς είναι και ακόλαστοι. Διότι ευκόλως εξοδεύουν διά τας ακολασίας και επειδή δεν ζουν κανονικά κλίνουν μάλλον εις τας ηδονάς. Ο άσωτος λοιπόν, αν μείνη χωρίς διαπαιδαγώγησιν, εις αυτό το σημείον φθάνει, εάν όμως τον προσέξουν, ημπορεί να φθάση εις το μέσον και το πρέπον.

&Η φιλαργυρία δεν επιδέχεται θεραπείαν.& — Ο δε φιλάργυρος είναι αθεράπευτος. Διότι φαίνεται ότι τους κάμνει φιλαργύρους τω γήρας και η γενική αδυναμία. Και είναι περισσότερον σύμφυτος εις τους ανθρώπους η φιλαργυρία παρά η ασωτεία. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον φιλοχρήματοι παρά μεταδοτικοί. Και το ελάττωμα αυτό επεκτείνεται εις πολλά και είναι πολυειδές. Δηλαδή φαίνεται ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι φιλαργυρίας. Διότι, ενώ συνίσταται εις δύο, δηλαδή εις την έλλειψιν της δόσεως και εις την υπερβολήν της λήψεως, δεν απαντά εις όλους ολόκληρος, αλλά ενίοτε χωρίζεται, και άλλοι μεν είναι υπερβολικοί εις την λήψιν, άλλοι δε ελλιπείς εις την δόσιν. Διότι όσοι λέγονται λόγου χάριν σφιχτοί, μίζεροι, τσιγκούνιδες, όλοι είναι ελλιπείς εις την δόσιν, αλλά δεν επιθυμούν τα ξένα, ούτε θέλουν να δεχθούν. — Και φαίνονται ότι το κάμνουν από κάποιαν ευπρέπειαν και προφύλαξιν από το αίσχος. Διότι μερικοί φαίνονται, ή και το λέγουν, ότι τα φυλάττουν, διά να μη αναγκασθούν ποτέ να κάμουν κανέν αίσχος. Εις αυτούς δε ανήκει και ο μυιγογδάρτης και όλοι οι όμοιοι. Έλαβε δε το όνομα από το ότι δεν θέλει να εξοδεύση εις τίποτε — .Άλλοι δε πάλιν από φόβον απέχουν από τα ξένα, διότι νομίζουν ότι δεν είναι εύκολον αυτοί μεν να λάβουν από τα ξένα, οι άλλοι όμως όχι από τα ιδικά των, επομένως αρέσκει εις αυτούς ούτε να λαμβάνουν ούτε να δίδουν. Οι άλλοι πάλιν είναι υπερβολικοί εις την λήψιν, διότι δέχονται από παντού και τα πάντα• λόγου χάριν οι εκτελούντες ανελεύθερα έργα, δηλαδή οι πορνοβοσκοί και όλοι οι παρόμοιοι, και οι τοκίζοντες ολίγα με πολύν τόκον. Διότι όλοι αυτοί λαμβάνουν από όπου δεν πρέπει και όσον δεν πρέπει. Φαίνεται δε εις αυτούς κοινή η αισχροκέρδεια. Δηλαδή όλοι χάριν κέρδους, και μάλιστα μικρού, υποφέρουν να ονειδίζωνται. Διότι όσοι λαμβάνουν μεγάλα ποσά, όχι όμως από όπου πρέπει, ούτε όσα πρέπει, δεν τους ονομάζομεν φιλαργύρους, καθώς λόγου χάριν τους τυράννους, όταν κυριεύουν πόλεις και γυμνόνουν τους ναούς, αλλά πονηρούς μάλλον και ασεβείς και αδίκους. Και όμως και ο παίκτης και ο λωποδύτης και ο ληστής ανήκουν εις τους φιλαργύρους. Διότι όλοι είναι αισχροκερδείς. Δηλαδή χάριν του κέρδους τρέχουν και αυτοί και εκείνοι και υποφέρουν να ονειδίζωνται. Και οι μεν τελευταίοι υποφέρουν τους μεγαλιτέρους κινδύνους χάριν του λαφύρου των, οι παίκται όμως κερδίζουν από τους φίλους των, εις τους οποίους πρέπει να δίδουν. Αλλά και αυτοί και εκείνοι, αφού θέλουν να κερδίζουν από όπου δεν πρέπει, είναι αισχροκερδείς. Και όλαι δε αι παρόμοιαι λήψεις είναι ανελεύθεραι. Πολύ ορθά δε λέγεται ότι είναι το αντίθετον της ελευθεριότητος η φιλαργυρία, διότι είναι μεγαλίτερον κακόν παρά η ασωτεία, και περισσότερα σφάλματα γίνονται με αυτήν παρά με την ασωτείαν που είπαμεν. Και λοιπόν περί της ελευθεριότητος και των κακιών αι οποίαι αντιτίθενται εις αυτήν είναι αρκετά όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Μεγαλοπρέπεια.&

&Διάκρισις της μεγαλοπρεπείας από την ελευθεριότητα και ακρότητες αυτής.& — Ίσως δε τόρα είναι η σειρά να ομιλήσωμεν και περί μεγαλοπρεπείας. Διότι και αυτή φαίνεται ότι είναι κάπως αρετή περιστρεφομένη εις το χρήμα. Δεν επεκτείνεται όμως καθώς η ελευθεριότης εις όλας τας πράξεις αι οποίαι γίνονται με χρήμα, αλλά μόνον εις τους πολυεξόδους. Εις αυτάς δε είναι ανωτέρα από την ελευθεριότητα ως προς το μέγεθος. Διότι, καθώς υποδηλοί και μόνον το όνομά της, είναι δαπάνη διαπρέπουσα εις μέγεθος. Το δε μέγεθος είναι αναφορά ως πρός τι. Δηλαδή δεν αρμόζει η ιδία δαπάνη εις τον εξοπλίζοντα μίαν τριήρη και εις τον αρχηγόν θρησκευτικής αποστολής. Επομένως το πρέπον είναι σχετικόν με αυτό και με τα μέσα και με το πράγμα εις το οποίον περιστρέφεται. Όστις δε εξοδεύει όσον αξίζει εις μικρά ή εις μέτρια δεν λέγεται μεγολοπρεπής, καθώς λέγει η ομηρική φράσις «ολίγο δίδω στον πτωχό» {24}, αλλά όστις κάμνει το ίδιον εις μεγάλα. Διότι ο μεν μεγαλοπρεπής είναι ελευθέριος, ο ελευθέριος όμως δεν είναι συγχρόνως και μεγαλοπρεπής. Αυτής δε της διαθέσεως η μεν έλλειψις λέγεται μικροπρέπεια, η δε υπερβολή βαναυσότης και απειροκαλία και τα παρόμοια, διότι δεν είναι υπερβολικαί κατά το μέγεθος εις όσα πρέπει, αλλά επιδεικνύονται εις όσα δεν πρέπει και καθώς δεν πρέπει. Περί αυτών δε θα ομιλήσωμεν αργότερα.

&Χαρακτηρισμός της μεγαλοπρεπείας ως επιστήμης.& — Ο δε μεγαλοπρεπής φαίνεται ως επιστήμων. Δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθή το πρέπον και να εξοδεύση μεγάλα ποσά με αρμονίαν. Διότι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, η διάθεσις ορίζεται από τας ενεργείας και από εκείνα εις τα οποία περιστρέφεται. Και λοιπόν αι δαπάναι του μεγαλοπρεπούς είναι μεγάλαι και συγχρόνως καθώς πρέπει. Επομένως τοιαύτα είναι και τα έργα του. Διότι μόνον με αυτόν τον τρόπον τα εξοδευόμενα είναι μεγάλα και αρμονικά με το έργον του. Ώστε το όλον έργον πρέπει να έχη και αξίαν ίσην με την δαπάνην, η δε δαπάνη αξίαν ίσην με το έργον ή και να είναι ανωτέρα. Κάμνει δε αυτάς τας δαπάνας ο μεγαλοπρεπής χάριν του καλού. Διότι αυτό είναι κοινόν γνώρισμα εις όλας τας αρετάς, περιπλέον δε με ευχαρίστησιν και με άνεσιν. Διότι η ακριβολογία είναι μικροπρεπής. Και μάλλον θα σκεφθή πώς να γίνη το έργον όσον το δυνατόν καλλίτερον και αρμοδιώτερον, παρά πόσον θα στοιχίση και πώς να στοιχίση όσον το δυνατόν ολιγώτερον. Είναι λοιπόν επόμενον ο μεγαλοπρεπής να είναι και ελευθέριος. Διότι και ο ελευθέριος εξοδεύει όσα πρέπει και καθώς πρέπει. Εις τα ίδια δε περιστρέφεται η κατά μέγεθος διαφορά του μεγαλοπρεπούς, η οποία αρετή είναι τρόπον τινά εις τα ίδια πράγματα ελευθεριότης εν μεγάλω, και με τα ίδια έξοδα θα κάμη το έργον μεγαλοπρεπέστερον. Διότι δεν είναι η ιδία η αρετή του κτήματος και του έργου. Δηλαδή το κτήμα είναι πολυτιμότερον, όσον έχει περισσοτέραν αξίαν, καθώς λόγου χάριν ο χρυσός, ενώ το έργον, μόνον όταν είναι μέγα και καλόν. Διότι του τοιούτου η θεωρία είναι αξιοθαύμαστος, και το μεγαλοπρεπές είναι αξιοθαύμαστον. Και αρετή του έργου είναι η μεγαλοπρέπεια εις μεγάλον σχήμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η μεγαλοπρέπεια περιστρέφεται ιδίως εις τα τιμαλφή και κοινά.& — Εξοδεύει δε η μεγαλοπρέπεια εις εκείνα εν γένει τα οποία ονομάζομεν τιμαλφή• λόγου χάριν εις τους θεούς, εις αφιερώματα, εις ναούς και θυσίας, ομοίως δε και εις όσα αναφέρονται εις την θρησκείαν, και όσα κινούν τον ζήλον διά το κοινόν αγαθόν• λόγου χάριν εάν νομίζη ότι πρέπει κάπου να δώση τα έξοδα μιας παραστάσεως ή να εξοπλίση λαμπρά μίαν τριήρη, ή να δώση τραπέζι εις όλους τους πολίτας. Εις όλα δε αυτά, καθώς είπαμεν, εξετάζεται η θέσις του εκτελεστού, ποίος είναι και πόσα έχει. Διότι πρέπει να είναι ανταξία με αυτά, και να μη αρμόζουν μόνον εις το έργον αλλά και εις τον εκτελεστήν. Διά τούτο ένας πτωχός βεβαίως δεν ημπορεί να γίνη μεγαλοπρεπής, διότι δεν έχει από πού να εξοδεύη πολλά καθώς πρέπει. Όστις δε δοκιμάση να τα κάμη είναι ηλίθιος. Διότι το κάμνει, έξω από την αξίαν και το πρέπον, ενώ σύμφωνον με την αρετήν είναι το ορθόν. Έπειτα αυτά αρμόζουν και εις εκείνους οι οποίοι έχουν προηγούμενα οι ίδιοι ή από τους προγόνους, ή από τους ιδικούς των, και εις τους ευγενείς και τους ενδόξους και τα παρόμοια. Διότι όλα αυτά έχουν μεγαλείον και αξίωμα. Κυρίως λοιπόν αυτός είναι ο μεγαλοπρεπής, και εις τοιαύτας δαπάνας περιστρέφεται η μεγαλοπρέπεια, καθώς είπαμεν, διότι είναι τα μεγαλίτερα και τιμαλφέστερα. Από τας ιδιωτικάς δε περιστρέφεται μόνον εις όσας γίνονται μίαν φοράν διά πάντα, καθώς είναι ο γάμος και κανέν παρόμοιον, και εις ό,τι όλη η πόλις δίδει προσοχήν, ή όσοι είναι εις τα αξιώματα, ακόμη δε εις υποδοχάς ξένων και ξεναγίας αυτών και εις δωρεάς και αντιδωρεάς. Διότι ο μεγαλοπρεπής δεν είναι πολυδάπανος διά τον εαυτόν του αλλά διά τα κοινά, αι δε δωρεαί έχουν κάποιαν σχέσιν με τα αφιερώματα. Ιδιότης δε του μεγαλοπρεπούς είναι και την οικίαν του να διακοσμήση καθώς αρμόζει εις τον πλούτον του — διότι και αυτός είναι κάποιος στολισμός — και να εξοδεύη μάλλον εις έργα τα οποία διατηρούνται πολλά έτη — διότι αυτά είναι τα καλλίτερα — και εις το καθέν ό,τι είναι πρέπον. Διότι δεν αρμόζουν τα ίδια εις τους θεούς και εις τους ανθρώπους, ούτε μέσα εις τους ναούς και εις τους τάφους. Και αφού εκάστη δαπάνη είναι μεγάλη εις το είδος της, άρα και γενικώς μεν μεγαλοπρεπέστατον είναι το εν σχέσει προς τα μεγάλα μέγα, εις αυτήν όμως εδώ την περίπτωσιν το εν σχέσει προς αυτήν μέγα. Και έχει διαφοράν το εν σχέσει με το έργον μέγα, από το εν σχέσει προς τας δαπάνας — λόγου χάριν μία σφαίρα, ή έν φιαλίδιον ωραιότατον έχει την μεγαλοπρέπειαν ενός παιδικού δώρου, αλλά η αξία των είναι μικρά και αναξιοπρεπής. — Διά τούτο η ιδιότης του μεγαλοπρεπούς είναι, εις ό,τι είδος εξοδεύει, να το εξοδεύη μεγαλοπρεπώς — διότι εις τούτο δεν ημπορεί ευκόλως να τον περάση άλλος — και το έργον να έχη την αξίαν της δαπάνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η υπερβολή και η έλλειψις της μεγαλοπρεπείας.& — Τοιούτος λοιπόν είναι ο μεγαλοπρεπής, ο δε υπερβολικός, δηλαδή ο βάναυσος, υπερέχει εις το να εξοδεύη έξω από το πρέπον, καθώς είπαμεν. Δηλαδή εις ολιγοέξοδα πράγματα αυτός εξοδεύει πολλά και επιδεικνύεται αναρμόστως• λόγου χάριν δίδει τραπέζι εις τους συναδέλφους του ως να κάμνη γάμον, και όταν χορηγή τα έξοδα κωμικής παραστάσεως, παρουσιάζει εις την σκηνήν του θεάτρου τον χορόν με πορφύραν, καθώς οι Μεγαρείς. Και όλα αυτά τα κάμνει όχι χάριν του καλού, αλλά διά να επιδείξη τα πλούτη του, και διότι νομίζει ότι θαυμάζεται με αυτά, και όπου μεν χρειάζεται να εξοδεύση πολλά, αυτός εξοδεύει ολίγα, όπου δε ολίγα, πολλά. Ο δε μικροπρεπής εις όλα είναι ελλιπής, και αφού εξοδεύση τα μεγαλίτερα ποσά εις μικρόν έργον, θα χαλάση το καλόν, και ό,τι κάμη αργοπορεί, και κυττάζει πώς να εξοδεύση ολιγώτερα και πάλιν όλο κλαίεται και νομίζει ότι έδωσε περισσότερα από όσα πρέπει. Και βεβαίως αυταί αι διαθέσεις είναι κακίαι, αλλά δεν φέρουν αίσχος, διότι ούτε βλαβεραί είναι εις τους άλλους ούτε πολύ άσχημαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Μεγαλοψυχία.&