Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος
Part 5
&Διαφέρουν αι πράξεις αι εξ αμαθείας από τας εν αγνοία. — Φαίνεται δε ότι διαφέρει και η εξ αμαθείας πράξις από την εν αγνοία. Διότι ο μεθυσμένος ή ο οργιζόμενος δεν φαίνεται ότι πράττει από αμάθειαν, αλλά δι' έν από τα ελαττώματα τα οποία είπαμεν, πάλιν όμως όχι εν γνώσει του, αλλά ασυνειδήτως. Και βεβαίως πας άνθρωπος αβέλτερος απρόκοπος δεν έχει είδησίν του τι πρέπει να πράττη και ποία να αποφεύγη, και ένεκα αυτής της ελλείψεως γίνονται άδικοι και γενικώς κακοί. Το ακούσιον όμως εφαρμόζεται κυρίως όχι όταν κανείς αγνοή τα συμφέροντα. Διότι η αμάθεια η οποία υπάρχει εις την προαίρεσιν δεν είναι αιτία του ακουσίου, αλλά της καθολικής του αβελτερίας. Ούτε πάλιν η γενική αμάθεια είναι αιτία — διότι τουλάχιστον εξ αιτίας αυτής κατακρίνονται — , αλλά εκείνη των ιδιαιτέρων συνθηκών υπό τας οποίας εξετελέσθη η πράξις και των ζητημάτων εις τα οποία περιεστρέφετο. Διότι εις αυτάς μόνον υπάρχει και οίκτος και συγγνώμη. Διότι όστις αγνοεί καμμίαν από αυτάς πράττει ακουσίως.
&Αι συνθήκαι υπό τας οποίας εκτελείται η πράξις.& — Ίσως λοιπόν δεν είναι κακόν να ορίσωμεν αυτάς τας ιδιαιτέρας συνθήκας ποίαι είναι και πόσαι. Είναι λοιπόν:
1) Ο δράστης, 2) η πράξις, 3) η περίπτωσις ή αι συνθήκαι της πράξεως. Κάποτε όμως και:
4) το όργανον, 5) το ελατήριον, λόγου χάριν διά να σωθή, και 6) ο τρόπος, λόγου χάριν ησύχως ή με ορμήν.
Αυτά λοιπόν όλα μαζί δεν είναι δυνατόν να υπάρχη άνθρωπος ο οποίος τα αγνοεί, εκτός εάν είναι μανιακός, και βεβαίως ούτε τον δράστην. Διότι πώς είναι δυνατόν να αγνοή τον εαυτόν του; Αλλά την πράξιν είναι δυνατόν να αγνοή κανείς, καθώς πολλοί συνήθως λέγουν ότι τους εξέφυγε η λέξις από το στόμα, ή ότι δεν εγνώριζαν ότι ήτο μυστικόν, καθώς ο Αισχύλος διά τα Ελευσίνια μυστήρια {11}, ή ότι ήθελε απλώς να δείξη τον χειρισμόν του όπλου και το έρριψε, καθώς εκείνος ο οποίος ρίπτει τον καταπέλτην. Είναι δε δυνατόν κανείς και τον υιόν του να τον θεωρήση εχθρόν, καθώς η Μερόπη {12}, και να ειπή ότι ήτο ως σφαίρα η αιχμή του δόρατος, ενώ ήτο ακονισμένον, ή ότι το λιθάρι ήτο ελαφρόπετρα. Έπειτα ότι τον εκτύπησε διά να τον σωφρονίση και τον εφόνευσε. Και ότι ηθέλησε απλώς να τον εγγίση, διά να του δείξη πώς κάμνουν οι πυγμάχοι, και τον εκτύπησε δυνατά. Αφού λοιπόν η άγνοια περιστρέφεται εις όλας αυτάς τας συνθήκας της πράξεως, όστις δεν εγνώριζε κάποιον από αυτά φαίνεται ότι έπραξε ακουσίως την πράξιν και μάλιστα εις τα σπουδαιότερα. Σπουδαιότερα δε φαίνονται αι συνθήκαι (3)/δες ανωτέρω/ και το ελατήριον (4)/5 ανωτέρω/. Και βεβαίως διά να θεωρηθή κανείς ακούσιος εις τοιαύτην περίπτωσιν αγνοίας, πρέπει να φανή ότι ελυπήθη διά την πράξιν και μετανοεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Αι πράξεις αι γινόμενοι εκ πάθους ή επιθυμίας είναι εκούσιαι.& — Αφού λοιπόν είναι ακούσιον το εκ βίας ή εξ αμαθείας γινόμενον, ίσως είναι ορθόν να δεχθώμεν ότι το εκούσιον είναι εκείνο το οποίον έχει την αρχήν του εις τον δράστην, όταν γνωρίζη τας ιδιαιτέρας συνθήκας της πράξεως. Δηλαδή ίσως ουχί ορθώς λέγεται ακουσία η πράξις η προερχομένη από έξαψιν ή επιθυμίαν. Διότι πρώτον μεν κανέν από τα άλλα ζώα δεν πρέπει να θεωρήσωμεν τότε πλέον ότι πράττει τίποτε εκουσίως, ούτε οι παίδες. Έπειτα άραγε καμμίαν πράξιν από όσας πράττομεν από επιθυμίαν ή έξαψιν, δεν την πράττομεν εκουσίως, ή μόνον τας καλάς εκουσίως, τας δε ποταπάς ακουσίως; Ή μήπως είναι γελοίον τούτο, αφού το αίτιον είναι έν; Ίσως δε είναι παράλογον να ονομάζωμεν ακούσια, όσα κατ' ανάγκην τα επιθυμούμεν. Είναι δε ανάγκη και να οργιζώμεθα διά μερικά και να επιθυμούμεν μερικά• λόγου χάριν την υγείαν και την μάθησιν.
Ακόμη δε φαίνεται ότι τα ακούσια είναι λυπηρά, ενώ τα επιθυμητά είναι ευχάριστα. Έπειτα δε ποίαν διαφοράν έχουν ως προς το εκούσιον τα σφάλματα τα προερχόμενα από σκέψιν ή από έξαψιν; Διότι και τα δύο πρέπει να τα αποφεύγωμεν, και φαίνεται ότι όχι ολιγώτερον είναι ανθρώπιναι αι παράλογοι εξάψεις. Επομένως πρέπει να αποφεύγωμεν και τας πράξεις τας προερχομένας από έξαψιν και από επιθυμίας. Ώστε είναι άτοπον να τα θεωρήσωμεν αυτά ακούσια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Η προαίρεσις δεν είναι το ίδιον το εκούσιον.& — Αφού δε ωρίσαμεν το εκούσιον και το ακούσιον, τόρα είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί προαιρέσεως. Διότι αύτη φαίνεται ότι συνδέεται στενώς με την αρετήν και ότι κρίνει μάλλον τα ήθη παρά τας πράξεις. Λοιπόν η προαίρεσις φαίνεται μεν ότι είναι κάτι τι εκούσιον, δεν είναι όμως το ίδιον με αυτό, αλλά το εκούσιον είναι ευρύτερον. Διότι το εκούσιον το έχουν και οι παίδες και τα άλλα ζώα, την προαίρεσιν όμως όχι. Και έπειτα, τα εξαφνικά, εκούσια μεν τα λέγομεν, όχι όμως και κατά προαίρεσιν.
&Η προαίρεσις δεν είναι ούτε επιθυμία ούτε έξαψις.& — Όσοι δε θεωρούν την προαίρεσιν ως επιθυμίαν η έξαψιν ή βούλησιν ή καμμίαν κρίσιν φαίνεται ότι δεν λέγουν την αλήθειαν. Διότι η προαίρεσις δεν είναι κοινή και εις τα άλογα ζώα, ενώ είναι κοινή η επιθυμία και η έξαψις. Και ο ακόλαστος με επιθυμίαν μεν πράττει, όχι όμως και με προαίρεσιν. Ο δε εγκρατής αντιστρόφως πράττει μεν με προαίρεσιν, όχι όμως με επιθυμίαν. Εξ άλλου εις την προαίρεσιν μεν αντιτίθεται η επιθυμία, όχι όμως και εις την επιθυμίαν άλλη επιθυμία. Και πάλιν η μεν επιθυμία περιστρέφεται εις το ηδονικόν και λυπηρόν, ενώ η προαίρεσις ούτε εις το λυπηρόν ούτε εις το ηδονικόν. Πολύ δε ολιγώτερον πάλιν η έξαψις. Δηλαδή πολύ ολιγώτερον φαίνονται ως κατά προαίρεσιν όσα γίνονται από έξαψιν.
&Η προαίρεσις δεν είναι βούλησις.& — Αλλά βεβαίως ούτε βούλησις δεν είναι η προαίρεσις, αν και φαίνεται ότι πλησιάζει πάρα πολύ εις αυτήν. Διότι προαίρεσις μεν δεν υπάρχει επί πραγμάτων αδυνάτων, και αν εις αυτά ειπή κανείς ότι έχει προαίρεσιν, θα εφαίνετο ηλίθιος. Βούλησις όμως υπάρχει επί πραγμάτων αδυνάτων λόγου χάριν της αθανασίας. Και βούλησις μεν υπάρχει και εις όσα κανείς δεν συνετέλεσε διόλου ο ίδιος διά να εκτελεσθούν λόγου χάριν να νικήση κάποιος ηθοποιός ή αθλητής. Προαίρεσιν όμως εις αυτά δεν έχει κανείς, αλλά μόνον εις όσα νομίζει ότι θα συνετελέση ο ίδιος διά να εκτελεσθούν. Εξ άλλου δε η βούλησις αποβλέπει μάλλον εις τον σκοπόν, ενώ η προαίρεσις εις τα προηγούμενα του σκοπού• λόγου χάριν το να είμεθα υγιείς είναι έργον της βουλήσεώς μας, της προαιρέσεως όμως έργον είναι, ποία μέσα φέρουν την υγείαν. Επίσης το να είμεθα ευτυχείς θέλομεν και το λέγομεν ότι το θέλομεν. Να ειπούμεν όμως ότι έχομεν την προαίρεσιν να γίνωμεν ευτυχείς δεν αρμόζει. Διότι γενικώς η προαίρεσις φαίνεται ότι εφαρμόζεται εις όσα εξαρτώνται από την ικανότητά μας.
&Η προαίρεσις δεν είναι κρίσις&. — Βεβαίως όμως ούτε κρίσις είναι δυνατόν να είναι η προαίρεσις. Διότι η μεν κρίσις φαίνεται ότι περιστρέφεται εις όλα, και όχι ολιγώτερον εις τα αιώνια και τα αδύνατα, παρά εις τα εξαρτώμενα από τας δυνάμεις μας. Έπειτα η κρίσις χωρίζεται εις ψευδή και αληθινήν και όχι εις κακήν και αγαθήν, ενώ η προαίρεσις μάλλον χωρίζεται εις κακήν και αγαθήν. Και λοιπόν γενικώς ίσως ουδέ εθεώρησε κανείς την προαίρεσιν το ίδιον με την κρίσιν. Δεν είναι όμως ούτε εις κανέν μέρος της το ίδιον με την κρίσιν. Διότι μόνον με την προαίρεσιν των αγαθών ή των κακών έχομεν μίαν ηθικήν ιδιότητα, όχι όμως και με το να κρίνωμεν αυτά. Και πάλιν έχομεν μεν προαίρεσιν εις το να λάβωμεν ή να αποφύγωμεν ή εις κάτι τι παρόμοιον, κρίνομεν όμως τι είναι αυτά, ή είς τινα συμφέρει, ή πώς γίνονται, και ποτέ δεν κρίνομεν το να λάβωμεν ή να αποφύγωμεν. Έπειτα η μεν προαίρεσις επαινείται όταν επιτύχη το πρέπον ή το ορθόν, ενώ η κρίσις, όταν επιτύχη την αλήθειαν. Και προαίρεσιν μεν έχομεν δι' όσα γνωρίζομεν τόσον καλά. Έπειτα φαίνεται ότι δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι τελειότεροι εις την προαίρεσιν και εις την κρίσιν, αλλά μερικοί κρίνουν μεν καλλίτερον, από την κακίαν των όμως προαιρούνται όσα δεν πρέπει. Εάν δε προστίθεται και κρίσις εις την προαίρεσιν ή παρακολουθή αυτήν, δεν έχει καμμίαν σημασίαν. Διότι ημείς δεν εξετάζομεν τούτο, αλλ' αν είναι το ίδιον η προαίρεσις με καμίαν κρίσιν.
Συμπέρασμα. Τότε λοιπόν τι είναι, ή ποίου είδους είναι η προαίρεσις, αφού δεν είναι κανέν από όσα είπαμεν; Βεβαίως φαίνεται μεν κάτι τι εκούσιον, αλλά το εκούσιον δεν είναι πάντοτε προαίρεσις. Αλλά τότε μήπως άραγε είναι το προσχεδιασμένον; Διότι η προαίρεσις συνοδεύεται με το λογικόν και την διάνοιαν. Φαίνεται όμως ότι τούτο υποδεικνύει και το όνομα το οποίον σημαίνει κάτι προηγουμένως από άλλα προτιμητέον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Περιπτώσεις μη επιδεχόμενοι προμελέτην.& — Τόρα όμως άραγε όλα τα προμελετά κανείς, και όλα ημπορούν να προμελετηθούν, ή μήπως μερικά δεν επιδέχονται προμελέτην; Ίσως δε πρέπει να θεωρήσωμεν ως αντικείμενον προμελέτης όχι ό,τι ημπορούσε να προμελετήση ο ηλίθιος ή ο μανιακός, αλλά μόνον ο συνετός. Λοιπόν διά τας αιωνίας αληθείας κανείς δεν προμελετά• λόγου χάριν περί του κόσμου, ή περί της διαμέτρου ότι είναι ασύμμετρος προς την πλευράν του εγγεγραμμένου τετραγώνου. Αλλ' ούτε περί των κινητών, τα οποία όμως επαναλαμβάνονται ομοίως, είτε εξ ανάγκης, είτε εκ φύσεως, ή διά καμμίαν άλλην αιτίαν, καθώς είναι λόγου χάριν αι τροπαί και αι ώραι της ανατολής. Ούτε δι' όσα αλλάζουν κατά καιρούς• καθώς λόγου χάριν διά τας ξηρασίας και τας βροχάς. Ούτε δι' όσα προέρχονται από την τύχην λόγου χάριν διά την εύρεσιν θησαυρού. Ούτε τέλος όλα γενικώς τα ανθρώπινα• λόγου χάριν πώς ήτο δυνατόν να πολιτεύωνται τελειότερον οι Σκύθαι κανείς από τους Λακεδαιμονίους δεν το σκέπτεται. Διότι από όλα αυτά τίποτε δεν ημπορεί να προέλθη από ημάς.
&Περιπτώσεις επιδεχόμενοι προμελέτην.& — Προμελετούμεν όμως όσα εξαρτώνται από ημάς να εκτελεσθούν. Αυτά λοιπόν υπολείπονται να εξετάσωμεν. Δηλαδή φαίνονται ότι αιτίαι είναι η φύσις και η ανάγκη και η τύχη, και εκτός τούτων ο νους και παν ό,τι γίνεται διά μέσου του ανθρώπου. Οι άνθρωποι όμως προμελετούν έκαστος, τι ημπορεί να γίνη διά μέσου του εαυτού των. Και διά μεν τας ακριβείς και αυτοτελείς επιστήμας δεν υπάρχει σκέψις• καθώς λόγου χάριν διά τα γράμματα, διότι δεν διστάζομεν πώς πρέπει να γράψωμεν. Αλλά μόνον εις όσα γίνονται διά μέσου ημών, και δεν γίνονται πάντοτε κατά τον ίδιον τρόπον, δι' αυτά μόνον σκεπτόμεθα• καθώς λόγου χάριν μάλλον διά τα ιατρικά ζητήματα και διά τα χρηματιστικά και διά την πλοιαρχικήν, παρά διά την γυμναστικήν, διότι αυτά είναι ολιγώτερον καθωρισμένα με λεπτομέρειαν, ομοίως δε και διά τα άλλα. Έπειτα περισσότερον σκεπτόμεθα διά τας τέχνας παρά διά τας επιστήμας, διότι περισσότερον διστάζομεν δι' εκείνας. Δηλαδή η προμελέτη γίνεται διά τα συμβαίνοντα συνήθως, διά τα οποία όμως δεν είναι βέβαιον το αποτέλεσμα, και δι' όσα δεν είναι προσδιωρισμένον. Εις δε τα σπουδαιότερα δεχόμεθα συμβουλάς, διότι δεν έχομεν εμπιστοσύνην εις τον εαυτόν μας ότι είμεθα ικανοί να κάμωμεν διάγνωσιν.
&Πώς γίνεται η προμελέτη.& — Προμελετούμεν δε όχι τα αποτελέσματα αλλά τα μέσα τα φέροντα εις τα αποτελέσματα.
Δηλαδή ούτε ο ιατρός σκέπτεται αν θα υγιάνη ο ασθενής, ούτε ο ρήτωρ αν θα πείση τους ακροατάς, ούτε ο πολιτικός αν θα φέρη ευνομίαν, ούτε από τους άλλους κανείς σκέπτεται τον σκοπόν. Αλλά απλώς θέτουν ως βάσιν τον σκοπόν και προμελετούν τον τρόπον και τα μέσα της εκτελέσεως. Και όταν μεν φαίνεται ότι ο σκοπός ημπορεί να εκτελεσθή με πολλά μέσα τότε ερευνούν το ευκολώτερον και καλλίτερον. Όταν όμως έν μέσον υπάρχη, τότε ερευνούν πώς θα εκτελεσθή ο σκοπός με αυτό το μέσον, και εκείνο με ποίον άλλο μέσον θα εκτελεσθή, έως ότου να φθάσουν εις το πρώτον αίτιον, το οποίον είναι τελευταίον εις τον δρόμον της ερεύνης. Διότι όστις προμελετά φαίνεται ότι ερευνά και αναλύει με τον τρόπον που είπαμεν ως να αναλύη γεωμετρικά σχήματα τα οποία εσχεδίασε. Φαίνεται δε ότι η μεν έρευνα δεν είναι πάντοτε προμελέτη, καθώς λόγου χάριν αι μαθηματικαί έρευναι, ενώ η προμελέτη είναι πάντοτε έρευνα, και ότι εκείνο το οποίον ευρίσκομεν τελευταίον με την ανάλυσιν, έρχεται πρώτον εις την πραγματοποίησιν. Και όταν μεν φθάσουν εις αδύνατον πράγμα τότε τα παραιτούν• καθώς λόγου χάριν εάν υπάρχη έλλειψις χρημάτων και δεν είναι δυνατόν να τα προμηθευθούν. Εάν όμως φαίνεται δυνατόν, τότε δοκιμάζουν να το εκτελέσουν. Δυνατά δε είναι όσα ημπορούν να γίνουν διά μέσου ημών. Δηλαδή και όσα γίνονται διά μέσου των φίλων είναι κάπως διά μέσου ημών, διότι η αρχή υπάρχει εις χείρας μας. Εξετάζονται δε άλλοτε μεν τα όργανα, άλλοτε δε η χρησιμοποίησις αυτών. Το ίδιον δε και διά τας άλλας περιπτώσεις• δηλαδή άλλοτε μεν εξετάζεται το όργανον, άλλοτε δε ο τρόπος ή το πρόσωπον. Φαίνεται λοιπόν, καθώς είπαμεν, ότι ο άνθρωπος είναι η αρχή όλων των πράξεων, και ότι η μεν προμελέτη περιστρέφεται εις τα δυνάμενα να εκτελεσθούν από αυτόν, ενώ αι πράξεις γίνονται και διά λόγους οι οποίοι κείνται έξω από αυτά. Επομένως φαίνεται, καθώς είπαμεν, ότι δεν είναι αντικείμενον προμελέτης ο σκοπός, αλλά τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Ούτε πάλιν σκεπτόμεθα τας ατομικάς περιπτώσεις• λόγου χάριν αν τούτο εδώ είναι άρτος ή αν εχωνεύθη καλώς. Διότι αυτά τα κρίνει η αίσθησις. Εάν δε πρόκειται όλα να τα σκεπτώμεθα, τότε θα προχωρήσωμεν εις το άπειρον.
&Η σχέσις της προμελέτης προς την προαίρεσιν.& — Το αντικείμενον δε της προμελέτης και της προαιρέσεως είναι το ίδιον, με την διαφοράν ότι το αντικείμενον της προαιρέσεως είναι πλέον καθωρισμένον. Δηλαδή ό,τι επροτιμήθη εις το τέλος της προμελέτης, αυτό είναι το αντικείμενον της προαιρέσεως. Διότι έκαστος παύει πλέον να ερευνά πώς πρέπει να προβή εις την εκτέλεσιν, όταν αναβιβάση την αρχήν της πράξεως εις τον εαυτόν του και εις την κυριαρχούσαν εντός του δύναμιν. Διότι αυτή είναι η εκτελούσα την προαίρεσιν. Τούτο δε φαίνεται σαφώς από τα αρχαία πολιτεύματα, τα οποία παριστάνει ο Όμηρος. Δηλαδή οι βασιλείς συνεσκέπτοντο, και όσα απεφάσιζαν, τα ανήγγελλαν εις τον λαόν. Αφού λοιπόν το προαιρετικόν είναι κάτι τι, το οποίον επιθυμούμεν κατόπιν ωρίμου σκέψεως ως εξαρτώμενον από ημάς, τότε και η προαίρεσις φαίνεται ότι είναι προμελετημένη επιθυμία πραγμάτων εξαρτωμένων από ημάς. Διότι, αφού προμελετήσωμεν και σχηματίσωμεν γνώμην, τότε επιθυμούμεν συμφώνως με την προμελέτην.
Αυτά λοιπόν είναι αρκετά διά τον γενικόν ορισμόν της προαιρέσεως, και εις ποία πράγματα περιστρέφεται και ότι εξετάζει τα μέσα τα οποία οδηγούν εις τον σκοπόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Το αντικείμενον της βουλήσεως.& — Ότι δε η βούλησις περιστρέφεται εις τον σκοπόν, αυτό ελέχθη, αλλά άλλοι μεν νομίζουν ότι ο σκοπός είναι το αγαθόν, άλλοι δε, ότι είναι το νομιζόμενον αγαθόν. Έπεται όμως εις την πρώτην περίπτωσιν των παραδεχομένων ως αντικείμενον της βουλήσεως το αγαθόν, ότι δεν είναι αντικείμενον της βουλήσεως εκείνο το οποίον θέλει όστις δεν έχει ορθήν προαίρεσιν. Διότι, εάν είναι αντικείμενον της βουλήσεως, θα είναι συγχρόνως και αγαθόν, ενώ το μη ορθώς προτιμηθέν πιθανόν να τύχη να είναι κακόν. Δι' όσους πάλιν λέγουν ότι αντικείμενον της βουλήσεως είναι το φαινόμενον αγαθόν, έπεται ότι δεν υπάρχει εκ φύσεως το αντικείμενον της βουλήσεως, αλλά εις έκαστον είναι εκείνο που νομίζει αυτός. Άλλος λοιπόν άλλο θεωρεί αγαθόν, και είναι δυνατόν να τύχη να νομίζη αγαθόν το αντίθετον από ένα άλλον. Αφού λοιπόν αυτά δεν ημπορούμεν να τα επιδοκιμάσωμεν, δεν έπεται άραγε ότι πρέπει να ειπούμεν, ότι γενικώς μεν και συμφώνως με την αλήθειαν αντικείμενον της βουλήσεως είναι το αγαθόν, δι' έκαστον όμως χωριστά, ό,τι αυτός νομίζει; Επομένως διά μεν τον σπουδαίον δεν είναι άραγε αγαθόν το σύμφωνον με την αλήθειαν, διά δε τον τυχαίον το τυχαίον, καθώς συμβαίνει διά τα σώματα, δηλαδή εις τους έχοντας καλήν διάθεσιν υγιεινά είναι όσα συμφωνούν με τα αληθώς υγιεινά, εις τους έχοντας όμως προδιάθεσιν νοσηράν είναι διάφορα, ομοίοις δε φαίνονται και τα πικρά και γλυκά, και τα βαρέα και όλα τα άλλα; Διότι ο σπουδαίος κρίνει ορθώς, και εις τας λεπτομερείας ευρίσκει το αληθές. Δηλαδή εις εκάστην σωματικήν προδιάθεσιν υπάρχουν ιδιαίτερα καλά και ηδονικά, και ίσως είναι πολύ ανώτερος ο σπουδαίος εις το να παρατηρή εις εκάστην περίπτωσιν το αληθές, ως να είναι αυτός ο κανών και το ορθόν μέτρον αυτών. Εις τους περισσοτέρους όμως η απάτη φαίνεται ότι προέρχεται από την ηδονήν. Διότι αυτή φαίνεται ότι είναι αγαθόν, ενώ δεν είναι. Τουλάχιστον οι περισσότεροι προτιμούν την ηδονήν ως αγαθόν, την δε λύπην την αποφεύγουν ως κακόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Απόδειξις του εκουσίου της αρετής και κακίας δι' ισχυρών επιχειρημάτων.& — Αφού δε αντικείμενον μεν της βουλήσεως είναι ο σκοπός, αντικείμενον όμως της προμελέτης και προαιρέσεως είναι τα μέσα τα οποία οδηγούν εις τον σκοπόν, είναι ίσως λογικόν να ειπούμεν ότι αι πράξεις αι οποίαι περιστρέφονται εις αυτά είναι κατά προαίρεσιν και εκούσιαι. Ακριβώς δε αι ενέργειαι των αρετών περιστρέφονται εις αυτά. Επομένως από ημάς εξαρτάται και η αρετή καθώς επίσης και η κακία. Διότι εις όσα εξαρτάται από ημάς η εκτέλεσις, από ημάς εξαρτάται και η μη εκτέλεσις αυτών, και αντιστρόφως εις όσα από ημάς εξαρτάται το όχι, από ημάς εξαρτάται και το ναι. Επομένως, εάν η εκτέλεσις, η οποία είναι καλή, εξαρτάται από ημάς, τότε και η μη εκτέλεσις, η οποία είναι ποταπή, πάλιν εξαρτάται από ημάς. Και αντιστρόφως, εάν η μη εκτέλεσις, η οποία είναι καλή, εξαρτάται από ημάς, τότε και η εκτέλεσις, η οποία είναι ποταπή, εξαρτάται από ημάς. Και αφού εξαρτάται από ημάς να εκτελούμεν τα καλά και τα ποταπά έργα, και από ημάς επίσης να μη τα εκτελούμεν, αυτό δε εννούσαμεν, όταν ωρίζαμεν τον αγαθόν και τον κακόν, έπεται ότι εξαρτάται από ημάς να είμεθα καθώς πρέπει ή μηδαμινοί. Ο δε στίχος ο οποίος λέγει
Ποιός θέλει νάναι πονηρός, και ποιός δεν θέλει άγιος;
φαίνεται εις το δεύτερον μεν μέρος αληθής, εις το πρώτον όμως ψευδής. Διότι ναι μεν κανείς δεν γίνεται αξιομακάριστος ακουσίως, αλλά πάλιν και η μοχθηρία είναι εκούσιον πράγμα. Άλλως πρέπει βεβαίως να διαφιλονικήσωμεν τα προηγούμενα και να ειπούμεν, ότι ο άνθρωπος δεν είναι αρχή και δεν είναι πατήρ των πράξεών του καθώς και των τέκνων του. Εάν όμως αυτά φαίνωνται ορθά και δεν έχωμεν να αναβιβάσωμεν τας πράξεις του εις άλλας αρχάς παρά τας εντός μας, τότε όσων πραγμάτων αι αρχαί ευρίσκονται εντός μας, και τα ίδια εξαρτώνται από ημάς και είναι εκούσια.
&Απόδειξις του εκουσίου διά των νομοθετών και της κοινής γνώμης. — Αυτά δε φαίνεται ότι επικυρούνται και ιδιαιτέρως μεν από τα άτομα, αλλά και υπό των ιδίων νομοθετών. Διότι βασανίζουν και τιμωρούν τους πράττοντας εγκλήματα, εκτός εκείνων όσοι έπραξαν εκβιασθέντες ή από άγνοιαν διά την οποίαν δεν πταίουν οι ίδιοι. Τους δε πράττοντας τα καλά τους ανταμείβουν, διότι θέλουν τους μεν να τους προτρέψουν, εκείνους δε να τους εμποδίσουν. Και όμως όσα ούτε από ημάς εξαρτώνται ούτε είναι εκούσια, κανείς δεν μας προτρέπει να τα εκτελέσωμεν, διότι γνωρίζει ότι δεν μας ωφελεί διόλου να πεισθώμεν να μη έχωμεν θέρμην ή να μη πονούμεν ή να μη πεινώμεν, ή ότι δήποτε άλλο παρόμοιον. Διότι και τότε εξ ίσου πάλιν θα τα πάθωμεν αυτά. Δηλαδή και διά την αμάθειαν ακόμη χωριστά τιμωρούν, όταν κανείς φαίνεται ότι είναι ένοχος της αμαθείας. Λόγου χάριν διά τους μεθυσμένους είναι διπλή η ποινή, διότι η αρχή υπάρχει μέσα των. Δηλαδή ήτο ελεύθερος να μη μεθύση και η μέθη τον έκαμε να αγνοή. Και όσοι δεν γνωρίζουν κάτι τι από όσα διαλαμβάνουν οι νόμοι, ενώ δεν είναι δύσκολα και οφείλουν να τa γνωρίζουν, και αυτούς τους τιμωρούν. Επίσης λοιπόν και εις άλλα όσα φαίνονται ότι τα αγνοούν από αμέλειαν, διότι ήτο εις την εξουσίαν των να μη αγνοούν αυτά, αφού είναι ελεύθεροι να επιμεληθούν. Πιθανώς όμως αυτοί είναι τοιούτοι, ώστε δεν ήθελον επιμεληθή. Πάντως όμως οι ίδιοι πταίουν, αν έγιναν τοιούτοι, διότι έζων απροσέκτως, καθώς και αν είναι άδικοι ή ακόλαστοι, διότι άλλοι μεν εσυνήθιζαν να κακουργούν, άλλοι δε να περνούν με μεθύσια και με παρόμοια. Διότι αι ενέργειαι αι περιστρεφόμεναι εις όλα αυτά τους κάμνουν τοιούτους. Τούτο δε αποδεικνύεται από τους σχεδιάζοντας οποιανδήποτε αγωνιώδη πράξιν. Διότι εξακολουθούν να ενεργούν. Και βεβαίως όστις αγνοεί ότι με την εκτέλεσιν αποκτώνται εις όλα αι συνήθειαι, είναι εντελώς αναίσθητος. Αλλά επίσης παράλογον είναι, όστις κάμνει αδικίας να θέλη να μη γίνη άδικος, και όστις κάμνει ακολασίας να θέλη να μη γίνη ακόλαστος. Και αφού δεν αγνοεί ποίαι πράξεις θα τον συνηθίσουν να γίνη άδικος, έπεται ότι είναι εκουσίως άδικος.
&Η δυσκολία της αποβολής των κακών έξεων δεν αναιρεί το εκούσιον.& — Ίσως όμως ειπή κανείς ότι, αν αυτός θελήση, δεν ημπορεί να παύση να είναι άδικος και να γίνη δίκαιος. Αλλά βεβαίως και ο ασθενής δεν ημπορεί να γίνη υγιής, και εάν έτυχε να ασθενήση εκουσίως, από την άσωτον ζωήν και από την απείθειαν εις τους ιατρούς. Τότε όμως ήτο εις την εξουσίαν του να μη ασθενήση, αφού όμως παρημέλησε, δεν ήτο πλέον εις την εξουσίαν του. Καθώς, αφού ρίψωμεν λίθον, δεν μας είναι δυνατόν να τον πάρωμεν πίσω. Ήτο όμως εις την εξουσίαν μας να τον ρίψωμεν. Δηλαδή η αρχή ήτο εντός μας. Το ίδιον δε συμβαίνει και με τον άδικον και τον ακόλαστον, διότι ημπορούσαν εξ αρχής να μη γίνουν τοιούτοι, επομένως εκουσίως είναι τοιούτοι. Αφού δε έγιναν, δεν είναι δυνατόν να μην είναι. Και όχι μόνον τα ελαττώματα της ψυχής είναι εκούσια, αλλά εις μερικούς και τα ελαττώματα του σώματος, αυτούς δε τους κατακρίνομεν. Και βεβαίως όσοι έχουν φυσικά ελαττώματα, κανείς δεν τους κατακρίνει, αλλά μόνον εκείνους όσοι τα έχουν από αγυμνασίαν και αμέλειαν. Το ίδιον δε και διά την ασθένειαν και την αποκοπήν μελών. Διότι κανείς δεν ημπορεί να υβρίση τον εκ φύσεως τυφλόν ή από κτύπημα, αλλά μάλλον τον λυπείται. Τον τυφλωθέντα όμως από την οινοποσίαν ή από άλλην ακολασίαν έκαστος ημπορεί να τον κατακρίνη. Και λοιπόν τα ελαττώματα του σώματος όσα εξαρτώνται από ημάς κατακρίνονται, όσα όμως δεν εξαρτώνται από ημάς δεν κατακρίνονται. Και αφού αυτά είναι ορθόν, έπεται ότι και από τα άλλα ελαττώματα όσα κατακρίνονται, εξαρτώνται από ημάς.
&Η επίδρασις της φαντασίας δεν αναιρεί το εκούσιον.& — Εάν όμως διισχυρισθή κανείς ότι όλοι επιθυμούν ό,τι φαίνεται εις αυτούς ως αγαθόν, δεν είναι όμως κύριοι της φαντασίας των, απαντώμεν ότι, οποίου είδους διάθεσιν έχει έκαστος, τοιούτος φαίνεται και ο σκοπός εις αυτόν. Αφού δε έκαστος είναι κάπως ο δημιουργός της διαθέσεως του, έπεται ότι και της φαντασίας του είναι κάπως ο ίδιος ο αίτιος. Αφού δε πάλιν ουδείς άλλος είναι αίτιος εις αυτόν της κακής πράξεως, αλλά πράττει αυτήν, διότι αγνοεί το αποτέλεσμα, επειδή νομίζει ότι με αυτήν θα αποκτήση ό,τι καλόν υπάρχει δι' αυτόν, και αφού η επιθυμία του αποτελέσματος δεν είναι αυθαίρετος, αλλά τρόπον τινά πρέπει να γεννηθή κανείς με ένα ιδιαίτερον οφθαλμόν, με τον οποίον θα ημπορή να κρίνη ορθώς και θα προτιμά το αληθινόν αγαθόν, και είναι τέλειος όστις έχει αυτό το καλόν προτέρημα εκ φύσεως, — διότι φαίνεται ότι το σπουδαιότερον και ωραιότερον πράγμα, το οποίον δεν είναι δυνατόν να το λάβη ή να το μάθη κανείς από άλλον, αλλά όπως κατεσκευάσθη εκ φύσεως, θα μείνη πάντοτε τοιούτον, και η κυριολεκτικώς καλή εκ φύσεως κατασκευή, αυτά όλα είναι το τέλειον και το αληθινόν καλόν φυσικόν. — Αν αυτά, λέγω, είναι αληθή, τότε διά ποίον λόγον η αρετή είναι περισσότερον εκουσία παρά η κακία; Διότι ομοίως και εις τους δύο, δηλαδή και εις τον αγαθόν και εις τον κακόν, το αποτέλεσμα υπάρχει εκ φύσεως ή είναι οποιονδήποτε του φαίνεται, τα δε άλλα όλα τα σχετίζουν συμφώνως με αυτά και τα εκτελούν οπωσδήποτε. Είτε λοιπόν κατά την μίαν εκδοχήν το αποτέλεσμα δεν φαίνεται εις έκαστον εκ φύσεως τοιούτον ή τοιούτον, αλλά είναι και κάτι έξω απ' αυτόν, είτε κατά την άλλην εκδοχήν το μεν αποτέλεσμα είναι φυσικόν, και μόνον επειδή εκτελεί τα άλλα εκουσίως ο σπουδαίος άνθρωπος, διά τούτο είναι εκουσία η αρετή, τότε εξ ίσου και η κακία θα είναι εκουσία. Διότι εξ ίσου υπάρχει η ευθύνη και εις τας πράξεις του κακού, αν όχι εις το αποτέλεσμα. Λοιπόν, εάν, καθώς λέγουν όλοι, είναι εκούσιαι αι αρεταί — διότι και των διαθέσεων μας είμεθα κάπως οι ίδιοι υπεύθυνοι, και διότι έχομεν κάποιαν ιδιότητα να καθιστώμεν το αποτέλεσμα τοιούτον ή τοιούτον — , τότε και αι κακίαι θα είναι εκούσιαι. Διότι συμβαίνουν ομοίως. Δεν είναι όμως ομοίως εκούσιαι αι πράξεις και αι διαθέσεις. Διότι των μεν πράξεων απ' αρχής μέχρι τέλους είμεθα ημείς κύριοι, διότι γνωρίζομεν τας λεπτομερείας, ενώ των διαθέσεων είμεθα κύριοι μόνον εις τας αρχάς, τας δε κατόπιν προσθέτους δεν τας γνωρίζομεν, καθώς συμβαίνει εις τας ασθενείας. Επειδή όμως ήτο εις την εξουσίαν μας να τους μεταχειρισθώμεν ούτω πως και όχι άλλως, διά τούτο είναι εκούσιαι και αι διαθέσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Η ανδρεία.&