Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος
Part 4
&Η εξέτασις του μέσου όρου εν γένει. — & Λοιπόν εις παν πράγμα συνεχόμενον και διαιρετόν είναι δυνατόν να λάβωμεν άλλοτε το περισσότερον, άλλοτε το ολιγώτερον, και άλλοτε το ίσον, και μάλιστα ή συμφώνως με την φύσιν του πράγματος ή ως προς ημάς. Tο δε ίσον είναι μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως. Εννοώ δε σύμφωνον προς το πράγμα μέσον, εκείνο το οποίον απέχει εξ ίσου από τα δύο άκρα, το οποίον είναι έν και το αυτό δι' όλους, ως προς ημάς δε μέσον, εκείνο το οποίον δεν είναι ούτε υπερβολικόν ούτε ελλιπές. Τούτο όμως δεν είναι έν, ούτε το ίδιον δι' όλους. Λόγου χάριν εις τα δώδεκα τα δέκα είναι το περισσότερον, τα δε δύο το ολιγώτερον, και τα έξ είναι το μέσον, εάν λάβωμεν συμφώνως με το πράγμα. Διότι αυτό ούτε υπερέχει, ούτε υπερέχεται. Τούτο δε είναι μέσος όρος κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Το σχετικόν όμως με ημάς δεν πρέπει να το λάβωμεν ούτω πως. Διότι, εάν 10 λίτραι κρέατος είναι διά κάποιον πολλαί, αι δύο όμως ολίγαι, τότε ο τροφοδότης δεν θα διατάξη έξ λίτρας. Διότι και αυτό ημπορεί να είναι πολύ δι' αυτόν που θα φάγη, ή ολίγον. Δηλαδή διά τον Μίλωνα είναι ολίγον, δι' ένα όμως ο οποίος πρώτην φοράν αρχίζει την γυμναστικήν είναι πολύ. Ομοίως εις το τρέξιμον και εις την πάλην. Και ούτω πως λοιπόν κάθε ειδήμων την μεν υπερβολήν και την έλλειψιν την αποφεύγει, ζητεί δε το μέτριον και αυτό προτιμά. Το μέτριον όμως δεν είναι σύμφωνον με την φύσιν του πράγματος, αλλά ως προς ημάς.
&Η αρετή ως μέσος όρος.& — Αφού λοιπόν πάσα επιστήμη εκτελεί τα έργον της προσέχουσα εις το μέτριον και με αυτό κανονίζουσα τα έργα της — και ως εκ τούτου λέγουν συνήθως διά τα καλώς καμωμένα έργα, ότι δεν έχεις ούτε να προσθέσης ούτε να αφαιρέσης τίποτε, διότι η μεν υπερβολή και η έλλειψις καταστρέφει το ορθόν, ενώ η μεσότης το σώζει — αφού, καθώς είπαμεν, οι αγαθοί τεχνίται εις αυτά προσέχουν όταν εργάζωνται, και αφού η αρετή είναι, καθώς και όλη η φύσις, ακριβεστέρα και ανωτέρα από πάσαν τέχνην, τότε έπεται ότι θα επιδιώκη το μέσον. Εννοώ δε την ηθικήν. Διότι αυτή περιστρέφεται εις τα πάθη και εις τας πράξεις. Εις αυτά δε υπάρχει και υπερβολή και έλλειψις και μέσον. Λόγου χάριν να φοβηθώμεν και να έχωμεν θάρρος, να αποστραφώμεν και να επιθυμήσωμεν, να οργισθώμεν και να οικτίρωμεν, και εν γένει να ευφρανθώμεν και να λυπηθώμεν είναι δυνατόν και περισσότερον και ολιγώτερον. Αυτά δε και τα δύο δεν είναι το ορθόν, αλλά το όταν πρέπη, και δι' όσα πρέπει, και προς όσους και δι' οποίον λόγον και με όποιον τρόπον πρέπει, αυτά αποτελούν την μεσότητα και το άριστον, τούτο δε είναι ιδιότης της αρετής. Όμοίως πάλιν και διά τας πράξεις υπάρχει υπερβολή και έλλειψις και μέσον. Η δε αρετή περιστρέφεται εις πάθη και εις πράξεις εις τας οποίας η υπερβολή είναι λάθος και η έλλειψις κατακρίνεται, ενώ το μέσον επαινείται και ευδοκιμεί. Αυτά δε και τα δύο είναι ιδιότητες της αρετής. Επομένως η αρετή είναι κάποια μεσότης, αφού επιδιώκει το μέσον. Έπειτα δε το μεν λάθος γίνεται κατά πολλούς τρόπους — διότι το κακόν είναι ιδιότης του απεράντου, καθώς το παρωμοίαζαν οι Πυθαγόρειοι, το δε αγαθόν του περατωμένου, — ενώ η επιτυχία γίνεται μόνον κατά ένα τρόπον. Δι' αυτό το έν είναι εύκολον, το δε άλλο δύσκολον, και εύκολον μεν είναι η αποτυχία του σκοπού, δύσκολον δε η επιτυχία. Ώστε και δι' αυτούς τους λόγους της μεν κακίας ιδιότης είναι η υπερβολή και η έλλειψις, της δε αρετής η μεσότης.
Ένας ο δρόμος του θεού και χίλιοι του διαβόλου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Ορισμός της αρετής. — Επομένως η αρετή είναι ψυχική κατάστασις η οποία ενεργεί κατά προαίρεσιν, και εφαρμόζει την μεσότητα την σχετικήν με ημάς την καθοριζομένην με λόγον και καθώς ημπορεί να την καθορίση ο φρόνιμος άνθρωπος. Είναι δε μεσότης, διότι κείται μεταξύ δύο κακιών, εκ των οποίων η μία προέρχεται από την υπερβολήν, η δε άλλη από την έλλειψιν, και έπειτα διότι από αυτάς άλλαι μεν ζητούν να καθυστερούν, άλλαι δε να υπερβάλλουν το πρέπον και εις τα πάθη και εις τας πράξεις, ενώ η αρετή και ευρίσκει και προτιμά το μέσον. Επομένως ως προς την ουσίαν της και τον ορισμόν ο οποίος εκφράζει την ιδανικήν της τελειοποίησιν η αρετή είναι κάποια μεσότης, ως προς το καλλίτερον όμως και την ορθότητα είναι ακρότης ανυπέρβλητος.
&Πώς η αρετή η οποία είναι μεσότης είναι πολλάκις και ακρότης. — Αλλά δεν επιδέχεται την μεσότητα πάσα πράξις ούτε παν πάθος. Διότι μερικά ενοήθησαν και ωνομάσθησαν μόνον ως αχώριστα από την χυδαιότητα, καθώς η χαιρεκακία, η αναισχυντία, ο φθόνος, και διά τας πράξεις η μοιχεία, η κλοπή, η δολοφονία. Δηλαδή όλα αυτά και τα όμοιά των κατακρίνονται, διότι είναι καθ' εαυτά ποταπά, και όχι διά τας υπερβολάς των ούτε διά τας ελλείψεις των. Επομένως ως προς αυτά ποτέ δεν είναι δυνατόν να επιτύχωμεν το ορθόν, αλλά πάντοτε θα σφάλλωμεν. Ακόμη δε δι' αυτά το ορθόν ή το μη ορθόν δεν έγκειται εις το ποίαν γυναίκα και πότε και πώς θα μοιχεύη κανείς, αλλά γενικώς το να διαπράττη κανείς οποιονδήποτε από αυτά είναι αμάρτημα. Είναι το ίδιον λοιπόν ως να ζητούμεν και εις την αδικίαν και δειλίαν και ακολασίαν να υπάρχη μεσότης και υπερβολή και έλλειψις. Διότι τότε θα είχομεν βεβαίως μεσότητα και της υπερβολής και της ελλείψεως και πάλιν υπερβολήν της υπερβολής και έλλειψιν της ελλείψεως. Και καθώς εις την σωφροσύνην και την ανδρείαν δεν υπάρχει υπερβολή και έλλειψις, διότι το μέσον είναι κάπως άκρον, το ίδιον και δι' εκείνα δεν υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις, αλλά όπως και αν εκτελούνται είναι αμαρτήματα. Διότι γενικώς ούτε μεσότης υπάρχει διά την υπερβολήν και την έλλειψιν, ούτε υπερβολή και έλλειψις διά την μεσότητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Η θεωρία της μεσότητος εφαρμοζόμενη εις τας ειδικάς αρετάς.& — Τούτο όμως δεν πρέπει μόνον γενικώς να λεχθή, αλλά και να εφαρμοσθή εις τα καθέκαστα. Διότι οι λόγοι οι οποίοι πραγματεύονται περί πράξεων, όσοι μεν είναι γενικοί είναι κάπως ομοιόμορφοι, ενώ όσοι εισέρχονται εις τας λεπτομερείας είναι αληθινοί {6}. Διότι αι πράξεις αναφέρονται εις λεπτομερείς περιπτώσεις και με αυτάς πρέπει να συμφωνούν. Λοιπόν πρέπει να λάβωμεν τας ειδικάς αρετάς από τον κατάλογόν μας των αρετών.
&Ανδρεία.& — Λοιπόν ως προς τον φόβον και το θάρρος η ανδρεία είναι μεσότης. Από δε τους υπερβολικούς, όστις μεν είναι υπερβολικός εις την αφοβίαν δεν έχει όνομα (διότι πολλαί ιδιότητες δεν έλαβαν ονομασίαν), όστις δε είναι υπερβολικός εις το θάρρος λέγεται θρασύς, όστις δε εις μεν τον φόβον είναι υπερβολικός, εις δε το θάρρος ελλιπής, λέγεται δειλός.
&Σωφροσύνη.& — Ως προς τας ηδονάς δε και τας λύπας, όχι όμως όλας και πολύ περισσότερον όλας τας λύπας, μεσότης μεν είναι η σωφροσύνη, υπερβολή δε η ακολασία. Ελλιπέστεροι όμως άνθρωποι διά τας ηδονάς δεν ευρίσκονται τόσον συχνά, και διά τούτο ουδέ όνομα εδόθη πάλιν εις τους τοιούτους, ημείς όμως ας τους θεωρήσωμεν ως αναισθήτους.
&Έλευθεριότης (γενναιοδωρία).& — Ως προς την δοσοληψίαν δε των χρημάτων η μεν μεσότης είναι ελευθεριότης, η δε υπερβολή και έλλειψις είναι ασωτεία και φιλαργυρία. Η δε υπερβολή της μιας είναι τα άκρον αντίθετον της ελλείψεως της άλλης. Διότι ο μεν άσωτος εις μεν την παραχώρησιν είναι υπερβολικός, εις δε την λήψιν είναι ελλιπής, ενώ ο φιλάργυρος αντιθέτως εις μεν την λήψιν είναι υπερβολικός, εις δε την παραχώρησιν ελλιπής. Και βεβαίως προς το παρόν ομιλούμεν με γενικόν τύπον και περιληπτικώς και αρκούμεθα εις αυτόν μόνον, ύστερον όμως θα ομιλήσωμεν ακριβέστερον περί αυτών.
&Μεγαλοπρέπεια.& — Ως προς τα χρήματα όμως υπάρχουν και άλλαι ψυχικαί διαθέσεις, και η μεν μεσότης είναι μεγαλοπρέπεια — δηλαδή ο μεγαλοπρεπής διαφέρει από τον ελευθέριον, διότι ο μεν πρώτος είναι γενναίος εις μεγάλα ποσά, ο δε δεύτερος εις μικρά — η δε υπερβολή είναι απειροκαλία και βαναυσότης, και η έλλειψις μικροπρέπεια. Έχουν δε διαφοράν αι διαθέσεις αυταί από τας σχετικάς με την ελευθεριότητα, πώς όμως διαφέρουν, θα το εξηγήσωμεν αργότερα.
&Τιμή (αξιοπρέπεια) και μεγαλοψυχία. — Ως προς δε την τιμήν και την χαμέρπειαν η μεν μεσότης είναι μεγαλοψυχία, η δε υπερβολή είναι αυτό το οποίον λέγεται κάπως χαυνότης, ενώ η έλλειψις είναι μικροψυχία. Όποιον δε λόγον έχει η μεγαλοπρέπεια προς την ελευθεριότητα, ως περιστρεφομένην εις μικρά ποσά, τον αυτόν λόγον έχει και η τιμή προς την μεγαλοψυχίαν, η οποία είναι μεγάλη τιμή, ενώ η ιδία η τιμή περιστρέφεται εις τα μικρά. Διότι είναι δυνατόν να επιθυμούμεν την τιμήν και όσον πρέπει, και περισσότερον ή ολιγώτερον από ό,τι πρέπει. Και όστις μεν είναι υπερβολικός και εις την επιθυμίαν αυτήν λέγεται φιλόδοξος, όστις δε είναι ελλιπής, ταπεινόφρων, ο δε μέσος δεν έχει όνομα. Επίσης δεν έχουν όνομα και αι διαθέσεις, εκτός μόνον της διαθέσεως του φιλοδόξου, η οποία λέγεται φιλοδοξία. Διά τούτο οι δύο άκροι διαφιλονικούν το μέσον διάστημα. Αλλά και ημείς άλλοτε μεν τον μέτριον εις την τιμήν τον ονομάζομεν φιλόδοξον, άλλοτε όμως ταπεινόφρονα. Και κάποτε μεν επαινούμεν τον φιλόδοξον, κάποτε όμως τον ταπεινόφρονα. Αλλά τόρα διά ποίον λόγον το κάμνομεν αυτό, θα το ειπούμεν κατωτέρω. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί των υπολοίπων κατά τον υποδειχθέντα τρόπον.
&Οργή.& — Υπάρχει δε και ως προς την οργήν υπερβολή και έλλειψις και μεσότης. Επειδή δε σχεδόν δεν έχουν όνομα αυτά, αφού ονομάζομεν τον μέσον μειλίχιον, θα ονομάσωμεν και την μεσότητα μειλιχιότητα. Από δε τους δύο άκρους ο μεν υπερβολικός ας ονομασθή οργίλος και η κακή ιδιότης του οργιλότης, ο δε ελλιπής αόργητος κάπως, και η κακή ιδιότης του αοργησία.
&Αλήθεια (ειλικρίνεια)&. — Υπάρχουν δε και άλλαι τρεις μεσότητες, αι οποίαι έχουν κάποιαν ομοιότητα μεταξύ των, αλλά είναι διαφορετικαί. Διότι όλαι μεν περιστρέφονται εις την επιμιξίαν των λόγων και των πράξεων, διαφέρουν όμως καθότι η μεν μία περιστρέφεται εις την αλήθειαν, αι δε δύο άλλαι εις την ηδονήν. Από αυτάς δε πάλιν τας δύο η μεν μία περιστρέφεται εις τα παιγνίδια, η δε άλλη εις όλα τα πράγματα του βίου. Λοιπόν πρέπει να ομιλήσωμεν και περί αυτών, διά να εννοήσωμεν περισσότερον ότι εις όλα η μεσότης πρέπει να επαινήται, ενώ τα άκρα δεν είναι ούτε ορθά ούτε αξιέπαινα, αλλά αξιοκατάκριτα. Και από αυτούς βεβαίως οι περισσότεροι δεν έχουν όνομα, πρέπει όμως να προσπαθήσωμεν να τους δώσωμεν, καθώς και εις τους άλλους, χάριν σαφηνείας και διά να παρακολουθώμεν ευκόλως. Ως προς την αλήθειαν λοιπόν ο μέσος ας ονομασθή κάπως ειλικρινής και η μεσότης ειλικρίνεια, από δε τας προσποιήσεις η μεν υπερβολική ας ονομασθή αλαζονεία, (υπερηφάνεια) και όστις έχει αυτήν αλαζών, η δε ελλιπής ειρωνεία και όστις έχει αυτήν είρων.
&Ευτραπελία (χαριτολογία)& — Ως προς δε την ηδονήν πρώτον μεν του διασκεδαστικού μέρους ο μεν μέσος είναι ευτράπελος (χαριτολόγος) και η διάθεσις ευτραπελία, η δε υπερβολή βωμολοχία και όστις έχει αυτήν βωμολόχος, ο δε ελλειπής αγροίκος και η διάθεσίς του αγροικία.
&Φιλία.& — Ως προς δε το δεύτερον μέρος του ηδονικού της ζωής, όστις μεν είναι γλυκύς καθώς πρέπει είναι φίλος και η μεσότης φιλία, ο δε υπερβολικός, αν μεν δεν επιδιώκη κανένα σκοπόν, είναι φιλάρεσκος, εάν δε επιδιώκη το συμφέρον του, είναι κόλαξ, ο δε ελλιπής και εις όλα του άνοστος ονομάζεται κάπως φιλόνικος (στραβόξυλο), και ασυμβίβαστος.
&Εντροπή.& — Υπάρχουν δε και εις τα πάθη και τους σχετικούς με τα πάθη μεσότητες. Δηλαδή η εντροπή βεβαίως μεν δεν είναι αρετή, αλλ' όμως επαινείται και ο εντροπαλός. Διότι και εις αυτά άλλος μεν λέγεται μέσος, άλλος δε υπερβολικός και άλλος ελλιπής. Και υπερβολικός μεν είναι ο κατάπληκτος ο οποίος τα πάντα εντρέπεται, ελλιπής δε όστις εντελώς τίποτε δεν εντρέπεται, μέσος δε ο εντροπαλός.
&Νέμεσις (Φιλοδικαιοσύνη).& — Η δε νέμεσις είναι μεσότης μεταξύ φθόνου και χαιρεκακίας, αι οποίαι περιστρέφονται εις την λύπην και την ηδονήν την προερχομένην από όσα συμβαίνουν εις τους πλησίον μας. Διότι ο νεμεσητικός (φιλοδίκαιος) λυπείται δι' όσους ευτυχούν παρά την αξίαν των, ο δε φθονερός υπερβάλλει αυτόν και λυπείται δι' όλους ανεξαιρέτους τους ευτυχούντας, και ο μεν νεμεσητικός λυπείται διά αναξιοπαθούντας, ο δε χαιρέκακος είναι τόσον ελλιπής εις το να λυπήται, ώστε και ευχαριστείται εις τας δυστυχίας του πλησίον. Αλλά δι' όλα αυτά θα εύρωμεν και άλλοτε ευκαιρίαν {7}. Περί δε της δικαιοσύνης, επειδή δεν λέγεται κατά ένα μόνον τρόπον, θα την χωρίσωμεν κατόπιν {8} και θα ομιλήσωμεν δι' έκαστον μέρος της πώς είναι μεσότης, ομοίως δε και περί των λογικών αρετών {9}.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Τα άκρα είναι αντίθετα και ως προς το μέσον και μεταξύ των.& — Από αυτάς δε τας τρεις διαθέσεις, από τας οποίας αι δύο μεν είναι κακίαι, δηλαδή η μία από υπερβολήν και η άλλη από έλλειψιν, η μία δε είναι αρετή, δηλαδή η μεσότης, όλαι είναι αντίθετοι προς όλας. Διότι αι μεν άκραι και προς την μέσην αντιτίθενται και μεταξύ των, η δε μέση προς τας άκρας. Διότι, καθώς το ίσον ως προς μεν το ολιγώτερον είναι περισσότερον, ως προς δε το περισσότερον ολιγώτερον, το ίδιον και αι μέσαι διαθέσεις ως προς μεν τας ελλείψεις είναι υπερβολαί, ως προς δε τας υπερβολάς είναι ελλείψεις, και εις τα πάθη και εις τας πράξεις. Λόγου χάριν ο ανδρείος ως προς μεν τον δειλόν φαίνεται θρασύς, ως προς δε τον θρασύν δειλός. Ομοίως δε και ο σώφρων ως προς μεν τον αναίσθητον είναι ακόλαστος, ως προς δε τον ακόλαστον αναίσθητος, και ο ελευθέριος ως προς μεν τον φιλάργυρον είναι άσωτος (σπάταλος), ως προς δε τον άσωτον φιλάργυρος. Διά τούτο οι δύο άκροι αποκρούουν τον μέσον έκαστος προς τον άλλον άκρον, και ονομάζουν τον ανδρείον ο μεν δειλός θρασύν, ο δε θρασύς δειλόν και διά τους άλλους αναλόγως.
&Η αντίθεσις μεταξύ των δύο άκρων είναι μεγαλιτέρα παρά μεταξύ αυτών και του μέσου.& — Αυτά λοιπόν έχουν μεταξύ των τοιαύτην αντίθεσιν, αλλά η μεγαλιτέρα αντίθεσις είναι μεταξύ των δύο άκρων, παρά μεταξύ αυτών και του μέσου. Διότι αυτά απέχουν περισσότερον το έν από το άλλο, παρά όσον έκαστον από το μέσον, καθώς απέχει περισσότερον το μέγα από το μικρόν και το μικρόν από το μέγα, παρά τα δύο αυτά από το ίσον. Έπειτα φαίνεται ότι υπάρχει εις μερικά άκρα κάποια ομοιότης με το μέσον, καθώς εις την θρασύτητα υπάρχει ομοιότης με την ανδρείαν και εις την ασωτείαν με την ελευθεριότητα. Ενώ μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει η μεγαλιτέρα ανομοιότης. Όσα δε απέχουν πάρα πολύ μεταξύ των ονομάζονται άκρα εναντία, επομένως και πλειότερον εναντία είναι όσα απέχουν περισσότερον. Προς δε το μέσον αντιτίθεται εις μερικά μεν πράγματα μάλλον η έλλειψις, εις άλλα δε μάλλον η υπερβολή. Λόγου χάριν προς την ανδρείαν δεν αντιτίθεται η θρασύτης, η οποία είναι υπερβολή, αλλά η δειλία, η οποία είναι έλλειψις. Ενώ εις την σωφροσύνην δεν αντιτίθεται η αναισθησία, η οποία είναι έλλειψις, αλλά η ακολασία, η οποία είναι υπερβολή. Τούτο δε συμβαίνει διά δύο αιτίας, πρώτον μεν ως εκ της φύσεως αυτού του πράγματος, διότι επειδή το έν άκρον είναι πλησιέστερον και ομοιότερον με το μέσον, δεν αντιτάσσομεν τούτο αλλά μάλλον το αντίθετόν του• λόγου χάριν, επειδή η θρασύτης φαίνεται ομοιότερα προς την ανδρείαν και πλησιεστέρα, η δε δειλία ανομοιοτέρα, διά τούτο αυτήν μάλλον αντιτάσσομεν. Διότι όσα απέχουν περισσότερον από το μέσον φαίνονται περισσότερον αντίθετα. Η πρώτη λοιπόν αιτία είναι αυτή, δηλαδή από την φύσιν του πράγματος. Η δευτέρα δε είναι η ατομική μας αντίληψις• Διότι εις όσα ημείς έχομεν κάποιαν φυσικήν διάθεσιν, αυτά μας φαίνονται περισσότερον αντίθετα προς το μέσον. Λόγου χάριν ημείς περισσότερον εκ φύσεως ρέπομεν εις τας ηδονάς, και διά τούτο περισσότερον παρασυρόμεθα εις την ακολασίαν παρά εις την σεμνοπρέπειαν. Λοιπόν θεωρούμεν περισσότερον αντίθετα εκείνα, εις τα οποία γίνεται περισσοτέρα τάσις. Και διά τούτο η ακολασία, η οποία είναι υπερβολή, είναι περισσότερον αντίθετος προς την σωφροσύνην.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Ένεκα της δυσκολίας του ορθού πρέπει να προτιμώμεν το μικρότερον κακόν.& — Ότι λοιπόν αρετή είναι η ηθική μεσότης, και πώς, και ότι είναι μεσότης δύο κακιών, δηλαδή της υπερβολικής και της ελλιπούς, και ότι είναι τοιαύτη, διότι προσέχει εις το μέσον ως προς τας πράξεις και τα πάθη, τούτο εξετάσθη αρκετά καλά. Διά τούτο είναι δύσκολον να είναι κανείς σπουδαίος, διότι είναι δύσκολον εις παν πράγμα να λάβη κανείς το μέσον καθώς λόγου χάριν δεν είναι εύκολον εις τον καθένα να εύρη το κέντρον του κύκλου, αλλά εις τον ειδήμονα. Ομοίως δε και το να οργισθή είναι εύκολον εις τον καθένα και το να δώση χρήμα και να εξοδεύση. Εις ποίον όμως και πόσον και πότε και διατί και πώς, δεν είναι έργον του καθενός ούτε εύκολον. Διά τούτο τα ορθόν είναι και σπάνιον και αξιέπαινον και καλόν. Διά τούτο όστις προσέχει εις το μέσον, πρώτον πρέπει να απομακρύνεται από το περισσότερον αντίθετον, καθώς συμβουλεύει και η Καλυψώ:
«Κράτει το πλοίον μακράν απ'αυτόν τον καπνόν και το κύμα».
Διότι από τα άκρα το έν είναι περισσότερον σφαλερόν, το δε άλλο ολιγώτερον. Επειδή λοιπόν είναι εις άκρον δύσκολον να επιτύχωμεν το μέσον, διά τούτο καθώς λέγει η παροιμία εις το άλλο ταξίδι πρέπει να δεχθώμεν τα ολιγώτερα κακά. Τούτο δε θα συμβή προ πάντων με τον τρόπον που είπαμεν. Πρέπει δε ακόμη να εξετάζωμεν και εις ποία είμεθα ημείς οι ίδιοι επιρρεπείς, διότι άλλοι είναι πλασμένοι επιρρεπείς εις άλλα. Τούτο δε θα το εννοήσωμεν από την ιδιαιτέραν ηδονήν και λύπην την οποίαν προξενούν εις ημάς. Πρέπει δε να σύρωμεν τον εαυτόν μας εις τα αντίθετα από αυτά. Διότι, όσον περισσότερον απομακρυνόμεθα από το σφάλμα, τόσον πλησιάζομεν εις το μέσον. Και τούτο το ίδιον κάμνουν όσοι ισιάζουν τα στραβόξυλα. Εις όλα όμως πρέπει προ παντός να αποφεύγωμεν τα ηδονικά και την ηδονήν. Διότι αυτήν δεν την κρίνομεν αμερολήπτως. Όπως λοιπόν οι δημογέροντες της Τροίας εφέρθησαν προς την Ελένην, το ίδιον πρέπει και ημείς να αισθανθώμεν απέναντι της ηδονής και πάντοτε να ενθυμούμεθα τι είπαν εις το τέλος εκείνοι {10}. Διότι, εάν την απομακρύνωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, ολιγώτερον θα σφάλλωμεν. Λοιπόν με μίαν λέξιν, εάν κάμνωμεν αυτά, περισσότερον θα ημπορούμεν να επιτύχωμεν το μέσον. Ίσως όμως αυτό είναι δύσκολον να το επιτύχωμεν, και προ πάντων εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Λόγου χάριν δεν είναι εύκολον να ορίσωμεν γενικώς πώς πρέπει να οργιζώμεθα και με ποίους και διά ποία πράγματα και πόσην ώραν. Διότι και ημείς οι ίδιοι άλλοτε μεν επαινούμεν τους ελλιπείς και τους ονομάζομεν ημέρους (πράους), άλλοτε δε τους εκτραχυνομένους και τους ονομάζομεν ανδροπρεπείς. Αλλ' όστις μεν εκτροχιάζεται ολίγον από το ορθόν δεν κατακρίνεται, ούτε εάν εκτροχιάζεται εις το περισσότερον, ούτε εις το ολιγώτερον, αλλά μόνον όστις εκτροχιάζεται πάρα πολύ. Αυτός δε δεν μας διαφεύγει. Τόρα όμως μέχρι ποίου βαθμού και πόσην ώραν εάν οργισθή, είναι αξιοκατάκριτος, αυτό δεν είναι εύκολον να ορισθή με κανόνα. Διότι ούτε άλλο κανέν πράγμα της αισθήσεως είναι εύκολον να ορισθή. Τα τοιαύτα δε ανήκουν εις τας διαφόρους περιπτώσεις, και η κρίσις αυτών ανήκει εις την αίσθησιν. Επομένως τόσον μόνον απεδείχθη εκ των ανωτέρω, ότι η μέση διάθεσις είναι εις όλα αξιέπαινος, και ότι πρέπει να κλίνωμεν άλλοτε μεν προς την υπερβολήν, άλλοτε δε προς την έλλειψιν. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα επιτύχωμεν το μέσον και το ορθόν όσον το δυνατόν ευκολώτερον.
ΒΙΒΛΙΟΝ Γ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Διάκρισις εκουσίων και ακουσίων πράξεων.& — Επειδή λοιπόν η αρετή περιστρέφεται εις τα πάθη και τας πράξεις, και διά μεν τα εκούσια ακολουθούν οι έπαινοι και αι κατακρίσεις, διά δε τα ακούσια η συγγνώμη, κάποτε μάλιστα και ο οίκτος, ίσως είναι ανάγκη όσοι ερευνούν την αρετήν να διακρίνουν το εκούσιον και το ακούσιον, τούτο δε είναι χρήσιμον και εις τους νομοθέτας διά τας αμοιβάς και διά τας ποινάς.
Φαίνεται δε ότι ακούσια είναι όσα γίνονται με βίαν ή από αμάθειαν. Βίαιον δε είναι παν ό,τι έχει την προέλευσίν του έξωθεν, η οποία είναι τοιαύτη, ώστε διόλου να μη συντελή όστις πράττει ή όστις πάσχει• καθώς λόγου χάριν εάν ο άνεμος μας φέρη κάπου ή άνθρωποι οι οποίοι μας εξουσιάζουν. Όσα δε γίνονται από φόβον μεγαλιτέρων κακών ή διά κανένα καλόν σκοπόν, λόγου χάριν εάν ένας τύραννος μας διατάσση να πράξωμεν ατιμίαν, ενώ έχει εις χείρας του τους γονείς και τα τέκνα μας, και όταν μεν το εκτελέσωμεν σώζωνται, όταν όμως δεν το εκτελέσωμεν φονεύωνται εκείνοι, τότε επιδέχεται αμφισβήτησιν αν αυτή η πράξις είναι ακουσία ή εκουσία. Κάτι δε παρόμοιον συμβαίνει και εις τας αβαρίας εν καιρώ τρικυμίας. Διότι χωρίς λόγον κανείς δεν ρίπτεται εις την θάλασσαν εκουσίως, χάριν όμως της ιδικής του σωτηρίας και των άλλων ρίπτεται πας όστις έχει νουν. Μικταί λοιπόν είναι αι τοιαύται πράξεις, φαίνονται όμως μάλλον εκούσιοι. Διότι είναι προαιρετικαί την στιγμήν που εκτελούνται. Το αποτέλεσμα όμως μιας πράξεως εξαρτάται από την κρίσιμον στιγμήν. Επομένως και το εκούσιον και το ακούσιον εφαρμόζεται εις την στιγμήν της εκτελέσεως. Βεβαίως δε εκείνην την στιγμήν το εκτελεί εκουσίως. Διότι και η αρχή της κινήσεως των μελών του οργανισμού του υπάρχει εντός αυτού. Και δι' όσα υπάρχει εντός του η αρχή, είναι εις βάρος του και η εκτέλεσις και η μη εκτέλεσις. Αυτά λοιπόν είναι εκούσια, απολύτως όμως ίσως είναι ακούσια. Διότι κανείς δεν είναι δυνατόν να προτιμήση κανέν από αυτά καθ' εαυτό χωρίς άλλον λόγον. Διά παρομοίας όμως πράξεις κάποτε και επαινούνται ακόμη, όταν υποφέρουν κάτι τι ατιμαστικόν ή λυπηρόν, απέναντι μεγάλων και καλών. Ενώ, εάν κάμουν αντιστρόφως, κατακρίνονται. Διότι το να υπομείνη τα αίσχιστα χάριν ατίμου ή μηδαμινού πράγματος, ανήκει εις τον ποταπόν άνθρωπον. Εις μερικά δε έπαινος μεν δεν υπάρχει, υπάρχει όμως η συγγνώμη, όταν κανείς πράξη το κακόν διά λόγους οι οποίοι αναστατόνουν την ανθρωπίνην φύσιν, και κανείς δεν ημπορή να τους υπομείνη. Διά μερικά δε ίσως δεν είναι δυνατόν να υποκύψη κανείς, αλλά πρέπει μάλλον να προτιμήση να αποθάνη, και αν πάθη ακόμη τα φοβερώτερα που υπάρχουν. Και βεβαίως φαίνονται γελοία τα αίτια, τα οποία ανάγκασαν τον Αλκμέωνα του Ευριπίδου να γίνη μητροκτόνος.
&Εξακρίβωσις των δυσκολωτέρων περιπτώσεων&. — Είναι δε δύσκολον πολλάκις να διακρίνωμεν ποίον πράγμα πρέπει να προτιμήσωμεν από άλλο και τι πρέπει να υποφέρωμεν χάριν ενός άλλου, αλλά ακόμη δυσκολώτερον είναι να εμμείνωμεν εις την απόφασίν μας. Διότι συνήθως τα αναμενόμενα είναι οδυνηρά, οι δε εκβιασμοί ατιμωτικοί, και δι' αυτό υπάρχουν έπαινοι και κατακρίσεις δι' όσους υπέκυψαν ή όχι. Και λοιπόν ποία πρέπει να λέγωμεν εκβιαστικά; Ή μήπως απολύτως μεν όταν η αιτία ευρίσκεται έξω, και όταν όστις πράττει δεν συντελή ο ίδιος εις τίποτε; Όσα όμως απολύτως μεν είναι εκούσια, αυτήν την στιγμήν όμως και διά αυτήν εδώ την αιτίαν είναι προτιμότερα, και η αρχή της ενεργείας υπάρχει εις τον εκτελούντα, μήπως άραγε αυτά καθ' εαυτά μεν είναι ακούσια, αυτήν την στιγμήν όμως και δι' αυτήν την αιτίαν είναι εκούσια; Και βεβαίως μάλλον φαίνονται εκούσια. Διότι αι πράξεις ανήκουν εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις, αυταί δε είναι εκούσιαι. [] όμως χάριν ποίων πρέπει να προτιμώμεν, δεν είναι εύκολον να το ορίσωμεν. Διότι υπάρχουν πολλαί ποικιλίαι εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Εάν δε θεωρήση κανείς τα ηδονικά και τα ωραία ως εκβιαστικά — διότι εκβιάζουν βεβαίως, αφού ευρίσκονται έξω — ,τότε πλέον όλα ημπορούν να θεωρηθούν εκβιαστικά. Διότι όλαι αι πράξεις όλων των ανθρώπων γίνονται χάριν αυτών. Έπειτα αι μεν εκβιαστικαί και ακούσιαι πράξεις είναι λυπηραί, ενώ αι γενόμεναι χάριν της ηδονής και του ωραίου είναι περιπλέον και ηδονικαί. Είναι λοιπόν κωμικόν να προφασίζεται κανείς τα έξω, και όχι τον εαυτόν του, αφού παραδίδεται διά να δελεασθή από αυτά, και διά μεν τα καλά να θεωρή αίτιον τον εαυτόν του, διά δε τα ποταπά να προφασίζεται την ηδονήν. Επομένως εκβιασμός φαίνεται ότι είναι, όταν η αρχή υπάρχη έξωθεν, χωρίς να συντελή διόλου ο εκβιασθείς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Επί της αμαθείας διακρίνομεν εκούσιον, ακούσιον, και ημιεκούσιον.& — Το δε γινόμενον από αμάθειαν δεν είναι μεν ποτέ εκούσιον, καθαρώς ακούσιον όμως είναι μόνον το φέρον λύπην και μεταμέλειαν. Διότι όστις έπραξε οτιδήποτε από αμάθειαν και δεν έφερε καμμίαν αντίστασιν κατά την ώραν της εκτελέσεως, ναι μεν δεν το έπραξε εκουσίως, αφού βεβαίως δεν το εγνώριζε, αλλά πάλιν ούτε ακουσίως, αφού δεν το έπραξε με λύπην. Λοιπόν εις τα προερχόμενα από αμάθειαν, όστις μεν μετανοεί έπραξε ακουσίως, όστις όμως δεν μετανοεί, αφού δεν είναι όμοιος, ας τον θεωρήσωμεν ημιεκούσιον. Διότι, αφού έχει διαφοράν, είναι καλλίτερον να του δώσωμεν ιδιαίτερον όνομα.