Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος
Part 3
Αφού δε ο έπαινος είναι τοιούτον πράγμα, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει έπαινος διά τους αρίστους, αλλά κάτι άλλο μεγαλίτερον και καλλίτερον, καθώς και είναι γνωστόν. Διότι και τους θεούς τους μακαρίζομεν και τους καλοτυχίζομεν, και από τους ανθρώπους μακαρίζομεν τους θεϊκωτέρους. Το ίδιον δε και διά τα αγαθά. Δηλαδή κανείς δεν εγκωμιάζει την ευτυχίαν καθώς το δίκαιον, αλλά την μακαρίζει ως κάτι τι θεϊκώτερον και ανώτερον. Φαίνεται δε ότι και ο Εύδοξος καλόν επιχείρημα μετεχειρίσθη διά την ηδονήν. Διότι τo να μη επαινήται αυτή, ενώ είναι έν από τα αγαθά, το εθεώρησε ως απόδειξιν ότι είναι ανωτέρα από τα αξιέπαινα πράγματα, καθώς είναι ο θεός και το αγαθόν. Διότι εις αυτά αναφέρονται και τα άλλα. Και ο μεν έπαινος αναφέρεται εις την αρετήν (διότι με αυτήν εκτελούμεν τα καλά), τα δε εγκώμια αναφέρονται εις τα έργα τόσον τα σωματικά, όσον και τα ψυχικά. Αλλά αυτά μεν ίσως είναι καταλληλότερον να ορισθούν ακριβέστερον εις τα ειδικά συγγράμματα περί εγκωμίων, εις ημάς όμως είναι φανερόν από όσα ελέχθησαν, ότι η ευτυχία είναι έν από τα αξιομακάριστα και τέλεια πράγματα. Φαίνεται δε ότι είναι τοιαύτη και διότι αποτελεί αρχήν. Διότι χάριν αυτής εκτελούμεν όλα τα άλλα, την δε αρχήν και το πρωταίτιον των αγαθών τα θεωρούμεν ως κάτι τι αξιομακάριστον και θείον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
&Η αρετή ως στοιχείον της ευτυχίας.& — Αφού δε η ευτυχία είναι ενέργεια της ψυχής συμφώνως με την τελείαν αρετήν, πρέπει τόρα να εξετάσωμεν περί αρετής. Διότι πολύ πιθανόν κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήσωμεν καλλίτερον και την ευτυχίαν. Φαίνεται δε ότι και ο αληθινός πολιτικός εις αυτήν προ πάντων καταγίνεται. Διότι θέλει να καταστήση τους πολίτας εναρέτους και ευπειθείς εις τους νόμους, παράδειγμα δε τούτων έχομεν τους νομοθέτας των Κρητών και των Λακεδαιμονίων και όσοι άλλοι τοιούτοι διέπρεψαν. Αφού δε η έρευνα αυτή ανήκει εις την πολιτικήν, είναι προφανές ότι η εξέτασίς μας θα γίνη συμφώνως με την απόφασιν την οποίαν εθέσαμεν εξ αρχής. Και βεβαίως την ανθρωπίνην αρετήν πρέπει να εξετάσωμεν, διότι και το αγαθόν το οποίον εζητούσαμεν ήτο ανθρώπινον και η ευτυχία ανθρωπίνη. Αρετήν δε ανθρωπίνην δεν εννοούμεν την σωματικήν αλλά την ψυχικήν. Και επομένως και την ευτυχίαν την θεωρούμεν ενέργειαν της ψυχής.
&Σπουδαιότης της ψυχολογίας διά τον πολιτικόν.& — Αφού δε τούτο έχει ούτω πως, είναι φανερόν ότι ο πολιτικός πρέπει να γνωρίζη τα ψυχικά φαινόμενα, καθώς πρέπει να γνωρίζη και ολόκληρον το σώμα, όστις πρόκειται να θεραπεύση τον οφθαλμόν, και μάλιστα τόσον περισσότερον, όσον είναι πολυτιμοτέρα και καλλιτέρα η πολιτική από την ιατρικήν. Από τους ιατρούς δε όσοι είναι τέλειοι πολύ καταγίνονται εις την μελέτην του σώματος. Επομένως πρέπει να μελετήση και ο πολιτικός την ψυχήν, αλλά χάριν τούτου και εφ' όσον είναι αρκετόν διά το ζήτημά μας. Διότι η περισσοτέρα λεπτολογία ίσως είναι κοπιωδεστέρα παρ' όσον απαιτεί η υπόθεσίς μας. Ομιλούμεν δε περί αυτής αρκετά και εις τους εξωτερικούς λόγους και ημπορεί κανείς να τα χρησιμοποιήση. Λόγου χάριν ότι έν μέρος αυτής είναι άλογον, το δε άλλο λογικόν. Εάν δε αυτά είναι χωρισμένα καθώς τα μέλη του σώματος και παν ό,τι επιδέχεται διαίρεσιν, ή θεωρητικώς εχωρίσθησαν, ενώ είναι εκ φύσεως αχώριστα, καθώς εις την περιφέρειαν η κυρτότης και η κοιλότης, δεν έχει καμμίαν σημασίαν σχετικώς με το ζήτημά μας.
&Διασάφησις του αλόγου (φυτικού) μέρους της ψυχής.& — Από το άλογον δε το έν μέρος φαίνεται κοινόν και φυτικόν, και εννοώ την αιτίαν της θρέψεως και αυξήσεως. Διότι αυτήν την δύναμιν της ψυχής ημπορεί κανείς να την παραδεχθή εις όλα όσα τρέφονται και ακόμη εις τα έμβρυα, και την ιδίαν πάλιν και εις τους ηλικιωμένους. Διότι αυτό είναι λογικώτερον να παραδεχθώμεν παρά καμμίαν διαφορετικήν ψυχήν. Και λοιπόν η αρετή αυτής της ψυχής φαίνεται ότι είναι κοινή και όχι ειδικώς ανθρωπίνη. Διότι φαίνεται ότι προ πάντων εις τον ύπνον ενεργεί το μέρος αυτό και αυτή η δύναμις, και επομένως ο αγαθός και ο κακός πολύ ολίγον διακρίνονται όταν κοιμούνται, και δι' αυτό λέγουν ότι εις το ήμισυ της ζωής δεν έχουν διαφοράν οι ευτυχείς από τους δυστυχείς. Τούτο δε συμβαίνει ευλόγως. Διότι ο ύπνος είναι αργία της ψυχής ως προς την ενέργειαν από την οποίαν χαρακτηρίζεται ως σπουδαία ή μηδαμινή, εκτός μόνον εάν καμμιάς λειτουργίας αι κινήσεις εισδύουν βαθύτερον κατά μικρά διαστήματα και κατά τούτο γίνονται καλλίτερα τα όνειρα των καλών από τους τυχαίους. Αλλά περί αυτών είπαμεν αρκετά, και πρέπει να αφήσωμεν το θρεπτικόν μέρος της ψυχής, διότι δεν συμμετέχει της ανθρωπίνης αρετής.
&Διάκρισις του ημιαλόγου και του λογικού μέρους της ψυχής.& — Φαίνεται δε ότι υπάρχει και κάποια άλλη ιδιότης της ψυχής άλογος, αλλά κάπως μετέχουσα του λόγου. Διότι, όταν συγκρίνωμεν ένα εγκρατή προς ένα ακόλαστον, επαινούμεν τον λόγον και το λογικόν μέρος της ψυχής. Διότι αυτό παρορμά εις το ορθόν και εις το καλλίτερον. Φαίνεται όμως ότι είναι έμφυτον εις αυτούς και κάτι άλλο, το οποίον πολεμεί και αντιτείνει εις τον λόγον. Δηλαδή απαράλλακτα καθώς εις τους παραλυτικούς, όταν θέλουν να κινήσουν τα μέλη των προς τα δεξιά, εκείνα παρεκτρέπονται εις τα αριστερά, το ίδιον συμβαίνει και εις την ψυχήν. Διότι αι ορμαί των ακολάστων βαδίζουν αντιθέτως. Αλλά εις μεν τα σώματα βλέπομεν το παρεκτρεπόμενον μέλος, ενώ εις την ψυχήν δεν το βλέπομεν. Ίσως όμως όχι ολιγώτερον πρέπει να παραδεχθώμεν ότι και εις την ψυχήν υπάρχει κάτι τι παράλογον το οποίον εναντιόνεται και αντιτάσσεται προς τον λόγον. Πώς όμως είναι κάτι άλλο τι δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Φαίνεται όμως ότι και τούτο μετέχει του λόγου, καθώς είπαμεν. Τουλάχιστον εις τον εγκρατή υποτάσσεται εις τον λόγον. Και πάλιν ίσως είναι πειθαρχικώτερον εις τον σώφρονα και ανδρείον. Διότι εις αυτόν όλα είναι σύμφωνα με τον λόγον. Επομένως φαίνεται ότι και το άλογον είναι δύο ειδών, διότι το μεν φυτικόν δεν μετέχει διόλου του λόγου, το δε επιθυμητικόν και εν γένει το βουλητικόν μετέχει κάπως, εφ' όσον είναι ευπειθές και πειθαρχικόν εις αυτόν, ομοίως λοιπόν και εις τον πατέρα κανενός ή εις τους φίλους του λέγομεν ότι υπάρχει λόγος, όχι όμως καθώς εις τους μαθηματικούς. Ότι δε το άλογον πείθεται κάπως εις τον λόγον το δεικνύει και η νουθέτησις και πάσα επίπληξις και προτροπή. Εάν δε νομισθή καλόν να δεχθώμεν ότι και αυτό έχει λόγον, τότε θα ειπούμεν ότι είναι δύο ειδών και το λογικόν, το μεν έν κυριολεκτικώς και μόνον του, το δε άλλο ως έν είδος ευπειθείας εις τον πατέρα.
&Διανοητικοί και ηθικαί αρεταί& — Χωρίζεται δε και η αρετή συμφώνως με αυτήν την διαφοράν. Διότι από τας αρετάς, άλλας μεν τας ονομάζομεν διανοητικάς, άλλας δε ηθικάς, και την μεν σοφίαν και την σύνεσιν και την φρόνησιν τας λέγομεν διανοητικάς, την δε γενναιοδωρίαν και την σωφροσύνην ηθικάς. Διότι όταν ομιλούμεν περί του ηθικού μέρους, δεν λέγομεν διά κανένα ότι είναι σοφός ή συνετός, αλλά ότι είναι μειλίχιος ή σώφρων, επίσης δε επαινούμεν και τον σοφόν διά την διανοητικήν του κατάστασιν, και αυτάς τας αξιεπαίνους διανοητικάς καταστάσεις τας ονομάζομεν αρετάς.
ΒΙΒΛΙΟΝ Β.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Αι διανοητικαί αρεταί διδάσκονται, ενώ αι ηθικαί αρεταί γεννώνται εκ της συνηθείας.& — Εκ δε της αρετής, η οποία είναι δύο ειδών, δηλαδή διανοητική και ηθική, η μεν διανοητική το περισσότερον έχει την προέλευσίν της και την αύξησίν της από την διδασκαλίαν, και δι' αυτό χρειάζεται πείραν και καιρόν, η ηθική όμως αποκτάται με τας συνηθείας, και δι' αυτό έλαβε όνομα το οποίον έχει πολύ μικράν διαφοράν από την συνήθειαν (ήθος — έθος). Και από τούτο είναι φανερόν ότι καμμία από τας ηθικάς αρετάς δεν υπάρχει εκ φύσεως εντός μας. Διότι κανέν από όσα υπάρχουν εκ φύσεως δεν ημπορεί να συνηθίση διαφορετικά• λόγου χάριν ο λίθος ο οποίος εκ φύσεως πίπτει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατόν να συνηθίση να φέρεται προς τα επάνω, και αν ακόμη αμέτρητες φορές τον ρίψη κανείς υψηλά, διά να τον συνηθίση. Ούτε το πυρ φέρεται προς τα κάτω, ούτε κανέν από όσα έγιναν εκ φύσεως κατά ένα τρόπον, είναι δυνατόν να συνηθίση διαφορετικά. Επομένως ούτε εκ φύσεως ούτε παρά την φύσιν γεννώνται εντός μας αι αρεταί, αλλά ναι μεν εγίναμεν εκ φύσεως επιδεκτικοί δι' αυτάς, τελειοποιούμεθα όμως με την συνήθειαν.
&Άλλα ακαταγώνιστα επιχειρήματα χάριν του πολυκρότου Σωκρατικού ζητήματος, αν είναι διδακτή η αρετή.& — Έπειτα όσα μεν έχομεν εκ φύσεως, πρώτον αποκτώμεν τας δυνάμεις των, και κατόπιν αποδίδομεν τας ενεργείας των, και τούτο είναι προφανές εις τα αισθητήρια. Διότι δεν απεκτήσαμεν τας αισθήσεις από το να βλέπωμεν και να ακούωμεν συχνά, αλλά το αντίθετον, τας είχαμεν και τας μετεχειρίσθημεν, και δεν τας απεκτήσαμεν διά της χρήσεως. Τας αρετάς όμως τας αποκτώμεν, αφού εργασθώμεν προηγουμένως, καθώς συμβαίνει και διά τας άλλας τέχνας. Διότι όσα χρειάζονται να τα εκτελούμεν, αφού μάθωμεν αυτά, διά της εκτελέσεως τα μανθάνομεν. Λόγου χάριν με το να κτίζουν γίνονται κτίσται και με το να παίζουν κιθάραν γίνονται κιθαρισταί. Ομοίως λοιπόν και όσοι μεν εξασκούμεν την δικαιοσύνην γινόμεθα δίκαιοι, και όσοι την σωφροσύνην σώφρονες, και όσοι την ανδρείαν ανδρείοι. Το επικυρώνει δε και αυτό το οποίον συμβαίνει εις τας πολιτείας. Διότι οι νομοθέται με την άσκησιν κάμνουν τους πολίτας αγαθούς. Και η πρόθεσις παντός νομοθέτου είναι αυτή, όσοι όμως δεν εκτελούν αυτά καλώς, σφάλλουν, και κατά τούτο διαφέρει η αγαθή πολιτεία από την μηδαμινήν. Έπειτα από τας ιδίας αιτίας και με τα ίδια μέσα με τα οποία δημιουργείται πάσα αρετή με τα ίδια και καταστρέφεται, επίσης δε και πάσα τέχνη. Διότι με το να παίζουν κιθάραν γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαρισταί, αναλόγως δε και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι. Δηλαδή με το να κτίζουν καλώς τας οικίας θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, με το να κτίζουν όμως αυτάς κακώς θα γίνουν κακοί. Διότι, αν δεν ήτο αυτό αληθές, τότε δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη διδασκάλου, αλλά όλοι θα εγίνοντο καλοί ή κακοί.
Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και εις τας αρετάς. Δηλαδή με το να εκτελούμεν συναλλαγάς προς τους άλλους ανθρώπους γινόμεθα άλλοι μεν δίκαιοι, άλλοι δε άδικοι, με το να εκτελούμεν δε τα απαιτούμενα εις δεινάς περιστάσεις και να συνηθίζωμεν να έχωμεν θάρρος ή να φοβούμεθα, άλλοι μεν γινόμεθα ανδρείοι, άλλοι δε δειλοί. Τo ίδιον δε συμβαίνει και διά τας επιθυμίας και τας ορέξεις. Δηλαδή άλλοι μεν γίνονται σώφρονες και μειλίχιοι, άλλοι δε ακόλαστοι και οξύθυμοι, διότι εκείνοι μεν κατ' εκείνον τον τρόπον φέρονται εις αυτά τα πράγματα, αυτοί δε κατά τούτον. Και λοιπόν με μίαν λέξιν από την επανάληψιν των ομοίων ενεργειών αποκτώνται αι ψυχικαί καταστάσεις. Και διά τούτο πρέπει να δίδωμεν κάποιαν ποιότητα εις τας ενεργείας μας. Διότι αναλόγως της διαφοράς αυτών έρχονται κατόπιν αι ψυχικαί καταστάσεις. Λοιπόν δεν έχει μικράν διαφοράν το να συνηθίζωμεν κατά τούτον ή εκείνον τον τρόπον ευθύς από την νεαράν ηλικίαν, αλλά σημαίνει πάρα πολύ, ή μάλλον το παν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Ποίαι πράξεις οδηγούν εις την αρετήν.& — Επειδή λοιπόν η παρούσα μελέτη δεν γίνεται χάριν της θεωρίας καθώς αι άλλαι — διότι δεν ερευνώμεν διά να εννοήσωμεν τι πράγμα είναι η αρετή, αλλά διά να γίνωμεν αγαθοί, διότι άλλως δεν θα υπήρχε καμμία ωφέλεια από αυτήν — είναι ανάγκη να σκεφθώμεν διά τας πράξεις με ποίον τρόπον πρέπει να εκτελούνται. Διότι από αυτάς εξαρτάται, καθώς είπαμεν, η ποιότης των ψυχικών μας καταστάσεων. Και λοιπόν το να πράττωμεν συμφώνως με τον ορθόν λόγον είναι γενικώς ανεγνωρισμένον αξίωμα και αυτό πρέπει να τεθή εδώ ως βάσις. Θα ομιλήσωμεν δε αργότερα περί αυτού, δηλαδή τι είναι ο ορθός λόγος και ποίαν σχέσιν έχει προς τας άλλας αρετάς. Τόρα όμως, ας παραδεχθώμεν εκ των προτέρων ότι πάσα εξέτασις περί των πραγματοποιουμένων πρέπει να ορίζεται με γενικόν τύπον και όχι με ακρίβειαν, καθώς είπαμεν ότι πρέπει να απαιτούμεν τους ορισμούς συμφώνως με το εξεταζόμενον υλικόν. Δηλαδή όσα αναφέρονται εις τας πράξεις και εις τα συμφέροντα δεν έχουν καμμίαν σταθερότητα, καθώς δεν έχουν ούτε τα υγιεινά. Και εάν ο γενικός ορισμός είναι τοιούτος πολύ περισσότερον δεν είναι ακριβής ο ορισμός των λεπτομερειών. Διότι δεν υπάγεται ούτε εις καμμίαν τέχνην ούτε εις καμμίαν οδηγίαν, αλλά πρέπει οι ίδιοι οι εκτελεσταί να προσέχουν πάντοτε εις το επίκαιρον (κρίσιμον στιγμήν), καθώς γίνεται εις την ιατρικήν και την πλοιαρχικήν.
&Και η μεγάλη έλλειψις και η μεγάλη υπερβολή είναι καταστρεπτική.& — Αλλά, αν και η παρούσα μελέτη είναι τοιαύτης φύσεως, πρέπει να προσπαθήσωμεν να πράξωμεν ό,τι είναι δυνατόν. Πρώτον λοιπόν πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι τα τοιαύτα προσόντα τα καταστρέφει και η μεγάλη έλλειψις και η υπερβολή, — διότι είναι καλόν να επικαλεσθώμεν διά τα άλυτα ζητήματα το κύρος των γνωστών, καθώς βλέπομεν ότι κάμνουν διά την ρωμαλεότητα και την υγείαν. Διότι και τα υπερβολικά γυμνάσια και τα ελλιπή φθείρουν την δύναμιν, ομοίως δε και τα ποτά και τα τρόφιμα, εάν είναι υπερβολικώτερα ή ελλιπέστερα καταστρέφουν την υγείαν, ενώ τα μέτρια την στερεόνουν και την αυξάνουν και την διασώζουν. Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και εις την σωφροσύνην και την ανδρείαν και τας άλλας αρετάς. Διότι και όστις φεύγει και φοβείται οποιονδήποτε και δεν ανθίσταται εις τίποτε γίνεται δειλός, και όστις τίποτε απολύτως δεν φοβείται, αλλά προχωρεί εναντίον οποιουδήποτε, γίνεται θρασύς. Επίσης δε και όστις επιδιώκει να απολαύση όλας τας ηδονάς και δεν αποφεύγει καμμίαν είναι ακόλαστος, όστις δε τας αποφεύγει όλας, καθώς οι χωρικοί, είναι βεβαίως αναίσθητος• λοιπόν καταστρέφεται η σωφροσύνη και η ανδρεία από την υπερβολήν και την έλλειψιν, ενώ από την μετριοπάθειαν συντηρείται.
&Η άσκησις της αρετής κατ' αρχάς είναι δύσκολος, κατόπιν όμως εύκολος.& — Πλην όχι μόνον αι γενέσεις και αι αυξήσεις και αι καταστροφαί προέρχονται εξ αιτίας των ιδίων πραγμάτων και από τα ίδια, αλλά και αι ενέργειαι εξακολουθούν να υπάρχουν με αυτά τα ίδια. Διότι και εις τα άλλα τα φανερώτερα ζητήματα το ίδιον συμβαίνει• λόγου χάριν εις την σωματικήν δύναμιν. Δηλαδή αυτή δημιουργείται μεν από την πρόσληψιν πολλής τροφής και από την άσκησιν εις πολλούς κόπους, εξ άλλου όμως είναι ικανός να τα εκτελή αυτά πολύ περισσότερον ο ισχυρός. Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και με τας αρετάς. Διότι με το να απέχαμε από τας ηδονάς γινόμεθα σώφρονες, συγχρόνως όμως, αφού γίνωμεν τοιούτοι, ημπορούμεν να απέχαμε ευκολότερα. Το ίδιον δε και διά την ανδρείαν. Διότι, όταν συνηθίσαμε να περιφρονούμεν τους κινδύνους και τους αναμένωμεν ατάραχοι, γινόμεθα ανδρείοι, εξ άλλου όμως, αφού γίνωμεν ανδρείοι, ευκολώτερον αντέχομεν εις τους κινδύνους.
&Η αρετή ως πνευματική ηδονή.& — Ας λάβωμεν δε ως απόδειξιν διά τας ψυχικάς καταστάσεις την ηδονήν ή την λύπην, η οποία έρχεται κατόπιν από τα έργα. Διότι όστις μεν απέχει από τας σωματικάς ηδονάς και ακριβώς δι' αυτό ευχαριστείται είναι σώφρων, όστις όμως λυπείται είναι ακόλαστος, και πάλιν όστις μεν αναμένει τους κινδύνους και ευχαριστείται, ή τουλάχιστον δεν λυπείται, είναι ανδρείος, όστις δε λυπείται είναι δειλός. Διότι η ηθική αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Δηλαδή χάριν της ηδονής εκτελούμεν τας ποταπάς πράξεις, ένεκα δε της λύπης απέχομεν από τας καλάς. Διά τούτο πρέπει κανείς, αμέσως από την νεαράν ηλικίαν να λάβη κάποιαν αγωγήν, καθώς λέγει ο Πλάτων {5}, ώστε να χαίρη και να λυπήται με όσα πρέπει. Διότι αυτά είναι ορθή εκπαίδευσις. Εκτός τούτου, αφού αι αρεταί περιστρέφονται εις τας πράξεις και εις τα παθήματα, και αφού εις έκαστον πάθημα και εκάστην πράξιν ακολουθεί ηδονή ή λύπη, και δι' αυτόν τον λόγον ακόμη ίσως η αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Το επικυρόνουν δε και αι τιμωρίαι αι οποίαι γίνονται με αυτάς. Διότι και αυταί είναι ένα είδος θεραπείας, αι δε θεραπείαι εδόθη εκ φύσεως να προέρχονται από τα αντίθετα.
&Η κακία ως νοσηρά ηδονή.& — Έπειτα, καθώς είπαμεν και προηγουμένως, πάσα κατάστασις της ψυχής, από όσα εκ φύσεως γίνεται χειροτέρα ή καλλιτέρα, ως προς αυτά και δι' αυτά αποκτά αυτήν την ιδιότητα. Δηλαδή με τας ηδονάς και τας λύπας γίνονται μερικοί ποταποί καθ' όσον τας επιδιώκουν ή τας αποφεύγουν, ή όσας δεν πρέπει, ή όταν δεν πρέπη, ή καθώς δεν πρέπει, ή όσας φοράς δεν θεωρούνται ορθά τα τοιαύτα υπό του λογικού. Και διά τούτο ορίζουν μερικοί τας αρετάς ως απαθείας και αταραξίας. Τούτο όμως δεν είναι ορθόν, διότι το λέγουν γενικώς και όχι πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει και πότε και καθ' όλους τους άλλους προσθέτους προσδιορισμούς. Επομένως είναι βέβαιον ότι η αρετή είναι η ιδιότης αυτή η οποία εκτελεί τα προτιμότερα ως προς τας ηδονάς και τας λύπας, ενώ η κακία είναι το αντίθετον.
Αλλά και από τα εξής ακόμη ημπορούμεν να εννοήσωμεν αυτά. Δηλαδή τρία πράγματα ανήκουν εις την προτίμησιν και τρία εις την αποφυγήν, το καλόν, το συμφέρον και το ηδονικόν, και αντιθέτως το άσχημον, το βλαβερόν και το λυπηρόν. Εις όλα δε αυτά ο μεν αγαθός επιτυγχάνει καλώς, ενώ ο κακός σφάλλει, και προ πάντων εις την ηδονήν. Έπειτα αυτή είναι κοινή και εις τα ζώα και συνοδεύει όλα όσα πρόκειται να τα προτιμήσωμεν. Δηλαδή και το καλόν και το συμφέρον μας φαίνεται ηδονικόν. Έπειτα εμεγάλωσαν μαζί μας από την νηπιακήν ηλικίαν. Διά τούτο είναι δύσκολον να αποσβύσωμεν αυτό το πάθος, το οποίον εχρωμάτισε την ζωήν μας. Κανονίζομεν δε και τας πράξεις, με την ηδονήν και την λύπην άλλοι περισσότερον και άλλοι ολιγώτερον. Διά τούτο λοιπόν εις αυτά πρέπει να περιστραφή όλη μας η μελέτη, διότι δεν έχει μικράν σημασίαν διά τας πράξεις, εάν χαίρωμεν και λυπούμεθα ορθώς ή εσφαλμένως. Έπειτα είναι δυσκολώτερον να αντιστασθή κανείς εις την ηδονήν παρά εις την έξαψιν, καθώς λέγει ο Ηράκλειτος. Διά παν όμως δυσκολώτερον πράγμα υπάρχει πάντοτε και τέχνη και αρετή. Διότι το ορθόν γίνεται εις αυτό ορθότερον. Ώστε και δι' αυτόν τον λόγον όλη η μελέτη και διά την αρετήν και διά την πολιτικήν περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Διότι όστις μεταχειρίζεται αυτάς ορθώς είναι αγαθός, όστις δε εσφαλμένως είναι κακός.
&Ανακεφαλαίωσις. — Όσα είπαμεν λοιπόν ας τα θεωρήσωμεν αρκετά περί του ότι η αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας, και ότι από όσα δημιουργείται, με αυτά τρέφεται και καταστρέφεται, εάν δεν εκτελούνται εξ ίσου, και ότι, από όσα εδημιουργήθη, εις αυτά και ενεργεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Διά την αρετήν δεν απαιτούνται μόνον έργα αλλά και προαίρεσις.& — Ίσως όμως ερωτήση κανείς, πώς τάχα εννοούμεν ότι πρέπει να γίνη κανείς δίκαιος με το να πράττη δικαίως, και σώφρων με το να εκτελή την σωφροσύνην. Διότι, εάν εκτελούν τα δίκαια και τα σωφρονικά, τότε είναι πλέον δίκαιοι και σώφρονες, καθώς είναι γραμματικοί και μουσικοί όσοι εκτελούν τα γραμματικά και τα μουσικά. Ή μήπως τάχα δεν εφαρμόζεται τούτο ούτε εις τας τέχνας, διότι είναι ενδεχόμενον να εκτελέση κάτι γραμματικόν εκ τύχης και κατά συμβουλήν άλλου; Επομένως τότε μόνον θα είναι γραμματικός, εάν εκτελέση κάτι γραμματικόν και με τρόπον γραμματικόν. Τούτο δε θα ειπή συμφώνως με την γραμματικήν που έχει μέσα του. Έπειτα δεν είναι ούτε όμοιον το ζήτημα των τεχνών και των αρετών. Διότι όσα πράγματα κατασκευάζονται από τας τέχνας έχουν μέσα των την τελειότητα. Αρκεί λοιπόν να έχουν αυτά μόνον την ποιότητά των. Όσα όμως γίνονται με τας αρετάς δεν αρκεί να έχουν αυτά μόνον μίαν ποιότητα, λόγου χάριν να γίνουν δικαίως ή σωφρόνως, αλλά και υπό τον όρον να έχη την ποιότητα και όστις πράττει αυτά, και πρώτον μεν να τα εκτελή εν επιγνώσει, έπειτα αυτοπροαιρέτως και μόνον χάριν των ιδίων αυτών και τρίτον να είναι σταθερός και αμετάπειστος, όταν τα εκτελή. Αυτά όμως όλα δεν συμψηφίζονται εις τας άλλας τέχνας, παρά μόνον το να γνωρίζη ο τεχνίτης το έργον του. Διά τας αρετάς όμως η γνώσις αυτών έχει πολύ μικράν σημασίαν ή σχεδόν καμμίαν, ενώ τα άλλα δεν έχουν μικράν σημασίαν, αλλ' είναι το παν, και αυτά αποκτώνται με την συχνήν επανάληψιν των δικαίων και των σωφρονικών πράξεων• λοιπόν τα μεν έργα λέγονται δίκαια και σωφρονικά, όταν είναι τοιαύτα, οποία ημπορεί να εκτελέση ο δίκαιος ή ο σώφρων. Δίκαιος όμως και σώφρων δεν είναι πας όστις εκτελεί αυτά, αλλά συγχρόνως και αν τα εκτελή καθώς τα εκτελούν οι δίκαιοι και οι σώφρονες. Επομένως καλώς ελέχθη ότι από την εξάσκησιν της δικαιοσύνης γίνεται ο δίκαιος και από την εξάσκησιν της σωφροσύνης ο σώφρων. Ενώ χωρίς την εξάσκησιν αυτών ούτε να φαντασθή κανείς πρέπει ότι είναι δυνατόν να γίνη αγαθός. Οι περισσότεροι όμως αυτά μεν δεν τα εκτελούν, επειδή όμως περιορίζονται εις την εξέτασιν αυτών, νομίζουν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον γίνονται φιλόσοφοι και ότι θα αναδειχθούν σπουδαίοι, ενώ κάμνουν κάτι τι παρόμοιον με τους αρρώστους, όσοι ακούουν μεν προσεκτικά τας οδηγίας των ιατρών, δεν εκτελούν όμως καμμίαν διαταγήν των. Καθώς λοιπόν δεν θα εύρουν εκείνοι την υγείαν του σώματός των με αυτόν τον τρόπον της θεραπείας, ομοίως και αυτοί εδώ δεν θα εύρουν την υγείαν της ψυχής των με αυτόν τον τρόπον της φιλοσοφίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Αι αρεταί δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις αλλά καταστάσεις.& — Και τόρα ας εξετάσωμεν τι είναι η αρετή. Αφού λοιπόν τα εντός της ψυχής συμβαίνοντα είναι τριών ειδών, δηλαδή πάθη, δυνάμεις και καταστάσεις, η αρετή είναι πιθανώς κάτι από αυτά. Θεωρώ δε ως πάθη την επιθυμίαν, την οργήν, τον φόβον, το θάρρος, τον φθόνον, την χαράν, την φιλίαν, το μίσος, τον πόθον, την ζηλοτυπίαν, τον οίκτον και εν γένει όλα, όσα παρακολουθεί η ηδονή ή η λύπη. Ως δυνάμεις δε εκείνας αι οποίαι μας κάμνουν επιδεκτικούς δι' αυτά• λόγου χάριν όσαι μας κάμνουν επιδεκτικούς να οργισθώμεν ή να λυπηθώμεν ή να οικτίρωμεν• ως καταστάσεις δε εκείνας αι οποίαι μας κάμνουν να είμεθα ως προς τα πάθη καλοί ή κακοί• λόγου χάριν ως προς την οργήν, εάν μεν μας κάμνουν να οργιζώμεθα ορμητικώς ή χαλαρώς, είναι κακαί, εάν όμως μετρίως, είναι καλαί, ομοίως δε και δι' όλα τα άλλα. Λοιπόν δεν είναι πάθη ούτε αι αρεταί ούτε αι κακίαι, διότι δεν θεωρούμεθα αναλόγως των παθών μας σπουδαίοι ή ποταποί, αλλά αναλόγως των αρετών και κακιών μας, και διότι εξ αιτίας μεν των παθών μας ούτε επαινούμεθα ούτε κατακρινόμεθα — διότι δεν επαινείται ούτε κατακρίνεται πας όστις φοβείται ούτε πας όστις οργίζεται γενικώς και αορίστως, αλλά όστις φοβείται ή οργίζεται κατά ένα ωρισμένον τρόπον, ενώ εξ αιτίας των αρετών και κακιών επαινούμεθα ή κατακρινόμεθα. Έπειτα οργιζόμεθα και φοβούμεθα χωρίς να θέλωμεν, ενώ αι αρεταί είναι κάποιαι προαιρέσεις και ποτέ δεν υπάρχουν χωρίς προαίρεσιν. Ακόμη δε ως προς τα πάθη λέγομεν ότι συγκινούμεθα, ενώ ως προς τας αρετάς και κακίας δεν συγκινούμεθα, αλλά διατελούμεν εις μίαν ωρισμένην κατάστασιν. Και δι' αυτό δεν είναι ούτε δυνάμεις. Διότι ούτε αγαθοί θεωρούμεθα με το να ημπορούμεν να πάσχωμεν αορίστως ούτε κακοί, και ούτε επαινούμεθα ούτε ψεγόμεθα. Εκτός τούτου δυνατοί μεν γινόμεθα εκ φύσεως, αγαθοί όμως ή κακοί δεν γινόμεθα εκ φύσεως. Περί αυτών δε εκάμαμεν λόγον προηγουμένως. Αφού λοιπόν δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις αι αρεταί, υπολείπεται να είναι καταστάσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Αρετή είναι η ορθή ψυχική κατάστασις και η ορθώς ενεργούσα. — Εις ποίον γένος λοιπόν ανήκει η αρετή, το εξετάσαμεν. Δεν πρέπει όμως μόνον να ειπούμεν γενικώς ότι είναι κατάστασις, αλλά και ποίου είδους. Λέγομεν λοιπόν ότι πάσα αρετή και το πράγμα εις το οποίον περιστρέφεται το καθιστά τέλειον, και το έργον αυτού το εκτελεί καλώς• λόγου χάριν η αρετή του οφθαλμού και τον οφθαλμόν τον κάμνει σπουδαίον και το έργον του. Διότι με την αρετήν του οφθαλμού βλέπομεν καλώς. Ομοίως η αρετή του ίππου και &σπουδαίον τον κάμνει τον ίππον& και κατάλληλον να τρέχη και να σηκώνη τον αναβάτην και να αντικρύζη τους εχθρούς. Αφού δε τούτο είναι το ίδιον εις όλα, τότε ίσως και η αρετή του ανθρώπου δύναται να ορισθή ως ψυχική κατάστασις με την οποίαν γίνεται ο άνθρωπος αγαθός και εκτελεί καλώς το έργον του. Πώς όμως θα γίνη τούτο, το είπαμεν μεν και προηγουμένως, αλλά θα εννοηθή και πάλιν, εάν εξετάσωμεν ποίου είδους είναι η φύσις αυτής.