Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Part 2

Chapter 2 0 words Public domain Markdown

&Το τελικόν αγαθόν είναι η ευτυχία.& — Και τόρα λοιπόν από άλλον δρόμον εφθάσαμεν εις το ίδιον σημείον. Τούτο δε πρέπει να προσπαθήσωμεν να το διασαφήσωμεν ακόμη καλλίτερον. Αφού λοιπόν τα αποτελέσματα φαίνονται ότι είναι πολλά, από αυτά δε μερικά τα προτιμώμεν χάριν άλλων, λόγου χάριν τον πλούτον, τους δούλους και εν γένει τα όργανα, έπεται ότι όλα τα αποτελέσματα δεν είναι τέλεια• το δε καλλίτερον φαίνεται ότι είναι κάπως τέλειον ώστε, εάν μεν έν μόνον είναι το τέλειον, τότε αυτό είναι εκείνο το οποίον ζητούμεν, εάν δε περισσότερα, τότε είναι το τελειότερον από αυτά. Τελειότερον δε θεωρούμεν το αξιαπόκτητον. χάριν εαυτού, παρά το χάριν άλλου, και πάλιν το ουδέποτε χάριν άλλου αξιαπόκτητον παρά το αξιαπόκτητον χάριν και εαυτού και ενός άλλου. Και απολύτως λοιπόν τέλειον το πάντοτε προτιμητέον χάριν εαυτού και ουδέποτε χάριν άλλου. Τοιούτον δε προ πάντων φαίνεται ότι είναι η ευτυχία. Διότι αυτήν την προτιμώμεν πάντοτε χάριν του εαυτού της και ουδέποτε χάριν άλλης, ενώ την δόξαν και την ηδονήν και τον νουν και πάσαν αρετήν την προτιμώμεν και χάριν του εαυτού της, διότι όλα αυτά ημπορούμεν να τα προτιμήσωμεν και όταν δεν φέρουν κανέν άλλο αποτέλεσμα, αλλά τα προτιμώμεν, και χάριν της ευτυχίας, διότι νομίζομεν ότι διά μέσου αυτών θα γίνωμεν ευτυχείς. Και βεβαίως την ευτυχίαν κανείς δεν την εκλέγει χάριν αυτών, ούτε εν γένει χάριν κανενός άλλου.

&Η ευτυχία είναι αυτάρκεια.& — Φαίνεται δε ότι και εις την αυτάρκειαν το ίδιον συμβαίνει, διότι το τέλειον αγαθόν φαίνεται ότι έχει αυτάρκειαν. Αυτάρκειαν δε εννοούμεν όχι μόνον διά τον εαυτόν του, δι' εκείνον ο οποίος ζη μοναχικήν ζωήν, αλλά και διά τους γονείς του και διά τα τέκνα του και διά την γυναίκα του και εν γένει διά τους φίλους και τους συμπολίτας του, αφού ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως πολιτικόν ον. Εις αυτά όμως πρέπει να θέσωμεν όριον, διότι, αν επεκταθώμεν εις τους γονείς και εις τους απογόνους και τους φίλους των φίλων, τότε προχωρούμεν επ' άπειρον. Αλλά όσον δι' αυτό θα το εξετάσωμεν άλλην φοράν. Την αυτάρκειαν όμως τόρα την ορίζομεν ως εκείνο, το οποίον, αν μείνη μόνον του, καθιστά την ζωήν προτιμητέαν και όχι ελλιπή. Και τοιούτον πράγμα νομίζομεν ότι είναι η ευτυχία. Εκτός τούτου είναι και η προτιμοτέρα από όλα χωρίς να συμψηφίζεται. Διότι είναι φανερόν ότι, εάν συμψηφίζεται, τότε, και το ελάχιστον αγαθόν αν προστεθή, θα την κάμη προτιμοτέραν. Διότι πάσα νέα προσθήκη είναι πλεονασμός των αγαθών, και από τα αγαθά πάντοτε είναι προτιμότερον το περισσότερον. Επομένως η ευτυχία φαίνεται ότι είναι τελεία και με αυτάρκειαν, και αποτελεί το τέλος των πραγματοποιουμένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η φύσις του αγαθού σχετίζεται με την φύσιν του ανθρώπου.& — Αλλ' ίσως μεν το να ορίζωμεν την ευτυχίαν ως το ανώτατον αγαθόν είναι από όλους παραδεκτόν, έκαστος όμως επιθυμεί να μάθη σαφέστερον την φύσιν αυτής. Αυτό λοιπόν ίσως κατορθωθή, αν πάρωμεν να εξετάσωμεν το έργον του ανθρώπου. Διότι καθώς εις τον αυλητήν και τον αγαλματοποιόν και εις έκαστον τεχνίτην και γενικώς εις όλους όσοι έχουν έν έργον και μίαν δράσιν φαίνεται ότι εις το έργον των έγκειται το αγαθόν και η επιτυχία, το ίδιον ημπορεί να νομισθή και διά τον άνθρωπον, εάν υπάρχη έργον το οποίον χαρακτηρίζει τον άνθρωπον εν γένει. Και λοιπόν άραγε μόνον του κτίστου και του βυρσοδέψου υπάρχουν έργα και πράξεις, του ανθρώπου όμως δεν υπάρχουν, αλλ' εκ φύσεως επλάσθη άεργος; Ή μήπως, καθώς είναι φανερόν κάποιον έργον του οφθαλμού και της χειρός και του ποδός και εν γένει όλων των μελών, ομοίως θα δεχθώμεν έξω από όλα αυτά και έργον διά τον άνθρωπον ολόκληρον; Και λοιπόν ποίον είναι δυνατόν να είναι αυτό; Διότι η μεν ζωή είναι κοινή και εις τα φυτά, τόρα όμως ζητούμεν το ιδιαίτερον γνώρισμα. Επομένως πρέπει να αποχωρίσωμεν την θρεπτικήν και αυξητικήν ζωήν. Τότε όμως φαίνεται ότι υπολείπεται κάποια αισθητική ζωή, αλλά και αυτή είναι κοινή και εις τον ίππον και εις τον βουν και εις παν ζώον.

&Η ευτυχία του ανθρώπου συνίσταται εις την λογικήν δράσιν.& — Υπολείπεται λοιπόν κάποια δραστική ζωή του μέρους εκείνου το οποίον είναι λογικόν. Και τούτου έν μέρος μεν υπακούει εις το λογικόν, έν δε έχει λογικόν και συλλογίζεται. Αφού δε και αυτή η ζωή λέγεται κατά δύο τρόπους, πρέπει να δεχθώμεν την ενεργητικήν. Διότι αυτή φαίνεται ότι έχει περισσότερον κύρος. Αφού λοιπόν έργον του ανθρώπου είναι η ενέργεια της ψυχής συμφώνως με το λογικόν ή τουλάχιστον όχι αντιθέτως προς το λογικόν, και αφού το ίδιον έργον λέγομεν ότι έχει εις μίαν ειδικότητα και ο τυχών και ο σπουδαίος, καθώς λόγου χάριν ο κιθαριστής, και ο σπουδαίος κιθαριστής και εν γένει το ίδιον εις όλα με την προσθήκην της υπεροχής ως προς την επιτηδειότητα διά το έργον, διότι παντός κιθαριστού έργον είναι να παίζη κιθάραν, αλλά του σπουδαίου έργον είναι να παίζη καλά, επομένως ως έργον του ανθρώπου ορίζομεν κάποιαν ζωήν, αυτήν δε πάλιν ως δράσιν της ψυχής και ως πράξεις λογικάς, ως ιδιότητα δε του σπουδαίου ανθρώπου το να εκτελή αυτά εις την εντέλειαν, και ότι εκάστη τελειοποίησις κατορθόνεται με την ειδικήν επιτηδειότητα. Επομένως το ανθρώπινον αγαθόν είναι ενέργεια της ψυχικής αριστοτεχνική, και αν είναι περισσότεραι αι αριστοτεχνίαι, τότε είναι η καλλιτέρα και η τελειοτέρα. Ακόμη δε και με ακεραίαν ζωήν. Διότι μία χελιδών δεν φέρει την άνοιξιν, ούτε μία ημέρα. Ομοίως δε ουδέ αξιομακάριστον και ευτυχή δεν κάμνει τον άνθρωπον μία ημέρα ούτε ολίγος καιρός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η ηθική στηρίζεται εις αξιώματα της επαγωγής και της πείρας.& — Αυτός λοιπόν ας είναι προς το παρόν ο αναλυτικός ορισμός του αγαθού. Διότι ίσως είναι ορθόν πρώτον να το ορίσωμεν γενικώς και έπειτα πλέον να το αναπτύξωμεν. Ίσως δε φανή πολύ πιθανόν και να ημπορή οποιοσδήποτε να τελειοποιήση και να συναρμολογήση όσα ελέχθησαν καλώς εις την ανάλυσιν, και ο καιρός εις αυτά να είναι εφευρετικός και βοηθητικός. Και από τούτο προέρχονται αι πρόοδοι των τεχνών, διότι και ο τυχών ημπορεί να προσθέση το ελλιπές. Πρέπει δε και να ενθυμούμεθα όσα ελέχθησαν προηγουμένως και να μη ζητούμεν την ακρίβειαν εις όλα εξ ίσου, αλλά εις το καθέν αναλόγως της προκειμένης ύλης και εφ' όσον αρμόζει εις την μεθοδικήν έρευναν. Διότι λόγου χάριν και ο κτίστης και ο γεωμέτρης καθ' υπερβολήν επιδιώκουν την ορθήν γωνίαν, εκείνος μεν εξετάζων πόσον είναι χρήσιμος εις το έργον του, αυτός δε τι πράγμα είναι αυτή και ποίου είδους. Διότι είναι ερευνητής της αληθείας.

Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον πρέπει να εργαζώμεθα και εις άλλα, διά να μη κοπιάζωμεν περισσότερον δια τα πάρεργα παρά δια τα έργα. Και δεν πρέπει ουδέ την αιτίαν να ζητούμεν εις όλα, αλλά εις μερικά είναι αρκετόν να αποδειχθή καλώς το «τι» (θέμα), καθώς λόγου χάριν διά τα αξιώματα. Διότι το «τι» είναι αξίωμα και αρχή. Αι δε αρχαί άλλαι μεν εννοούνται διά της επαγωγής, άλλαι δε διά των αισθητηρίων, άλλαι με κάποιαν εξάσκησιν και άλλαι με άλλον τρόπον. Πρέπει δε να ερευνώμεν εκάστην από αυτάς συμφώνως με την φύσιν των και να φροντίσωμεν να διακριθούν καλώς με τον ορισμόν. Διότι έχουν μεγάλην σημασίαν διά τα κατόπιν. Διότι φαίνεται ότι η αρχή είναι περισσότερον από το ήμισυ του όλου, και με αυτήν εξηγούνται καλώς πολλά από τα ερευνώμενα ζητήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Διαίρεσις των αγαθών.& — Πρέπει δε να εξετάσωμεν τα αξιώματα όχι μόνον από τα συμπεράσματα και τας προτάσεις του συλλογισμού, αλλά και από όσα ελέχθησαν περί αυτών. Διότι με το αληθές συμφωνούν όλα τα πραγματικά, ενώ με το ψεύδος αμέσως συγκρούονται. Τα αγαθά λοιπόν είναι διηρημένα εις τρία είδη, δηλαδή τα λεγόμενα εξωτερικά, τα ψυχικά, και τα σωματικά, από αυτά δε σπουδαιότερα και κυρίως αγαθά θεωρούμεν τα ψυχικά. Τας δε ψυχικάς πράξεις και ενεργείας τας αποδίδομεν εις την ψυχήν, ώστε ο λόγος μας φαίνεται ορθός, όσον εξαρτάται από αυτήν την γνώμην, η οποία είναι παλαιά και έγινε παραδεκτή από τους φιλοσόφους. Επίσης δε φαίνεται ορθόν και ότι μερικαί πράξεις λέγονται και ενέργειαι εμπερικλείουσαι τον σκοπόν. Διότι τότε ο σκοπός ανήκει εις τα ψυχικά αγαθά και όχι εις τα εξωτερικά. Συμφωνεί δε με τον λόγον μας και το ότι ο ευτυχής ευτυχεί και ευδοκιμεί. Διότι ως κάποια ευτυχία θεωρείται η ευδοκίμησις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η αρετή είναι απαραίτητος όρος της ευτυχίας.& — Φαίνεται δε ότι και όλα τα απαιτούμενα διά την ευτυχίαν χαρακτηριστικά υπάρχουν εις αυτό το οποίον είπαμεν. Διότι εις άλλους μεν φαίνεται αυτό ως κάποια αρετή, εις άλλους δε ως φρόνησις, εις άλλους δε ως σοφία, και εις άλλους όλα αυτά ή έν από αυτά ηνωμένον με ηδονήν ή τουλάχιστον όχι χωρίς ηδονήν. Άλλοι όμως συμπεριλαμβάνουν και την εξωτερικήν καλοτυχίαν. Από αυτά δε άλλα μεν τα λέγουν πολλοί και παλαιοί άνδρες, άλλα δε ολίγοι και έγκριτοι. Δεν είναι δε λογικόν καμμία μερίς από αυτάς τας δύο να σφάλλη εις το σύνολον, αλλά τουλάχιστον εις έν ή εις τα περισσότερα λέγει το ορθόν. Με τους παραδεχομένους λοιπόν ως αγαθόν την αρετήν ή κάποιαν αρετήν ο λόγος μας είναι σύμφωνος. Διότι εις αυτήν ανήκει η συμφωνούσα με αυτήν ενέργεια. Ίσως όμως δεν είναι μικρά η διαφορά, όταν ευρίσκωμεν το ανώτερον αγαθόν μάλλον εις την απόκτησιν παρά εις την χρησιμοποίησιν, και μάλλον εις την ηθικήν κατάστασιν παρά εις την ενέργειαν. Διότι η μεν ηθική κατάστασις είναι δυνατόν να υπάρχη χωρίς να εκτελή κανέν αγαθόν, λόγου χάριν εις τον κοιμώμενον ή άλλως πως αδρανή, ενώ η ενέργεια δεν είναι δυνατόν να αδρανή. Διότι κατ' ανάγκην θα δράση και θα ευδοκιμήση. Καθώς δε εις την Ολυμπίαν δεν στεφανόνονται οι καλλίτεροι και οι ισχυρότεροι, αλλά οι λαμβάνοντες μέρος εις τους αγώνας, διότι από αυτούς μερικοί είναι νικηταί, ομοίως και τα αγαθά της ζωής τα απολαμβάνουν οι ευδοκιμούντες εις τας πράξεις των.

&Ο ενάρετος βίος εγκλείει πραγματικήν ηδονήν.& — Αλλά και αφ' εαυτής είναι ηδονική η ζωή αυτών. Διότι η ηδονή είναι ψυχική κατάστασις και εις έκαστον παρέχει ηδονήν εκείνο διά το οποίον του αποδίδομεν επίθετον σύνθετον εκ του φίλος• λόγου χάριν εις τον αλογόφιλον ο ίππος και εις τον φιλοθεάμονα το θέαμα, ομοίως δε και εις τον φιλοδίκαιον τα δίκαια και εις τον φιλάρετον η αρετή. Διά τους περισσοτέρους λοιπόν αι ηδοναί συγκρούονται μεταξύ των, διότι δεν είναι σύμφωνοι με την φύσιν του ανθρώπου, ενώ εις τους αγαθούς αι ηδοναί είναι εκ φύσεως ηδονικαί. Τοιαύται δε είναι αι πράξεις αι οποίαι συμφωνούν με την αρετήν, και επομένως είναι ηδονικαί, όχι μόνον ως προς αυτούς αλλά και καθ' εαυτάς. Επομένως δεν έχει ανάγκην ο βίος αυτών από καμμίαν άλλην ηδονήν, ωσάν κανένα περιδέραιον, αλλ' έχει μέσα του την ηδονήν. Διότι εκτός αυτών που είπαμεν, ούτε είναι καν αγαθός όστις δεν ευχαριστείται με τας καλάς πράξεις. Διότι ουδέ δίκαιον ημπορεί να ονομάση κανείς εκείνον, ο οποίος δεν ευχαριστείται με το να πράττη το δίκαιον, ούτε φιλελεύθερον εκείνον ο οποίος δεν ευχαριστείται με τας φιλελευθέρους πράξεις. Ομοίως δε και εις όλα τα άλλα. Τότε λοιπόν φαίνεται ότι είναι ηδονικαί καθ' εαυτάς αι πράξεις αι οποίαι συμφωνούν με την αρετήν. Ακόμη δε είναι βεβαίως και αγαθαί και αρεσταί και μάλιστα εις τον ανώτατον βαθμόν, εάν τουλάχιστον ορθώς κρίνη δι' αυτάς ο σπουδαίος. Κρίνει όμως, καθώς είπαμεν. Επομένως η ενάρετος ευτυχία είναι το καλλίτερον και αρεστότερον και ηδονικώτερον πράγμα, και όλα αυτά δεν ωρίσθησαν καλώς εις το εξής Δηλιακόν επίγραμμα:

Το δίκαιον καλλίτερον, υγεία δ' αρεστότερον, Πλην να 'πιτύχη ό,τι ποθή απ' όλα το γλυκύτερον.

Διότι όλα αυτά υπάρχουν εις τας καλλιτέρας ενεργείας. Αυταί δε η μία από αυτάς, η ανωτέρα, λέγομεν ότι είναι η ενάρετος ευτυχία.

&Και η καλή τύχη φαίνεται απαραίτητος διά την ευτυχίαν.& — Φαίνεται όμως ότι έχει περιπλέον ανάγκην η αρετή και των εξωτερικών αγαθών, καθώς είπαμεν. Διότι είναι αδύνατον, ή τουλάχιστον όχι εύκολον, να εκτελέση τα καλά όστις δεν έχει τα μέσα. Διότι πολλά εκτελούνται με φίλους και με τον πλούτον και με την πολιτικήν δύναμιν, ως να είναι άλλα όργανα. Η στέρησις όμως μερικών, καθώς είναι η ευγένεια, η ευτεκνία, το κάλλος, κηλιδώνει το αξιομακάριστον. Διότι λόγου χάριν δεν είναι τόσον πολύ κατάλληλος διά την ευτυχίαν όστις είναι ως προς την μορφήν εντελώς άσχημος, ή αγενής, ή ερημίτης και άτεκνος. Ίσως μάλιστα πολύ ολιγώτερον, εάν έχη κανείς αθλιέστατα παιδιά, ή φίλους, ή ήσαν αγαθοί και του απέθαναν. Καθώς είπαμεν λοιπόν, φαίνεται ότι χρειάζεται περιπλέον και αυτό το είδος της καλής τύχης. Και διά τούτο μερικοί θεωρούν το ίδιον πράγμα την καλήν τύχην με την ευτυχίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Το αγαθόν είναι επίκτητον, ή φυσικόν, ή τυχαίον;& — Διά τούτο πολλοί ευρίσκονται εις απορίαν, άραγε το αγαθόν είναι ευκολοδίδακτον, ή ευκολοσυνήθιστον ή με άλλην άσκησιν ευκολοαπόκτητον, ή μήπως μας έρχεται με κάποιαν μοίραν θεϊκήν ή και με την τύχην. Εάν λοιπόν υπάρχη και κανέν άλλο δώρον από τους θεούς εις τους ανθρώπους, είναι εύλογον να είναι και η ευτυχία θεού δώρον, τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι το καλλίτερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα. Αλλά τούτο μεν ίσως ανήκει να εξετασθή αλλού, φαίνεται όμως ότι είναι από τα θεϊκώτερα πράγματα, και όταν ακόμη δεν είναι θεόπεμπτον, αλλά αποκτάται με την αρετήν και με κάποιαν μάθησιν και άσκησιν. Διότι το έπαθλον και ο σκοπός της αρετής φαίνεται ότι είναι κάλλιστον και κάτι τι θείον και αξιομακάριστον. Ίσως δε είναι και πολύ κοινόν, διότι είναι δυνατόν να υπάρξη με κάποιαν μάθησιν και επιμέλειαν εις όλους, όσοι δεν είναι εντελώς στρεβλωμένοι ως προς την αρετήν. Ότι δε είναι καλλίτερον να ευτυχώμεν ούτω πως, παρά εξ αιτίας της τύχης, είναι λογικόν, αφού επλάσθησαν τα έργα της φύσεως να είναι όσον το δυνατόν καλλίτερα, ομοίως δε και τα έργα της τέχνης και εν γένει πάσης αιτίας και μάλιστα της ανωτάτης. Άλλως όμως είναι ανάρμοστον ίσως να αναθέσωμεν εις την τύχην το σπουδαιότερον και καλλίτερον πράγμα. Αλλά και από τον λόγον τούτον εξάγεται το ζητούμενον. Διότι το ωρίσαμεν ως ενέργειαν της ψυχής σύμφωνον με την αρετήν και έχουσαν κάποιαν ποιότητα. Από δε τα άλλα αγαθά μερικά μεν είναι ανάγκη να υπάρχουν, άλλα όμως είναι εκ φύσεως βοηθητικά και συντελεστικά ως όργανα.

&Συγκεφαλαίωσις.& — Ίσως δε αυτά συμφωνούν και με όσα είπαμεν εις την αρχήν. Διότι τότε ωρίσαμεν τον σκοπόν της πολιτικής ως το κάλλιστον πράγμα, αυτή δε ότι φροντίζει μεγάλως να δώση κάποιας ιδιότητας εις τους πολίτας και να τους κάμη αγαθούς και συντελεστικούς εις τα καλά. Επομένως δικαίως δεν θεωρούμεν ούτε τον βουν ούτε τον ίππον ούτε κανέν άλλο ζώον ευτυχές. Διότι κανέν από αυτά δεν είναι δυνατόν να αποκτήση τοιαύτην δραστηριότητα.

Και διά την ιδίαν αιτίαν ούτε ο παις είναι ευτυχής, διότι ακόμη δεν ημπορεί να εκτελέση τοιαύτα πράγματα ένεκα της ηλικίας του. Όσοι δε λέγονται ευτυχείς, μακαρίζονται, διότι παρέχουν ελπίδας. Διότι, καθώς είπαμεν, χρειάζεται και αρετή τελεία και βίος συμπληρωμένος. Διότι εις την ζωήν συμβαίνουν πολλαί μεταβολαί και πολυειδείς συμπτώσεις, και είναι ενδεχόμενον όστις ευρίσκεται εις πολύ καλήν κατάστασιν να περιπέση εις μεγάλας συμφοράς εις το γήρας του, καθώς λέγουν οι ηρωικοί μύθοι περί του Πριάμου. Και βεβαίως εκείνον, όστις θα εύρη τοιαύτην τύχην και θα αποθάνη αθλίως, δεν τον μακαρίζει κανείς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Ημπορεί ο άνθρωπος να ονομασθή ευτυχής εν όσω ζη;&. — Τόρα λοιπόν άραγε δεν πρέπει ούτε να μακαρίσωμεν κανένα άλλον άνθρωπον εν όσω ζη, αλλά πάντοτε να περιμένωμεν το τέλος του, συμφώνως με τον Σόλωνα;

Και αν παραδεχθώμεν αυτό, άραγε είναι πάλιν ευτυχής, όταν αποθάνη; Ή μήπως αυτό βεβαίως είναι εντελώς παράλογον, και μάλιστα δι' ημάς, οι οποίοι ορίζομεν την ευτυχίαν ως ενέργειαν; αν δε πάλιν δεν θεωρούμεν τον αποθαμένον ως ευτυχή, και ούτε ο Σόλων αυτό θέλει να είπη, παρά μόνον ότι τότε ημπορεί κανείς να μακαρίση ασφαλώς ένα άνθρωπον, διότι πλέον είναι έξω από την δυστυχίαν, επιδέχεται μεν βεβαίως και τούτο κάποιαν αμφισβήτησιν. Διότι φαίνεται ότι υπάρχει και διά τον αποθαμένον κάποιον κακόν και αγαθόν, αφού υπάρχει και δι' εκείνον όστις είναι μεν ζωντανός, αλλά δεν αισθάνεται• καθώς λόγου χάριν αι τιμαί και αι ατιμίαι και των τέκνων των και εν γένει όλων των απογόνων του αι ευδοκιμήσεις και αι δυστυχίαι. Όμως και αυτά περιέχουν απορίας. Διότι όστις έζησε μακαρίως μέχρι γήρατος και απέθανε αναλόγως, είναι ενδεχόμενον να του συμβούν πολλαί μεταβολαί ως προς τους εγγονούς, και άλλοι μεν από αυτούς να είναι αγαθοί και απολαύσουν ζωήν ανάλογον με την αξίαν των, άλλοι δε απ' εναντίας να μην απολαύσουν. Είναι δε φανερόν ότι είναι δυνατόν να έχουν και παντός είδους διαφοράν σχετικώς με τους γονείς των.

Και βεβαίως είναι παράλογον, αν συγχρόνως μεταβάλλεται και ο αποθαμένος και γίνεται πότε ευτυχής και πότε πάλιν άθλιος, αλλά επίσης είναι παράλογον να μη συνοδεύουν ουδέ εις ελάχιστον χρονικόν διάστημα τους γονείς τα παθήματα των απογόνων.

&Η αρετή είναι σταθερά.& — Αλλά ας έλθωμεν εις την προηγουμένην απορίαν μας. Διότι πιθανόν από εκείνο να εννοηθή και αυτό το οποίον ζητούμεν τόρα. Λοιπόν, αν πρέπη να βλέπωμεν το τέλος και τότε να μακαρίζωμεν έκαστον, όχι διότι είναι μακάριος τόρα, αλλά διότι ήτο προηγουμένως, πώς δεν είναι παράλογον να μη λέγεται περί αυτού η πραγματική αλήθεια, όταν είναι ευτυχής, μόνον και μόνον διότι οι ζώντες δεν έχουν διάθεσιν να τον μακαρίζουν, διότι επέρχονται μεταβολαί, και διότι αυτοί την ευτυχίαν την νομίζουν ως μόνιμον πράγμα και εντελώς αμετάβλητον, ενώ αι τύχαι ως προς αυτούς πολλάκις αναποδογυρίζουν; Διότι βεβαίως είναι φανερόν ότι, αν παρακολουθούμεν τας τύχας, τον ίδιον άνθρωπον θα τον ονομάσωμεν ευτυχή και πάλιν δυστυχή πολλάκις, και θα αποδεικνύωμεν ότι ο ευτυχής είναι κάποιος χαμαιλέων και με σαθράς βάσεις. Ή μήπως δεν είναι διόλου ορθόν να παρακολουθούμεν τας μεταβολάς της τύχης; Διότι δεν έγκειται εις αυτάς το αγαθόν και το κακόν, αλλά έχει μεν περιπλέον ανάγκην αυτού ο ανθρώπινος βίος, καθώς είπαμεν, πρωτεύουν όμως εις την ευτυχίαν αι σύμφωνοι με την αρετήν ενέργειαι, ενώ αι αντίθετοι πρωτεύουν εις το αντίθετον. Είναι δε μάρτυς υπερασπίσεως διά τον λόγον μας και η συζήτησις αυτής της ερωτήσεώς μας. Διότι εις κανέν από τα ανθρώπινα δεν υπάρχει τόση βεβαιότης, όση εις τας ενεργείας τας σύμφωνους με την αρετήν. Διότι αυταί φαίνονται ότι είναι μονιμώτεραι και από τας επιστήμας, Από αυτάς δε τας ιδίας πάλιν αι πολυτιμόταται είναι αι μονιμώταται, διότι με αυτάς ζουν περισσότερον και διαρκέστερον οι αξιομακάριστοι. Και φαίνεται ότι τούτο είναι η αιτία εις αυτά να μη λησμονούνται. Επομένως θα έχη ό,τι ζητεί ο ευτυχής, και θα είναι τοιούτος εις όλην του την ζωήν. Διότι ή διαρκώς, ή όσον το δυνατόν περισσότερον από όλους θα πράξη και θα εννοήση τα σύμφωνα με την αρετήν, και τας μεταβολάς της τύχης θα τας υποφέρη αξιοπρεπέστατα και καθ' όλα εντελώς αρμονικά, όστις βεβαίως είναι πραγματικώς αγαθός και τετράγωνος και άψογος. Από τα πολλά δε τα οποία συμβαίνουν εκ τύχης και διαφέρουν κατά το μέγεθος και την σμικρότητα τα μεν μικρά ευτυχήματα, και, εννοείται, και τα αντίθετα αυτών, είναι φανερόν ότι δεν έχουν σπουδαιότητα διά την ζωήν. Τα μεγάλα όμως και πολλά, όταν μεν συμβαίνουν καλώς, θα καταστήσουν την ζωήν ευτυχεστέραν, διότι και αυτά επλάσθησαν ως στολισμός αυτής και η χρησιμοποίησις αυτών είναι καλή και σπουδαία. Όταν όμως συμβαίνουν ανάποδα, στενοχωρούν και ενοχλούν το αξιομακάριστον. Διότι προσθέτουν λύπας και γίνονται εμπόδια εις πολλάς ενεργείας. Και όμως και εις αυτά διαλάμπει το καλόν, όταν κανείς υποφέρη αταράχως πολλάς και μεγάλας ατυχίας, όχι διότι είναι αναίσθητος, αλλά διότι είναι γενναιόφρων και μεγαλόψυχος.

&Ο αληθώς ευτυχής είναι ανεπίδεκτος δυστυχίας.& — Εάν δε είναι αι ενέργειαι κυρίαρχοι της ζωής, καθώς είπαμεν, τότε κανείς από τους ευτυχείς δεν ημπορεί να γίνη δυστυχής, διότι ποτέ του δεν θα πράξη τα μισητά και ποταπά. Διότι ο αληθώς αγαθός και νουνεχής φρονούμεν ότι θα υποφέρη όλας τας μεταβολάς της τύχης αξιοπρεπώς, και ότι αναλόγως των υπαρχόντων μέσων θα πράξη πάντοτε το καλλίτερον, καθώς και ο αγαθός στρατηγός το υπάρχον στράτευμα θα χρησιμοποιήση πολεμικώτατα, και ο βυρσοδέψης από τα δεδομένα δέρματα θα κάμη τα καλλίτερον που ημπορεί να γίνη υπόδημα, και κατά τον ίδιον τρόπον όλοι οι άλλοι τεχνίται. Αλλά τότε, δεν ημπορεί μεν να γίνη ποτέ δυστυχής ο ευτυχής, όμως δεν είναι αξιομακάριστος, αν περιπέση εις τα δυστυχήματα του Πριάμου. Ούτε βεβαίως αχαρακτήριστος και ευμετάβλητος ημπορεί να γίνη. Διότι ούτε η ευτυχία θα τον ταράξη ευκόλως, ούτε τα παραμικρά ατυχήματα, αλλά τα μεγάλα και πολλά. Και πάλιν κατόπιν από αυτά τα μεγάλα και πολλά δεν θα γίνη ευτυχής αμέσως εις ολίγον διάστημα, αλλά, αν θα γίνη ευτυχής, θα γίνη εις πολύ διάστημα και επαρκές, αφού εις αυτό το διάστημα γίνη κύριος μεγάλων και καλών.

&Ορισμός της ευτυχίας.& — Τι μας εμποδίζει λοιπόν να ορίσωμεν ότι ευτυχής είναι όστις ενεργεί συμφώνως με την τελείαν αρετήν, και είναι εφωδιασμένος αρκετά με τα εξωτερικά αγαθά, όχι εις ένα παραμικρόν χρονικόν διάστημα, αλλά εις όλην του την τελείαν ζωήν; Ή μήπως πρέπει να προσθέσωμεν ότι πρέπει και να ζήση ούτω πως και να αποθάνη αναλόγως, επειδή ημείς δεν ημπορούμεν να προβλέψωμεν τα μέλλον, ενώ την ευτυχίαν την ορίζομεν ως τέλος και ως τελείαν εις όλα και καθ' όλα; Αλλά τότε θα ονομάσωμεν αξιομακαρίστους, εκείνους από τους ζώντας, εις όσους υπάρχουν και θα υπάρξουν όσα είπαμεν, πάντοτε όμως τους ανθρώπους θα ονομάζωμεν αξιομακαρίστους. Και περί του ζητήματος τούτου είναι αρκετός αυτός ο αναλυτικός ορισμός.

&Αι περιπέτειαι των απογόνων δεν θίγουν τους νεκρούς.& — Ότι δε αι περιπέτειαι των απογόνων και όλων των φίλων εις τίποτε δεν επηρεάζουν αυτούς φαίνεται πάρα πολύ άστοργον και αντίθετον προς τας επικρατούσας ιδέας. Επειδή δε αι περιπέτειαι έχουν πολλάς και παντοειδείς διαφοράς, και άλλαι μεν έρχονται περισσότερον ηνωμέναι, άλλαι δε ολιγώτερον, είναι πολύς κόπος και ατελείωτος δι' εκάστην χωριστά, και ίσως είναι αρκετόν να ομιλήσωμεν γενικώς και υποδειγματικώς. Αφού λοιπόν, καθώς τα ιδικά του ατυχήματα άλλα μεν έχουν βαρύτητα και σημασίαν διά τον βίον του, άλλα δε φαίνονται ελαφρότερα, το ίδιον φαίνονται και όσα συμβαίνουν εις όλους τους φίλους, και αφού έχει πολύ μεγάλην διαφοράν, όταν τα δεινοπαθήματα συμβαίνουν εις έκαστον ενόσω ζη ή αφού αποθάνη, παρά όταν παριστάνωνται εις τα οράματα ως ιστορικά γεγονότα ή ως σημερινά, τότε βεβαίως πρέπει να λάβωμεν υπ' όψιν μας και αυτήν την διαφοράν, ή μάλλον την απορίαν μας, αν οι μεταστάντες συμμετέχουν κανενός αγαθού ή του αντιθέτου. Διότι φαίνεται ότι, και αν φθάνη έως εις αυτούς κανέν αγαθόν ή αντίθετον, είναι μηδαμινόν και μικρόν είτε γενικώς είτε προσωπικώς δι' αυτούς. Εάν δε δεν φθάνη εις αυτούς, είναι τόσον μικρόν και επουσιώδες, ώστε δεν κάμνει ευτυχείς εκείνους οι οποίοι δεν είναι, ούτε όσοι είναι ευτυχείς τους αφαιρεί την μακαριότητα. Φαίνεται λοιπόν ότι συντελούν κάπως διά τους μεταστάντας αι ευδοκιμήσεις των φίλων, καθώς και αι ατυχίαι αλλά εις τόσον ολίγον βαθμόν και τόσον επουσιωδώς, ώστε δεν ημπορούν να κάμουν τους ευτυχείς μη ευτυχείς, ούτε κανέν άλλο παρόμοιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Είναι η ευτυχία μάλλον αξιέπαινος παρά αξιομακάριστος;& — Αφού δε εξητάσαμεν και αυτά, ας εξετάσωμεν τόρα αν η ευτυχία είναι μάλλον αξία επαίνων παρά αξία τιμής. Διότι βεβαίως είναι φανερόν ότι αυτή δεν αποτελεί περιουσίαν. Φαίνεται λοιπόν ότι παν ό,τι επαινούμεν επαινείται διότι έχει κάποιαν ιδιότητα και κάποιαν αναφοράν προς άλλο. Λόγου χάριν τον δίκαιον και τον ανδρείον και εν γένει τον ενάρετον και την αρετήν τους επαινούμεν διά τας πράξεις και τα έργα των, ομοίως δε και τον ρωμαλέον και τον ταχύπουν και έκαστον από τους άλλους, διότι έχουν εκ φύσεως κάποιαν ιδιότητα και κάποιαν σχέσιν προς κάποιον αγαθόν και σπουδαίον πράγμα. Τούτο δε γίνεται σαφές και από τα εγκώμια προς τους θεούς. Διότι, αν αυτά τα εγκώμια τα αποδώσωμεν εις τον εαυτόν μας, γίνονται γελοία. Τούτο δε προέρχεται εκ του ότι οι έπαινοι, καθώς είπαμεν, είναι σχετικοί.