Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Part 10

Chapter 10 7 words Public domain Markdown

Ώστε από μεν το περισσότερον και ολιγώτερον το ίσον είναι μέσον. Το κέρδος όμως και η ζημία είναι αντιθέτως μεταξύ των περισσότερον ή ολιγώτερον δηλαδή το περισσότερον αγαθόν και το ολιγώτερον κακόν είναι κέρδος, ενώ αντιθέτως το ολιγώτερον αγαθόν και το περισσότερον κακόν είναι ζημία. Τούτων δε το μέσον είναι το ίσον, το οποίον ονομάζομεν δίκαιον. Επομένως το επανορθωτικόν δίκαιον είναι το μέσον της ζημίας και του κέρδους. Και διά τούτο, όταν το διαφιλονικούν, καταφεύγουν εις τον δικαστήν. Η δε καταφυγή εις τον δικαστήν σημαίνει καταφυγήν εις το δίκαιον. Διότι ο δικαστής είναι κυρίως έμψυχον δίκαιον. Και διά τούτο ζητούν δικαστήν μέσον, και τους ονομάζουν αυτούς μερικοί μεσοδίκους, διότι φρονούν, ότι, όταν επιτύχουν το μέσον, θα εύρουν το δίκαιόν των. Επομένως το δίκαιον είναι κάπως μέσον, αφ' ου τοιούτος είναι και ο δικαστής. Ο δε δικαστής επαναφέρει την εξίσωσιν, και, καθώς εις μίαν γραμμήν η οποία εκόπη εις άνισα μέρη, αφαιρεί από το μεγαλίτερον τμήμα το ποσόν κατά το οποίον αυτό είναι μεγαλίτερον από το ήμισυ, και το προσθέτει εις το μικρότερον.

Όταν δε το όλον χωρισθή εις δύο ίσα, τότε λέγουν ότι επήραν το ιδικόν των, εάν λάβουν το ίσον. Το δε ίσον είναι το μέσον του μεγαλιτέρου και μικροτέρου κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Και δι' αυτό ονομάζεται δίκαιον, διότι διχάζει, και είναι ως να το λέγωμεν δίχαιον, και τον δικαστήν διχαστήν. Διότι, όταν από δύο ίσα αφαιρεθή από το έν κάποιον ποσόν και τούτο προστεθή εις το άλλο, τότε το δεύτερον γίνεται περισσότερον από το πρώτον κατά το διπλάσιον του προστεθέντος. Διότι, εάν εγίνετο μόνον αφαίρεσις από το πρώτον, χωρίς όμως να προστεθή εις το δεύτερον, τότε τούτο το δεύτερον θα ήτο περισσότερον κατά το απλούν. Επομένως τόρα είναι περισσότερον μίαν μεν φοράν κατά την διαφοράν από το μέσον, και μίαν φοράν κατά το αφαιρεθέν από το πρώτον. Επομένως από αυτό θα εννοήσωμεν πόσον πρέπει να αφαιρέσωμεν από τον λαβόντα περισσότερον και να τα προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον. Δηλαδή το ποσόν, κατά το οποίον είναι ανώτερον το μέσον, πρέπει να τo προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον, και το ποσόν, κατά το οποίον είναι κατώτερον το μέσον, πρέπει να το αφαιρέσωμεν από τον μεγαλίτερον ποσόν {31}.

Ας υποθέσωμεν ίσας προς αλλήλας τας γραμμάς αα ββ γγ.

α_______________α ε β_______________β ____γ_______________γ δ ζ

Από την αα αφαιρούμεν το αε και το προσθέτομεν εις την γγ, ως γδ, ώστε η όλη γραμμή δγγ να είναι μεγαλιτέρα από την εα κατά το γδ και γζ. Τότε έπεται ότι είναι μεγαλιτέρα από την ββ κατά το γδ.

Προήλθαν δε αυτά τα ονόματα, δηλαδή η ζημία και το κέρδος, από την εκουσίαν συναλλαγήν. Διότι το να έχη κανείς περισσότερα από ό,τι είχε εξ αρχής λέγεται κέρδος, ενώ το να έχη ολιγώτερα από ό,τι είχε εξ αρχής λέγεται ζημία• λόγου χάριν εις την αγοράν και εις την πώλησιν και εις όσα ο νόμος δίδει την άδειαν. Όταν όμως δεν έχουν ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα, επήραν πίσω τα λεπτά των, και τότε λέγουν ότι έχουν τα ιδικά των και ούτε ζημιόνονται ούτε κερδίζουν. Ώστε το δίκαιον επί εκουσίων συναλλαγών είναι μέσον μεταξύ κάποιου κέρδους και κάποιας ζημίας, δηλαδή να έχη κανείς ίσα και προηγουμένως και κατόπιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Τα αντίποινα.& — Μερικοί δε νομίζουν ότι και τα αντίποινα {32} είναι απόλυτον δίκαιον, καθώς το έλεγαν οι Πυθαγόρειοι. Δηλαδή αυτοί ώριζαν απολύτως ως δίκαιον τα αντίποινα. Αλλά τα αντίποινα δεν εφαρμόζονται ούτε εις το διανεμητικόν δίκαιον, ούτε εις το διορθωτικόν — μολονότι ως τοιούτον θεωρούν και το δίκαιον του Ραδαμάνθυος:

Αν βρη κανείς ό,τι έκαμε, το δίκαιον απεδόθη.

Διότι εις πολλά δεν συμφωνεί• λόγου χάριν, εάν είναι εις την εξουσίαν και εκτύπησε κάποιον, δεν πρέπει να λάβη αντίποινα του κτυπήματος, εάν δε εκτύπησε άρχοντα, δεν πρέπει μόνον να κτυπηθή εξ ίσου, αλλά και να τιμωρηθή. Έπειτα το εκούσιον έχει μεγάλην διαφοράν από το ακούσιον. Αλλά εις τας ανταλλακτικάς επιμιξίας βεβαίως ισχύει το δίκαιον αυτό των αντιποίνων, κατ' αναλογίαν όμως και όχι κατ' ισότητα. Διότι με την απόδοσιν αναλόγων αντιποίνων συγκρατείται η πόλις. Δηλαδή ή ζητούν την απόδοσιν του κακού — διότι, αν δεν ανταποδώσουν τούτο, φαίνεται ως υπόδουλος η θέσις των — , ή την ανταπόδοσιν του καλού. Εάν δε τούτο δεν ανταποδοθή, δεν γίνεται συναλλαγή, και με την συναλλαγήν συγκρατούνται αι πόλεις. Διά τούτο και ο ναός των Χαρίτων κτίζεται μέσα εις τας οδούς, διά να υπάρχη ανταπόδοσις. Διότι αυτή είναι ιδιότης της χάριτος. Δηλαδή είναι ανάγκη να ανταποδώσης τα ίσα εις εκείνον ο όποιος σου έκαμε χάριν, και πάλιν αυτός να κάμη αρχήν νέου χαρισμού.

Αναλογική ανταπόδοσις. — Παράγεται δε η αναλογική ανταπόδοσις από την κατά διάμετρον σύζευξιν {33}. Λόγου χάριν ας υποθέσωμεν ότι το α είναι είς οικοδόμος, το β είς υποδηματοποιός, το γ οικία και το δ υπόδημα. Και τόρα πρόκειται να λάβη ο οικοδόμος από τον υποδηματοποιόν το προϊόν εκείνου, και ο ίδιος να δώση ως αντάλλαγμα το ιδικόν του προϊόν. Εάν λοιπόν υπάρξη πρώτον το αναλογικόν ίσον, έπειτα δε ακολουθήσουν τα αντίποινα, τότε έχομεν αυτό περί του οποίου ομιλούμεν. Αλλέως όμως δεν υπάρχει ίσον εις την συναλλαγήν, ουδέ μόνιμος κατάστασις. Διότι δεν υπάρχει κανέν εμπόδιον διά να μη είναι το προϊόν του ενός καλλίτερον από του άλλου. Αυτά λοιπόν πρέπει να εξισωθούν. Τούτο δε συμβαίνει και εις τας άλλας τέχνας. Δηλαδή αύται θα κατεστρέφοντο, εάν εκείνο το οποίον κάμνει το ενεργητικόν και όσον κάμνει και ό,τι είδους κάμνει, δεν πάθη το ίδιον το παθητικόν και τόσον και τοιούτου είδους. Λόγου χάριν δεν γίνεται επιμιξία από δύο ιατρούς, αλλά από ιατρόν και γεωργόν και γενικώς από διαφόρους και ανίσους. Αυτοί όμως πρέπει να εξισωθούν. Και διά τούτο όλα τα πράγματα, εις τα οποία περιστρέφεται η συναλλαγή, πρέπει κάπως να είναι κατά συμφωνίαν.

&Νόμισμα.& — Δι' αυτόν τον σκοπόν εφευρέθη το νόμισμα και τούτο είναι ένα είδος μέσον. Διότι αυτό όλα τα μετρά, επομένως και την υπεροχήν και την έλλειψιν, δηλαδή ευρίσκει πόσα υποδήματα ισοφαρίζουν με μίαν οικίαν ή μίαν προμήθειαν. Επομένως οποίαν αναλογίαν έχει ο οικοδόμος προς τον υποδηματοποιόν, τόσα ακριβώς και υποδήματα πρέπει να αναλογούν προς μίαν οικίαν ή προμήθειαν. Διότι, αν δεν υπάρξη τούτο, τότε δεν ημπορεί να γίνη ούτε συναλλαγή ούτε επιμιξία. Αυτό δε δεν ημπορεί να υπάρξη, εάν δεν γίνουν με κάποιον τρόπον ίσα τα προϊόντα. Επομένως είναι ανάγκη όλα να μετρούνται με έν ωρισμένον μέτρον, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Τούτο δε κυρίως μεν είναι η ανάγκη, η οποία κυριαρχεί εις όλα. Διότι, εάν δεν έχουν καμμίαν ανάγκην, ή αν δεν έχουν ομοίαν ανάγκην, δεν ημπορεί να γίνη συναλλαγή, ή τουλάχιστον δεν ημπορεί να γίνη ομοία. Και λοιπόν το νόμισμα ευρέθη κατά συνθήκην ως άλλη υποκατάστασις της ανάγκης.

Και δι' αυτό φέρει το όνομα νόμισμα, διότι δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά κατά νόμον, και είναι εις την εξουσίαν μας να το μεταβάλωμεν και να το καταστήσωμεν άχρηστον. Και λοιπόν θα υπάρξουν τα αντίποινα, όταν γίνη εξίσωσις, ώστε οποίον λόγον έχει ο γεωργός προς τον υποδηματοποιόν, τον αυτόν λόγον πρέπει να έχη το προϊόν του υποδηματοποιού προς το προϊόν του γεωργού.

Δεν πρέπει δε να φέρωμεν τους όρους εις σχήμα αναλογίας, εάν ανταλλάξουν τα προϊόντα, αλλά εάν λάβουν τα ιδικά των. Διότι αλλέως το έν από τα δύο άκρα θα έχη και τα δύο υπέροχα ποσά. Και κατ' αυτόν τον τρόπον γίνονται ίσοι και συναλλακτικοί, διότι είναι δυνατόν να αποκατασταθή εις αυτούς αυτή η ισότης, λόγου χάριν ο γεωργός να είναι α, η προμήθεια γ, ο υποδηματοποιός β και το εξισωθέν προϊόν του δ. Εάν δε δεν ήτο δυνατόν κατ' αυτόν τον τρόπον να δοθούν τα αντίποινα, δεν θα ήτο δυνατόν να γίνη επιμιξία. Το ότι δε η ανάγκη συγκρατεί την κοινωνίαν ως να είναι έν κοινόν μέτρον, φαίνεται εκ τούτου, ότι, όταν δεν έχη ο είς την ανάγκην του άλλου, δεν συναλλάσσονται, παρά μόνον όταν το προϊόν, το οποίον έχει κάποιος, το χρειάζεται άλλος. Λόγου χάριν ο είς δίδει οίνον, και ο άλλος προσφέρει σίτον. Τούτο δε πρέπει να εξισωθή. Χάριν δε της συναλλαγής του μέλλοντος, εάν τόρα ο άλλος δεν έχη ανάγκην, έχομεν το νόμισμα ως εγγυητήν, περί του ότι θα έχωμεν το προϊόν εκείνο, όταν το χρειασθούμεν. Διότι όστις παρέχει το χρήμα, πρέπει να έχη το δικαίωμα να λάβη προϊόν. Αλλά βεβαίως και το χρήμα πάλιν υπόκειται εις το ίδια, διότι δεν έχει πάντοτε ίσην αξίαν. Οπωσδήποτε όμως είναι περισσότερον σταθερόν. Διά τούτο πρέπει να εκτιμηθούν όλα τα πράγματα. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορεί να υπάρχη πάντοτε συναλλαγή, και όταν υπάρχη συναλλαγή, υπάρχει επιμιξία. Και λοιπόν το νόμισμα, ως άλλο μέτρον, το κάμνει συμμετρικά και το εξισόνει. Διότι ούτε χωρίς συναλλαγήν ημπορεί να υπάρξη επιμιξία, ούτε συναλλαγή χωρίς ισότητα, ούτε ισότης χωρίς συμμετρίαν. Και λοιπόν με ακρίβειαν είναι αδύνατον να γίνουν σύμμετρα το τόσον διαφορετικά πράγματα, συμφώνως όμως με την ανάγκην είναι δυνατόν να γίνουν αρκετά σύμμετρα. Λοιπόν κάτι τι πρέπει να υπάρχη και αυτό κατά συνθήκην. Διά τούτο ονομάζεται νόμισμα. Δηλαδή αυτό καθιστά όλα σύμμετρα. Διότι όλα μετρούνται με το νόμισμα• έστω καθ' υπόθεσιν μία οικία=α, δέκα μναι=β, και μία κλίνη=γ. Και λοιπόν τα α είναι το ήμισυ του β, εάν η οικία έχη αξίαν πέντε μνων. Εάν δε η κλίνη γ είναι το δέκατον του β, είναι φανερόν πόσαι κλίναι είναι το ίσον μιας οικίας, δηλαδή πέντε, ότι δε ούτω πως εγίνετο η συναλλαγή πριν ευρεθή το νόμισμα, είναι φανερόν. Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν απέναντι της οικίας είτε πέντε κλίναι είτε το αντίτιμον των πέντε κλινών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η δικαιοσύνη δεν είναι ομοία μεσότης, ως αι άλλαι αρεταί.& — Και λοιπόν τι είναι το άδικον, και τι είναι το δίκαιον, το είπαμεν, αφού δε ωρίσθησαν αυτά, είναι φανερόν ότι η δικαία πράξις είναι εις το μέσον του να αδικούμεν και να αδικούμεθα. Διότι εκείνο μεν σημαίνει να λάβωμεν περισσότερον, τούτο δε ολιγώτερον από ό,τι πρέπει. Η δε δικαιοσύνη είναι κάποια μεσότης, όχι όμως κατά τον ίδιον τρόπον με τας άλλας αρετάς, αλλά απλώς διότι περιστρέφεται εις το μέσον, ενώ η αδικία αποτελεί τας δύο ακρότητας αυτής. Και δικαιοσύνη μεν είναι η διάθεσις κατά την οποίαν ο δίκαιος λέγεται επιδεκτικός να εκτελή το δίκαιον κατά προαίρεσιν, και να το διανέμη και μεταξύ εαυτού και ενός άλλου, και μεταξύ δύο άλλων, όχι εις τρόπον ώστε από το ωφέλιμον να δώση το περισσότερον εις τον εαυτόν του και ολιγώτερον εις τον πλησίον, από δε το βλαβερόν αντιστρόφως, αλλά το αναλογικόν ίσον, ομοίως δε και μεταξύ δύο άλλων. Η δε αδικία αντιθέτως είναι επιτήδεια να εκτελή το άδικον. Τούτο δε είναι υπερβολή και έλλειψις του ωφελίμου ή του βλαβερού έξω από την αναλογίαν. Διά τούτο η αδικία είναι υπερβολή και έλλειψις, διότι περιστρέφεται εις τα υπερβολικά και ελλιπή. Και μάλιστα διά τον ίδιον μεν τον άδικον είναι υπερβολή του απολύτως ωφελίμου, και έλλειψις του βλαβερού. Διά τους άλλους όμως κατά τα άλλα μεν είναι το ίδιον, κατά δε την δυσαναλογίαν είναι όπως τύχη. Από το άδικον απόκτημα πάλιν το ολιγώτερον μεν μέρος είναι η παθητική αδικία, το δε περισσότερον η ενεργητική.

Και λοιπόν περί της δικαιοσύνης και αδικίας, οποία είναι η φύσις εκάστης από τας δύο, ας θεωρήσωμεν ορθόν τον τρόπον καθ' ον τα εξετάσαμεν, ομοίως δε και περί του δικαίου και αδίκου εν γένει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Η Άδικος πράξις δεν είναι πάντοτε αδικία.& — Αλλά αφού συμβαίνει να αδική κάποιος χωρίς ακόμη διά τούτο να είναι άδικος {34},ερωτώμεν ποία αδικήματα όταν εκτελέση κανείς, είναι πλέον άδικος εις έκαστον είδος αδικίας, λόγου χάριν κλέπτης ή μοιχός, ή ληστής; Ή νομίζει κανείς ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν; Βεβαίως έχει, διότι είναι δυνατόν να συνουσιασθή με γυναίκα, ενώ γνωρίζει ποία είναι αυτή, όχι όμως λόγω προαιρέσεως αλλά λόγω του πάθους. Τότε λοιπόν κάμνει μεν αδικίαν, δεν είναι όμως άδικος, και καθώς δεν είναι κλέπτης υπό τοιαύτας συνθήκας και όμως έκλεψε, ομοίως δεν είναι μοιχός και όμως εμοίχευσε. Το ίδιον δε συμβαίνει και εις τα άλλα.

&Πολιτικόν δίκαιον.& — Και λοιπόν ποία μεν είναι η σχέσις των αντιποίνων προς το δίκαιον ελέχθη προηγουμένως. Δεν πρέπει όμως να μας διαφύγη ότι αυτό το οποίον εξετάζομεν είναι το απλώς δίκαιον και το πολιτικόν δίκαιον. Το τελευταίον τούτο όμως περιστρέφεται εις εκείνους όσοι έχουν επιμιξίαν του βίου είτε ως ελεύθεροι και ίσοι, είτε κατ' αναλογίαν ή συμφώνως με τον αριθμόν των, ώστε να έχουν αυτάρκειαν. Επομένως όσοι δεν έχουν αυτήν, δεν έχουν μεταξύ των το πολιτικόν δίκαιον, αλλά έν δίκαιον, το οποίον ομοιάζει το δίκαιον. Δηλαδή δίκαιον έχουν όσοι έχουν νόμον μεταξύ των ο δε νόμος περιστρέφεται εις όσα γίνεται αδικία. Διότι η δίκη είναι κρίσις του δικαίου και του αδίκου. Εις όσα λοιπόν υπάρχει αδικία, εις τα ίδια υπάρχει και η εκτέλεσις αδικίας, εις όσα δε υπάρχει εκτέλεσις αδικίας δεν υπάρχει πάντοτε αδικία. Τούτο δε συμβαίνει όταν κανείς κρατή διά τον εαυτόν του το περισσότερον από τα απλώς αγαθά, και το ολιγώτερον από τα απλώς κακά. Διά τούτο δεν αφίνομεν να είναι άρχων ο άνθρωπος, αλλά ο λόγος, διότι αυτάς κάμνει τούτο διά τον εαυτόν του και έτσι γίνεται τύραννος. Είναι δε ο άρχων φύλαξ του δικαίου, και αφού είναι φύλαξ του δικαίου, είναι και του ίσου. Επειδή δε φαίνεται ότι δεν μένει τίποτε περισσότερον διά τον εαυτόν του, αφού είναι δίκαιος — διότι δεν κρατεί διά τον εαυτόν του τίποτε περισσότερον από το απόλυτον αγαθόν, εάν δεν είναι ανάλογον — διά τούτο κοπιάζει χάριν άλλου. Και διά τούτο λέγουν ότι η δικαιοσύνη είναι ξένον αγαθόν, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Επομένως πρέπει να του δοθή κάποιος μισθός, τοιούτος δε είναι η τιμή και το βραβείον. Εις όσους όμως αυτά δεν είναι αρκετή αμοιβή αυτοί γίνονται τύραννοι.

&Οικογενειακόν δίκαιον.& — Το δε δεσποτικόν δίκαιον και το πατρικόν δεν είναι το ίδιον με αυτά, αλλά όμοιον. Διότι γενικώς δεν υπάρχει αδικία προς την ιδικήν μας ιδιοκτησίαν. Και βεβαίως ο δούλος είναι κτήμα μας καθώς και το τέκνον, πριν λάβη μίαν ωρισμένην ηλικίαν και αποχωρισθή, και είναι ωσάν μέλος ιδικόν μας. Τον εαυτόν του δε κανείς δεν αποφασίζει να τον βλάψη. Διά τούτο δεν υπάρχει αδικία προς τον εαυτόν μας. Επομένως ούτε άδικον ούτε πολιτικόν δίκαιον. Διότι τούτο είπαμεν ότι είναι σύμφωνον με τους νόμους, και εις όσα επλάσθη να επεμβαίνη ο νόμος. Τοιούτοι δε είναι εκείνοι, εις τους οποίους υπάρχει ισότης να εξουσιάζουν και να εξουσιάζωνται. Διά τούτο μάλλον απέναντι της γυναικός υπάρχει δίκαιον, παρά απέναντι των τέκνων και των κτημάτων. Διότι τούτο είναι το οικογενειακόν δίκαιον, το οποίον είναι διαφορετικόν από το πολιτικόν.

&Φυσικόν και νομικόν δίκαιον.& — Από δε το πολιτικόν δίκαιον το έν μέρος είναι φυσικόν, το δε άλλο νομικόν. Και φυσικόν μεν είναι εκείνο, το οποίον έχει εις όλα τα έθνη την ιδίαν δύναμιν, και δεν είναι συμφώνως με την δοξασίαν ή όχι, νομικόν δε είναι εκείνο, το οποίον εξ αρχής μεν δεν έχει διαφοράν, αν γίνη ούτως ή άλλως, όταν όμως θεσπισθή, έχει διαφοράν, λόγου χάριν το να πληρώνωμεν ως λύτρα μίαν μναν, ή να θυσιάζωμεν αίγα και όχι πρόβατα, έπειτα δε όσα νομοθετούν διά διαφόρους περιπτώσεις, λόγου χάριν να κάμνουν θυσίας εις τον Βρασίδαν, και όλα όσα γίνονται με ψηφίσματα. Εις μερικούς δε φαίνονται όλα τα δίκαια ότι είναι του δευτέρου τούτου είδους, διότι το μεν εκ φύσεως είναι ακίνητον και εις όλα τα έθνη έχει την ιδίαν δύναμιν, καθώς λόγου χάριν το πυρ και εδώ καίει καθώς και εις την Περσίαν, ενώ τα δίκαια βλέπουν ότι μετακινούνται.

Αυτό όμως δεν είναι καθώς το νομίζουν, αλλά υπάρχει περίπτωσις, καθ' ην μετακινείται και εκείνο. Και ίσως μεν εις την χορείαν των θεών δεν υπάρχει τίποτε μετακινητόν, εις ημάς όμως υπάρχει μεν και κάτι τι εκ φύσεως, όλα όμως είναι κινητά. Μολαταύτα άλλα μεν είναι κατά φύσιν, άλλα δε όχι. Ποίον όμως είναι κατά φύσιν από όσα είναι ενδεχόμενον να είναι και διαφορετικά, και ποίον δεν είναι κατά φύσιν αλλά κατά νόμον και συνθήκην, αφού και τα δύο είδη είναι κινητά, είναι εξ ίσου ευνόητον. Λόγου χάριν εκ φύσεως η δεξιά είναι ανωτέρα της αριστεράς, μολονότι είναι ενδεχόμενον και όλοι να γίνουν αμφιδέξιοι. Και εις όλα τα άλλα ημπορεί να εφαρμοσθή ο ίδιος ορισμός. Τα δε κατά συνθήκην και κατά το συμφέρον δίκαια ομοιάζουν προς τα μέτρα. Διότι δεν είναι εις όλα τα έθνη ίσα τα μέτρα των υγρών και των σιτηρών, αλλά με μεγαλίτερα αγοράζουν και με μικρότερα πωλούν. Ομοίως δε και τα μη φυσικά αλλά ανθρώπινα δίκαια δεν είναι τα ίδια εις όλα τα έθνη, αφού μάλιστα ουδέ τα πολιτεύματα είναι τα ίδια, αλλά μόνον έν πολίτευμα είναι το καλλίτερον εις όλα τα έθνη.

Έκαστον όμως από τα δίκαια και νόμιμα έχει σχέσιν προς τας ατομικάς πράξεις καθώς το καθόλου προς τα μερικά. Διότι αι μεν πράξεις είναι πολλαί, εκείνα δε είναι έκαστον ανά έν. Διότι είναι γενικά.

&Διαφορά μεταξύ αδίκου και αδικήματος, και αντιστρόφως.& — Έχουν δε διαφοράν το αδίκημα από το άδικον καθώς και το δικαίωμα {35} από το δίκαιον. Διότι το άδικον υπάρχει και συμφώνως με την φύσιν ή με την τάξιν, αυτό όμως το ίδιον αφού εκτελεσθή είναι αδίκημα, ενώ πριν να εκτελεσθή δεν ήτο ακόμη αδίκημα, αλλά άδικον. Ομοίως δε και το δικαίωμα — ονομάζεται δε μάλλον δικαιοπράγημα, διότι το δικαίωμα είναι η επανόρθωσις του αδικήματος. — Έν έκαστον δε από αυτά ποία είδη έχει και πόσα και εις ποία πράγματα περιστρέφεται θα το εξετάσωμεν αργότερα.

Ενώ δε είναι δίκαια και άδικα αυτά που είπαμεν, αδικεί μεν κανείς και δικαιοπρακτεί, όταν τα εκτελή εκουσίως, όταν όμως τα εκτελή ακουσίως, τότε ούτε αδικεί ούτε δικαιοπρακτεί, αλλά μόνον κατά σύμπτωσιν. Διότι εκτελεί όσα είναι κατά σύμπτωσιν δίκαια ή άδικα.

Και λοιπόν το αδίκημα και το δικαιοπράγημα ορίζεται από το εκούσιον ή ακούσιον. Δηλαδή, όταν είναι εκούσιον το αδίκημα, κατακρίνεται, συγχρόνως δε και είναι τότε αδίκημα. Επομένως θα υπάρχη και κάποιον, το οποίον είναι άδικον, αλλά ακόμη δεν έγινε αδίκημα, εάν δεν προστεθή και το εκούσιον. Ονομάζω δε εκούσιον μεν, καθώς είπαμεν και προηγουμένως, ό,τι εκτελεί κανείς από τα εξαρτώμενα από αυτόν εν γνώσει και όχι εν αγνοία ποίον είναι το αδίκημα, και με ποίον όργανον και διά ποίον λόγον λόγου χάριν ποίον κτυπά και με ποίον όργανον και διά ποίον λόγον. και το καθέν από αυτά όταν τα εκτελή όχι κατά σύμπτωσιν ούτε με την βίαν — καθώς λόγου χάριν εάν του πάρη κανείς το χέρι, διά να κτυπήση με αυτό έναν άλλον, τότε αυτός δεν κτυπά εκουσίως, διότι δεν εξαρτάται από αυτόν το κτύπημα. Είναι δε ενδεχόμενον ο κτυπώμενος να είναι και ο πατήρ του. Αυτός δε ότι μεν είναι κάποιος άνθρωπος αυτός ή κάποιος από τους παρευρισκομένους ενδεχόμενον να το γνωρίζη, ότι όμως είναι ο πατήρ του να μην το γνωρίζη. Ομοίως δε το τοιούτον ισχύει και διά τον λόγον και δι' ολόκληρον την πράξιν. Και λοιπόν το εν αγνοία ή όχι μεν εν αγνοία, μη εξαρτώμενον όμως από αυτόν, ή γινόμενον διά της βίας είναι ακούσιον. Διότι πολλά και από τα δοθέντα εκ φύσεως τα πράττομεν και τα πάσχομεν εν γνώσει, αν και από αυτά κανέν δεν είναι ούτε εκούσιον ούτε ακούσιον, καθώς λόγου χάριν το να γηράσκωμεν και να αποθνήσκωμεν. Συμβαίνει δε το κατά σύμπτωσιν και εις τα άδικα καθώς και εις τα δίκαια. Διότι λόγου χάριν και την παρακαταθήκην ημπορεί κανείς να επιστρέψη ακουσίως και από φόβον. Δεν πρέπει όμως να ειπούμεν ότι αυτός εκτελεί τα δίκαια ούτε δικαιοπρακτεί, αλλά μόνον κατά σύμπτωσιν. Όμοίως δε και όστις εξαναγκάζεται, και παρά την θέλησίν του δεν επιστρέφει την παρακαταθήκην, πρέπει να ειπούμεν ότι αυτός κατά σύμπτωσιν αδικεί και εκτελεί άδικα. Από δε τα εκούσια άλλα μεν τα εκτελούμεν κατά απόφασιν, άλλα δε χωρίς απόφασιν. Και κατ' απόφασιν μεν εκτελούμεν όσα επρομελετήσαμεν, αναποφασίστως δε όσα δεν επρομελετήσαμεν.

&Διάκρισις ατυχήματος, σφάλματος και αδικήματος.& — Από τας τρεις δε βλάβας αι οποίαι υπάρχουν εις την επιμιξίαν, άλλαι μεν είναι σφάλματα αγνοίας, όταν λ.χ. δεν γνωρίζη ούτε ποίον ούτε με τι, ούτε διά ποίον λόγον παρεξήγησε, και εξετέλεσε — δηλαδή ή ενόμισε ότι δεν θα κτυπήση, ή όχι με τούτο, ή όχι τούτον, ή όχι διά τούτον τον λόγον, συνέβη όμως εκείνο όχι διά τον λόγον που ενόμισε αυτός, λόγου χάριν, όχι διά να πληγώση, αλλά να κεντήση, ή όχι αυτόν, ή όχι με αυτό. — Όταν λοιπόν η βλάβη συμβή έξω από τους υπολογισμούς, είναι ατύχημα, όταν όμως δεν συμβή έξω από τους υπολογισμούς, πάλιν όμως δεν προέρχεται από κακίαν, είναι σφάλμα — δηλαδή σφάλλει κανείς όταν είναι μέσα εις τον ίδιον η αρχή της αγνοίας, παθαίνει δε ατύχημα όταν αυτό προέρχεται απ' έξω. Όταν δε τα εγνώριζε αλλά δεν τα είχε προμελετήση, είναι αδίκημα• λόγου χάριν όσα γίνονται από έξαψιν και από άλλα πάθη, τα οποία συμβαίνουν εις τους ανθρώπους κατ' ανάγκην και ως φυσικά. Διότι, όταν πράττουν αυτάς τας βλάβας και τα σφάλματα, κάμνουν μεν άδικον, και είναι αδικήματα αυτά, αυτοί όμως δεν είναι ακόμη άδικοι ούτε πονηροί εξ αιτίας αυτών. Διότι η βλάβη δεν προήλθε από την μοχθηρίαν. Όταν όμως τα εκτελούν με απόφασιν, είναι άδικοι και μοχθηροί. — Διά τούτο ορθώς θεωρούνται ότι δεν είναι εκ προβλέψεως όσα προέρχονται από έξαψιν. Διότι δεν κάμνει έναρξιν όστις εκτελεί κάτι τι με έξαψιν, αλλά εκείνος που τον εξώργισε. Έπειτα δεν συζητούμεν ούτε περί της εκτελέσεως ή μη εκτελέσεως, αλλά περί του δικαίου. Διότι η οργή προέρχεται από την φαινομενικήν αδικίαν. Δηλαδή εδώ δεν φιλονικούν καθώς εις τας συναλλαγάς περί του αποτελέσματος όπου κατ' ανάγκην ο είς εκ των δύο είναι μοχθηρός, εάν δεν έγινε κατά λάθος. Αλλά συμφωνούν εις το πράγμα και μόνον φιλονικούν κατά ποίον τρόπον είναι δίκαιον — τούτο δε δεν το αγνοεί όστις εσχεδίαζε το κακόν — ώστε ο μεν πρώτος φρονεί εν τη πλάνη ότι αδικείται, ο άλλος όμως δεν απατάται. Αν δε βλάψη κανείς εκ προμελέτης, κάμνει άδικον, και δι' αυτά πλέον τα αδικήματα είναι άδικος όστις αδικεί, εάν είναι έξω από την αναλογίαν ή το ίσον, ομοίως δε και ο δίκαιος είναι δίκαιος όταν εκ προμελέτης δικαιοπραγή, και δικαιοπραγεί μόνον όταν ενεργή εκουσίως. Από δε τα εκούσια, άλλα μεν είναι συγχωρητά, άλλα όμως είναι ασυγχώρητα. Δηλαδή όσα μεν σφάλματα κάμνουν όχι μόνον εν αγνοία αλλά και από αμάθειαν, είναι συγχωρητά, όσα όμως κάμνουν εξ αιτίας κάποιου πάθους των το οποίον δεν είναι ούτε φυσικόν ούτε ανθρώπινον, αυτά είναι ασυγχώρητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Άραγε είναι δυνατόν να αδικηθή κανείς εκουσίως; — Είναι όμως δυνατόν να διαφιλονικήση κανείς αν αρκετά καλά ωρίσαμεν την παθητικήν και την ενεργητικήν αδικίαν, και πρώτον μεν μήπως είναι καθώς το είπε ο Ευριπίδης, ο οποίος λέγει παραλόγως:

Εσκότωσα την μάννα μου, δύο λόγια και καλά.

Μα ήθελα και ήθελε; ή ούτ' ήθελα ούτ' ήθελε;