Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος
Part 9
ΖΕΥΣ. Εύγε, Ερμή, ωραία τα κατάφερες• και ιδού αρχίζουν να έρχωνται τρεχάτοι. Λοιπόν παραλάμβανέ τους και δίδε εις τον καθένα θέσιν κατά την αξίαν του, αναλόγως της ύλης ή της τέχνης του. Την πρώτην θέσιν να δώσης εις τους χρυσούς, την δευτέραν εις τους αργυρούς και κατά σειράν έπειτα τοποθέτησε τους ελεφαντίνους, έπειτα τους χαλκίνους ή μαρμαρίνους, μεταξύ δε των τελευταίων τούτων να προτιμηθούν όσοι έχουν κατασκευασθή υπό του Φειδίου, του Αλκαμένους ή του Μύρωνος ή του Ευφράνορος και άλλων τοιούτων τεχνητών, οι δε χυδαίοι και άτεχνοι ας τοποθετηθούν εις μίαν απόκεντρον γωνίαν, όπου να μένουν σιωπηλοί και απλώς να παραγεμίζουν την συνέλευσιν.
ΕΡΜ. Πολύ καλά• θα τους τοποθετήσω όπως πρέπει. Αλλά θέλω να γνωρίζω εάν κανείς εξ αυτών είνε χρυσούς και πολύτιμος κατά την ύλην, αλλ' άτεχνος την κατασκευήν, ασύμμετρος και βάναυσος, πρέπει και αυτός να τοποθετηθή προ των χαλκίνων του Νέρωνος και Πολυκλείτου και των λιθίνων του Φειδίου και Αλκαμένους ή πρέπει να προτιμηθή η τέχνη;
ΖΕΥΣ. Ούτω έπρεπε, αλλ' όμως ο χρυσός πρέπει να προτιμάται.
ΕΡΜ. Εννοώ• πρέπει να τους κατατάξωμεν αναλόγως του πλούτου και όχι αναλόγως της αξίας και της τιμής. Ορίστε λοιπόν εις την πρώτην θέσιν σεις οι χρυσοί. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ω Ζευ, θα είνε εις την πρώτην θέσιν μόνον θεοί βαρβαρικοί• διότι βλέπεις ότι οι Έλληνες θεοί είνε μεν ωραίοι και χαρίεντες και με τέχνην κατασκευασμένοι, αλλ' όλοι είνε μαρμάρινοι ή χάλκινοι, οι δε πολυτελέστεροι εξ αυτών είνε ελεφάντινοι, και μόνον ολίγος χρυσός, αποστίλβει επί του ελεφαντοστού, όσον διά να δίδη λάμψιν και ποικιλίαν εις το χρώμα των• εσωτερικώς δε και αυτοί είνε από ξύλον και δίδουν κατοικίαν εις κοπάδια από ποντικούς. Αυτή όμως η Βενδίς και ο Άνουβις εκείνος και ο Άττις και ο Μίθρης και ο Μην {65} είνε ολόχρυσοι και βαρείς και αληθώς πολύτιμοι.
ΠΟΣΕΙΔΩΝ. Είνε δίκαιον, Ερμή, να λάβη θέσιν τιμητικωτέραν από εμέ αυτός ο σκυλοπρόσωπος Αιγύπτιος, από εμέ τον Ποσειδώνα;
ΕΡΜ. Τι να γίνη, γαιωσείστα; Εσένα σε έκαμεν ο Λύσιππος χάλκινον και πτωχόν, διότι κατά την εποχήν εκείνην οι Κορίνθιοι δεν είχαν χρυσόν• αυτός δε είνε ολόκληρον μεταλλείον χρυσού. Πρέπει λοιπόν να ανεχθής τον παραγκωνισμόν σου και να μη αγανακτής εάν άλλος ο οποίος έχει χρυσήν μύτην τόσο μεγάλην προτιμάται από σε.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ. Λοιπόν, Ερμή, κ' εμένα να μου δώσης μίαν από τας πρώτας θέσεις, αφού είμαι χρυσή.
ΕΡΜ. Αυτό δεν το βλέπω, Αφροδίτη• αν πρέπη να έχω πεποίθησιν εις τα μάτια μου, νομίζω ότι εκόπης από λευκόν πεντελίσσιον μάρμαρον και έπειτα ο Πραξιτέλης σε κατεσκεύασεν Αφροδίτην και σε παρέδωκεν εις τους Κνιδίους.
ΑΦΡ. Και όμως έχω να σου παρουσιάσω ένα αξιόπιστον μάρτυρα, τον Όμηρον, ο οποίος εις διάφορα μέρη των ποιημάτων του με αποκαλεί χρυσήν Αφροδίτην.
ΕΡΜ. Και τον Απόλλωνα ο ίδιος λέγει πολύχρυσον και πλούσιον αλλά τώρα θα τον δης και αυτόν να λάβη θέσιν μεταξύ των ζευγιτών {66}, χωρίς στεφάνους, διότι τους έκλεψαν οι λησταί, και με κιθάραν χωρίς στρηφτάρια, διότι και αυτά τα εσύλησαν ώστε να είσαι ευχαριστημένη ότι δεν θα καταταχθής μεταξύ των πολύ πτωχών.
ΚΟΛΟΣΣΟΣ. Και σ' εμένα ποίος θα τολμήση να διαφιλονεικήση τα πρωτεία, που είμαι Ήλιος και τόσον μεγαλοπρεπής;
Εάν οι Ρόδοιοι δεν απεφάσιζαν να με κατασκευάσουν τόσον γιγάντειον και με αναλογίας τόσον υπερφυσικάς, με την δαπάνην την οποίαν έκαμαν θα ηδύναντο να κατασκευάσουν δέκα έξ χρυσούς θεούς• ώστε αναλόγως πρέπει να θεωρούμαι ως πολυτελέστερος• άλλως τε δε εκτός του μεγέθους έχω και την τέχνην και την τελειότητα της εργασίας.
ΕΡΜ. Τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ζευ; διότι μου φαίνεται δύσλυτον και το ζήτημα τούτο• κατά την ύλην είνε χάλκινος, αλλ' εάν τον λογαριάσωμεν κατά την δαπάνην η οποία έγινε διά την κατασκευήν του υπερβαίνει τους πεντακοσιομεδίμνους {67}.
ΖΕΥΣ. Τι ήθελε και αυτός να έλθη, διά να καταστήση καταφανή την σμικρότητα των άλλων και να μας φέρη εις δύσκολον θέσιν με τας αξιώσεις του; Αλλά τέλος πάντων, μεγαλοπρεπέστατε Ρόδοιε, μολονότι πρέπει να προτιμηθής από τους χρυσούς, πώς είνε δυνατόν να λάβης την πρωτοκαθεδρίαν; Πρέπει να μείνουν όλοι όρθιοι διά να καθήσης μόνος συ και να καταλάβης ολόκληρον την Πνύκα μόνον με τον ένα σου γλουτόν. Ώστε καλά θα κάμης να μείνης όρθιος και να σκυφτής ν' ακούς τι λέγεται εις την συνέλευσιν.
ΕΡΜ. Ιδού και άλλο ζήτημα επίσης δύσλυτον. Αυτοί εδώ, ο Διόνυσος και ο Ηρακλής, είνε και οι δύο χάλκινοι και της ιδίας τέχνης, έργα και οι δύο του Λυσίππου και το σπουδαιότερον ίσοι κατά την ευγένειαν της καταγωγής, διότι και οι δύο είνε τέκνα σου, ω Ζευ. Ποίος λοιπόν εκ των δύο θα λάβη την τιμητικωτέραν θέσιν; διότι ως βλέπεις φιλονεικούν περί τούτου.
ΖΕΥΣ. Άδικα χάνομεν τον καιρόν μας, Ερμή, ενώ έπρεπε προ πολλού να έχη αρχίση η σύσκεψις• ώστε ας καθήσουν όπως τύχη και όπου έκαστος θέλει• άλλοτε δε θα γίνη ειδική περί τούτου συνευρίασις και σύσκεψις και τότε θα σκεφθώ πώς να κανονισθή η τάξις εκάστου.
ΕΡΜ. Τι θόρυβο κάνουν και πώς φωνάζουν, ως όχλος, και ζητούν διανομάς! Πού είνε το νέκταρ; φωνάζουν• θέλομεν νέκταρ. Η αμβροσία εσώθη, δεν υπάρχει πλέον αρκετή αμβροσία. Πού είνε αι εκατόμβαι; θέλομεν να γίνωνται κοιναί αι θυσίαι.
ΖΕΥΣ. Να επιβάλης σιωπήν, Ερμή, διά να παύσουν αυτάς τας φωνασκίας και ν' ακούσουν τον σκοπόν διά τον οποίον τους εκαλέσαμεν.
ΕΡΜ. Δεν εννοούν όλοι, ω Ζευ, Ελληνικά, και εγώ δεν είμαι γλωσσομαθής ώστε να ομιλώ προς Σκύθας και Πέρσας, προς Θράκας και Κελτούς και να μ' εννοούν. Αλλά θα προσπαθήσω να επιβάλω σιωπήν διά νευμάτων.
ΖΕΥΣ. Αυτό να κάμης.
ΕΡΜ. Ιδού εσιώπησαν• ώστε καιρός ν' αγορεύσης, διότι ως βλέπεις, περιμένουν ν' ακούσουν τι θα ειπής.
ΖΕΥΣ. Μου συμβαίνει κάτι τι δυσάρεστον, Ερμή, το οποίον δεν δυσκολεύομαι να σου ομολογήσω αφού είσαι παιδί μου. Γνωρίζεις πόσον θάρρος και πόσην ευφράδειαν είχα πάντοτε εις τας συνελεύσεις.
ΕΡΜ. Το ξέρω και έτρεμα όταν σε ήκουα να αγορεύης και μάλιστα όταν εφοβέριζες να ανασύρης εκ των θεμελίων της την γην και την θάλασσαν και να την σηκώσης μαζί με όλους τους θεούς διά της χρυσής εκείνης αλυσίδας.
ΖΕΥΣ. Τώρα όμως, παιδί μου, δεν ξέρω πώς, είτε ένεκα του μεγέθους των επικειμένων κινδύνων, είτε ένεκα του πλήθους των συνηγμένων — διότι βλέπεις πόσον πολύθεος είνε η συνέλευσις — έχουν ταραχθή αι σκέψεις μου, είμαι συγκεκινημένος και η γλώσσα μου παραλύει. Τόσον τεταραγμένος είμαι, ώστε ελησμόνησα και το προοίμιον το οποίον είχα ετοιμάση διά να κάμω εντύπωσιν και επιβληθώ ευθύς εξ αρχής.
ΕΡΜ. Αλλά τότε καταστρέφεις τα πάντα. Από τώρα δε η σιωπή σου αρχίζει να εμπνέη υποψίας ότι πρόκειται περί πολύ μεγάλων δεινών και διά τούτο διστάζεις να ομιλήσης.
ΖΕΥΣ. Τι λες; να επαναλάβω το Ομηρικόν προοίμιον;
ΕΡΜ. Ποίον;
ΖΕΥΣ. Κέκλυτέ μευ πάντες τε θεοί πάσαί τε θέαιναι. — (Ακούσατε με πάντες οι θεοί και αι θεαί).
ΕΡΜ. Αρκετά μας το έχεις κοπανίση αυτό εις το παρελθόν. Αν θέλης άφησε την ποιητικήν μεγαληγορίαν και έκλεξε ένα από τους Φιλιππικούς λόγους του Δημοσθένους, οποίον θέλεις, και προσάρμοσε τον εις την περίστασιν με ολίγας μεταβολάς. Έτσι κάνουν σήμερον οι περισσότεροι ρήτορες.
ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις• αυτός είνε εύκολος τρόπος διά να φανή κανείς ρήτωρ και να εξέλθη από την αμηχανίαν.
ΕΡΜ. Άρχισε λοιπόν επί τέλους.
ΖΕΥΣ. Υποθέτω, άνδρες θεοί, ότι η περιέργειά σας είνε ζωηρά, και ανυπόμονος διά να μάθετε τον σκοπόν διά τον οποίον συνεκλήθητε. Αφού λοιπόν ούτως έχει το πράγμα επόμενον είνε και πρέπει να με ακούσετε με προθυμίαν και προσοχήν. Η παρούσα περίστασις, ω θεοί, μόνον ότι δεν εκπέμπει φωνήν διά να μας συμβουλεύση ότι πρέπει να σκεφθώμεν σοβαρώς περί των συμφερόντων μας, ενώ ημείς πολύ αμελώς φροντίζομεν περί αυτών. Και τώρα — επειδή αι αναμνήσεις μου από τον Δημοσθένην εξηντλήθησαν — θα σας είπω τους λόγους οι οποίοι με ηνάγκασαν να σας συγκαλέσω εις αυτήν την συνέλευσιν. Χθες, ως γνωρίζετε, ο Μνησίθεος ο πλοίαρχος ετέλεσε θυσίαν διά την σωτηρίαν του πλοίου του, το οποίον εκινδύνευσε να ναυαγήση εις τον Καφηρέα. Μετέβην επομένως εις τον Πειραιά διά να παρακαθήσω εις την εστίασιν μετά των άλλων εξ υμών τους οποίους ο Μνησίθεος εκάλεσεν εις την θυσίαν• έπειτα μετά τας σπονδάς σεις μεν ανεχωρήσατε προς διαφόρους διευθύνσεις, εγώ δε — διότι ήτον ενωρίς ακόμη — ανέβηκα εις τας Αθήνας, διά να περιπατήσω κατά το δειλινόν εις τον Κεραμεικόν. Καθ' οδόν εσκεπτόμην διά την γλισχρότητα του Μνησιθέου, ο οποίος εκάλεσεν εις γεύμα δέκα έξ θεούς και εθυσίασε μόνον ένα πετεινόν, και αυτόν γέρικον και πάσχοντα από κόριζαν, και τέσσαρα κομμάτια λιβάνι, και αυτά μουχλιασμένα, ούτως ώστε έσβυσαν αμέσως και ο καπνός των δεν επρόφθασε να φθάση εις την μύτην μας. Όταν όμως εκινδύνευε το πλοίον και ευρίσκετο μεταξύ των υφάλων και ωθείτο προς τους βράχους υπό της τρικυμίας υπέσχετο να μας προσφέρη ολοκλήρους εκατόμβας. Ταύτα σκεπτόμενος έφθασα μέχρι της Ποικίλης Στoάς, όπου βλέπω μέγα πλήθος ανθρώπων συνηθροισμένων• και άλλοι μεν ήσαν εντός της στoάς, πολλοί δε έξω. Διέκρινα και άλλους τινάς οι οποίοι καθήμενοι επί εδρών εφιλονείκουν και εκραύγαζαν• συνεπέρανα λοιπόν ότι θα ήσαν φιλόσοφοι από τους συζητητικούς εκείνους και φιλονείκους και απεφάσισα να πλησιάσω και ν' ακούσω τι έλεγαν. Και επειδή ήμουν περιτυλιγμένος με παχείαν νεφέλην, έδωκα εις το εξωτερικόν μου φιλοσοφικόν σχήμα και απλώσας τα γένεια μου έγινα ομοιότατος προς φιλόσοφον. Διαγκωνίσας δε το πλήθος εισήλθα χωρίς να εννοηθώ ποίος ήμουν και ευρήκα τον φαυλότατον Επικούρειον Δάμιν και τον Τιμοκλήν τον Στωικόν, ένα εξαίρετον άνθρωπον, οι οποίοι εφιλονείκουν με πολλήν ζωηρότητα. Και ο μεν Τιμοκλής είχεν ιδρώση και η φωνή του ήτο εξησθενημένη εκ των κραυγών, ο δε Λάμις εγέλα εμπαικτικώς, πράγμα το οποίον παρώξυνεν έτι περισσότερον τον Τιμοκλήν. Η συζήτησίς των ήτο περί ημών. Ο επικατάρατος Δάμις διετείνετο ότι ούτε φροντίζομεν διά τους ανθρώπους, ούτε επιτηρούμεν τα συμβαίνοντα επί της γης και με άλλους λόγους έλεγεν ότι ούτε καν υπάρχομεν• τα λεγόμενά του τουλάχιστον τούτο εσήμαινον. Ήσαν δε καί τινες μεταξύ των ακροατών οι οποίοι επεδοκίμαζον και επευφήμουν τους λόγους του. Ο άλλος, ο Τιμοκλής ήτο με το μέρος μας, μας υπερήσπιζε και ηγανάκτει και με πάντα τρόπον συνηγόρει υπέρ ημών, eπαινών την επιμέλειάν μας και προσπαθών να δείξη ότι με σοφίαν και με την προσήκουσαν τάξιν διευθύνομεν και κανονίζομεν τα πάντα. Είχε δε και αυτός μεταξύ των ακροατών ομόφρονάς τινας οι οποίοι τον ενεθάρρυναν αλλ' είχεν ήδη καταπονηθή και η φωνή του ήτο εξησθενημένη και το πλήθος εφαίνετο ότι απέκλινε προς τον Δάμιν. Εννοήσας δε εγώ τον κίνδυνον, διέταξα την νύκτα να διαχύση το σκότος και να διαλύση την συνάθροισιν.
Ανεχώρησαν λοιπόν αφού συνεφώνησαν να συνεχίσουν την επιούσαν την συζήτησιν. Εγώ δε αναμιχθείς εις το πλήθος ήκουα τους επιστρέφοντας να επαινούν τα λεχθέντα υπό του Δάμιδος και ν' αποκλίνουν προς τας ιδέας αυτού. Ήσαν όμως και άλλοι, οι οποίοι επερίμεναν ν' ακούσουν την συνέχειαν της συζητήσεως και εκείνα τα οποία θα έλεγε την επιούσαν ο Τιμοκλής, διά να σχημαΤιςουν οριστικήν γνώμην.
Αυτά είνε διά τα οποία σας συνεκάλεσα και δεν είνε ασήμαντα, ω θεοί, εάν σκεφθήτε ότι πάσα τιμή και πρόσοδος και δόξα ημών από τους ανθρώπους προέρχεται. Εάν δε ούτοι πεισθούν ή ότι είμεθα εντελώς ανύπαρκτοι ή ότι υπάρχομεν, αλλ' ουδόλως φροντίζομεν περί αυτών, θα παύση πάσα θυσία και προσφορά και λατρεία εκ μέρους αυτών και εις μάτην θα καθήμεθα εις τον ουρανόν να λιμώττωμεν και να στερούμεθα εορτών, πανηγύρεων, αγώνων και θυσιών, ολονυκτιών, και λιτανειών. Αφού λοιπόν περί τόσο σπουδαίων συμφερόντων ημών πρόκειται, πρέπει να σκεφθώμεν όλοι διά να εύρωμεν μέσον σωτηρίας εκ των κινδύνων τούτων και να νικήση μεν ο Τιμοκλής και να φανή ότι υποστηρίζει τα αληθέστερα, να γίνη δε καταγέλαστος ο Δάμις• διότι εγώ δεν έχω πολλήν πεποίθησιν εις τον Τιμοκλήν ότι θα νικήση, αν αφεθή μόνον εις τας δυνάμεις του και δεν λάβη συνδρομήν εκ μέρους ημών. Λοιπόν, Ερμή, κάλεσε τους δικαιουμένους κατά τον νόμον να εγερθούν και να εκφράσουν γνώμην.
ΕΡΜ. Να γίνη ησυχία, να παύση πας θόρυβος {68}. Προσοχή. Τις θέλει να λάβη τον λόγον εκ των τελείων θεών {69}, οίτινες έχουν το δικαίωμα τούτο; Αλλά τι συμβαίνει; Δεν εγείρεται κανείς; Τόσον σας κατέπληξε το μέγεθος των κινδύνων τους οποίους ηκούσατε;
ΜΩΜΟΣ. Στάκτη να γίνετε όλοι {70}. Εγώ αν μου δοθή άδεια να ομιλήσω ελεύθερα, έχω πολλά να είπω, ω Ζευ,
ΖΕΥΣ. Λέγε, Μώμε, άφοβα• φαίνεσαι ότι κάτι θα πης με την συνήθη σου ειλικρίνειαν προς το κοινόν συμφέρον.
ΜΩΜ. Λοιπόν ακούσετε, ω θεοί, να σας ομιλήσω με όλην την ειλικρίνειαν. Εγώ προ πολλού επερίμενα ότι τα πράγματά μας θα έφθαναν μίαν ημέραν εις αυτήν την αμηχανίαν και ότι πολλοί τοιούτοι αυθάδεις σοφισταί θα εφύτρωναν, οι οποίοι από ημάς θα ελάμβανον την αφορμήν και το θάρρος της τόλμης των• και μα την Θέμιν ούτε κατά του Επικούρου είνε δίκαιον να θυμόνωμεν, ούτε κατά των οπαδών και διαδόχων της διδασκαλίας του, διότι τοιαύτην γνώμην εσχημάτισαν περί ημών. Τι θέλετε να φρονούν όταν βλέπουν τόσην αδικίαν εις τον κόσμον και οι μεν δίκαιοι παραμελούνται και βασανίζονται εις πενίαν και νοσήματα και δουλείαν, φαυλότατοι δε και μωροί άνθρωποι κατέχουν τα πρωτεία και γίνονται υπέρπλουτοι και εξουσιάζουν τους εναρέτους; Και οι μεν ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται, αλλά διαφεύγουν, ανασκολοπίζονται δε και μαστιγούνται οι αθώοι. Επόμενον λοιπόν είνε όταν βλέπουν τοιαύτα να υποπτεύωνται ότι ουδόλως υπάρχομεν και μάλιστα όταν ακούουν χρησμούς ως εκείνος ο οποίος έλεγεν ότι αν περάση ο Κροίσος τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να εξηγή αν επρόκειτο περί του ιδικού του κράτους ή περί του εχθρικού και όπως ο άλλος ο οποίος έλεγεν :
«Ω θεία Σαλαμίς, θα καταστρέψης τέκνα γυναικών».
Και οι Πέρσαι δε και οι Έλληνες μου φαίνεται ότι ήσαν τέκνα γυναικών. Όταν πάλιν ακούουν από τους ποιητάς ότι και ερωτευόμεθα και πληγωνόμεθα και δεσμευόμεθα και γινόμεθα δούλοι και στασιάζομεν και εις πλείστα αλλά πάθη υποκείμεθα, ενώ θέλομεν να θεωρούμεθα αθάνατοι και πανευτυχείς, δεν έχουν δίκαιον να μας περιγελούν και να μας γράφουν εις τα παληά των τα παπούτσια; Και έπειτα αγανακτούμεν εάν ευρίσκωνται μερικοί άνθρωποι όχι πολύ ανόητοι, οι οποίοι εξετάζουν αυτά τα πράγματα και αρνούνται την πρόνοιάν μας, ενώ έπρεπε να είμεθα ευχαριστημένοι διότι υπάρχουν ακόμη ολίγοι τινες, οι οποίοι μας προσφέρουν θυσίας, μεθ' όλα τα καθημερινά μας σφάλματα.
Και τώρα σε παρακαλώ, ω Ζευ — αφού είμεθα μόνοι και δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος εις την συνέλευσιν, εκτός ολίγων παρείσακτων, του Ηρακλέους, του Διονύσου, του Γανυμήδης και του Ασκληπιού — να μου 'πης με ειλικρίνειαν εάν ποτέ εσκοτίσθης τόσον διά τα συμβαίνοντα εις την γην ώστε να εξετάσης ποίοι εκ των ανθρώπων είνε φαύλοι και ποίοι ενάρετοι. Αλλά δεν έχεις ν' απαντήσης. Εάν ο Θησεύς, όταν επήγαινε από την Τροιζήνα εις τας Αθήνας, δεν εφρόντιζεν από καλωσύνην του να ξεπαστρέψη τους κακούργους και εξηρτάτο το πράγμα από σε και από την πρόνοιάν σου, ο Σκύρων, ο Πιτυοκάμπτης, ο Κερκυών και οι άλλοι λησταί θα εξηκολούθουν να ζουν και να διασκεδάζουν, θανατόνοντες τους διαβάτας. Και αν ο Ευρυσθεύς, άνθρωπος παλαιικός και προνοητικός, ο οποίος εγνώριζε τα συμβαίνοντα εις τους διαφόρους τόπους κακά, δεν εσκέπτετο από φιλανθρωπίαν ν' αποστείλη αυτόν εδώ τον δούλον του {71}, άνθρωπον δυνατόν και πρόθυμον εις τους κόπους, συ ο Ζευς ολίγον θα εφρόντιζες περί της Ύδρας, διά τα όρνεα της Στυμφαλίας, διά τους ίππους της Θράκης και διά την θηριωδίαν και την ακολασίαν των Κενταύρων. Η αλήθεια είνε ότι καθήμεθα και παρατηρούμεν μόνον αν γίνη καμμία θυσία και αν από κανένα βωμόν αναδίδεται κνίσα. Τα άλλα αφήνονται εις την τύχην.
Επομένως δίκαια πάσχομεν, θα πάθωμεν δε ακόμη περισσότερα όταν οι άνθρωποι ολίγον κατ' ολίγον θ' ανοίξουν τα μάτια των και θα βλέπουν ότι ουδέν όφελος έχουν αν προσφέρουν θυσίας και αν μας κάνουν λιτανείας. Και εντός ολίγου θα ίδης τους Επικούρους, τους Μητροδώρους {72} και τους Δάμιδας να μας εμπαίζουν, να νικώνται δε και ν' αποστομόνωνται απ' αυτούς οι συνήγοροί μας. Ώστε σεις οίτινες εφέρατε τα πράγματα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει και να τα θεραπεύσετε και να παύσετε των ανθρώπων την δυσπιστίαν. Διά τον Μώμον ο κίνδυνος δεν είνε μέγας, αν παύση η λατρεία των ανθρώπων• διότι και πριν δεν ήτο από εκείνους οίτινες ετιμώντο• σεις είσθε οι ευτυχείς και μόνοι σας απολαμβάνετε τας θυσίας.
ΖΕΥΣ. Ας αφήσωμεν αυτόν να φλυαρή. Είνε γνωστή η κακή του γλώσσα και το φιλοκατήγορον• αλλ' ως ο θαυμάσιος Δημοσθένης είπε, το να κατηγορή κανείς και να επικρίνη είνε εύκολον εις πάντα βουλόμενον• να συμβουλεύση όμως πώς η παρούσα κατάστασις θα βελτιωθή μόνον φρόνιμος πραγματικώς σύμβουλος δύναται να το πράξη, αυτό δε ελπίζω ότι θα πράξετε οι άλλοι, ενώ αυτός θα σιωπά.
ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ, ως γνωρίζετε, ζω εντός του ωκεανού και διαμένω μόνος εις τα βάθη, καταγινόμενος όσον δύναμαι να σώζω τους ταξειδεύοντας, να βοηθώ τα πλοία και να κατευνάζω τους ανέμους. Αλλ' όμως — διότι ενδιαφέρομαι και διά τα εδώ — είμαι της γνώμης ότι αυτός ο Δάμις πρέπει να ξεπαστρευθή είτε διά του κεραυνού, είτε κατ' άλλον τρόπον, πριν να επανέλθουν εις την συζήτησιν και υπερισχύση διά του λόγου — διότι ως είπες, ω Ζευ, είνε, φαίνεται, πολύ πειστικός. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα δείξωμεν συγχρόνως εις τους ανθρώπους πώς τιμωρούμεν αυτούς οι οποίοι ομιλούν κατά τοιούτον τρόπον περί ημών.
ΖΕΥΣ. Αστειεύεσαι Ποσειδών, ή ελησμόνησες ότι ουδόλως εξαρτώνται από ημάς τα τοιαύτα, αλλ' αι Μοίραι ορίζουν εις έκαστον ν' αποθάνη με κεραυνόν ή με ξίφος, από πυρετόν ή από φθίσιν; Αν ήτο εις την εξουσίαν μου, νομίζεις ότι θ' άφηνα προ ολίγου καιρού να φύγουν ακεραυνοβόλητοι από την Πίσαν οι ιερόσυλοι που μου έκοψαν δύο πλοκάμους, εκ των οποίων έκαστος είχε βάρος έξ μνων; Ή και συ θα παρέβλεπες εκείνον τον εξ Ωρεού αλιέα, ο οποίος εις την Γεραιστόν {73} σου έκλεψε την τρίαιναν; Άλλως τε ούτω θα φανούμεν ότι ταρασσόμεθα και φοβούμεθα τους λόγους του Δάμιδος και διά τούτο εφροντίσαμεν να τον θέσωμεν εκτός μάχης πριν ή συναγωνισθή με τον Τιμοκλήν. Δεν θα φανούμεν ούτω ότι μόνον ερήμην του αντιπάλου ενικήσαμεν;
ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ ενόμισα ότι αυτός ήτο ο συντομώτερος τρόπος διά να φθάσωμεν εις αποτέλεσμα.
ΖΕΥΣ. Α μπα, η γνώμη σου είνε πολύ απλοϊκή, Ποσειδών, και εντελώς χονδροειδής, να φονευθή προκαταβολικώς ο ανταγωνιστής και ν' αποθάνη χωρίς να νικηθή πραγματικώς, αλλά να καταλίπη αμφίβολον και άκριτον την συζήτησιν.
ΠΟΣΕΙΔ. Λοιπόν σκεφθήτε σεις τίποτε καλλίτερον, αφού τα δικά μου σας φαίνονται τόσον ανόητα.
ΑΠΟΛΛΩΝ. Εάν και εις ημάς τους νέους και αγενείους επέτρεπεν ο νόμος να λαμβάνωμεν τον λόγον, ίσως θα είχα να προσθέσω κάτι τι συμφέρον εις την διάσκεψιν.
ΜΩΜ. Πρόκειται περί τόσων σπουδαίων συμφερόντων, ώστε δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν η ηλικία, αλλά όλοι αδιακρίτως να εκφράσουν γνώμην. θα ήτο αστείον, ενώ διατρέχομεν τους μεγίστους κινδύνους, να χανώμεθα εις λεπτολόγους ερμηνείας των νόμων. Αλλά συ προ πολλού ήδη έχεις το δικαίωμα να δημηγορής, διότι προ πολλού εξήλθες εκ της εφηβικής ηλικίας και ενεγράφης εις το ληξιαρχικόν βιβλίον των δώδεκα θεών και παρ' ολίγον να είσαι από το συμβούλιον του Κρόνου• ώστε μη μας κάνης το παιδί, αλλά λέγε με θάρρος την γνώμην σου και μη διστάζης να ομιλήσης διότι είσαι αγένιος, αφού έχεις υιόν με γενειάδα μεγάλην και ωραίαν, τον Ασκληπιόν. Άλλως τε η περίστασις είνε κατάλληλος διά να δείξης την σοφίαν σου, εκτός αν άδικα κάθεσαι και φιλοσοφής με τας Μούσας εις τον Ελικώνα.
ΑΠΟΛ. Αλλά δεν ανήκει εις εσέ, Μώμε, να δίδης τοιαύτην άδειαν• είνε δικαίωμα του Διός και αν αυτός επιτρέπη, ίσως θα είπω κάτι τι όχι ανόητον, αλλ' άξιον της διατριβής μου εις τον Ελικώνα.
ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου• έχεις την άδειαν.
ΑΠΟΛ. Ο Τιμοκλής είνε μεν έντιμος και ευσεβής και γνωρίζει κατά βάθος την σοφίαν των Στωικών• διά τούτο και πολλοί τον έχουν διδάσκαλον και πολλάς αποδοχάς έχει εκ τούτου, είνε δε πολύ πειστικός, ιδίως όταν ομιλή προς τους μαθητάς του. Αλλ' όταν πρόκειται να ομιλήση προς το πλήθος είνε ατολμότατος και ομιλεί τοιουτοτρόπως ώστε να φαίνεται αμαθής και σχεδόν βάρβαρος. Διά τούτο εις τας δημοσίας διαλέξεις προκαλεί τον γέλωτα με την ακρισίαν, τους τραυλισμούς και την ταραχήν του και μάλιστα όταν με αυτά του τα ελαττώματα προσπαθή να επιδείξη και καλλιλογίαν. Έχει μεν οξυτάτην την αντίληψιν και λεπτήν την κρίσιν, ως λέγουν οι καλλίτερα γνωρίζοντες την διαλεκτικήν των Στωικών, αλλ' η ομιλία και η απαγγελία του είνε τόσον ασθενείς, ώστε καταστρέφει και συγχέει τας ιδέας του και δεν εκφράζει σαφώς ό,τι θέλει, αλλ' αι μεν ερωτήσεις του ομοιάζουν με αινίγματα, αι δε απαντήσεις του είνε ακόμη ασαφέστεραι• και οι ακροαταί μη εννοούντες γελούν εις βάρος του. Νομίζω δε ότι οι ομιλούντες πρέπει προ πάντων να είνε σαφείς και να φροντίζουν κυρίως ώστε να τους εννοούν οι ακροαταί.
ΜΩΜ. Πολύ σωστά το είπες αυτό και δικαίως επαινείς τους ομιλούντας σαφώς, αν και δεν το εφαρμόζεις εις τους χρησμούς, αλλ' είσαι λοξός και αινιγματώδης και τα περισσότερα αφήνεις αμφίβολα, ούτως ώστε όσοι ζητούν την γνώμην σου να έχουν ανάγκην άλλου Πυθίου Απόλλωνος διά να εξηγή τας απαντήσεις σου. Αλλά τέλος πάντων τι συμβουλεύεις διά το ζήτημα περί του οποίου πρόκειται; Ποίαν θεραπείαν προτείνεις διά την ρητορικήν δύναμιν του Τιμοκλέους;
ΑΠΟΛ. Αν είνε δυνατόν να του δώσωμεν ένα συνήγορον εκ των δεινών ρητόρων, ο οποίος να λέγη όσα εκείνος θα του υπαγορεύη αφού τα σκεφθή.
ΜΩΜ. Αυτό το οποίον είπες είνε αληθώς άξιον παιδιού αγενείου, το οποίον έχει ανάγκην παιδαγωγού. Προτείνεις να παρουσιαστή εις μίαν φιλοσοφικήν συζήτησιν ο Τιμοκλής με συνήγορον και ενώ ο Δάμις θα ομιλή αυτοπροσώπως και μόνος του, ο Τιμοκλής θα μεταχειρίζεται ηθοποιόν, εις τον οποίον θα χρησιμεύη ως υποβολεύς και θα του ψιθυρίζη εις το ους τας γνώμας του, εκείνος δε θα τας απαγγέλλη, χωρίς ίσως και να εννοή όσα εκείνος θα του λέγη και αυτός θα επαναλαμβάνη. Αυτά δύνανται να μη κινήσουν τον γέλωτα του πλήθους; Όχι, άλλο τι πρέπει να σκεφθώμεν. Συ δε ο οποίος λέγεις ότι είσαι και μάντις και εκ τούτου έχεις μεγάλας αποδοχάς, ώστε και πλίνθους χρυσάς έλαβες μιαν φοράν, ιδού έχεις ενώπιόν σου κατάλληλον ευκαιρίαν διά να επιδείξης την μαντικήν σου τέχνην. Διατί λοιπόν δεν μας προλέγεις ποίος εκ των δύο φιλοσόφων θα νικήση; Διότι βέβαια γνωρίζεις από τούδε το αποτέλεσμα, αφού είσαι μάντις.
ΑΠΟΛ. Πώς είνε δυνατόν, Μώμε, να μαντεύσω, αφού ούτε τρίποδα έχω εδώ, ούτε θυμιάματα, ούτε πηγήν μαντικήν, όπως η Κασταλία;
ΜΩΜ. Αυτά είνε προφάσεις και υπεκφυγαί, διότι δεν μπορείς να πης τίποτε βέβαιον.
ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου, ό,τι έχεις να πης και μη δίδης αφορμάς εις αυτόν τον συκοφάντην να διαβάλλη και να χλευάζη την δύναμίν σου ως εξαρτωμένην από τρίποδα και νερόν και λιβανωτόν και ότι άνευ αυτών η τέχνη σου δεν έχει καμμίαν δύναμιν.
ΑΠΟΛ. Είνε καλλίτερον να γίνωνται αυτά, πατέρα, εις τους Δελφούς ή εις τον Κολοφώνα, όπου έχω όλα μου τα χρειώδη• αλλά και χωρίς αυτά, χωρίς τα μέσα της τέχνης, θα προσπαθήσω να προείπω ποίος εκ των δύο θα νικήση. θα μου επιτρέψετε δε να σας τα είπω έμμετρα.
ΜΩΜ. Λέγε, αρκεί μόνον να είνε σαφή, να μη έχουν δε και αυτά ανάγκην εξηγητού ή διερμηνέως• διότι τώρα δεν πρόκειται περί κρεάτων αμνού και χελώνης, τα οποία ψήνονται ομού εις την Λυδίαν, αλλά γνωρίζεις περί τίνος συσκεπτόμεθα.
ΖΕΥΣ. Τι θα πης, τέκνον μου; Αλλ' από τούδε τα σημεία του χρησμού φαίνονται φοβερά• το χρώμα σου μετεβλήθη, οι οφθαλμοί σου περιστρέφονται, τα μαλλιά σου ανωρθώθησαν και αι κινήσεις σου είνε Κορυβαντιώδεις• εντελώς ευρίσκεσαι υπό το κράτος της προφητικής εμπνεύσεως και όλον σου το ήθος είνε φοβερόν και μυστηριώδες.
ΑΠΟΛ. Του μαντικού θεού Απόλλωνος ακούσετε τι προφητεύει διά την έριδα την φοβεράν δυο φωνακλάδων, όπου με λόγους μάχονται πυκνούς, ωσάν με δόρατα και βέλη. Κι' από τα δυο τα μέρη γίνεται αντάρα του πολέμου και κακό μεγάλο. Αλλ' όταν τ' όρνεον τ' αρπακτικόν αρπάση την ακρίδα, τότε το ύστερον θα κράξουν τα κοράκια που φέρνουν την βροχήν. Και θα νικήσουν οι ημίονοι, κι' ο όνος τα παιδιά του τα γληγορόποδα θα κουτουλήση {74}.
ΖΕΥΣ. Διατί γελάς, Μώμε; Δεν βλέπω τίποτε το γελοίον. Παύσε, ταλαίπωρε• θα σε πνίξουν τα γέλοια.
ΜΩΜ. Είνε δυνατόν, ω Ζευ, να μη γελώ, όταν ακούω ένα χρησμόν τόσω σαφή και τόσω ευεξήγητον;
ΖΕΥΣ. Λοιπόν να εξήγησης και εις ημάς τι λέγει.
ΜΩΜ. Είνε πολύ ευκολονόητα, ώστε να μην έχωμεν ανάγκην του Θεμιστοκλέους διά να μας τα εξηγήση. Λέγει καθαρά ότι ο μεν Απόλλων είνε αγύρτης, ημείς δε οι άλλοι που τον πιστεύομεν είμεθα γαίδούρια και μουλάρια ξέστρωτα που δεν έχομεν ούτε μιας ακρίδας μυαλό.