Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος
Part 8
»Τι ιδέαν έχω περί των γευμάτων όλον το παρελθόν μου μαρτυρεί, διότι ενώ σχεδόν καθ' εκάστην μ' ενοχλούν με προσκλήσεις πολύ πλουσιώτεροί σου, όμως ουδέποτε δέχομαι, διότι γνωρίζω τους θορύβους και τας παρεκτροπάς, αίτινες γίνονται εις τα συμπόσια. Αλλά νομίζω ότι έχω το δικαίωμα ν' αγανακτήσω εναντίον σου, διότι ενώ τόσον καιρόν σε περιποιούμαι, δεν κατεδέχθης να με συναριθμίσης εις τους άλλους σου φίλους, αλλά μόνος εγώ έμεινα απρόσκλητος και μάλιστα ενώ είμαι και γείτων σου. Ό,τι δε προ πάντων με λυπεί από την διαγωγήν σου είνε η αχαριστία, διότι εγώ δεν εξαρτώ την ευτυχίαν από μερίδα αγριοχοίρου ή λαγού ή γλυκίσματος, τα οποία απολαμβάνω άφθονα εις τα τραπέζια άλλων γνωριζόντων τα καθήκοντά των. Και σήμερον ακόμη είχα κληθή παρά του μαθητού μου Παμμένους εις γεύμα πολυτελές, αλλά δεν εδέχθην προς χάριν σου ο ανόητος. Συ όμως παραλείψας εμέ εκάλεσες άλλους, διότι δεν δύνασαι να διακρίνης το καλλίτερον και δεν έχεις καταληπτικήν φαντασίαν {47}. Αλλά γνωρίζω εις ποίους οφείλω αυτήν την ύβριν• βεβαίως εις τους θαυμαστούς σου φιλοσόφους Ζηνόθεμιν και Λαβύρινθον, τους οποίους χωρίς να καυχηθώ δύναμαι δι' ενός συλλογισμού ν' αποστομόσω. Ας είπη κανείς εξ αυτών τι εστί φιλοσοφία ή τα στοιχειώδη ταύτα, τι διαφέρει η σχέσις της έξεως, διά να μη είπω τίποτε εκ των δυσκόλων ερωτημάτων, κανένα κερατίναν ή σωρείτην ή θεριστικόν συλλογισμόν {48}. Αλλ' εγώ ο οποίος μόνον το ωραίον νομίζω καλόν, θα υποφέρω ευκόλως την ύβριν. Διά να μη έχης όμως κατόπιν την πρόφασιν ότι ένεκα των πολλών φροντίδων και των περισπασμών μ' ελησμόνησες, σ' εχαιρέτησα σήμερον δις, την πρωίαν εξερχόμενον εκ της οικίας σου και έπειτα όταν εθυσίαζες εις τον ναόν των Διοσκούρων. Αυτά και μόνον έχω να σου υπενθυμίσω διά ναπολογηθώ ενώπιον των προσκεκλημμένων σου. Εάν δε νομίζης ότι οργίζομαι εξ αιτίας του γεύματος, σου υπενθυμίζω την ιστορίαν του Οινέως, όπου θα ίδης και την Άρτεμιν να αγανακτή, διότι εκείνος μόνον αυτήν παρέλειψεν εις την θυσίαν την οποίαν ετέλεσε προς τους άλλους θεούς. Ιδού τι λέγει ο Όμηρος περί της παραλείψεως εκείνης•
ή λάθετ' ή ουκ ενόησεν, αάσατο δε μέγα θυμώ {49)•
Και ο Ευριπίδης•
Καλυδών μεν ήδε γαία Πελοπίας χθονός εν αντιπόρθμοις πεδί' έχουσ' ευδαίμονα {50}•
Και ο Σοφοκλής•
Συός μέγιστον χρήμ' επ' Οινέως γύαις ανήκε Λητούς παις εκηβόλος θεά {51}•
»Ταύτα εκ πολλών ολίγα σου αναφέρω διά να εννοήσης ποίον άνθρωπον παρέλειψες και αντ' αυτού εκάλεσες εις το γεύμα σου τον Δίφιλον και τον υιόν σου παρέδωκες εις αυτόν• αλλά τούτο ήτο επόμενον, διότι είνε ευχάριστος εις τον νέον και ευχάριστα διδάσκεται παρ' αυτού. Εάν δεν ήτο αισχρόν εκ μέρους μου να λέγω τοιαύτα πράγματα, θα προσέθετα και κάτι τι το οποίον συ, εάν θέλης, δύνασαι να μάθης παρά του παιδαγωγού Ζωπύρου ότι είνε αληθές. Αλλά δεν πρέπει να ταράττη κανείς την χαράν ενός γάμου και να κατηγορή άλλους, μάλιστα διά πράξεις τόσον αισχράς. Μολονότι ο Δίφιλος μου έχει δώση αφορμάς, διότι μου απέσπασεν ήδη δύο μαθητάς, εγώ χάριν της φιλοσοφίας θα σιωπήσω.
»Διέταξα τον κομίζοντα την επιστολήν άνθρωπόν μου, εάν του δώσης μερίδα αγριοχοίρου ή ελάφου ή σησαμωτού διά να μου τα φέρη και δικαιολογηθής ούτω διά την παράλειψίν σου, να μη δεχθή διά να μη φανή ότι επί τούτω τον έστειλα».
Ενώ, φίλε μου, ανεγινώσκοντο αυτά, τοιαύτη στενοχώρια εντροπίας με κατείχεν, ώστε με περιέλουεν ιδρώς και κατά το λεγόμενον ηυχόμην ν' ανοίξη η γη και με καταπίη. Οι άλλοι όμως εγελούσαν δι' εκάστην περικοπήν της επιστολής, μάλιστα εκείνοι οίτινες εγνώριζον τον Ετοιμοκλέα ως άνθρωπον ηλικιωμένον και θεωρούμενον σοβαρόν. Εθαύμαζαν πώς ενώ ήτο τοιούτος τους εξηπάτα με την γενειάδα του και την σοβαρότητα της μορφής του. Και ο Αρισταίνετος μου εφάνη ότι δεν παρέλειψε να τον καλέση από λησμοσύνην, αλλά διότι δεν ήλπιζεν ότι αν τον εκάλει θα κατεδέχετο να έλθη• διά τούτο ούτε καν απεπειράθη να τον καλέση.
Αφού λοιπόν ο υπηρέτης ετελείωσε την ανάγνωσιν, όλοι οι συμποσιάζοντες εστράφησαν προς τον Ζήνωνα και τον Δίφιλον, οι οποίοι είχον καταληφθή υπό ταραχής και ήσαν ωχροί, επιβεβαιούντες ούτω τας κατηγορίας του Ετοιμοκλέους. Ο δε Αρισταίνετος κατεταράχθη και εφαίνετο εις άκρον θυμωμένος, αλλ' όμως μας είπε να εξακολουθήσωμεν να πίνωμεν και επροσπάθει να δείξη ότι δεν επειράχθη, υπεμειδίασε μάλιστα και απέπεμψε τον υπηρέτην του Ετοιμοκλέους και του είπεν ότι θα εφρόντιζε περί αυτών των πραγμάτων. Μετ' ολίγον δε και ο Ζήνων εσηκώθη και έφυγε με τρόπον• του ένευσεν ο παιδαγωγός κατά διαταγήν του πατρός του να εξέλθη.
Ο δε Κλεόδημος, όστις προ πολλού εζήτει αφορμήν να επιτεθή κατά των Στωικών και έσκαζε διότι δεν εύρισκε την κατάλληλον πρόφασιν, επωφελήθη την ευκαιρίαν την οποίαν του έδιδεν η επιστολή. Ιδού, είπε, τα κατορθώματα του λαμπρού Χρυσίππου, του θαυμαστού Ζήνωνος και του Κλεάνθους. Είνε μόνον φρασίδια και ερωτήσεις σκοτειναί και εξωτερικόν φιλοσοφικόν, κατά δε τα άλλα οι πλείστοι είνε όμοιοι με τον Ετοιμοκλήν. Βλέπετε δε και ποίαν σεμνότητα και μετριοφροσύνην έχουν αι επιστολαί του• τον μεν Αρισταίνετον παρομοιάζει προς τον Οινέα, τον εαυτόν του δε προς την Αρτέμιδα. Πολύ κατάλληλα αυτά, μα τον Ηρακλέα, και πρέποντα εις εορτήν. Θα ήκουσεν, είπεν ο Έρμων, ότι ο Αρισταίνετος είχεν ετοιμάση διά το δείπνον αγριόχοιρον και ενόμισεν ότι δεν ήτο άκαιρον ν' αναφέρη τον Καλυδώνιον. Σπεύσε, σε παρακαλώ, Αρισταίνετε, και στείλε ένα κομμάτι το καλλίτερον εις αυτόν τον γέροντα διά να μη αποθάνη της πείνης, όπως ο Μελέαγρος. Αλλ' έπρεπε να μη σκοτίζεται δι' αυτά, αφού ο Χρύσιππος τα θεωρεί αδιάφορα. Πώς ομιλείτε έτσι περί του Χρυσίππου, είπεν, ανασηκωθείς ο Ζηνόθεμις, με φοβεράν φωνήν, και πώς κρίνετε τον Κλεάνθην και τον Ζήνωνα, σοφούς αληθινούς από άνθρωπον ως ο Ετοιμοκλής, ο οποίος δεν είνε αληθής φιλόσοφος, αλλ' αγύρτης; Αλλά και ποίοι είσθε σεις οι οποίοι ομιλείτε κατ' αυτόν τον τρόπον; Δεν είσαι συ, Έρμων, που έκοψες και έκλεψες τους χρυσούς πλοκάμους των Διοσκούρων, διά το οποίον και θα δικασθής και θα παραδοθής εις τον δήμιον; Και συ, Κλεόδημε, δεν συνελήφθης να μοιχεύης την γυναίκα του μαθητού σου Σωστράτου και δεν έπαθες τα αίσχιστα {52}; Διατί δεν σιωπάτε, αφού γνωρίζετε ότι έχετε την ουρά σας κομμένην; Δεν είμαι εγώ μαστρωπός της γυναικός μου, είπεν ο Κλεόδημος, όπως εσύ, ούτε κατεχράσθην τα χρήματα τα οποία μου ενεπιστεύθη ο ξένος μαθητής και έπειτα ωρκίσθηκα εις την Πολιούχον ότι δεν τα έλαβα, ούτε δανείζω με τόκον τεσσάρων δραχμών κατά μήνα {53}, ούτε πνίγω τους μαθητάς εάν δεν μου δώσουν εγκαίρως τον μισθόν της διδασκαλίας. Αλλά δεν θ' αρνηθής είπεν ο Ζηνόθεμις ότι έδωκες δηλητήριον εις τον Κρίτωνα διά ν' απαλλαγή από τον πατέρα του. Συγχρόνως, επειδή έτυχε να πίνη την στιγμήν εκείνην έρριψε κατ' αυτών το περιεχόμενον του ποτηριού του, το οποίον ήτο πλήρες κατά το ήμισυ. Ως πλησίον δε ευρισκόμενος ο Ίων εδέχθη μέρος εκ του ρανΤιςματος εκείνου, του οποίου δεν ήτο ανάξιος. Και ο μεν Έρμων έσκυψε και εσπόγγιζεν εκ της κεφαλής του τον οίνον και επεκαλείτο την κρίσιν των παρόντων διά το πάθημά του. Ο δε Κλεόδημος, επειδή δεν εκράτει την στιγμήν εκείνην ποτήρι, εστράφη και έπτυσε τον Ζηνόθεμιν• τον ήρπασε δε από τα γένεια διά να τον κτυπήση και θα εφόνευεν ίσως τον γέροντα εάν δεν τον ανεχαίτιζεν εγκαίρως ο Αρισταίνετος, ο οποίος εσηκώθη και ετοποθετήθη μεταξύ αυτών διά να χρησιμεύση ως διατείχισμα και τους αναγκάση να ησυχάσουν.
Ενώ συνέβαινον αυτά, Φίλων, εγώ έκανα διαφόρους σκέψεις, αλλά κυρίως εσκεπτόμην ότι ουδέν ωφελούν αι γνώσεις, όταν τις δεν ρυθμίζη και τον βίον του προς το καλόν• ούτω δε εκείνοι, ενώ ήσαν τόσον σοφοί εις τους λόγους, εις τα πράγματα εγίνοντο τόσον γελοίοι. Έπειτα μου επήλθεν η σκέψις μήπως αληθεύει το υπό των πολλών λεγόμενον, ότι η παιδεία απομακρύνει από την ορθοφροσύνην εκείνους οι οποίοι μόνον εις τα βιβλία προσέχουν και περιορίζονται. Εκ των τόσων φιλοσόφων οίτινες ήσαν εκεί ούτε ένα ηδύνατό τις να ίδη άψογον, αλλ' οι μεν έπραττον αισχρά, οι δε έλεγον αισχρότερα. Και ούτε εις τον οίνον ηδυνάμην ν' αποδώσω τα συμβαίνοντα, ενθυμούμενος τα όσα έγραψεν ο Ετοιμοκλής, χωρίς να φάγη και να πίη. Οι όροι είχον αναστραφή και οι μεν απλοί άνθρωποι εδείπνουν με πολλήν σεμνότητα, χωρίς να λέγουν ή να πράττουν απρεπή, αλλά περιωρίζοντο να γελούν και να εκπλήσσωνται δι' εκείνους τους οποίους εθαύμαζον απατώμενοι υπό του εξωτερικού των και νομίζοντες ότι είνε σπουδαίοι άνθρωποι, οι δε σοφοί παρεξετρέποντο και αλληλοϋβρίζοντο, έτρωγαν και έπιναν κατά κόρον, εφώναζαν και διεπληκτίζοντο• ο δε θαυμάσιος Αλκιδάμας και εκατουρούσε εις το μέσον, χωρίς να εντρέπεται τας γυναίκας. Μου εφαίνετο δε ότι τα συμβαίνοντα εις το συμπόσιον εκείνο ήσαν ομοιότατα προς εκείνα τα οποία επροκάλεσεν άλλοτέ ποτε η Έρις, ως λέγουν οι ποιηταί. Επειδή δεν εκλήθη εις του Πηλέως τον γάμον, έρριψε το μήλον επί της τραπέζης του συμποσίου και επροκάλεσε τον μέγαν πόλεμον κατά της Τρωάδος. Και ο Ετοιμοκλής λοιπόν μου εφαίνετο ότι έρριψεν εις το μέσον την επιστολήν του ως μήλον το οποίον δεν επροξένησεν ολιγώτερα κακά από τ' αναφερόμενα υπό της Ιλιάδος.
Διότι δεν έπαυσαν ο Ζηνόθεμις και ο Κλεόδημος να φιλονεικούν και αφού τους εχώρισεν ο Αρισταίνετος. Τώρα, είπεν ο Κλεόδημος, αρκεί να σας αποδείξω αμαθείς, αύριον δε θα εκδικηθώ όπως πρέπει. Ειπέ μου λοιπόν, Ζηνόθεμι, ή συ σεμνότατε Δίφιλε, πώς, ενώ λέγετε ότι η απόκτησις των χρημάτων είνε αδιάφορος, προ πάντων και μόνον δι' αυτό φροντίζετε πώς να αποκτήσετε περισσότερα και διά τούτο πάντοτε με τους πλουσίους έχετε να κάμετε και δανείζετε και τοκογλυφείτε και επί πληρωμή διδάσκετε, και ενώ λέγετε ότι μισείτε την ηδονήν, χάριν αυτής ενεργείτε και παθαίνετε τα αίσχιστα και αν δεν σας καλέσουν εις γεύμα αγανακτείτε, εάν δε κληθήτε, δεν αρκεί ότι τρώγετε τον περίδρομον, αλλά δίδετε και εις τους υπηρέτας σας. . . . Και ενώ έλεγεν αυτά επεχείρησε ν' αποσπάση το μάκτρον το οποίον εκράτει ο υπηρέτης του Ζηνοθέμιδος και το οποίον ήτο πλήρες από διάφορα κρέατα, με σκοπόν να το λύση και αφήση να πέσουν εις το έδαφος τα κρέατα• ο υπηρέτης όμως το εκράτει δυνατά και δεν το αφήκε.
Εύγε, Κλεόδημε, είπεν ο Έρμων• ας μας είπουν διατί κατηγορούν την ηδονήν αυτοί που εννοούν ν' απολαμβάνουν περισσότερον από τους άλλους. Όχι, αλλά συ, Κλεόδημε, είπεν ο Ζηνόθεμις, να μας πης, διατί θεωρείς αδιάφορον τον πλούτον. — Όχι, εσύ να μας πης. Και η φιλονεικία παρετείνετο τοιουτοτρόπως, έως ου ο Ίων ανασηκωθείς ώστε να γίνη ορατός είπε• Παύσετε να φιλονεικήτε, και εάν θέλετε, θα σας δώσω θέμα ομιλίας άξιον της παρούσης εορτής• και περί αυτού θα ερωτήσετε και θα λάβετε απαντήσεις χωρίς οργήν και φιλονεικίαν, όπως εγίνετο εις τας συζητήσεις του ημετέρου Πλάτωνος. Όλοι οι παρόντες επεδοκίμασαν και μάλιστα ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος, οι οποίοι ήλπισαν ότι ούτω θα εσώζοντο από την αηδίαν των ύβρεων. Επανήλθε δε τότε ο Αρισταίνετος εις την θέσιν του, πιστεύσας ότι τα πράγματα θα ησύχαζαν. Συγχρόνως μας έφεραν το λεγόμενον εντελές δείπνον {54} δηλαδή μίαν όρνιθα δι' έκαστον και κρέας αγριοχοίρου, λαγόν και ψάρια τηγανητά, σησαμωτά γλυκίσματα και διάφορα τραγήματα, τα οποία επετρέπετο ν' αποκομίσουν όσοι εκ των συμποτών ήθελαν. Δεν είχε δε παρατεθή εις έκαστον ιδιαίτερον πινάκιον, αλλ' έν εις εκάστην τράπεζαν. Διά τον Αρισταίνετον και τον Εύκριτον υπήρχεν ένα πινάκιον επί μιας τραπέζης κοινόν και έκαστος ηδύνατο να λάβη εκ των φαγητών και τραγημάτων των ευρισκομένων εις το μέρος του. Ομοίως κοινόν είχον το πινάκιον ο Ζηνόθεμις ο Στωικός και ο Έρμων ο Επικούρειος• έπειτα ο Κλεόδημος και ο Ίων και μετ' αυτούς ο γαμβρός και εγώ, ο δε Δίφιλος είχε διά δύο, διότι ο Ζήνων είχεν απέλθη. Και σε παρακαλώ να το ενθυμήσαι αυτό, Φίλων, διότι θα μας χρησιμεύση εις την διήγησιν.
ΦΙΛ. θα το ενθυμούμαι.
ΛΥΚ. Είπε λοιπόν ο Ίων• Αρχίζω πρώτος, αν θέλετε. Και αφού εσκέφθη επ' ολίγον εξηκολούθησεν• Έπρεπεν ίσως, ενώπιον σοφών ως οι παρόντες να ομιλήσω περί ιδεών, αΰλων και αθανασίας της ψυχής• αλλά διά ν' αποφύγω τας αντιλογίας εκείνων οίτινες έχουν αντιθέτους ιδέας, θα ομιλήσω περί γάμου. Το προτιμότερον θα ήτο να μη έχωμεν ανάγκην γάμου, αλλ' ακολουθούντες την γνώμην του Πλάτωνος και του Σωκράτους να παιδεραστώμεν διότι μόνον ο τοιούτος έρως δύναται να οδηγήση εις την τελείαν αρετήν, εάν δε θεωρήται απαραίτητος και ο μετά γυναικός γάμος, να έχωμεν τουλάχιστον, κατά την γνώμην του Πλάτωνος, κοινάς τας γυναίκας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι ζηλοτυπιών.
Γέλωτες υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους, ως αναρμόστους εις την περίστασιν. Ο δε Διονυσόδωρος ανεφώνησε• Παύσε αυτάς τας αηδίας. — Και συ μιλάς κάθαρμα; απήντησεν ο Ίων. Ο Διονυσόδωρος ήτο έτοιμος να του τα ψάλλη επίσης, αλλ' ο αγαθός Ιστιαίος ο γραμματικός διέκοψε την λογομαχίαν αναφωνήσας• Παύσετε διότι θα σας αναγνώσω ένα επιθαλάμιον. Και ήρχισεν αμέσως ν' αναγινώσκη• αν δε καλώς ενθυμούμαι, οι στίχοι τους οποίους ανέγνωσεν ήσαν οι εξής•
Ή οίη πότ' άρ' Αρισταινέτου εν μεγάροισι δία Κλεανθίς άνασσ' ετρέφετ' ενδυκέως προύχουσ' αλλάων πασάων παρθενικάων, κρέσσων της Κυθέρης ηδ' άμα της Ελένης. Νυμφίε, και συ δε χαίρε, κράτιστε τεών συνεφήβων, κρέσσων Νιρήος και Θέτιδος πάϊδος. Άμες δ'αυθ' υμίν τούτον θαλαμήιον ύμνον ξυνόν επ' αμφροτέροις πολλάκις ασόμεθα {55}.
Οι ακροαταί ως ήτο επόμενον εγέλασαν {56}• επειδή δε ήτο καιρός της λεηλασίας, ο Αρισταίνετος και ο Εύκριτος επήραν έκαστος τα επί της τραπέζης των υπολείμματα, επήρα κ' εγώ όσα μου ανήκον και ο Χαιρέας τα προ αυτού, ομοίως δε ο Ίων και ο Κλεόδημος. Ο Δίφιλος όμως ενόει να παραλάβη και τα ανήκοντα εις τον Ζήνωνα και έλεγεν ότι του ανήκον, αφού μόνον δι' αυτόν παρετέθησαν και ηγωνίζετο προς τους υπηρέτας και έσυραν την όρνιθα και αυτοί και εκείνος ως τον νεκρόν του Πατρόκλου, επιτέλους δε ο Δίφιλος ενικήθη και έδωκεν αφορμήν πολλού γέλωτος εις τους ομοτραπέζους, μάλιστα όταν έπειτα ηγανάκτει ως μεγάλως αδικηθείς.
Ο Έρμων και ο Ζηνόθεμις, ως είπα, ήσαν κατακεκλιμένοι πλησίον, προς το επάνω μέρος ο Ζηνόθεμις, κατωτέρω ο Έρμων• επειδή δε τα παρατεθέντα εις αυτούς ήσαν μοιρασμένα, τα παρέλαβον ειρηνικώς• κατά τύχην όμως, υποθέτω, η όρνιθα του Έρμωνος ήτο παχυτέρα, έπρεπε δε να παραλάβη έκαστος εκείνην που ευρίσκετο ενώπιόν του. Αλλ' ο Ζηνόθεμις — και εδώ σε παρακαλώ, Φίλων, να προσέξης, διότι πρόκειται περί της κυριωτέρας αφορμής των γενομένων — ο Ζηνόθεμις, λέγω, αφήκε τη δική του και ήρπασε την όρνιθα του Έρμωνος, η οποία, ως είπα, ήτο παχυτέρα. Ο Έρμων όμως αντέστη κατά της πλεονεκτικής εκείνης αυθαιρεσίας. Έγινε δε μέγας θόρυβος και οι δύο φιλόσοφοι συνεπλάκησαν και ήρχισαν ν' αλληλοκτυπούνται με τας όρνιθας εις τα πρόσωπα και σύροντες ο είς τον άλλον από τα γένεια εκάλουν εις βοήθειαν ο μεν Έρμων τον Κλεόδημον, ο δε Ζηνόθεμις τον Αλκιδάμαντα και τον Δίφιλον• και έλαβαν το μέρος οι μεν του ενός, οι δε του άλλου, εκτός μόνου του Ίωνος, ο οποίος έμεινεν ουδέτερος. Ούτω η συμπλοκή εγενικεύθη• και ο Ζηνόθεμις αρπάσας από την τράπεζαν ποτήρι, ευρισκόμενον προ του Αρισταινέτου, το εξεσφενδόνισε κατά του Έρμωνος•
κακείνου μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' άλλη {57}.
Έσχισε δε του γαμβρού την κεφαλήν με βαθύ και σοβαρόν τραύμα. Αι γυναίκες ήρχισαν να κραυγάζουν και η περισσότεραις έτρεξαν προς τον νέον και πρώτη η μητέρα του, η οποία αλλοφρόνησεν όταν είδε το αίμα• και η νύμφη δε έτρεξε προς αυτόν φοβηθείσα διά την ζωήν του. Εν τω μεταξύ ο Αλκιδάμας ηνδραγάθησεν ως σύμμαχος του Ζηνοθέμιδος και τον μεν Κλεόδημον εκτύπησεν εις την κεφαλήν με την βακτηρίαν, του δε Έρμωνος την σιαγόνα συνέτριψε και μερικούς εκ των υπηρετών, οίτινες έτρεξαν να βοηθήσουν, επλήγωσε. Δεν υπεχώρησαν όμως και οι άλλοι• αλλ' ο μεν Κλεόδημος εξώρυξε με το δάκτυλον τον οφθαλμόν του Ζηνοθέμιδος και του εδάγκασε την μύτην, μέρος της οποίας απέκοφε, ο δε Έρμων ιδών τον Δίφιλον ερχόμενον εις βοήθειαν του Ζηνοθέμιδος ώρμησε και τον έρριψε κάτω. Επληγώθη δε και ο Ιστιαίος ο γραμματικός επιχειρήσας να τους χωρίση, ο δε Κλεόδημος υποθέσας ότι ήτο ο Δίφιλος του έδωκε λάκτισμα εις τα δόντια και έπεσεν ο δυστυχής «αιμ' εμέων», όπως θα έλεγεν ο Όμηρός του. Η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης από ταραχήν και θρήνον. Και αι μεν γυναίκες περιεστοίχισαν τον Χαιρέαν και εθρηνολόγουν, οι δε άλλοι κατεγίνοντο να παύσουν την συμπλοκήν. Ο Αλκιδάμας όμως είχεν αποθηριωθή• και αφού έτρεψεν εις φυγήν τους αντιπάλους του, ήρχισε να κτυπά αδιακρίτως• θα έπιπτον δε πολλοί, εάν δεν έσπαζεν η βακτηρία του. Εγώ είχα σταθή πλησίον του τοίχου και παρετήρουν τα καθέκαστα, χωρίς ν' αναμιχθώ, διότι το πάθημα του Ιστιαίου με είχε διδάξη ότι είνε επικίνδυνος τοιαύτη ανάμιξις. Το θέαμα των ανατρεπομένων τραπεζών, του χυνομένου αίματος και των ριπτομένων ποτηριών, ενθύμιζε την μάχην των Κενταύρων και των Λαπιθών.
Εις το τέλος ο Αλκιδάμας ανέτρεψε τον λυχνοστάτην και έγινε μέγα σκότος, το οποίον επέτεινε την αταξίαν• διότι εβράδυναν να φέρουν άλλο φως και εις το σκότος συνέβησαν πολλά. Όταν δε αιφνιδίως εισήλθε κάποιος με λύχνον, εφάνη ο Αλκιδάμας προσπαθών να γυμνώση μίαν αυλητρίδα και να την βιάση. Ο δε Διονυσόδωρος εφωράθη ότι είχε πράξη άλλο γελοίον• όταν εσηκώθη έπεσεν εκ του κόλπου του ποτήριον• δικαιολογούμενος δε είπεν ότι κατά την στιγμήν της ταραχής του το έδωκεν ο Ίων διά να το φυλάξη να μη χαθή, και ο Ίων τον ελυπήθη και δεν ηρνήθη ότι ούτω συνέβη το πράγμα.
Ούτω διελύθη το συμπόσιον και τα δάκρυα κατέληξαν εις γέλωτας εις βάρος του Αλκιδάμα, του Διονυσοδώρου και του Ίωνος. Οι πληγωμένοι απεκομίζοντο επί φορείων και ήσαν εις κακήν κατάστασιν, μάλιστα ο γέρων Ζηνόθεμις, όστις με τα δύο του χέρια εκράτει την μύτην και τον οφθαλμόν του και εφώναζεν ότι υπέφερε φρικτούς πόνους. Ο δε Έρμων, μολονότι και αυτός ήτο εις κακήν κατάστασιν (διότι δύο του δόντια είχον εκριζωθή), του εφώναξε• Να ενθυμήσαι, Ζηνόθεμι, ότι δεν θεωρείς αδιάφορον τον πόνον {58}. Και ο γαμβρός, αφού ο Διόνικος του επέδεσε το τραύμα, ετέθη εις το όχημα {59}, επί του οποίου έμελλε να μεταφέρη την νύμφην, και ωδηγήθη εις την πατρικήν του κατοικίαν, έχων δεμένην την κεφαλήν με ταινίας. Πικρούς ο δυστυχής εώρτασε τους γάμους του.
Ο Διόνικος επεριποιήθη και τους άλλους και ωδηγούντο διά να κοιμηθούν, εμούντες οι περισσότεροι καθ' οδόν. Ο Αλκιδάμας όμως έμενεν εκεί• εστάθη αδύνατον να τον σηκώσουν, αφού επλάγιασεν εις μίαν κλίνην και απεκοιμήθη. Τοιούτον τέλος έλαβεν, αγαπητέ Φίλων; το συμπόσιον, εις το οποίον αρμόζουν οι στίχοι του τραγικού ποιητού {60)•
πολλαί μορφαί των δαιμονίων πολλά δ' αέλπτως κραίνουσι θεοί και τα δοκηθέντα ουκ ετελέσθη {61}•
διότι αληθώς ήσαν απροσδόκητα όσα συνέβησαν. Τώρα όμως εξ αυτών ενόησα, ότι δεν είνε ασφαλές να συντρώγη με τοιούτους σοφούς, άνθρωπος με ειρηνικόν χαρακτήρα.
ΖΕΥΣ ΤΡΑΓΩΔΟΣ
ΕΡΜΗΣ. Ω Ζευ, γιατί συλλογισμένος φαίνεσαι και μόνος σου μιλάς; γιατί περιπατείς ωχρός και φιλοσόφου χρώμα έχεις; Σ' εμένα την καρδιά σου άνοιξε και λέγε μου μ' εμπιστοσύνη τον πόνο και τη σκέψι που σε βασανίζει {62}.
ΑΘΗΝΑ. Κ' εγώ, πατέρα μας Κρονίδη ύψιστε, σε ικετεύω, η θεά η γαλανή, η τριτογέννητη. Λέγε και μη μας κρύπτης τίποτε, διά να μάθωμεν κ'εμείς ποιά σκέψις σου πικραίνει την καρδιά και συνταράσσει σου τας σκέψεις, γιατί στενάζεις κι' ωχρός φαίνεσαι.
ΖΕΥΣ. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει δυστυχία, κακόν και συμφορά καμμία τραγική που να μην απειλή και τους θεούς με τους ανθρώπους όμοια.
ΑΘΗΝΑ. Με τι προοίμια αρχίζει, ω θεέ μου!
ΖΕΥΣ. Όντα παγκάκιστα, όπου η γη σας έθρεψεν... ω Προμηθεύ, ποία κακά μου έκαμες, προδότη.
ΑΘΗΝΑ. Τι τρέχει τέλος πάντων; Δικοί σου είμεθα και θαρρετά να πης. Γιατί δεν μας 'μπιστεύεσαι;
ΖΕΥΣ. Ω κεραυνέ μου φοβερέ, εις τι μου χρησιμεύεις;
ΗΡΑ. Τι έχει πάλιν; Παύσε τον θυμόν και τας τραγικότητας. Τι; δράμα θα παίξωμεν; Δεν δυνάμεθα όλοι, όπως αυτοί, ν' απαγγέλλωμεν στίχους τραγικούς, διά να σε συνοδεύσωμεν. Δεν έχομεν καταπιή όλον τον Ευριπίδην. Αλλά μη νομίζης ότι δεν γνωρίζω την αιτίαν της λύπης σου.
ΖΕΥΣ. Δυστυχισμένη• αν ήξευρες θάκλαιγες και θα εθρήνεις.
ΗΡΑ. Δεν αμφιβάλλω ότι η πραγματική αφορμή θα είνε πάλιν κάποια ερωτοδουλειά• αλλά μου έχεις κάνη τόσες φορές αυτήν την ύβριν, ώστε συνείθισα πλέον και δεν κλαίω. Φαίνεται ότι κάποιαν Δανάην ή Σεμέλην ή Ευρώπην θα ανεκάλυψες πάλιν κ' ερωτεύθηκες, και τώρα σκέπτεσαι πώς να μεταβληθής εις ταύρον ή σάτυρον ή και χρυσός να χυθής από την στέγην εις τον κόρφον της ερωμένης σου. Οι στεναγμοί, τα δάκρυα και η ωχρότης, αυτά σημαίνουν και μόνον έρωτα μαρτυρούν.
ΖΕΥΣ. Ευτυχισμένη, που νομίζεις ότι πρόκειται περί έρωτος και μικρολογιών τοιούτων.
ΗΡΑ. Αλλά τι άλλο δύναται να σε λυπή;
ΖΕΥΣ. Τα συμφέροντα των θεών, Ήρα, διατρέχουν τον έσχατον κίνδυνον, και ως κοινώς λέγεται επί ξυρού ακμής ευρίσκονται. Πρόκειται περί του αν πρέπη να λατρευώμεθα και ν' απολαμβάνωμεν τιμάς επί της γης ή να παραμεληθώμεν τελείως και να θεωρούμεθα ως μη υπάρχοντες.
ΗΡΑ. Μήπως εφύτρωσαν πάλιν εκ της γης Γίγαντες ή οι Τιτάνες έσπασαν τα δεσμά των, ενίκησαν την φρουράν και εκ νέου επανεστάτησαν εναντίον μας;
ΖΕΥΣ. Από τον Άδην κίνδυνος δεν απειλεί κανένας.
ΗΡΑ. Τι άλλο λοιπόν μπορεί να συμβαίνη; Αφού δεν έχεις τοιαύτας αφορμάς θλίψεως δεν εννοώ διατί από Ζευς μας παρουσιάζεσαι σήμερον ως Πώλος ή Αριστόδημος {63}
ΖΕΥΣ. Χθες ο Τιμοκλής ο Στωικός και ο Επικούρειος Δάμις δεν ξέρω πώς ήρχισαν και κατέληξαν εις συζήτησιν περί θείας προνοίας ενώπιον πολλών και διακεκριμένων ανθρώπων• τούτο δε προ πάντων μ' εστενοχώρησε. Ο Δάμις υπεστήριζεν ότι ούτε υπάρχουν καθόλου θεοί, ούτε επιβλέπουν και διευθύνουν τα συμβαίνοντα επί της γης. Ο δε ευσεβέστατος Τιμοκλής επροσπάθησε ν' αναλάβη την υπεράσπισίν μας• επειδή όμως συνηθροίσθη πολύς όχλος, η συζήτησις δεν ετελείωσε. Εχωρίσθησαν συμφωνήσαντες να εξακολουθήσουν και συνεχίσουν άλλην ημέραν την συζήτησιν, και τώρα όλοι περιμένουν την επανάληψιν διά να ίδουν ποίος θα νικήση και θα φανή ότι έχει την άληθεστέραν γνώμην. Βλέπετε λοιπόν ότι ο κίνδυνος είνε μέγας και τα συμφέροντά μας εις δύσκολον θέσιν, αφού εξαρτώνται από ένα άνθρωπον. Έν εκ των δύο, ή θα περιφρονηθώμεν και θα θεωρούμεθα ότι είμεθα μόνον κεναί λέξεις ή θα εξακολουθήσουν οι άνθρωποι να μας τιμούν όπως πριν, εάν ο Τιμοκλής νικήση.
ΗΡΑ. Αυτά πραγματικώς είνε σοβαρά και δεν είχες άδικον να φαίνεσαι τόσον τραγικός.
ΖΕΥΣ. Και όμως εσύ ενόμισες ότι εξ αιτίας καμμιάς Δανάης ή Αντιόπης ευρισκόμην εις τέτοιαν ταραχήν. Λοιπόν τι πρέπει να γίνη, ω Ερμή και Ήρα και Αθηνά; Πρέπει να σκεφθήτε και σεις.
ΕΡΜ. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να συνέλθωμεν όλοι και από κοινού να σκεφθώμεν.
ΗΡΑ. Και εγώ συμφωνώ με τον Ερμήν.
ΑΘΗΝΑ. Εγώ όμως, πατέρα, νομίζω εξ εναντίας ότι δεν πρέπει να ταράξωμεν τον ουρανόν και να φανούμεν ότι αποδίδομεν σημασίαν εις το πράγμα, αλλά μυστικά να βοηθήσωμεν τον Τιμοκλήν να νικήση, ο δε Δάμις να γίνη καταγέλαστος.
ΕΡΜ. Δεν μπορούν να μένουν μυστικά αυτά, αφού η φιλονεικία των φιλοσόφων γίνεται φανερά και συ θα φανής δεσποτικός αν δεν ανακοινώσης τα συμβαίνοντα εις τους άλλους θεούς, προκειμένου περί κοινών και μεγάλων κινδύνων.
ΖΕΥΣ. Πολύ σωστά λέγεις. Λοιπόν διαλάλησε και κάλεσε όλους τους θεούς εις συνέλευσιν.
ΕΡΜ. Θεοί, ο Ζευς σας συγκαλεί εις εκκλησίαν και πρέπει να συνέλθετε όλοι χωρίς να βραδύνετε, διότι πρόκειται περί μεγάλων ζητημάτων.
ΖΕΥΣ. Με τρόπον τόσον πεζόν, απλούν και ανεπίσημον κάνεις την πρόσκλησιν, ενώ πρόκειται περί τόσο σοβαρών πραγμάτων;
ΕΡΜ. Αλλά πώς θέλεις να τους καλέσω;
ΖΕΥΣ. Πώς θέλω; Πρέπει να μεταχειρισθής ποιητικά μέτρα και μεγαληγορίαν, διά να γίνη το κήρυγμα σοβαρώτερον και να προθυμοποιηθούν περισσότερον οι θεοί να συνέλθουν.
ΕΡΜ. Ναι• αλλά δι' αυτό πρέπει να είνε κανείς ποιητής και ραψωδός και εγώ δεν είμαι καθόλου ποιητής, και αντί τα κάμω ευγενέστερον το κήρυγμα, θα το χαλάσω με στίχους ασυμμέτρους και χωλούς και θα γελάσουν διά τους ατέχνους στίχους μου, όπως βλέπω να γελούν οι άνθρωποι ενίοτε και διά τους εμμέτρους χρησμούς του Απόλλωνος, αν και η μαντική συγκαλύπτη πολλά εκ των ελαττωμάτων και οι άνθρωποι προσέχοντες εις αυτήν δεν εξετάζουν τα μέτρα.
ΖΕΥΣ. Λοιπόν πάρε στίχους απ' τον Όμηρον και ανάμιξε τους εις το κήρυγμα, θα ενθυμήσαι τους στίχους με τους οποίους εκείνος μας συνεκάλει.
ΕΡΜ. Δεν τους έχω πολύ προχείρους εις την μνήμην μου, αλλά θα προσπαθήσω :
Μήτε τις ουν θήλεια θεός ... μήτε τις άρσην, μηδ' αυτών ποταμών μενέτω νόσφ' Ωκεανοίο μηδέ τε νυμφάων, αλλ' ες Διός έλθετε πάντες εις αγορήν, όσσοι τε κλυτάς δαίνυσθ' εκατόμβας όσσοι τ'αυ μέσατοι ή ύστατοι ή μάλα πάγχυ νώνυμνοι βωμοίσι παρά κνίσησι κάθησθε {64}.