Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος
Part 2
ΛΥΚ. Και είθε ούτω να γείνη, Πολύστρατε• είνε αξία διότι δεν είνε μόνον κατά το σώμα ωραία, όπως η Ελένη, αλλά και ψυχήν ωραιοτέραν και πλέον αξιαγάπητον κλείει εντός του ωραίου σώματος. Έπρεπε δε και επί των ημερών ενός ηγεμόνος τόσον μεγάλου και συγχρόνως τόσον αγαθού και χρηστού να γεννηθή εις το κράτος του μία τοιαύτη σπανία γυνή και να προστεθή εις την άλλην ευτυχίαν του ο έρως αυτής• διότι δεν είνε μικρόν ευτύχημα η γυνή εις την οποίαν θα εταίριαζεν εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος, ότι δύναται ν' αμιλλάται προς την Αφροδίτην κατά το κάλλος και την Αθηνάν κατά τα έργα. Διότι εξ όλων των γυναικών ουδεμία δύναται να παραβληθή προς αυτήν, «ού δέμας ουδέ φυήν, ούτ' αρ φρένας ούτε τι έργα».
ΠΟΛ. Αληθή αυτά, Λυκίνε• ώστε αν θέλης ας αναμίξωμεν τώρα τας εικόνας, την εικόνα του σώματος την οποίαν συ έπλασες και τας ψυχικάς τας οποίας εγώ εζωγράφισα και εξ όλων τούτων ας συνθέσωμεν μίαν εις βιβλίον, ώστε να δύνανται να την βάζουν όλοι, και οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι• διότι ούτω θα είνε διαρκεστέρα από τα έργα του Απελλού του Παρισίου και του Πολυγνώτου και πολύ ανωτέρα, καθότι δεν θα κατασκευασθή από ξύλον, κηρόν και χρώματα, αλλ' εκ των εμπνεύσεων των Μουσών και θα είνε κατ' εξοχήν και εξαιρετικώς ακριβής, καθ' όσον θα παριστά συγχρόνως και του σώματος και της ψυχής το κάλλος.
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Εις το σύγγραμμά σου, Λυκίνε, είπεν η γυνή εκείνη, διέκρινα πολλήν συμπάθειαν και σεβασμόν προς εμέ• διότι οι έπαινοι δεν θα είχον τόσον ενθουσιασμόν εάν δε συνέγραφε και με αγάπην. Αλλ' αν θέλης να μάθης τον χαρακτήρα μου, ιδού ποίος είνε. Δεν μου αρέσουν οι κολακευτικοί τους τρόπους, αλλά μου κάμνουν την εντύπωσιν απατεώνων και ήκιστα ελευθέρων κατά τον χαρακτήρα. Προκειμένου δε περί επαίνων, όταν ακούω να μ' επαινούν με υπερβολάς υπερμέτρους κοκκινίζω και μου έρχεται να φράξω τ' αυτιά μου. Εν γένει δε το πράγμα μου φαίνεται μάλλον εμπαιγμός παρά έπαινος. Οι έπαινοι είνε ανεκτοί μόνον εφ' όσον ο επαινούμενος αναγνωρίζει ότι τα λεγόμενά του ταιριάζουν• τα δε, υπερβαίνοντα το μέτρον τούτο είνε δι' αυτόν ψεύδη και καθαρά κολακεία. Εγνώρισα εν τοσούτω, είπε, πολλούς, οι οποίοι ευχαριστούνται όταν οι επαινούντες αποδίδουν εις αυτούς χαρίσματα τα οποία δεν έχουν• λ. χ. εάν είνε γέροντες και τους επαινούν διά την ακμήν των, ή άσχημοι και τους συγκρίνουν κατά το κάλλος προς τον Νιρέα ή τον Φάωνα• φαίνονται ως να πιστεύουν ότι οι έπαινοι θ' αλλάξουν την μορφήν των και ότι θα ανανεωθούν, όπως ο Πελλίας ενόμιζεν. Αλλ' αυτό δεν είνε σωστόν• ο έπαινος είνε πολύτιμος, εάν δύναται να προέλθη και τίποτε καλόν εκ των υπερβολών του, άλλως οι ούτω επαινούμενοι και πιστεύοντες εις τους επαίνους παθαίνουν ό,τι οι άσχημοι οι φορούντες ωραίαν προσωπίδα και υπερηφανευόμενοι διά κάλλος των, το οποίον είνε πρόσθετον και πας τις δύναται, να το καταστρέψη, ότε ο υπερηφανευόμενος θα γίνη γελοιωδέστερος, διότι θα φανή οποίος είνε και ότι υπό τοιούτον προσωπείον τοιαύτην ασχημίαν έκρυπτεν. Ομοίως αν κανείς μικρόσωμος φορέση κοθόρνους και ερίζη περί μεγέθους προς ανθρώπους οίτινες τον υπερβαίνουν πήχυν ολόκληρον.
Ανέφερε δε και το εξής• Υπήρξε γυνή ανωτέρας τάξεως, η οποία κατά μεν τα άλλα ήτο νόστιμη και σεμνή, αλλά κοντή και κατωτέρα του μετρίου• εις εγκώμιον δε το οποίον της έπλεξε κάποιος ποιητής έλεγε μεταξύ των άλλων ότι ήτο μεγαλοπρεπής και την παρωμοίαζε κατά το ευθυτενές και το ύψος του αναστήματος προς αίγειρον. Και αυτή μεν ετέρπετο υπό του επαίνου και επεδοκίμαζεν, ως εάν το ποίημά της εμεγέθυνε πραγματικώς το ανάστημα, ο δε ποιητής βλέπων ότι την ηυχαρίστει επανελάμβανε πολλάκις το άσμα, έως ου κάποιος εκ των παρόντων έκυψε και του είπεν εις το αυτί• «Παύσε γιατί θ' αναγκάσης την γυναίκα να σηκωθή». Κάτι παρόμοιον, αλλά πολύ γελοιωδέστερον έπραξεν η Στρατονίκη, η σύζυγος του Σελεύκου. Εκάλεσε τους ποιητάς εις συναγωνισμόν διά να εγκωμιάσουν με αμοιβήν ενός ταλάντου την κόμην της, καίτοι ήτο φαλακρά και ουδ' έλαχίστας ιδικάς της τρίχας διετήρει. Ενώ όμως εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η κεφαλή της και όλοι εγνώριζον ότι εκ μακρού νοσήματος είχε χάση την κόμην, οι αναιδέστατοι ποιηταί απεκάλουν υακινθίνας τας τρίχας της κόμης της και έπλεκον περί την κεφαλήν της σγουρούς πλοκάμους και παρωμοίαζον την ανύπαρκτον κόμην προς τα σέλινα. Όλους λοιπόν τούτους τους παραδιδομένους εις τους κόλακας κατέσκωπτεν η ερωμένη του βασιλέως και έλεγεν ότι όχι μόνον εις τα εγκώμια, αλλά και εις τας εικόνας πολλοί κολακεύονται ομοίως και θέλουν να εξαπατώνται. Προτιμούν δηλαδή εκείνους εκ των ζωγράφων οίτινες τους παριστούν ωραιοτέρους• τινές μάλιστα και παραγγέλλουν εις τους τεχνίτας ν' αφαιρέσουν κάποιαν ανωμαλίαν της [;;;της] ή να κάμουν πλέον μαύρα τα μάτια ή να προσθέσουν εις την μορφήν ό,τι άλλο επιθυμούν και έπειτα φυλάττουν ως ιδίας τας ξένας εκείνας εικόνας, αίτινες ουδόλως ομοιάζουν προς αυτούς. Ταύτα και τοιαύτα έλεγε• και κατά μεν τα άλλα επεδοκίμαζε το σύγγραμμα, έν δε μόνον δεν υπέφερεν, ότι την παρωμοίασες προς τας θεάς Ήραν και Αφροδίτην. Αυτά, είπεν, είνε ανώτερα από εμέ, μάλλον δε υπέρ την ανθρωπίνην φύσιν. Εγώ όχι μόνον με τας μεγαλειτέρας θεάς δεν θα ήθελα να συγκρίνωμαι αλλ' ουδέ με τας ηρωίδας, όπως η Πηνελόπη, η Αρήτη και η Θεανώ. Είπε δε και το εξής• Φοβούμαι πολύ τους θεούς και δεν θέλω αποδεχομένη τοιούτους επαίνους να φανώ ομοία προς την Κασσιόπην, ήτις μ' όλα ταύτα μόνον προς τας Νηρηίδας ετόλμα να συγκρίνεται, την Ήραν δε και την Αφροδίτην εσέβετο.
Ώστε, Λυκίνε, η επιθυμία της είνε να μεταβάλλης εκείνα τα οποία έγραψες, άλλως αυτή μεν θα επικαλεσθή την μαρτυρίαν των θεών ότι έγραψες παρά την θέλησίν της, συ δε πρέπει να γνωρίζης ότι θα την λυπήση το βιβλίον αν κυκλοφορήση, όπως τώρα είνε γραμμένον, χωρίς σεβασμόν προς τους θεούς. Εθεώρει δε ότι θα ήτο ασέβεια εκ μέρους της και αμάρτημα αν εδέχετο να λέγεται ομοία προς την Κνιδίαν Αφροδίτην και την εν κήποις. Ενώ δε εις το τέλος του βιβλίου — ως μου παρήγγειλε να σου είπω — την παριστάς μετριόφρονα και χωρίς αλαζονείαν και λέγεις ότι δεν επαίρεται υπέρ την ανθρωπίνην κατάστασιν, αλλά πετά πλησίον εις την γην, εις την αρχήν συ ο ίδιος την ανυψώνεις υπέρ τον ουρανόν, ώστε και προς θεάς την εξομοιώνεις. Έχει την αξίωσιν να μη την θεωρήσης ολιγώτερον του Αλεξάνδρου συνετήν, όστις δεν εδέχθη την πρότασιν την οποίαν του έκαμε κάποιος αρχιτέκτων να μεταβάλλη ολόκληρον το όρος Άθω εις ανδριάντα του και να τον παραστήση κρατούντα δύο πόλεις εις τας χείρας του• θεωρήσας το πράγμα ανώτερόν του διέταξε τον άνθρωπον εκείνον να μη κατασκευάση κολοσσόν τόσον απίθανον και ν' αφήση ήσυχον τον Άθω, ούτε να σμικρύνη όρος τόσον μέγα, εξομοιώνων αυτό προς μικρόν ανθρώπινον σώμα. Επαινούσα δε τον Αλέξανδρον διά την μεγαλοψυχίαν του έλεγεν ότι έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα μεγαλείτερον του Άθω, διά να παραμείνη αθάνατος η μνήμη του γεγονότος εκείνου• διότι δεν ήτο μικρού χαρακτήρος ένδειξις ότι κατεφρόνησε τόσην μεγάλην τιμήν.
Επαινεί δε και το έργον σου και την επίνοιαν των εικόνων, αλλά δεν αναγνωρίζει την ομοιότητα αυτών, διότι δεν αναγνωρίζει εις εαυτήν τοιαύτα προτερήματα, αλλ' ούτε και υπάρχει κατά την γνώμην της γυνή πλησιάζουσα εις τοιαύτην τελειότητα• ώστε παραιτείται από την τιμήν την οποίαν της απονέμεις και αρκείται να λατρεύη τα πρότυπα των εικόνων σου. Να την επαινής ως άνθρωπον και το υπόδημα να μην είνε του ποδός πλατύτερον διά να μη πέση, λέγει, όταν επιχειρήση να περιπατήση. Μου παρήγγειλε δε να σου είπω και το εξής• Ακούω να λέγουν πολλοί — σεις δε οι άνδρες είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε εάν τούτο αληθεύη {11} — ότι ουδ' εις την Ολυμπίαν επιτρέπεται να εγείρουν εις τους νικητάς ανδριάντας μεγαλειτέρους του αναστήματος αυτών, αλλ' οι Ελλανοδίκαι φροντίζουν να μη υπερβαίνη κανείς το φυσικόν ανάστημα, η δε εξέτασις αύτη γίνεται πολύ ακριβεστέρα από την έγκρισιν των αγωνιστών. Ώστε πρόσεξε, είπε, μήπως μας ανακαλύψουν υπερβαίνοντας το μέτρον και οι Ελλανοδίκαι μας ανατρέψουν την εικόνα. Αυτά έλεγεν εκείνη, συ δε σκέψου, Λυκίνε, να τροποποιήσης το βιβλίον και ν' αφαιρέσης τα τοιαύτα, ιδίως δε όσα θίγουν τους θεούς• διότι αυτά κυρίως την επείραξαν και, ενώ τα ανεγίνωσκε, κατελήφθη υπό φρίκης και παρεκάλει τους θεούς να την συγχωρήσουν. Πρέπει δε να της συγχωρήσωμεν αυτόν τον φόβον, όστις είνε φυσικός εις τας γυναίκας. Αλλά, διά να είπω την αλήθειαν, και η εντύπωσις η δική μου δεν ήτο διαφορετική. Κατ' αρχάς, είνε αληθές, δεν εύρισκα τίποτε το άτοπον εις όσα έγραψες, αλλ' αφού εκείνη εξεδήλωσε το αίσθημά της, ήρχισα και εγώ να αισθάνωμαι το αυτό και μου συνέβη ό,τι παθαίνουν οι βλέποντες τα αντικείμενα εκ πολύ μικράς αποστάσεως• διότι όταν από πολύ πλησίον βλέπομεν κάτι τι, δεν το βλέπομεν ακριβώς• εάν όμως απομακρυνθώμεν εις την πρέπουσαν απόστασιν, διακρίνομεν ακριβώς τα ελαττώματα και τα καλά του.
Αφού είνε άνθρωπος και την παραβάλλεις προς την Αφροδίτην και την Ήραν, τι άλλο κάνεις παρά εξευτελίζεις τας θεάς; Εις τας τοιαύτας συγκρίσεις εκείνο το οποίον σμικρύνεται περισσότερον δεν είνε μικρότερον, αλλά το μεγαλείτερον, το οποίον αναγκάζομεν να εξισωθή προς το μικρότερον• εάν βαδίζουν ομού δύο άνθρωποι, εκ των οποίων ο μεν έχει πολύ υψηλόν το ανάστημα, ο δε είνε πολύ μικρόσωμος, και θελήσωμεν να τους εξισώσωμεν, ώστε να μη φαίνεται ο είς υψηλότερος του άλλου, τούτο δεν θα κατορθωθή διά της προσπαθείας του μικροτέρου, και εάν ούτος αρχίση να βαδίζη ακροποδητί• διά να φανούν ίσοι πρέπει να σκύψη πολύ ο υψηλότερος και να συμμαζευθή καθ' υπερβολήν. Λοιπόν εις αυτάς τας εικόνας όταν εξομοιούται ο άνθρωπος προς θεόν δεν μεγαλοποιείται τόσον ο άνθρωπος, όσον ο θεός σμικρύνεται και συστέλλεται διά να περιορισθή εις το ανθρώπινον ύψος. Και τέλος πάντων, αν κανείς δεν ευρίσκη παραδείγματα επί της γης και αναγκάζεται να στρέφεται προς τα ουράνια, ολιγώτερον δύναται να κατηγορηθή δι' ασέβειαν• αλλά ενώ ηδύνασο να εύρης επί της γης τόσα γυναικεία κάλλη, χωρίς ανάγκην ετόλμησες να την παραβάλης προς την Αφροδίτην και την Ήραν.
Ώστε, Λυκίνε, αφαίρεσε το υπερβολικόν τούτο και ασεβές, το οποίον άλλως ταιριάζει προς τον χαρακτήρα σου, διότι έως τώρα δεν ήσουν εύκολος και πρόθυμος εις τους επαίνους. Τώρα γνωρίζω πώς τόσον αποτόμως μετεβλήθης και τόσον αθρόους επαίνους έγραψες διά μιας και από φιλαργύρου ανεδείχθης άσωτος εις αυτό το είδος.
Δεν πρέπει δε και να φοβηθής να μεταρρυθμίσης το έργον σου διά τον λόγον ότι ήδη εκυκλοφόρησε. Και περί του Φειδίου λέγουν ότι ούτω έπραξεν, όταν κατά παραγγελίαν των Ηλείων κατεσκεύασε το άγαλμα του Διός. Εστάθη όπισθεν των θυρών του εργαστηρίου του, όταν πρώτην φοράν τας ήνοιξε και επέδειξε το έργον, και ήκουε τας κρίσεις των θεατών, κατηγορούντων ή επαινούντων το άγαλμα• έλεγε δε ο μεν ότι η μύτη ήτο παχυτέρα του πρέποντος, ο δε ότι το πρόσωπον ήτο πάρα πολύ επίμηκες και άλλος άλλο. Έπειτα αφού έφυγαν οι θεαταί, ο Φειδίας εκλείσθη εις το εργαστήριόν του εκ νέου και διώρθωσε το άγαλμα κατά τας υποδείξεις των περισσοτέρων• διότι δεν εθεώρει αναξίαν προσοχής την γνώμην τόσου λαού, αλλ' επίστευεν ότι πάντως οι πολλοί βλέπουν καλλίτερα από τον ένα και εάν ο είς ούτος είνε Φειδίας. Αυτά μου παρήγγειλεν εκείνη να σου είπω, σε συμβουλεύω δε και εγώ ως φίλος να τ' ακολουθήσης.
ΛΥΚ. Βλέπω, Πολύστρατε, ότι είσαι ρήτωρ και δεν το εγνώριζα• απήγγειλες κατά του έργου μου λόγον και κατηγορητήριον τόσον μακρόν και τόσον δεινόν, ώστε ούτε να απολογηθώ δύναμαι. Επράξατε όμως κάτι τι το οποίον δεν συμβιβάζεται προς τα δικαστικά έθιμα, μάλιστα συ ο οποίος ερήμην κατεδίκασες το βιβλίον μου, χωρίς να παρίσταται κανείς συνήγορος αυτού. Αλλ' είνε εύκολον να νικήση τις εις αγώνα δρόμου, όταν κατά την παροιμίαν τρέχει μόνος του. Ώστε καθόλου παράδοξον ότι και εγώ ενικήθην, αφού ούτε ο λόγος μου εδόθη, ούτε απελογήθην. Αλλά το πλέον άτοπον είνε ότι σεις ήσθε και κατήγοροι και δικασταί. Τι θέλεις λοιπόν να προτιμήσω; Να δεχθώ την απόφασίν σας και να σιωπήσω ή κατά μίμησιν του Ιμεραίου ποιητού να γράψω νέον έργον αναιρούν το πρώτον; ή θα μου επιτρέψετε να εφεσιβάλω την απόφασιν;
ΠΟΛ. Διατί όχι, αν έχης να φέρης δικαίας παρατηρήσεις; Διότι δεν έχεις να κάμης με αντιδίκους, ως λέγεις, αλλά με φίλους. Εγώ δε είμαι πρόθυμος και ως μάρτυς να σου χρησιμεύσω.
ΛΥΚ. Εκείνο το οποίον με στενοχωρεί, Πολύστρατε, είνε ότι θ' απολογηθώ χωρίς να είνε εκείνη παρούσα, διότι τούτο θα ήτο δι' εμέ πολύ καλλίτερον. Τώρα είνε ανάγκη να απολογηθώ διά τρίτου. Αλλ' εάν μου υποσχεθής ότι θα μου χρησιμεύσης όπως εχρησίμευσες προς εκείνην και διεβίβασες ακριβώς όσα σου είπε, θα επιχειρήσω το τόλμημα.
ΠΟΛ. Περί τούτου να είσαι βέβαιος, Λυκίνε. Θα μεταδώσω ακριβώς την απολογίαν σου, αρκεί να είσαι σύντομος εις όσα θα είπης, διά να δυνηθώ να τ' απομνημονεύσω καλλίτερα.
ΛΥΚ. Θα ήτο ανάγκη να ομιλήσω διά μακρών εναντίον κατηγορίας τόσον σφοδράς. Προς χάριν σου όμως θα συντομεύσω την απολογίαν. Λοιπόν και εκ μέρους μου να της είπης τα εξής.
ΠΟΛ. Όχι, Λυκίνε, αλλά να ομιλήσης ως εάν εκείνη ήτο παρούσα, και εγώ έπειτα θα προσπαθήσω να επαναλάβω προς αυτήν όσα θα είπης.
ΛΥΚ. Λοιπόν αφού το θέλεις, Πολύστρατε, ας την φαντασθώμεν ότι παρίσταται και ότι είπε προηγουμένως εκείνα τα οποία εκ μέρους της μου ανέφερες. Και τώρα εγώ αρχίζω την απολογίαν μου. Αλλά θα σου ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω πώς ούτω το πράγμα μου έγεινε δυσκολώτερον και περισσότερον φοβούμαι ν' απολογηθώ κατ' αυτόν τον τρόπον. Ως βλέπεις από τούδε ήρχισα να ιδρώνω, φοβούμαι και σχεδόν νομίζω, ότι την βλέπω ενώπιόν μου και μεγάλη ταραχή με κατέχει. Θ' αρχίσω όμως, διότι αφού είνε παρούσα, δεν υπάρχει τρόπος ν' αποφύγω.
ΠΟΛ. Αλλά το πρόσωπόν της εκφράζει πολλήν ευμένειαν, διότι ως βλέπεις είνε φαιδρά και προσηνής• ώστε λέγε με θάρρος.
ΛΥΚ. Εγώ ο οποίος σου έπλεξα εγκώμιον υπερβολικόν και υπέρ το μέτρον σε επήνεσα, ως λέγεις, τελειοτάτη των γυναικών, δεν βλέπω να έφθασα εις το ύψος των επαίνων τους οποίους η ιδία εξήνεγκες περί του εαυτού σου διά του μεγάλου σεβασμού τον οποίον προς τους θεούς έδειξες. Τούτο υπερβαίνει παν ό,τι είπα περί σου και σε παρακαλώ να με συγχωρήσης εάν από την εικόνα σου παρέλειψα εξ αγνοίας και απροσεξίας το χαρακτηριστικόν τούτο• διότι προ αυτής δεν έχω ζωγραφίση άλλην εικόνα. Ώστε τούτο αντί να καθιστά υπερβολικούς τους επαίνους μου, εξ εναντίας μου φαίνεται ότι τους κάμνει πολύ υποδεεστέρους της αξίας σου. Σκέψου πόσον σπουδαία είνε η παράλειψις αύτη και πόσον αναγκαιότατον ήτο το χαρακτηριστικόν τούτο διά να δείξη την χρηστότητα και την ευθύτητα του χαρακτήρος σου• διότι όσοι δεν παραμελούν τα προς το θείον καθήκοντά των ούτοι και προς τους ανθρώπους είνε άριστοι. Ώστε εάν πάντως είνε ανάγκη να τροποποιήσω το έργον μου και να διορθώσω το άγαλμα, δεν θα τολμήσω να αφαιρέσω τίποτε, αλλ' εξ εναντίας θα προσθέσω και τούτο ως κεφαλήν και κορωνίδα του όλου έργου. Σ' ευγνωμονώ δε μεγάλως διά τούτο. Επειδή εγώ επήνεσα την μετριοφροσύνην του χαρακτήρος σου και ότι η μεγάλη εύνοια της τύχης δεν σου ενέπνευσε καμμίαν έπαρσιν και αλαζονείαν, συ διά των αντιρρήσεων σου επεβεβαίωσες την αλήθειαν του επαίνου. Διότι όταν τις θεωρή αταίριαστα εις τον εαυτόν του τα τοιαύτα εγκώμια και εντρέπεται δι' αυτά και λέγει ότι είνε υπερβολικά, τούτο αποτελεί απόδειξιν μετριοφροσύνης και απλότητος. Αλλ' όσον περισσότερον αποκρούεις τους επαίνους, τόσον περισσότερον αναδεικνύεσαι αξία των μεγαλειτέρων εγκωμίων. Εις την περίπτωσίν σου εφαρμόζεται σχεδόν το αναφερόμενον εις τον Διογένην, ο οποίος ερωτηθείς πώς δύναται κανείς να γείνη ένδοξος, Εάν, είπε, καταφρονή την δόξαν. Δύναμαι δε και εγώ να είπω, εάν κανείς μ' ερωτήση ποίοι προ πάντων είνε άξιοι επαίνων, όσοι δεν θέλουν να επαινώνται.
Αλλ' αυτά ίσως θα φανούν άσχετα προς το θέμα και ξένα προς το ζήτημα. Εκείνο δε διά το οποίον πρέπει ν' απολογηθώ είνε ότι, προσπαθών να σε εξεικονίσω, σε συνέκρινα προς την Κνιδίαν Αφροδίτην και την εν κήποις, προς την Ήραν και την Αθηνάν, και αυτά σου εφάνησαν υπερβολικά και ανάρμοστα. Περί τούτων θα ομιλήσω. Μολονότι προ πολλού ελέχθη ότι οι ποιηταί και οι ζωγράφοι είνε ανεύθυνοι, κατά μείζονα λόγον είνε ανεύθυνοι όσοι, όπως εγώ, επαινούν και δεν ιππεύουν επί μέτρων, αλλά βαδίζουν πεζοί και χαμηλά.
Ο έπαινος είνε κάτι τι ελεύθερον και δεν υπάρχει νομοθετημένον μέτρον, το οποίον να κανονίζη το μέγεθος ή την έκτασίν του, αλλ' ο σκοπός του είνε κυρίως να θαυμάση όσον το δυνατόν περισσότερον και να καταστήση ζηλευτόν τον επαινούμενον. Την δικαιολογίαν ταύτην ηδυνάμην να προβάλω, αλλά δεν θα το πράξω εκ φόβου μήπως αποδοθή τούτο εις αμηχανίαν. Θα σου υπενθυμίσω δε ότι τα μέσα τα οποία μεταχειριζόμεθα εις τους εγκωμιαστικούς λόγους είνε τοιαύτα, ώστε ο επαινών να μεταχειρίζεται και εικόνας και παρομοιώσεις και σχεδόν εις τούτο συνίσταται η μεγαλειτέρα των επαίνων αξία. Διά να είνε δε επιτυχής η παρομοίωσις δεν πρέπει ο επαινών να παραβάλλη το αντικείμενόν του προς τα ακριβώς όμοια ή προς τα κατώτερα, αλλά να προσπαθή όσον το δυνατόν να εξαίρη προς τα υπερέχοντα το επαινούμενον αντικείμενον. Εάν εγκωμιάζη λ. χ. σκύλλον και είπη ότι είνε μεγαλείτερος αλώπεκος ή γάτου, νομίζεις ότι ο τοιούτος επαινεί όπως πρέπει; Βεβαίως όχι• αλλ' ούτε εάν τον παρομοιάση προς λύκον θα είνε ο έπαινος αρκετός και πρέπων. Πώς λοιπόν πρέπει να επαινεθή; Εάν λεχθή ότι ομοιάζει προς λέοντα και κατά το μέγεθος και κατά την δύναμιν.
Διά τούτο ο ποιητής, διά να επαινέση τον κύνα του Ωρίωνος, τον απεκάλεσε λεοντοδάμαν {12}• διότι αυτός είνε ο τέλειος έπαινος του κυνός. Επίσης εάν τις θέλη να επαινέση τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτην ή τον Γλαύκον τον Καρύστιον, τον Πολυδάμαντα ή άλλον περίφημον αθλητήν και λέγει ότι ο επαινούμενος είνε ανώτερος γυναικός, δεν νομίζεις ότι ο έπαινος θα κινήση τον γέλωτα διά την ανοησίαν του; Αλλά και ενός ανδρός αν είπη ότι είνε ανώτερος ο αθλητής, δεν θα είνε αρκετόν διά ν' αποτελέση έπαινον, Διά να επαινέση τον Γλαύκον ποιητής εκ των καλών είπεν ότι ούτε ο Πολυδεύκης, ούτε ο σιδηρούς υιός της Αλκμήνης θα ηδύνατο να του εναντιωθή. Βλέπεις προς ποίους θεούς τον εξίσωσεν ή μάλλον ανώτερον τον παρέστησεν; Και ούτε ο Γλαύκος εθύμωσε διότι παρεβάλλετο προς τους προστάτας των αγώνων θεούς, ούτε οι θεοί ούτοι ετιμώρησαν τον Γλαύκον ή τον ποιητήν ως ασεβούντας, αλλά και οι δύο έζησαν ευτυχούντες και τιμώμενοι υπό των Ελλήνων, ο μεν Γλαύκος διά την δύναμίν του, ο δε ποιητής και διά τα άλλα του έργα, προ πάντων δε διά το άσμα τούτο {13}. Μη παρεξενεύεσαι λοιπόν εάν και εγώ, μεταχειρισθείς μίαν παρομοίωσιν αναγκαίαν εις τον έπαινον, μετεχειρίσθην παράδειγμα υψηλότερον του αντικειμένου.
Επειδή δε ωμίλησες και περί κολακείας και είπες ότι μισείς τους κόλακας, σε επαινώ και διά τούτο, δεν ηδυνάμην όμως να πράξω άλλως. Πρέπει δε να διακρίνωμεν και να καθορίσωμεν το έργον του επαινούντος και την υπερβολήν του κόλακος. Ο κόλαξ διά να καρπωθή ωφέλειαν ατομικήν και ολίγον φροντίζων περί της αληθείας, νομίζει ότι πρέπει τα πάντα να υπερεπαινή και ψεύδεται και προσθέτει εξ ιδίων τα περισσότερα προτερήματα τα οποία αποδίδει εις τον επαινούμενον, ούτως ώστε να μη διστάζη και τον Θερσίτην να παραστήση ωραιότερον του Αχιλλέως και περί του Νέστορος να είπη ότι ήτο ο νεώτερος των εκστρατευσάντων κατά της Τρωάδος. Είνε δε έτοιμος να ορκισθή ότι και του Κροίσου ο υιός έχει την ακοήν οξυτέραν από τον Μελάμποδα και ότι ο Φινεύς βλέπει καλλίτερα από τον Λυγγέα• αρκεί μόνον να ελπίζη ότι κάτι θα κερδίση από το ψεύδος. Εκείνος όμως ο οποίος απλώς επαινεί, δεν ψεύδεται, ούτε προσθέτει τίποτε το οποίον δεν υπάρχει, αλλά μεγαλοποιεί τα υπάρχοντα προτερήματα και τα αναδεικνύει ζωηρότερα. Προκειμένου λ. χ. περί ίππου, περί του οποίου γνωρίζομεν ότι είνε φύσει ευκίνητον και ταχύ ζώον, θα τολμήση να είπη ότι
Άκρον επ' ανθερίκων καρπόν θέεν ουδέ κατέκλα {14},
Ή «αελλοπόδων δρόμον ίππων» {15}.
Και αν επαινή οικίαν ωραίαν και τελείως σχεδιασμένην θα είπη•
Ζηνός που τοιήδε γ' Ολυμπίου ένδοθεν αυλή {16}.
Ο δε κόλαξ δύναται να είπη τον έπαινον τούτον και περί της καλύβης ενός χειροβοσκού και μόνον αν ελπίζη να λάβη τίποτε παρ' αυτού. Ούτω ο Κύναιθος ο κόλαξ Δημητρίου του Πολιορκητού, αφού εξήντλησεν όλας τας άλλας κολακείας, επήνει τον Δημήτριον ενοχλούμενον υπό βηχός ότι μελωδικώς έβηχεν.
Η διαφορά δε μεταξύ επαινούντων και κολακευόντων δεν είνε μόνον αυτή, ότι οι κόλακες δεν διστάζουν και να ψεύδωνται διά να γίνουν ευάρεστοι εις τους επαινουμένους, οι δε επαινούντες απλώς προσπαθούν να εξαίρουν τα πραγματικά προτερήματα, αλλ' έχουν και άλλην διαφοράν όχι μικράν• ότι οι κόλακες μεταχειρίζονται τας υπερβολάς αδιακρίτως και αμέτρως, ενώ οι επαινούντες αποφεύγουν τας μεγάλας υπερβολάς και δεν εξέρχονται των ορίων. Εκ των πολλών διακριτικών μεταξύ κολακείας και επαίνου σου ανέφερα μόνον τα ανωτέρω, διά να μη υποπτεύης όλους τους επαινούντας ως κόλακας, αλλά να διακρίνης και εκτιμάς δικαίως και τους μεν και τους δε.
Και τώρα, εάν θέλης, εφάρμοσε εις τους ιδικούς μου επαίνους τους ανωτέρω κανόνας διά να ίδης εάν πρέπη να καταταχθούν εις την μίαν ή την άλλην κατηγορίαν. Εάν προκειμένου περί ασχήμου έλεγα ότι είνε ομοία προς το άγαλμα της Κνίδου, δικαίως έπρεπε να θεωρηθώ αγύρτης και περισσότερον από τον Κύναιθον κόλαξ• αλλ' αφού είσαι τοιαύτη όπως όλοι σε γνωρίζουν, το τόλμημά μου δεν δύναται να θεωρηθή υπερβολικόν.
Ίσως θα είπης, μάλλον δε το είπες ήδη• σου επιτρέπω να επαινής το κάλλος μου, χωρίς όμως ο έπαινος να δύναται να θεωρηθή ασεβής, και να μη μ' εξομοιώνης προς θεάς, ενώ είμαι άνθρωπος. Αλλ' εγώ — αναγκάζομαι να είπω την αλήθειαν — δεν σε παρωμοίασα, φιλτάτη, προς θεάς, αλλά προς δημιουργήματα μεγάλων καλλιτεχνών, κατεσκευασμένα εκ μαρμάρου, χαλκού ή ελέφαντος. Νομίζω δε ότι δεν είνε ασεβές να συγκρίνη τις ανθρώπους προς ανθρώπινα έργα, εκτός εάν συ νομίζεις ότι είνε η πραγματική Αθηνά το υπό του Φειδίου κατασκευασθέν άγαλμα ή ότι εκείνο το οποίον κατεσκεύασεν εις την Κνίδον ο Πραξιτέλης όχι προ πολλών ετών είνε η ουρανία Αφροδίτη. Πρόσεξε μήπως η πραγματική ασέβεια είνε να έχη κανείς τοιαύτην ιδέαν περί των θεών, των οποίων την εξεικόνισιν θεωρώ εγώ τουλάχιστον αδύνατον εις τους ανθρώπους. Και αν όμως σε παρωμοίασα προς τας πραγματικάς θεάς, δεν έπραξα τούτο πρώτος εγώ, αλλά πολλοί και καλοί ποιηταί προ εμού και μάλιστα ο συμπολίτης σου Όμηρος, τον οποίον και θα καλέσω ως συνήγορον. Διά να καταδικασθώ εγώ πρέπει εξ άπαντος και αυτός να καταδικασθή μετ' εμού. Θα τον ερωτήσω δε ή μάλλον θα ερωτήσω σε αντ' αυτού — διότι καλώς πράττουσα μελετάς και απομνημονεύεις τας ωραιοτέρας των Ραψωδιών του — τι φρονείς περί αυτού όταν λέγη περί της αιχμαλώτου Βρισηίδος ότι ήτο ομοία με την χρυσήν Αφροδίτην ενώ έκλαιε τον Πάτροκλον; Και έπειτα, ως εάν δεν ήτο αρκετόν να την παρομοιάζη προς την Αφροδίτην, λέγει•
Είπε δ' άρα κλαίουσα γυνή εικυία θεήσιν {17}
Αφού λοιπόν τοιαύτα λέγει ο Όμηρος, τον μισείς και απορρίπτεις το βιβλίον του ή του επιτρέπεις να ελευθεριάζη εις τους επαίνους;
Αλλά και αν συ δεν του το επιτρέπης, τόσοι αιώνες του το επέτρεψαν και κανείς δεν τον κατηγόρησε διά τούτο, ούτε εκείνος όστις ετόλμησε να μαστιγώση την εικόνα του {18}, αλλ' ούτε εκείνος ο οποίος εσημείωσε τους μη γνησίους Ομηρικούς στίχους διά των οβελών, κατέταξε μεταξύ αυτών τους ανωτέρω {19}. Λοιπόν εις εκείνον επιτρέπεται να παρομοιάζη προς την Αφροδίτην βάρβαρον γυναίκα και μάλιστα κλαίουσαν, και εγώ (δεν αναφέρω το κάλλος σου, διότι δεν μου το επιτρέπεις) δεν θα παραβάλω προς θεών αγάλματα γυναίκα φαιδράν και μειδιώσαν, το οποίον έχουν κοινόν οι άνθρωποι με τους θεούς;
Αλλά και προκειμένου περί του Αγαμέμνονος, ιδέ πόσον εφείσθη των θεών ο Όμηρος και πόσον περιώρισεν εις το ανθρώπινον μέτρον τας παρομοιώσεις• κατά τους οφθαλμούς και την κεφαλήν λέγει ότι ήτο όμοιος προς τον Δία, κατά το μέσον του σώματος προς τον Άρην και κατά το στήθος προς τον Ποσειδώνα. Δηλαδή δεν του ήρκεσεν είς μόνος θεός διά να παραστήση ένα άνθρωπον. Εις άλλο μέρος πάλιν παρομοιάζει προς τον ανθρωποκτόνον Άρην οτέ μεν τούτον, οτέ δε άλλον και λέγει θεοειδή τον Φρύγα υιόν του Πριάμου, θεοείκελον δε πολλάκις τον υιόν του Πηλέως.
Αλλ' επανέρχομαι εις τα παραδείγματα τα αφορώντα γυναίκας• άκουσε δε τι λέγει κάπου•
Αρτέμιδι ικέλη ηέ χρυσέη Αφροδίτη {20}•
και αλλαχού•
Οίη δ' Άρτεμις είσι κατ' ούρεος {21}.
Όχι δε μόνον τους ανθρώπους παρομοιάζει προς θεούς, αλλά και την κόμην του Ευφόρβου παρωμοίασε προς τας Χάριτας, καίτοι ήτο καταιματωμένη. Και τόσα είνε τα τοιαύτα παραδείγματα, ώστε δεν υπάρχει μέρος της Ομηρικής ποιήσεως το οποίον να μη στολίζεται υπό θείων εικόνων. Επομένως ή και εκείνα πρέπει να εξαλειφθούν ή και εις εμέ πρέπει να αφεθή η αυτή ελευθερία.