Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος
Part 9
Την ειρωνείαν του Σωκράτους δεν μετεχειρίζετο, αλλ' αι ομιλίαι του ήσαν πλήρεις αττικής χάριτος, ούτως ώστε οι συναναστρεφόμενοι αυτόν ούτε τον κατεφρόνουν ως χυδαίον, ούτε τας επιτιμήσεις του απέφευγον ως άγαν αυστηράς, αλλ' απήρχοντο καταγοητευμένοι, κοσμιώτεροι, ευθυμότεροι και αισιόδοξοι. Ουδέποτε τον είδε κανείς να φωνάζη, να φιλονεική με πείσμα ή ν' αγανακτή, και όταν ακόμη ευρίσκετο εις την ανάγκην να επιπλήξη κανένα• αλλά τα μεν σφάλματα κατέκρινε, προς δε τους σφάλλοντας ήτο επιεικής, μιμούμενος τους ιατρούς, οι οποίοι θεραπεύουν τα νοσήματα, αλλά δεν οργίζονται κατά των αρρώστων. Εφρόνει ότι το σφάλμα είνε ανθρώπινον, θείον δε ή άξιον ανθρώπου ισοθέου το να διορθώνη τους σφάλλοντας. Τοιούτον βίον ζων, διά μεν τον εαυτόν του δεν είχε καμμίαν ανάγκην, τους φίλους του όμως εβοήθει• και εις εκείνους μεν εξ αυτών οίτινες ενόμιζον ότι ευτυχούν υπενθύμιζεν ότι διά πρόσκαιρα αγαθά υπερηφανεύονται, εκείνους δε οι οποίοι εθλίβοντο ένεκα πενίας ή ελυπούντο δι' εξορίαν ή παρεπονούντο διά γήρας ή διά νόσημα, παρηγόρει με φαιδρότητα λέγων• Δεν βλέπετε ότι εντός ολίγου θα τελειώσουν αυτά τα οποία σας λυπούν, θα επέλθη δε λήθη και των ευτυχημάτων και των δεινοπαθημάτων και όλοι θα φθάσωμεν εις αιωνίαν ελευθερίαν; Εφρόντιζε να συμφιλιώνη αδελφούς διχονοούντας και να επαναφέρη την ειρήνην μεταξύ των γυναικών και των συζύγων. Συνέβη δε και ν' απευθύνη με ευφράδειαν παραινέσεις προς λαούς στασιάζοντας και να τους πείση να έλθουν εις μετριοπαθέστερα αισθήματα χάριν της πατρίδος. Τοιούτος ήτο ο τρόπος της φιλοσοφίας του, πράος και ήμερος και φαιδρός.
Τον ελύπει μόνον ασθένεια ή θάνατος φίλου, διότι ως μέγιστον των ανθρωπίνων αγαθών εθεώρει την φιλίαν. Διά τούτο ήτο φίλος προς όλους και δεν υπήρχε κανείς τον οποίον να μη εθεώρει οικείον, αφού ήτο άνθρωπος. Δεν απέφευγε δε την συναναστροφήν κανενός και μόνον από εκείνους απεμακρύνετο των οποίων η διαφθορά τού εφαίνετο αθεράπευτος. Πάντα δε ταύτα έπραττε και έλεγε μετά χάριτος και καλωσύνης και, ως ο κωμικός ποιητής είπε, πάντοτε η πειθώ εκάθητο επί των χειλέων του. Διά τούτο και ο λαός όλος των Αθηνών και οι άρχοντες τον εθαύμαζον καθ' υπερβολήν και τον εθεώρουν ως πρόσωπον εξαιρετικόν. Το βέβαιον είνε ότι κατ' αρχάς ηνόχλει τους περισσοτέρους η ειλικρίνεια του και εκίνησεν εναντίον του μίσος όχι μικρότερον εκείνου το οποίον κατέστρεψε τον Σωκράτην, συνώμοσαν δε και κατ' αυτού διάφοροι Άνυτοι και Μέλητοι και του απέδιδον τας αυτάς κατηγορίας, ότι δεν τον είδε κανείς ποτε να προσφέρη θυσίαν και ότι μόνος εξ όλων δεν είχε μυηθή εις τα Ελευσίνια μυστήρια. Τότε εφόρεσε καθαρόν ένδυμα, έθεσε στέφανον επί της κεφαλής του και, εμφανισθείς με θάρρος εις την συνέλευσιν του λαού, απελογήθη διά τα μεν με γλυκύτητα, διά τα δε τραχύτερον ή όσον ήθελε. Διά την κατηγορίαν ότι δεν προσέφερέ ποτε θυσίαν εις την Αθηνάν είπε• Μη απορείτε, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν δεν της προσέφερα θυσίαν έως τώρα, διότι ενόμιζα ότι δεν έχει ανάγκην από τας θυσίας μου. Διά δε την άλλην κατηγορίαν, την περί των μυστηρίων, είπεν ότι δεν ηθέλησε να μυηθή εις αυτά σκεπτόμενος ότι, αν μεν εις τα μυστήρια εγίνοντο πράξεις κακαί, δεν θα ηδύνατο να τας αποσιωπήση προς τους αμυήτους, αλλά θα τους απέτρεπεν από αυτά• εάν δε ήσαν καλά, θα τ' απεκάλυπτεν εις όλους εκ φιλανθρωπίας. Ώστε οι Αθηναίοι, ενώ είχον ετοιμασθή να τον λιθοβολήσουν, κατεπραΰνθησαν αμέσως και διετέθησαν συμπαθώς προς αυτόν, έκτοτε δε ήρχισαν να τον σέβωνται και έφθασαν να τον θαυμάζουν, καίτοι ο προς αυτούς λόγος του ήρχισε με τραχύ προοίμιον• Άνδρες Αθηναίοι, είπε, έρχομαι προς υμάς στεφανωμένος ως σφάγιον και δύνασθε να θυσιάσετε και εμέ, διότι προ πολλού δεν ετελέσατε θυσίας υπό αισίους οιωνούς.
Τώρα θα αναφέρω τινά εξ όσων είπεν ευστόχως και ευφυώς• νομίζω δε πρέπον ν' αρχίσω από τον Φαβωρίνον {89} και εξ εκείνων τα οποία προς αυτόν είπεν ο Δημώναξ.
Όταν ο σοφιστής εκείνος ήκουσε παρά τινος ότι ο Δημώναξ έσκωπτε τας ομιλίας του και μάλιστα τας μελωδίας τας οποίους παρενέβαλλεν εις αυτάς, και κατηγόρει τούτο ως θηλυπρεπές και ανάρμοστον εις την φιλοσοφίαν, μετέβη προς τον Δημώνακτα και του είπε ποίος ήτο αυτός ο οποίος εχλεύαζε τους λόγους του. Άνθρωπος, απήντησεν ο Δημώναξ, του οποίου τα ώτα δεν απατώνται. Επιμένοντος δε του σοφιστού και ερωτώντος τον Δημώνακτα• ποία εφόδια έχεις, συ ο αστείος διά να διατείνεσαι ότι είσαι φιλόσοφος; Όρχεις, απήντησεν ο Δημώναξ. Άλλην φοράν ο αυτός ηρώτα τον Δημώνακτα ποίον φιλοσοφικόν σύστημα προτιμά. Εκείνος δε απήντησε• ποίος σου είπεν ότι φιλοσοφώ; Και απομακρυνόμενος εγέλασε δυνατά• ερωτήσαντος δε του άλλου διατί γελά, Διότι θέλεις να διακρίνωνται οι φιλόσοφοι από τα γένεια, ενώ συ είσαι σπανός. Μίαν φοράν ο Σιδώνιος, ο οποίος υπήρξε σοφιστής εκ των ευδοκίμων εις τας Αθήνας, έλεγε περί του εαυτού του ότι εδοκίμασε και εγνώρισε πάσαν φιλοσοφίαν• αλλά μάλλον ας επαναλάβωμεν αυτούς τους λόγους του• εάν ο Αριστοτέλης με καλέση, έλεγε, θα τον ακολουθήσω εις το Λύκειον αν ο Πλάτων, θα μεταβώ εις την ακαδημίαν• αν ο Ζήνων, θα διατρίψω εις την Ποικίλην Στοάν αν ο Πυθαγόρας με καλέση, θα σιωπήσω. Τότε εσηκώθη εκ του μέσου των ακροατών ο Δημώναξ και του είπεν• Ο Πυθαγόρας λοιπόν σε καλεί.
Όταν δε ο Πύθων, νεανίσκος ωραίος, και υιός πλουσίου Μακέδόνος, τον παρηνώχλει και του απηύθυνε μίαν ερώτησιν σοφιστικήν και επέμενε ζητών την λύσιν, Εκείνο το οποίον γνωρίζω, παιδί μου, του είπε, είνε ότι είσαι τετραπερασμένος. Επειδή δε ο νέος εθύμωσε διά το διφορούμενον εκείνο σκώμμα {90} και του είπεν απειλητικώς, θα σου δείξω τώρα αμέσως τον άνδρα, ο Δημώναξ εγέλασε και ηρώτησεν• ώστε έχεις άνδρα;
Είχεν εμπαίξη ένα αθλητήν Ολυμπιονίκην, ο οποίος παρουσιάσθη με ένδυμα χρωματιστόν, ο δε αθλητής τον εκτύπησε με πέτραν εις την κεφαλήν, και το αίμα ήρχισε να τρέχη. Οι παρόντες ηγανάκτησαν, ως εάν αυτοί εκτυπήθησαν, και εφώναζαν να υπάγουν εις τον ανθύπατον, ο δε Δημώναξ, όχι, είπεν, εις τον ανθύπατον, αλλ' εις τον ιατρόν.
Άλλοτε εύρε καθ' οδόν δακτύλιον και διά τοιχοκολλήσεως εις την αγοράν εζήτει εκείνον όστις τον έχασε να προσέλθη, να είπη το βάρος του δακτυλίου, το είδος και την σφραγίδα του δακτυλιολίθου διά να τον λάβη• μετέβη λοιπόν κάποιος ευειδής νεανίσκος, διατεινόμενος ότι αυτός απώλεσε τον δακτύλιον. Αλλ' επειδή ο Δημώναξ είδεν ότι εψεύδετο, του είπε• Πήγαινε, παιδί μου, και φύλαττε τον δακτύλιον σου, διότι δακτυλίδι δεν έχασες.
Κάποιος Ρωμαίος γερουσιαστής, παρεπιδημών εις τας Αθήνας, παρουσίασεν εις τον Δημώνακτα τον υιόν του, νέον ωραιότατον, αλλά θηλυπρεπή και μαλθακόν, και του είπε• Σε χαιρετά ο υιός μου. Ωραίος είνε, είπεν ο Δημώναξ, άξιος σου και όμοιος προς την μετέρα του.
Έλεγεν ότι κάποιος Κυνικός φιλόσοφος, ο οποίος είχεν ως ένδυμα δέρμα άρκτου, έπρεπε να ονομάζεται όχι Ονωράτος, όπως ελέγετο, αλλ' Αρκτεσίλαος.
Ερωτηθείς υπό τινος πώς ορίζει την ευτυχίαν, απήντησεν ότι μόνον τον ελεύθερον θεωρεί ευδαίμονα. Αλλ' ελεύθεροι είνε πολλοί, είπεν ο άλλος. Εκείνον, είπεν ο Δημώναξ, θεωρώ ελεύθερον, όστις ούτε ελπίζει τι, ούτε φοβείται. Και πώς είνε δυνατόν τούτο, είπεν ο άλλος, αφού όλοι είμεθα δούλοι αυτών των δύο αισθημάτων; Και όμως, απήντησεν ο Δημώναξ, αν εξετάσης κατά βάθος τα ανθρώπινα πράγματα, θα ίδης ότι ούτε ελπίδος ούτε φόβου είνε άξια, καθότι πάντως θα λήξουν και τα λυπηρά και τα ευχάριστα.
Ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς τον επέπληττε, διότι ως επί το πλείστον εγέλα και έσκωπτε, και του έλεγε• Δημώναξ, δεν γίνεσαι ολίγον κυνικός;{91} Ο Δημώναξ του απεκρίθη• Και συ Περεγρίνε, δεν γίνεσαι ολίγον άνθρωπος;
Όταν δε κάποιος φυσικός ωμίλει περί των αντιπόδων, ο Δημώναξ τον παρέλαβε και τον ωδήγησεν εις έν φρέαρ, δείξας δε την σκιάν ήτις εφαίνετο εις τον νερόν, ηρώτησε• Μήπως τοιούτους εννοείς τους αντίποδας;
Αλλά και προς ένα όστις έλεγεν ότι ήτο μάγος και εγνώριζεν εξορκισμούς διά των οποίων ηδύνατο να πείση οιονδήποτε και να λάβη παρ' αυτού όσα ήθελε, Και εγώ, είπεν, είμαι ομότεχνός σου, και αν θέλης, ακολούθησε με εις την αρτοπόλιδα και θα ίδης ότι δι' ενός εξορκισμού και μικρού μαγικού μέσου θα την πείσω να μου δώση ψωμιά, εννοών ότι το νόμισμα είνε ισοδύναμον με εξορκισμόν.
Όταν ο Ηρώδης ο περίφημος επένθει τον αγαπητόν του μαθητήν Πολυδεύκην, όστις απέθανε προώρως, και διέτασσε να του ετοιμάζουν όχημα και ίππους, ως εάν επρόκειτο ο νεκρός να τους μεταχειρισθή, και να παρασκευάζουν δι' αυτόν δείπνον, ο Δημώναξ μετέβη και του είπε• Σου φέρω επιστολήν από τον Πολυδεύκην. Ο Ηρώδης εχάρη, νομίζων ότι όπως οι άλλοι και ο Δημώναξ εκολάκευε τας ανοησίας της θλίψεώς του και είπε. Λοιπόν, Δημώναξ, τι ζητεί ο Πολυδεύκης; Παραπονείται ότι ακόμη δεν επήγες να τον εύρης. Ο ίδιος πενθών τον αποθανόντα υιόν του έμενε κατάκλειστος• τότε δε μετέβη προς αυτόν ο Δημώναξ και του είπεν ότι είνε μάγος και ηδύνατο να καλέση την σκιάν του υιού του εκ του άδου, εάν του ανέφερε και μόνον τρεις ανθρώπους οι οποίοι δεν έκλαυσαν ποτέ κανένα. Επειδή δε ο Ηρώδης ευρέθη εις απορίαν και επί πολύ δεν ηδύνατο να δώση απάντησιν— διότι δεν είχε, φαίνεται, κανένα τοιούτον ν' αναφέρη—Λοιπόν, γελοίε, του είπε, πώς νομίζεις ότι συ μόνος πάσχεις αφόρητα, ενώ βλέπεις ότι κανείς δεν είνε απηλλαγμένος θλίψεων;
Έσκωπτε συνήθως και εκείνους οίτινες εις τας ομιλίας των μετεχειρίζοντο πολύ αρχαίας και ασυνήθεις λέξεις, προς ένα δε εκ τούτων, όστις εις ερώτησίν του απήντησεν εις υπεραττικίζουσαν γλώσσαν, είπεν• Εγώ, φίλε μου, σε ηρώτησα σήμερον και συ μου απαντάς από την εποχήν του Αγαμέμνονος.
Όταν είς εκ των φίλων του τον εκάλεσε να μεταβούν εις τον ναόν του Ασκληπιού και προσευχηθούν, Πολύ κουφόν, είπε, νομίζεις τον Ασκληπιόν, εάν δεν δύναται να μας ακούση και απ' εδώ προσευχομένους.
Όταν ποτέ είδε δύο φιλοσόφους αμαθεστάτους, οίτινες συνεζήτουν αλληλοϋβριζόμενοι και ο μεν απηύθυνεν ανοήτους ερωτήσεις, ο δε άλλος απήντα παραλόγως, Δεν σας φαίνεται, φίλοι μου, είπε προς τους παρισταμένους, ότι ο μεν είς εκ τούτων αμέλγει τράγον, ο δε άλλος κρατεί από κάτω κόσκινον διά να δεχθή το γάλα;
Ο Αγαθοκλής ο περιπατητικός έλεγεν υπερηφανευόμενος ότι είνε ο μόνος και ο πρώτος εκ των διαλεκτικών• ο δε Δημώναξ του είπεν• Αλλ' αν, Αγαθοκλή, είσαι ο πρώτος, δεν είσαι ο μόνος, εάν δε είσαι ο μόνος δεν είσαι πρώτος.
Όταν ο Κέθηγος ο πρώην ύπατος μεταβαίνων εις την Ασίαν ως πρεσβευτής προς τον πατέρα του, διήλθεν εξ Ελλάδος και έλεγε και έπραττε πολλά γελοία, κάποιος εκ των φίλων του Δημώνακτος είπε• Μέγα κάθαρμα είνε αυτός. Μα τον Δία, απήντησεν ο Δημώναξ, ούτε μέγα.
Όταν δε είδε τον φιλόσοφον Απολλώνιον προπεμπόμενον υπό πολυαρίθμων μαθητών — ανεχώρει δε κληθείς υπό του βασιλέως εις Ρώμην διά να τον έχη σύντροφον και διδάσκαλον,— είπεν• Ιδού ο Απολλώνιος και οι Αργοναύται του. {92}
Ερωτηθείς αν η ψυχή είνε αθάνατος, Όπως και όλα τα άλλα, απήντησε. Περί δε του Ηρώδου έλεγεν ότι εις αυτόν εφηρμόζετο το λεχθέν υπό του Πλάτωνος, ότι δεν έχομεν μίαν μόνον ψυχήν, διότι δεν θα ήτο η αυτή ψυχή ήτις παρέθετε γεύματα εις την Ρηγίλην και τον Πολυδεύκην, ως να ήσαν ζώντες, και η οποία συνέθετε τόσον ωραίους λόγους. {93} Ετόλμησε δέ ποτε και να ερωτήση δημοσία τους Αθηναίους, όταν ήκουσε την προκήρυξιν διά την τελετήν των Ελευσινίων μυστηρίων, διά ποίαν αιτίαν απέκλειον από τα μυστήρια ταύτα τους βαρβάρους, ενώ ο ιδρύσας αυτά Εύμολπος ήτο βάρβαρος και Θραξ.
Παρεσκευάζετο μίαν φοράν να ταξειδεύση εν καιρώ χειμώνος και είς εκ των φίλων του, Δεν φοβείσαι, του είπε, μήπως ναυαγήση το πλοίον και σε φαν τα ψάρια; Και δεν θα ήτο αχαριστία, απήντησε, να μη θέλω να με φάγουν τα ψάρια, αφού εγώ τόσα ψάρια έχω φάγη;
Ένα ρήτορα, ο οποίος πολύ κακώς ωμίλησε, συνεβούλευσε να μελετά και να γυμνάζεται• ο δε ρήτωρ είπε• Πάντοτε απαγγέλλω μόνος μου. Επόμενον λοιπόν είνε να ομιλής τόσον άσχημα αφού έχεις τόσον μωρόν ακροατήν.
Ιδών δέ ποτε ένα μάντιν, όστις έδιδε τας μαντείας του επί πληρωμή, Δεν εννοώ, του είπε, διατί ζητείς πληρωμήν• εάν θέλης να πληρώνεσαι ως δυνάμενος να μεταβάλλης τα προωρισμένα υπό των Μοιρών, όσα και αν ζητήσης θα είνε ολίγα• εάν δε όλα θα γίνουν όπως ο θεός ώρισε, τι αξίαν έχει η μαντική σου;
Όταν δε μίαν φοράν κάποιος Ρωμαίος, γέρων και σωματώδης, επεδείκνυε προς αυτόν την δεξιότητα του εις τους ξιφισμούς, κτυπών διά του ξίφους εις πάσσαλον, και τον ηρώτα πώς του εφαίνετο ως ξιφομάχος, Λαμπρός, του είπε, αν έχης ξύλινον ανταγωνιστήν.
Αλλά και εις τας δυσκόλους ερωτήσεις είχε πολύ ευστόχους απαντήσεις• όταν δε κάποιος τον ηρώτησε διά να γελάση με την αμηχανίαν του• Εάν καύσω ξύλα χιλίων μνων, Δημώναξ, πόσων μνων καπνός θα γίνη; Ζύγισε, απήντησεν ο Δημώναξ, την στάκτην και όλον το υπόλοιπον θα είνε καπνός.
Κάποιος Πολύβιος, πολύ απαίδευτος και σολοικίζων εις την γλώσσαν άνθρωπος, είπεν• Ο βασιλεύς μ' ετίμησε με την Ρωμαϊκήν πολιτείαν, θέλων να είπη με την Ρωμαϊκήν πολιτογράφησιν. Ο δε Δημώναξ του είπεν• Είθε να σ' έκαμνε μάλλον Έλληνα παρά Ρωμαίον.
Ιδών ένα εκ των κομψευομένων υπερηφανευόμενον διά το πλάτος της πορφύρας, ήτις εστόλιζεν ως παρυφή το ένδυμά του, έσκυψε και του εψιθύρισεν εις το ους, εγγίσας το ένδυμά του• Αυτό πριν από σε το εφόρει πρόβατον και ήτο πρόβατον.
Προκειμένου να λουσθή, εδίσταζε να εισέλθη εις το νερόν, επειδή ήτο καθ' υπερβολήν ζεστόν• κάποιος δε παριστάμενος τον κατηγόρησεν ως δειλόν. Δεν μου λες, είπεν ο Δημώναξ, εάν καώ, υπέρ πατρίδος θα το πάθω;
Τι φρονείς περί του κάτω κόσμου; τον ηρώτησέ τις. Περίμενε, απήντησε, και άμα πάω θα σου γράψω.
Κάποιος Άδμητος, ασήμαντος ποιητής, έλεγεν ότι έγραψε μονόστιχον επίγραμμα, το οποίον άφηνε παραγγελίαν να χαραχθή επί της στήλης του τάφου του• ιδού δε και το επίγραμμα:
Γαία λαβ' Αδμήτου έλυτρον, βη δ' εις θεόν αυτός {94}.
Και ο Δημώναξ γελάσας είπε• Τόσον ωραίον είνε, Άδμητε, το επίγραμμα, ώστε ήθελα να είχεν ήδη χαραχθή.
Όταν τις είδεν εις τας κνήμας του τα συνήθη του γήρατος αποτελέσματα, ηρώτησε• Τι είνε αυτά, Δημώναξ; Ο δε φιλόσοφος μειδιάσας, Ο Χάρων μ' εδάγκωσεν, είπεν.
Ιδών ένα Λακεδαιμόνιον να μαστιγώνη τον δούλον του, Τι κάνεις εκεί; του είπεν• Ομότιμόν σου αναδεικνύεις τον δούλον; {95}
Κάποια Δανάη είχε δίκην με τον αδελφόν της, και ο Δημώναξ της είπε• Μη φοβηθής να υποβληθής εις κρίσιν, αφού δεν είσαι η Δανάη η θυγάτηρ του Ακρισίου.
Κατεδίωκε με τα σκώμματά του προ πάντων εκείνους οίτινες εφιλοσόφουν προς επίδειξιν και όχι χάριν της αληθείας• ιδών δε ένα Κυνικόν, όστις εφόρει φιλοσοφικόν τρίβωνα και είχε πήραν, αλλ' αντί βακτηρίας εκράτει γουδοκόπανον και εκραύγαζε λέγων ότι είνε οπαδός του Αντισθένους, του Κράτητος και του Διογένους, Μη ψεύδεσαι, του είπε, διότι είσαι μαθητής του Υπερίδου. {96} Όταν έβλεπε πολλούς των αθλητών να παραβαίνουν τους κανόνας και να δάκνουν κατά το αγώνισμα του παγκρατίου, έλεγε, Πολύ δικαίως οι εξυμνούντες τους σημερινούς αθλητάς τους αποκαλούν λέοντας.
Έξυπνον δε και δηκτικόν ήτο και εκείνο το οποίον είπε προς τον ανθύπατον, ο οποίος ήτο εκ των θηλυπρεπών, οίτινες μαδούν τα σκέλη και το σώμα ολόκληρον. Κάποιος Κυνικός είχεν αναβή εις πέτραν και κατηγόρει τον άνθύπατον διά τούτο και τον απεκάλει κίναιδον, και ο ανθύπατος οργισθείς ήτο έτοιμος να διατάξη να τον μαστιγώσουν μέχρι θανάτου ή να τον εξορίση. Ο δε Δημώναξ παρατυχών παρεκάλεσε τον ανθύπατον να τον συγχωρήση, καθότι ήτο συνήθεια και κανών των Κυνικών να μεταχειρίζωνται θρασείαν γλώσσαν. Ας είνε, είπεν ο ανθύπατος, προς χάριν σου• αλλ' εάν το επαναλάβη, τι πρέπει να πάθη; Και ο Δημώναξ απήντησε• Διάταξε τότε να μαδηθή και αυτός.
Όταν δε κάποιος, εις τον οποίον ο βασιλεύς ενεπιστεύθη την διοίκησιν στρατευμάτων και μιας χώρας εκ των μεγαλειτέρων, ηρώτησε τον Δημώνακτα πώς έπρεπε να κυβερνήση, Χωρίς θυμόν, απήντησεν ο φιλόσοφος. Να λέγης ολίγα και ν' ακούης πολλά.
Όταν άλλος τον ηρώτησεν εάν και αυτός τρώγη τηγανίτες, Νομίζεις, είπεν, ότι η μέλισσες κατασκευάζουν το μέλι διά τους μωρούς;
Ιδών δε εις την Ποικίλην Στοάν ανδριάντα του οποίου η χειρ είχε αποκοπή, Αργά, είπεν, οι Αθηναίοι ετίμησαν τον Κυναίγειρον με ανδριάντα.
Όταν είδε τον Ρουφίνον τον Κύπριον — εννοώ τον χωλόν Περιπατητικόν — να περιπατή εις το Λύκειον, είπε• Δεν γνωρίζω τίποτε αναισχυντότερον από χωλόν Περιπατητικόν.
Μίαν φοράν ο Επίκτητος τον επέπληττε και συγχρόνως τον συνεβούλευσε να συνάψη γάμον και να τεκνοποιήση. Αυτός δε του απέδωκε την επίπληξιν απαντήσας• Να μου δώσης μίαν από τας θυγατέρας σου, Επίκτητε. {97}
Άξιον δε απομνημονεύσεως είνε και εκείνο το οποίον είπε προς τον Αριστοτελικόν φιλόσοφον Ερμίνον• διότι γνωρίζων ότι ήτο φαυλότατος και έπραττε παντός είδους κακά, τον ήκουε δε να έχη εις το στόμα του διηνεκώς τον Αριστοτέλην και τας Δέκα Κατηγορίας, {98} του είπεν• Ερμίνε, αληθώς είσαι άξιος δέκα κατηγοριών.
Οι Αθηναίοι μιμούμενοι τους Κορινθίους εσκέπτοντο να ιδρύσουν και αυτοί θέατρον μονομάχων. Αλλ' εμφανισθείς ο Δημώναξ εις την συνέλευσιν είπε• Πριν λάβετε τοιαύτην απόφασιν, Αθηναίοι, πρέπει να καταλύσετε τον βωμόν του Ελέου.
Όταν ποτέ μετέβη εις Ολυμπίαν, οι Ηλείοι εψήφισαν να του ιδρύσουν χαλκούν ανδριάντα, αλλ' αυτός τους απέτρεψεν ειπών• Ούτω θα φανήτε ότι υβρίζετε τους προγόνους σας, αφού μήτε εις τον Σωκράτην, μήτε εις τον Διογένην έστησαν εκείνοι ανδριάντα.
Ήκουσα δε αυτόν να λέγη και προς ένα νομομαθή, ότι οι νόμοι κινδυνεύουν να είνε άχρηστοι, είτε διά τους κακούς, είτε διά τους χρηστούς γίνονται• διότι οι μεν καλοί δεν έχουν ανάγκην νόμων, οι δε κακοί δεν γίνονται καλλίτεροι υπό των νόμων. Εκ των στίχων δε του Ομήρου επανελάμβανε συνήθως τον εξής•
Κάτθαν' ομώς ότ' αεργός ανήρ ότε πολλά εοργώς.
Τον Θερσίτην εθεώρει ως καλόν Κυνικόν ρήτορα. Ερωτηθείς δε μίαν φοράν, ποίος εκ των φιλοσόφων του αρέσει, είπε• Όλοι είνε θαυμαστοί• αλλ' εγώ λατρεύω τον Σωκράτην, θαυμάζω τον Διογένην και αγαπώ τον Αρίστιππον.
Έζησεν εκατόν σχεδόν έτη, χωρίς νοσήματα και λύπας, χωρίς να ενοχλήση ή να ζητήση παρά κανενός τίποτε, χρήσιμος εις τους φίλους και ουδένα αποκτήσας ποτέ εχθρόν. Τόσην δε αγάπην έτρεφον προς αυτόν οι Αθηναίοι και όλοι οι Ελληνες, ώστε όταν διέβαινεν εσηκώνοντο οι άρχοντες, όλοι δε εσιώπων. Κατά δε τα τέλη του βίου του, όταν πλέον ήτο υπέργηρως, εδείπνει και εκοιμάτο απρόσκλητος εις οιανδήποτε οικίαν ήθελεν• εκείνοι δε οίτινες εδέχοντο την επίσκεψίν του, την εθεώρουν περίπου θείαν εμφάνισιν και ως ευτυχή οιωνόν. Όταν δε μετέβαινεν εις την αγοράν, αι αρτοπώλιδες εφιλονείκουν μεταξύ των, διότι εκείνη ήτις θα του έδιδεν άρτον, το εθεώρει ευτυχίαν και όλαι ήθελον να του δίδουν. Αλλά και τα παιδία τού προσέφερον οπωρικά και τον ωνόμαζον πατέρα. Όταν δέ ποτε συνέβη εις τας Αθήνας στάσις, εισήλθεν εις την συνέλευσιν του λαού και μόνον η εμφάνισίς του επέβαλε σιγήν. Ιδών δε ότι ειρήνευσαν, απήλθε χωρίς να είπη τίποτε.
Όταν είδεν ότι δεν ηδύνατο πλέον να επαρκή εις τας ανάγκας της ζωής, είπε προς τους παρόντας φίλους του τους στίχους διά των οποίων οι κήρυκες αναγγέλλουν το τέλος των αγώνων•
Λήγει μεν αγών των καλλίστων άθλων ταμίας, καιρός δε καλεί μηκέτι μέλλειν {99}
Και παραιτηθείς πάσης τροφής απήλθεν εκ του βίου φαιδρός, όπως πάντοτε εφαίνετο προς τους συναναστρεφομένους αυτόν.
Μικρόν προ του θανάτου του, κάποιος τον ηρώτησε• Περί ταφής τι παραγγέλλεις; Μη σκοτίζεσθε δι' αυτό, είπε, διότι η οσμή θα με θάψη. — Και δεν είνε εντροπή, είπεν ο άλλος να γίνη το σώμα ενός τοιούτου ανθρώπου τροφή των ορνέων και των σκύλων; — Τόσω το καλλίτερον, απήντησεν ο φιλόσοφος, αν γίνω και μετά θάνατον χρήσιμος εις μερικά ζώα.
Οι Αθηναίοι τον έθαψαν μεγαλοπρεπώς και διά δημοσίας δαπάνης και επί πολύ τον επένθησαν. Το δε λίθινον κάθισμα, όπου συνείθιζε να αναπαύεται οσάκις εκουράζετο, επροσκύνουν και εστόλιζον με στεφάνους προς τιμήν του φιλοσόφου, θεωρούντες ιεράν και την πέτραν επί της οποίας εκάθητο. Την κηδείαν του συνώδευσαν όλοι, μάλιστα οι φιλόσοφοι, οίτινες και εσήκωσαν και μετέφεραν το πτώμα του μέχρι του τάφου.
Αυτά τα ολίγα εκ των πολλών του ανεκδότων απεμνημόνευσα• αλλά και εκ τούτων δύνανται οι αναγινώσκοντες να κρίνουν οποίος υπήρξεν ο άνθρωπος εκείνος.
ΧΑΡΩΝ Ή ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΝΤΕΣ
Ερμής και Χάρων.
ΕΡΜΗΣ. Τι γελάς, Χάρων, και διατί αφήκες το πλοίον σου και ήλθες εδώ, ενώ δεν συνειθίζεις νανεβαίνης εις τον επάνω κόσμον;
ΧΑΡΩΝ Επεθύμησα, ω Ερμή, να ίδω πώς είνε τα πράγματα της ζωής και τι πράττουν οι άνθρωποι, αλλά προ πάντων τι χάνουν, όταν πεθαίνουν, και μας έρχωνται κάτω όλοι με κλάμματα• διότι κανείς δεν κάνει αυτό το ταξείδι χωρίς δάκρυα. Εζήτησα λοιπόν από τον βασιλέα του Άδου άδειαν μιας ημέρας και, όπως ο Θεσσαλός εκείνος νέος {100}, ανέβηκα εις το φως. Σε συναντώ δε εις κατάλληλον στιγμήν, διότι δεν αμφιβάλλω ότι θα μου χρησιμεύσης ως ξεναγός και θα με συνοδεύσης διά να μου δείξης τα καθέκαστα, ώστε να τα ίδω όλα.
ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, πορθμεύ• διότι έχω να εκτελέσω μίαν παραγγελίαν του Διός διά την γην• ξέρεις δε πόσον οξύθυμος είνε και φοβούμαι μήπως αν βραδύνω με καταδικάση να μένω παντοτινά κάτω εις το σκότος ή, όπως προ καιρού τον Ήφαιστον, μ' αρπάξη από το πόδι και με πετάξη κάτω, από τον ουρανόν κι' έπειτα θα χωλαίνω και θα γελούν και για μένα οι άλλοι.
ΧΑΡ. Θα μ' αφήσης λοιπόν να γυρίζω εις την γην χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, ενώ είμαι φίλος σου και σύντροφος εις την μεταφοράν των νεκρών; Αλλ' έπρεπε να θυμάσαι, υιέ της Μαίας, τουλάχιστον ότι ποτέ δεν σ' έβαλα ν' αδειάζης νερό ή να τραβάς κουπί, αλλά σε αφίνω και ροχαλίζεις ξαπλωμένος στο κατάστρωμα, ενώ έχεις χέρια τόσον δυνατά, ή αν εύρης κανένα φλύαρον νεκρόν κάθεσαι και κουβεντιάζετε εις όλον το ταξείδι, εγώ δε, αν και γέρος, τραβώ μόνος και τα δύο κουπιά. Να χαρής τον πατέρα σου, αγαπητέ μου μικρέ Ερμή, μη μ' αφήσης, αλλ' οδήγησέ με να δω πώς ζουν οι άνθρωποι, διά να μη γυρίσω άπρακτος• διότι εάν συ δεν με βοηθήσης δεν θα διαφέρω από τυφλόν• όπως εκείνοι δεν βλέπουν και σκοντάφτουν εις το σκότος, ούτω και εγώ δεν καλοβλέπω εις το φως. Έλα λοιπόν, Κυλλήνιε, και δεν θα λησμονήσω ποτέ αυτήν την χάριν.
ΕΡΜ. Θα γείνης αφορμή να φάω ξύλο• περί τούτου είμαι βέβαιος, αλλά τι να κάμω; Όταν ένας φίλος με παρακαλή τόσον επιμόνως, μπορώ ν' αποφύγω; Αλλά να ίδης όλα τα καθέκαστα ακριβώς είνε αδύνατον, Χάρων• διότι αυτό θ' απαιτούσε χρονοτριβήν πολλών ετών και εγώ έπειτα θα κηρυχθώ λιποτάκτης. Αλλά και συ θ' άναγκασθής να διακόψης τα έργα του θανάτου προς ζημίαν της εξουσίας του Πλούτωνος και επί πολύν καιρόν θα παύσης να μεταφέρης τους νεκρούς. Ο δε τελώνης Αιακός θα θυμώση, διότι δεν θα εισπράττη πλέον ούτε ένα οβολόν. Πρέπει να σκεφθούμε λοιπόν πώς θα δυνηθής να ίδης τα κυριώτερα από τα συμβαίνοντα εις την ζωήν.
ΧΑΡ. Σε αφήνω να σκεφθής το καλλίτερον, διότι εγώ δεν γνωρίζω τίποτε και είμαι ξένος εις τον επάνω κόσμον.
ΕΡΜ. Πρώτα πρώτα, Χάρων, πρέπει να εύρωμεν ένα ψηλό μέρος διά να ίδης απ' εκεί τα πάντα. Εάν σου ήτο δυνατόν ν' ανέβης εις τον ουρανόν, το πράγμα θα ήτο εύκολον• διότι έτσι θα έβλεπες από πάνω παν ό,τι συμβαίνει εις την γην. Αλλ' επειδή έχεις πάντοτε να κάμης με σκιάς και δεν σου επιτρέπεται να εισέλθης εις τα ανάκτορα του Διός, πρέπει να εύρωμεν κανένα υψηλό βουνό.
ΧΑΡ. θυμάσαι, Ερμή, τι σας λέγω εις τα ταξείδιά μας; Όταν φυσήση δυνατός άνεμος και μας έρχεται από τα πλάγια εις το πανί και σηκώνονται κύματα μεγάλα, σεις από άγνοιαν της ναυτικής τέχνης φωνάζετε να μαζευθή το πανί ή να χαλαρωθή ολίγον η σκότα ή να τραβήξωμεν κατά τον άνεμον, αλλ' εγώ σας λέγω να μη ανησυχήτε, διότι γνωρίζω τι πρέπει να γείνη. Έτσι και συ τώρα κάνε ό,τι νομίζεις καλόν, ως να είσαι κυβερνήτης• εγώ δε ως επιβάτης θα υπακούω με σιωπήν και ησυχίαν εις όλας σου τας διαταγάς.
ΕΡΜ. Καλά λέγεις• εγώ ξέρω τι πρέπει να γείνη και θα εύρω το κατάλληλον μέρος διά να επισκοπήσωμεν τα ανθρώπινα πράγματα. Λοιπόν ο Καύκασος είνε κατάλληλος ή μάλλον ο Παρνασσός• αλλά και από τους δύο καταλληλότερος είνε ο Όλυμπος. Αλλ' ο Όλυμπος μου ενθυμίζει μίαν καλήν ιδέαν, πρέπει όμως και συ να βοηθήσης και να κοπιάσης ολίγον.
ΧΑΡ. Να διατάσσης μόνον και θα σε υπηρετήσω όσον δύναμαι.
ΕΡΜ. Ο ποιητής Όμηρος λέγει ότι του Αλπέως οι γυιοί, οι οποίοι ήσαν δύο όπως ημείς, όταν ακόμη ήσαν παιδιά επεχείρησαν μίαν φοράν να ξερριζώσουν την Όσσαν και να την θέσουν επάνω εις τον Όλυμπον και έπειτα το Πήλιον επάνω εις αυτήν, διότι ενόμιζαν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα εσχημάτιζαν κλίμακα αρκετήν διά να φθάσουν εις τον ουρανόν. Και εκείνα μεν τα παιδάρια ετιμωρήθησαν διά την αναίδειάν των ημείς δε — αφού δεν έχομεν κανένα κακόν ή ασεβή σκοπόν κατά των θεών —διατί δεν τους μιμούμεθα και να κυλίσωμεν διάφορα όρη και να τα θέσωμεν το ένα επί του άλλου, ώστε να κατασκευάσωμεν όσον το δυνατόν υψηλήν σκοπιάν;
ΧΑΡ. Και θα δυνηθώμεν, Ερμή, μόνον οι δύο μας να σηκώσωμεν το Πήλιον και την Όσσαν;