Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος
Part 8
Ενώ δε εκ των άλλων έργων τα μεν υπόσχονται το τερπνόν, τα δε το χρήσιμον, μόνον η όρχησις παρέχει και τα δύο• είνε δε το χρήσιμον πολύ ωφελιμώτερον όταν συνοδεύεται υπό του τερπνού. Πόσον τωόντι πλέον ευχάριστον είνε να βλέπη τις χορόν παρά νέους πυγμαχούντας και καθημαγμένους, των οποίων το αίμα τρέχει, και άλλους παλαίοντας και κυλιομένους εις τον κονιορτόν, πράγματα τα οποία η όρχησις πολλάκις εκτελεί κατά τρόπον ακριβέστερον, ωραιότερον και τερπνότερον. Η συνεχής κίνησις του χορού, αι συστροφαί και αι περιστροφαί αυτού, τα πηδήματα και του σώματος οι υπτιασμοί διά μεν τους θεατάς είνε τερπνά, διά δε τους χορεύοντας υγιεινότατα• διότι εκ των ασκήσεων εκείνην εγώ τουλάχιστον θεωρώ ως την ωραιοτέραν και ευρυθμοτέραν, η οποία μαλάσσει το σώμα και το λυγίζει και το ελαφρώνει και του δίδει την ευκολίαν εις την αλλαγήν στάσεων και συγχρόνως του παρέχει όχι μικράν δύναμιν. Πώς λοιπόν να μη είνε κάτι τι παναρμόνιον η όρχησις, η οποία οξύνει την ψυχήν και εξασκεί το σώμα, τέρπει τους βλέποντας και διδάσκει πολλά εκ των παλαιών συμβάντων διά των αυλών και των κυμβάλων και της ευρυθμίας των μελών, διά της γοητείας των οφθαλμών και της ακοής;
Αλλά και αν θέλης ν' ακούσης μίαν ωραίαν φωνήν, πού αλλού δύνασαι να εύρης συναυλίαν πολυφωνοτέραν και αρμονικωτέραν; Αλλ' εάν περισσότερον σου αρέσουν οι ήχοι του αυλού και της σύριγγος, και τούτους δύνασαι αφθόνως ν' απολαύσης εις την όρχησιν. Παραλείπω ότι ο χαρακτήρ σου θα βελτιωθή εις αυτά τα θεάματα, όταν θα βλέπης τους θεατάς να εκδηλούν μίσος κατά των κακών πράξεων και να δακρύουν διά τ' αδικήματα. Εν γένει το θέαμα είνε ηθοπλαστικόν διά τους θεατάς.
Αλλ' ο μεγαλείτερος έπαινος διά τον χορόν είνε ότι κατορθώνει να δίδη εις τα μέλη συγχρόνως ευκαμψίαν και δύναμιν, πράγμα τόσον παράδοξον, ως εάν τις κατώρθωνε να ενώση εις έν σώμα την δύναμιν του Ηρακλέους και την αβρότητα της Αφροδίτης.
Τώρα δε θα προσπαθήσω να σου υποδείξω διά του λόγου και οποίος πρέπει να είνε ο άριστος ορχηστής κατά τε την ψυχήν και το σώμα. Αλλ' όσον αφορά την ψυχήν, ανέφερα ήδη τα περισσότερα• ότι πρέπει να έχη μνημονικόν, να είνε ευφυής και νοήμων και οξύς εις την αντίληψιν και προ πάντων ταχύς εις το ν' αυτοσχεδιάζη, προσέτι δε να δύναται να κρίνη ποιήματα και άσματα, να διακρίνη τας καλλιτέρας μελωδίας και να διορθώνη τα πλημμελή και ελαττωματικά.
Το δε σώμα του νομίζω ότι πρέπει να σου παρουσιάσω σύμφωνον προς τον κανόνα του Πολυκλείτου. Ούτε πάρα πολύ υψηλός πρέπει να είνε, ούτε πάρα πολύ μικρόσωμος και νανώδης, αλλ' εντελώς σύμμετρος, ούτε πολύσαρκος—πράγμα ανάρμοστον εις την όρχησιν και τας υποκρίσεις αυτής—ούτε καθ' υπερβολήν ισχνός, το οποίον ενθυμίζει τους σκελετούς και τους νεκρούς. Θα σου αναφέρω δε ποίας αποδοκιμασίας επροκάλεσαν τα ελαττώματα ταύτα μεταξύ θεατών ικανών να κρίνουν τα τοιαύτα. Οι Αντιοχείς είνε λαός ευφυέστατος και αγαπά εξαιρετικώς τον χορόν μετά τόσης δε προσοχής και ακριβείας παρακολουθούν τα τοιαύτα θεάματα, ώστε ουδέν σφάλμα δύναται να διαφύγη την προσοχήν των. Όταν δέ ποτε ενεφανίσθη επί της σκηνής μικρόσωμος ορχηστής και παρίστα τον Έκτορα, πάντες συγχρόνως ανεφώνησαν• Συ είσαι ο Αστυάναξ, ο Έκτωρ δε που είνε; Άλλοτε, όταν κάποιος καθ' υπερβολήν υψηλός επεχείρησε να παραστήση διά της ορχήσεως τον Καπανέα προσβάλλοντα τα τείχη των Θηβών, Διασκέλισε, του εφώναξαν το τείχος, δεν έχεις ανάγκην από κλίμακα. Εις άλλον παχύν και πολύσαρκον, ο οποίος επεχείρει να κάμη μεγάλα πηδήματα, εφώναξαν• Σε παρακαλούμεν μη μας χαλάσης την σκηνήν. Εξ εναντίας εις άλλον καθ' υπερβολήν ισχνόν εφώναξαν «Περαστικά», ως να ήτο άρρωστος. Αυτά δεν τα ανέφερα διά να γελάσωμεν, αλλά διά να σου δείξω ότι και λαοί ολόκληροι αποδίδουν μεγάλην σπουδαιότητα εις την ορχηστικήν και δύνανται να κρίνουν ορθώς τα καλά και τα ελαττώματα αυτής.
Έπειτα πρέπει πάντως να είνε ευκίνητος ο χορευτής, να έχη το σώμα χαλαρόν και συγχρόνως στερεόν, ούτως ώστε να λυγίζεται όταν είνε ανάγκη και να στέκεται αλύγιστον οσάκις πρέπει. Ότι δε η όρχησις δεν στερείται και των αθλητικών κινήσεων, αλλ' έχει και τας ωραιοτέρας αθλητικάς στάσεις του Ερμού, του Πολυδεύκους και του Ηρακλέους, δύνασαι να το ίδης αν προσέξης εις εκάστην των ορχηστικών μιμήσεων. Κατά τον Ηρόδοτον, πλέον αξιόπιστος είνε η όρασις από την ακοήν• αλλ' εις την όρχησιν και η όρασις και η ακοή είνε αναγκαίαι.
Τόσην δε επίδρασιν έχει εις την ψυχήν η όρχησις, ώστε, αν μεταβή κανείς ερωτευμένος εις το θέατρον, σωφρονίζεται βλέπων ποία κακά αποτελέσματα έχει ο έρως• εάν δε κατέχεται υπό λύπης, αναχωρεί εκ του θεάτρου φαιδρότερος, ως να έπιε φάρμακον το οποίον δίδει την λήθην ή όπως ο ποιητής το λέγει, νηπενθές και άχολον {80}. Απόδειξις δε ότι η όρχησις αναπαριστά τα αισθήματα των ανθρώπων και ότι οι θεαταί αναγνωρίζουν έκαστος τα αισθήματά του εις τα παριστώμενα είνε ότι οι βλέποντες δακρύουν πολλάκις οσάκις ο χορός παριστά τίποτε θλιβερόν. Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνειθίζεται και εκτιμάται προ πάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είνε σατυρική, τόσον έχει υποδουλώση τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ωρισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχουμένους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται διά τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά διά τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα.
Αφού ωμίλησα περί των προτερημάτων των ορχηστών, άκουσε τώρα και τα ελαττώματά των. Και τα μεν σωματικά υπέδειξα ήδη• νομίζω δε ότι κατά τον αυτόν τρόπον δυνάμεθα να υποδείξωμεν και τα πνευματικά αυτών ελαττώματα. Πολλοί εξ αυτών από αμάθειαν — διότι αδύνατον να είνε όλοι σοφοί — περιπίπτουν εις μεγάλα σφάλματα κατά την όρχησιν. Και άλλοι μεν κάμνουν κινήσεις παραλόγους, αι οποίαι, κατά το λεγόμενον, δεν έχουν σχέσιν προς την χορδήν• {81} και άλλα λέγει η κίνησις του ποδός, άλλα δε ο ρυθμός. Άλλοι δε χορεύουν μεν κατά τον ρυθμόν, αλλά εις τα παριστώμενα συγχέουν τας εποχάς• και ως παραδείγματα θα αναφέρω πράγματα τα οποία είδα. Κάποιος ο οποίος εχόρευε την γέννησιν του Διός και συγχρόνως την τεκνοφαγίαν του Κρόνου, συνέχεε το θέμα του προς τα παθήματα του Θυέστου. Άλλος υποκρινόμενος την Σεμέλην κεραυνοβολουμένην, την παρωμοίαζε προς την Γλαύκην, η οποία είνε μεταγενεστέρα.
Αλλά τα σφάλματα των τοιούτων δεν πρέπει ν' αποδίδωνται εις την όρχησιν, ούτε πρέπει εξ αιτίας αυτών να περιφρονούμεν την τέχνην, αλλ' αυτούς μεν να θεωρούμεν αμαθείς, να επαινούμεν δε εκείνους οίτινες χορεύουν κανονικώς και κατά τον ρυθμόν της τέχνης εκτελούν τα διάφορα θέματα. Εν γένει δε ο χορευτής πρέπει να καταβάλλη πάσαν φροντίδα, ώστε παν ό,τι εκτελεί να είνε εύρυθμον, εύσχημον, σύμμετρον, συνεπές προς εαυτό, μη δυνάμενον να παρερμηνευθή και κατακριθή, χωρίς καμμίαν έλλειψιν και αποτελούμενον εκ των αρίστων ασκήσεων• ο ίδιος δε να έχη την μνήμην οξείαν, να έχη γνώσεις μεγάλας και βαθείας και να γνωρίζη μεγάλως την ανθρωπίνην ψυχήν.
Τότε ο έπαινος των θεατών θα είνε εντελής, όταν έκαστος εκ των παρακολουθούντων την όρχησιν αναγνωρίζει εις αυτήν τα αισθήματά του και ως εις καθρέπτην βλέπει τον εαυτόν του εις τον ορχηστήν και όσα πάσχει και όσα συνειθίζει να πράττη. Όταν οι θεαταί βλέπουν έκαστος τας κινήσεις της ψυχής των και αναγνωρίζουν εαυτούς, αισθάνονται τόσην τέρψιν, ώστε δεν δύνανται να κρατηθούν, αλλ' επαινούν και επευφημούν ενθουσιωδώς• διότι αποτέλεσμα του θεάματος εκείνου είνε το Δελφικόν «Γνώθι σεαυτόν»• απέρχονται δε εκ του θεάτρου, αφού έμαθαν ποία πρέπει να προτιμούν και ποία ν' αποφεύγουν και εδιδάχθησαν όσα προηγουμένως δεν εγνώριζαν.
Όπως δε εις τους λόγους, και εις την όρχησιν συμβαίνει η λεγομένη κακοζηλία• δηλαδή οι ορχούμενοι υπερβαίνουν το μέτρον της μιμήσεως και την εντείνουν πέραν του δέοντος• εάν δε πρόκηται να παραστήσουν τι μέγα, το παριστούν υπερμέγεθες• εάν πρόκηται να παραστήσουν τίποτε αβρόν, γίνονται καθ' υπερβολήν θηλυπρεπείς, τα δε ανδροπρεπή ωθούν μέχρι του αγρίου και θηριώδους. Και ενθυμούμαι ότι είδα κάποτε ένα ορχηστήν, ο οποίος προηγουμένως εθεωρείτο εκ των καλών, ήτο δε τω όντι τεχνίτης και αληθώς άξιος να θαυμάζεται, αλλά δεν γνωρίζω πώς του συνέβη να εξωκείλη εις άσχημον υπόκρισιν διά της υπερβολικής μιμήσεως. Ορχούμενος τον Αίαντα, παράφρονα μετά την ήτταν, τόσον παρεξετράπη, ώστε αντί να φαίνεται ότι υπεκρίνετο την παραφροσύνην, ηδύνατο να νομισθή ότι είχε παραφρονήση ο ίδιος• ενός εκ των κρατούντων το μέτρον διά του σιδηρού υποδήματος κατέσχισε το ένδυμα, αρπάσας δε τον αυλόν ενός εκ των αυλητών, εκτύπησε δι' αυτού κατά κεφαλής τον Οδυσσέα, όστις εστέκετο πλησίον και υπερηφανεύετο διά την νίκην, και αν η περικεφαλαία δεν τον επροφύλλατεν, αλλ' εδέχετο ολόκληρον το κτύπημα η κεφαλή, θα εφονεύετο ο ταλαίπωρος Οδυσσεύς, διότι του έτυχε τοιούτος παράφρων ορχηστής. Αλλά και οι θεαταί όλοι συνεμερίζοντο την παραφροσύνην του Αίαντος και ανεπήδων και εκραύγαζον και έρριπτον τα ενδύματά των, καθότι οι μεν ήσαν απλοϊκοί και του όχλου άνθρωποι και δεν είχον αντίληψιν του μέτρου και του κοσμίου, ούτε ηδύναντο να διακρίνουν το κακόν από το καλόν και ενόμιζον τας υπερβολάς του ορχηστού ως τελείαν μίμησιν του πάθους, οι δε μορφωμένοι ενόουν μεν το άτοπον και δυσηρεστούντο διά τα γινόμενα, αλλά δεν ετόλμων να εκδηλώσουν την αποδοκιμασίαν των και μολονότι έβλεπον ότι τα γινόμενα δεν παρίστων την παραφροσύνην του Αίαντος, αλλ' ήσαν παραφροσύνη του ορχηστού, εχειροκρότουν και αυτοί, καλύπτοντες διά των επευφημιών την ασχημίαν της ορχήσεως. Δεν ηρκέσθη δε εις αυτά μόνον ο εξαίρετος εκείνος ορχηστής, αλλ' έπραξε και κάτι τι άλλο πολύ γελοιωδέστερον κατέβη εκ της σκηνής και εκάθισεν εις το μέσον του θεάτρου εις μίαν εκ των θέσεων των ωρισμένων διά τους συγκλητικούς, μεταξύ δύο πρώην υπάτων, οίτινες κατελήφθησαν υπό φόβου μήπως θα τους εμαστίγωνεν, όπως τον κριόν τον οποίον ο Αίας κτυπά. Και άλλοι μεν εθαύμαζον το πράγμα, άλλοι δε εγέλων και μερικοί υπώπτευον μήπως εκ της υπερβολικής μιμήσεως έπαθε πραγματικώς εκείνο το οποίον υπεκρίνετο. Αλλά λέγεται ότι και ο ίδιος, όταν συνήλθε, τόσον μετενόησε δι' όσα έπραξεν, ώστε εκ της λύπης του ησθένησε διότι ενομίσθη ότι αληθώς είχε παραφρονήση. Εξεδήλωσε δε και άλλως την μεταμέλειάν του, διότι όταν οι θαυμασταί του τον εκάλεσαν να χορεύση εκ νέου τον Αίαντα, παρουσίασεν άλλον ορχηστήν και είπε προς τους θεατάς• Είνε αρκετόν ότι παρεφρόνησα μίαν φοράν. Τον ελύπησε δε προ πάντων η επιτυχία ενός ομοτέχνου και αντιζήλου, όστις αναλαβών να χορεύση τον αυτόν Αίαντα, τόσον κοσμίως και με τόσην τέχνην υπεκρίθη την παραφροσύνην, ώστε επηνέθη διότι έμεινεν εντός των κανόνων της ορχήσεως και δεν παρεξετράπη εις υπερβολάς ασχήμους.
Αρκούμαι εις αυτά, φίλε μου, εκ των πολλών τα οποία ηδυνάμην να σου είπω περί της αξίας της ορχήσεως, διά να μη αγανακτής και θεωρής ανεξήγητον την αγάπην την οποίαν τρέφω προς αυτήν. Εάν δε θελήσης να συμμερισθής μετ' εμού το θέαμα, είμαι βέβαιος ότι θα σε κατακτήση και η αγάπη σου προς τον χορόν θα φθάση μέχρι μανίας. Και δεν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να σου είπω, όπως η Κίρκη•
Θαύμα μ' έχει ως ούτι πιών τάδε φάρμακ' εθέλχθης {82},
διότι θα μαγευθής χωρίς συγχρόνως ν' αποκτήσης όνου κεφαλήν ή καρδίαν χοίρου• {83} αλλά το μεν πνεύμα σου θα γίνη ισχυρότερον, τόσον δε θα ευχαριστηθής, ώστε και εις άλλους θα δώσης να πίουν εκ του ποτού. Εκείνο που λέγει ο Όμηρος περί της χρυσής ράβδου του Ερμού, ότι και «ανδρών όμματα θέλγει ων εθέλει»,
τους δ' αύτε και υπνώοντας εγείρει, {84}
τούτο εντελώς εφαρμόζεται και εις την όρχησιν, η οποία και τους οφθαλμούς θέλγει και το πνεύμα διεγείρει και εξυψώνει μέχρι των γεγονότων τα οποία αναπαριστά.
ΚΡΑΤ. Τώρα, Λυκίνε, σε πιστεύω και σε ακούω με όλην μου την προσοχήν. Να ενθυμήσαι δε, φίλε μου, όταν θα πας εις το θέατρον, να κρατήσης και δι' εμέ μίαν θέσιν, διά να συμμερισθώ και εγώ την σοφίαν την οποίαν εκείθεν αποκομίζεις.
ΕΥΝΟΥΧΟΣ
ΠΑΜΦΙΛΟΣ. Από που έρχεσαι, Λυκίνε, και γιατί γελάς; Η αλήθεια είνε ότι πάντοτε είσαι εύθυμος, αλλά σήμερον η ευθυμία σου είνε, φαίνεται, τόσον εξαιρετική, ώστε δεν δύνασαι να κρατηθής.
ΛΥΚΙΝΟΣ. Έρχομαι από την αγοράν, Πάμφιλε• θα γελάσης δε και συ ομοίως αν ακούσης την δίκην εις την οποίαν παρευρέθηκα, δίκην μεταξύ φιλοσόφων.
ΠΑΜΦ. Και μόνον ότι φιλόσοφοι έχουν δίκας μεταξύ των είνε αρκετά γελοίον, διότι πρέπει, και αν η αφορμή της διενέξεώς των είνε σπουδαία, να λύουν τας διαφοράς των ειρηνικώς.
ΛΥΚΙΝ. Πώς ήτο δυνατόν να δικασθούν ειρηνικώς άνθρωποι οι οποίοι άμα αντικρύσθησαν έρριψαν ο ένας εναντίον του άλλου ολοκλήρους αμάξας ύβρεων, φωνάζοντες και πεισματωδώς αντιλογούντες;
ΠΑΜΦ. Μήπως, Λυκίνε, εφιλονείκουν περί φιλοσοφικών ζητημάτων, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ανήκουν εις αντιθέτους σχολάς;
ΛΥΚΙΝ. Καθόλου, αλλά κάτι άλλο συνέβαινε• διότι ήσαν ομόφρονες και της αυτής σχολής. Αλλ' εγίνετο δίκη πραγματική ενώπιον δικαστηρίου αποτελουμένου από τους επιφανεστέρους, πρεσβυτέρους και σοφωτάτους των πολιτών, ενώπιον των οποίων πας άλλος θα εντρέπετο να είπη την έλαχίστην άτοπον λέξιν και όχι να φθάση εις τόσην αναισχυντίαν.
ΠΑΜΦ. Λοιπόν δεν μου λέγεις τώρα ποίον ήτο το αντικείμενον της δίκης, διά να μάθω και το αίτιον της τόσης σου ευθυμίας;
ΛΥΚ. Ως γνωρίζεις, ο αυτοκράτωρ έχει ορίση μισθόν όχι μικρόν διά τους φιλοσόφους κατά σχολάς, τους Στωικούς, τους Πλατωνικούς και Επικουρίους, προσέτι δε και τους Περιπατητικούς, μισθόν ίσον δι' όλους. Άμα δε κανείς των μισθοδοτουμένων αποθάνη, ο αντικαταστάτης του εκλέγεται διά ψηφοφορίας κατόπιν διαγωνισμού υπό των επιφανεστέρων πολιτών και τα έπαθλα του αγώνος τούτου δεν είνε δέρμα βωδινόν, ούτε ένα σφακτόν, όπως εις τους ομηρικούς αγώνας, αλλά δέκα χιλιάδες δραχμαί κατ' έτος υπό τον όρον ο ούτω μισθοδοτούμενος να διδάσκη φιλοσοφίαν τους νέους.
ΠΑΜΦ. Αυτά τα γνωρίζω, ήκουσα δε ότι και κάποιος εξ αυτών απέθανε προ ολίγου καιρού, ο είς εκ των Περιπατητικών, νομίζω.
ΛΥΚ. Λοιπόν αυτή είνε, Πάμφιλε, η Ελένη διά την οποίαν οι δύο φιλόσοφοι εμονομάχουν. Αλλ' έως εδώ το μόνον γελοίον ήτο ότι, ενώ έλεγαν ότι είνε φιλόσοφοι και καταφρονούν τα χρήματα, έπειτα ηγωνίζοντο δι' αυτά ως υπέρ κινδυνευούσης πατρίδος, θρησκείας και τάφων προγονικών.
ΠΑΜΦ. Το βέβαιον είναι ότι οι Περιπατητικοί δεν αποκλείουν εις τα δόγματά των την αγάπην των χρημάτων, αλλά θεωρούν τον πλούτον ως τρίτον αγαθόν.
ΛΥΚΙΝ. Καλά λέγεις. Αυτά τωόντι λέγουν και επομένως ο πόλεμος των ήτο υπέρ των πατρίων. Αλλ' άκουσε τώρα και τα κατόπιν. Πολλοί ήσαν οι λαβόντες μέρος εις τους επιταφίους εκείνους αγώνας• αλλά την νίκην διεφιλονείκουν δύο, ο γέρων Διοκλής — ξέρεις ποιόν λέγω, εκείνον τον φιλόνεικον και θυμώδη—και ο Βαγώας ο θεωρούμενος ευνούχος. Κατ' αρχάς επέδειξεν έκαστος την ρητορικήν του δεινότητα και την γνώσιν των φιλοσοφικών δογμάτων, προ πάντων δε των Αριστοτελικών θεωριών• εφαίνοντο δε και οι δύο εξίσου δυνατοί. Αλλ' ο αγών δεν περιωρίσθη μόνον εις τας ιδέας• ο Διοκλής αφήσας την επίδειξιν των φιλοσοφικών του γνώσεων εστράφη προς το πρόσωπον του Βαγώα και ήρχισε να επικρίνη τον βίον αυτού• έπειτα δε και ο Βαγώας απαντών επετέθη προσωπικώς κατά του αντιπάλου του.
ΠΑΜΦ. Αυτό είνε σωστό, Λυκίνε, και αυτά κυρίως έπρεπε να εξετασθούν εις τον διαγωνισμόν εκείνον και αν εγώ ήμουν κριτής, μου φαίνεται ότι αυτό κυρίως θα εξήταζα και θα έδιδα την ψήφον μου μάλλον εις εκείνον του οποίου ο βίος είνε χρηστότερος παρά εις εκείνον ο οποίος είνε εις τους λόγους δεξιώτερος και ικανώτερος εις τας συζητήσεις.
ΛΥΚ. Καλά λέγεις και εις τούτο συμφωνώ μαζή σου. Αφού δε έρριψαν εναντίον αλλήλων όλας του κόσμου τας ύβρεις και τας κατηγορίας, ο Διοκλής είπεν εις το τέλος ότι ουδέ επιτρέπεται εις τον Βαγώαν να παρουσιάζεται ως φιλόσοφος και να διδάσκη φιλοσοφίαν και να διεκδική αμοιβάς δι' αυτήν, καθότι είνε ευνούχος. Έλεγε δε ότι όχι μόνον από την φιλοσοφίαν πρέπει να αποκλείωνται οι τοιούτοι, αλλά και από τους ναούς και από πάσαν συνέλευσιν ανθρώπων και πάσαν θρησκευτικήν τελετήν, καθότι είνε απαίσιοι και, αν κανείς εξερχόμενος τους συναντήση, είνε κακόν συναπάντημα. Ο ευνούχος, ως έλεγεν, ούτε άνδρας, ούτε γυναίκα είνε, αλλά κάτι τι σύνθετον και μικτόν και τερατώδες, έξω της ανθρωπίνης φύσεως.
ΠΑΜΦ. Αληθώς το θέμα της συζητήσεως ήτο πρωτότυπον, αρχίζω δε και εγώ να διατίθεμαι ευθύμως από αυτήν την αλλόκοτην κατηγορίαν. Ο δε άλλος τι είπε; Εσιώπησεν ή διέψευσε την κατηγορίαν;
ΛΥΚΙΝ. Κατ' αρχάς εφάνη ότι κατελήφθη υπό εντροπής και δειλίας, όπως συμβαίνει συνήθως εις τους ευνούχους, και επί πολύ εσιώπα και εκοκκίνιζε και ίδρωνεν επί τέλους δε με φωνήν λεπτήν και γυναικείαν απήντησεν ότι δεν είχε δίκαιον ο Διοκλής ν' αποκλείη από την φιλοσοφίαν ένα άνθρωπον διά τον λόγον ότι είνε ευνούχος, αφού και εις γυναίκας επιτρέπεται να διδάσκωνται και να διδάσκουν φιλοσοφίαν και ως παραδείγματα ανέφερε την Ασπασίαν, την Διοτίμαν και την Θαργηλίαν και κάποιον ακαδημαϊκόν Κελτόν, ευνούχον, ο οποίος ολίγον προ των ημερών μας είχε διακριθή ως σοφιστής εις την Ελλάδα. {85} Ο Διοκλής απήντησεν ότι και εκείνον, αν παρουσιάζετο και είχε τας αυτάς αξιώσεις, θα απέκλειε, χωρίς να λογαριάση την υπόληψιν την οποίαν είχε μεταξύ των πολλών. Ανέφερε δε και λόγους διαφόρους οίτινες είχον λεχθή και προς εκείνον υπό των Στωικών και των Κυνικών σκωπτόντων την σωματικήν του ατέλειαν.
Το ζήτημα λοιπόν ετίθετο προς τους δικαστάς αν έπρεπε να γίνη δεκτός εις τον διαγωνισμόν ευνούχος αξιών να του ανατεθή η διδασκαλία των νέων. Και ο μεν Διοκλής έλεγεν ότι ο φιλόσοφος πρέπει να έχη και αρτιότητα σώματος και προ πάντων μεγάλην γενειάδα, η οποία να εμπνέη εις τους προσερχομένους διά να διδαχθούν εμπιστοσύνην και να είνε αξία των δέκα χιλιάδων δραχμών τας οποίας θα λαμβάνη από τον αυτοκράτορα• ο ευνούχος όμως είναι χειρότερος και του βακήλου• {86} διότι ο μεν βάκηλος υπήρξε και επ' ολίγον καιρόν εις την ζωήν του άνδρας, ενώ του ευνούχου απεκόπησαν ευθύς εξ αρχής τα ανδρικά γνωρίσματα και μετεβλήθη εις ζώον αμφίβολον, όπως αι κορώναι, αι οποίαι ούτε εις τας περιστεράς ούτε εις τους κόρακας συγκαταλέγονται. Ο δε άλλος αντέτεινεν ότι ο αγών δεν ήτο περί σωματικών προτερημάτων, αλλ' έπρεπε να εξετασθούν τα προσόντα του πνεύματος και του χαρακτήρος και η γνώσις των φιλοσοφικών δογμάτων• και εκάλει ως μάρτυρα τον Αριστοτέλην, όστις τόσον θαυμασμόν έτρεφε προς τον ευνούχον Ερμείαν, τον τύραννον της Ατάρνης, ώστε και θυσίας προσέφερεν εις αυτόν ως θεόν. Ετόλμησε δε ο Βαγώας και να προσθέση ότι ο ευνούχος είνε πολύ καταλληλότερος διά τους νέους διδάσκαλος, διότι δεν ηδύνατο να κινήση υποψίας, ούτε να κατηγορηθή ως ο Σωκράτης ως διαφθείρων τους νέους. Επειδή δε ο αντίπαλός του τον έσκωψε και διά το αγένειον πρόσωπόν του, έδωκε την εξής αστείαν, ως τουλάχιστον την ενόμιζεν, απάντησιν• Εάν πρέπει να κρίνωμεν τους φιλοσόφους από τα γένεια, τότε ο τράγος πρέπει να προτιμηθή από όλους.
Επειτα παρενέβη εις την συζήτησιν κάποιος τρίτος—του οποίου το όνομα θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω—και είπε• Και όμως, ω άνδρες δικασταί, εάν εκδυθή αυτός ο έχων το πρόσωπον άτριχον και την φωνήν γυναικείαν και καθ' όλα τα άλλα ομοιάζων προς ευνούχον, θα παρουσιασθή πολύ ανδρικός. Αν δεν είνε ψευδή όσα λέγονται περί αυτού, και ως μοιχός συνελήφθη μίαν φοράν, «άρθρα εν άρθροις έχων» {87}, όπως λέγει ο νόμος του Σόλωνος• αλλά τότε καταφυγών εις τον ευνούχον, ως εις κρησφύγετον, απελύθη, διότι οι δικασταί επίστευσαν μάλλον εις την μορφήν του παρά εις την κατηγορίαν. Τώρα όμως μου φαίνεται ότι είνε έτοιμος ν' αλλάξη γνώμην χάριν του μισθού.
Οι λόγοι ούτοι εκίνησαν γενικόν γέλωτα ως ήτο επόμενον. Ο δε Βαγώας περισσότερον εταράσσετο, ήλλασσε χρώματα και ελούετο υπό ψυχρού ιδρώτος. Ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι και το έγκλημα της μοιχείας δεν ηδύνατο ν' αποδεχθή και την κατηγορίαν ταύτην εθεώρει χρήσιμον εις τον παρόντα αγώνα.
ΠΑΜΦ. Αληθώς αστεία είνε όλα αυτά και φαντάζομαι ότι θα εγελάσατε πολύ οι παριστάμενοι. Αλλά πώς ετελείωσεν η υπόθεσις και τι απεφάσισαν οι δικασταί;
ΛΥΚ. Δεν εσυμφώνησαν όλοι, αλλ' οι μεν ήσαν της γνώμης να τον εκδύσουν και να τον εξετάσουν όπως τους αγοραζομένους μούλους, διά να πεισθούν αν ηδύνατο να φιλοσοφή διά των όρχεων, οι δε άλλοι επρότειναν κάτι τι ακόμη αστειότερον, να καλέσουν γυναίκας εκ των εμπορευομένου τον έρωτα και να του επιβάλουν να συνευρεθή με μίαν εξ αυτών, να παρίσταται δε είς εκ των δικαστών, ο πρεσβύτερος και αξιοπιστότερος, διά να βεβαιωθή εάν φιλοσοφή. Έπειτα, επειδή όλων τα εντόσθια είχον αρχίση να πονούν από τους σπασμούς του γέλωτος, απεφάσισαν να παραπέμψουν την δίκην εις την Ιταλίαν. Τώρα δε, ως λέγεται, ο Διοκλής γυμνάζεται εις την ρητορικήν και ετοιμάζει την κατηγορίαν και ανακινεί την υπόθεσιν της μοιχείας. Πράττει δηλαδή ό,τι οι αδέξιοι δικηγόροι• διότι προσπαθών ν' αποδείξη ότι ο αντίπαλός του είνε ανήρ, ενεργεί κατά του συμφέροντός του. Ο δε Βαγώας εις άλλα, ως λέγεται, καταγίνεται• εξασκείται εις τον ανδρισμόν και έχει την υπόθεσίν του διηνεκώς ανά χείρας, ελπίζων ότι εις το τέλος θα νικήση, αν αποδείξη ότι δεν είνε κατώτερος των επιβητόρων όνων. Αυτή, φαίνεται, φίλε μου, θεωρείται ως η ορθοτέρα αντίληψις της φιλοσοφίας και ως αναμφισβήτητος απόδειξις. Ώστε και διά τον υιόν μου, ο οποίος είνε ακόμη πολύ μικρός, θα ευχηθώ να έχη όχι το πνεύμα, ούτε την γλώσσαν, αλλά το αιδοίον κατάλληλον διά την φιλοσοφίαν.
ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΩΝΑΚΤΟΣ
Και η καθ ημάς εποχή δεν υπήρξε παντελώς άγονος εις ανθρώπους σπουδαίους και αξιομνημονεύτους, όχι μόνον διά την υπερφυσικήν σωματικήν δύναμιν, αλλά και διά την τελείαν σοφίαν• εννοώ δε τον Βοιώτιον Σώστρατον, τον οποίον οι Έλληνες απεκάλουν και εθεώρουν Ηρακλήν, και κυρίως τον φιλόσοφον Δημώνακτα. Τους εγνώρισα και τους εθαύμασα, τον δεύτερον δε εξ αυτών, τον Δημώνακτα, και επί πολύ συνανεστράφην. Και όσον μεν διά τον Σώστρατον εις άλλο βιβλίον {88} έκαμα λόγον περί του τεραστίου αναστήματός του, περί της υπερβολικής του δυνάμεως, της υπαιθρίου επί του Παρνασσού ζωής του, πως εκοιμάτο επί των χόρτων και έζη αγρίαν ζωήν και έπραττεν έργα σύμφωνα προς το όνομά του φονεύων ληστάς, ανοίγων οδούς εις δύσβατα μέρη και κατασκευάζων γεφύρας εις τας επικινδύνους διαβάσεις.
Είνε δε δίκαιον να γράψω τώρα και περί του Δημώνακτος το μεν διά να μεταδώσω όσον δύναμαι εις τους μεταγενεστέρους την μνήμην του, το δε διά να έχουν οι αγαθοί την φύσιν νέοι και προς την φιλοσοφίαν ρέποντες παράδειγμα τελείας αρετής και εκ της εποχής μας και να μιμούνται εκείνον όστις, ως εγνώρισα, υπήρξεν άριστος φιλόσοφος, και να μη αποβλέπουν αποκλειστικώς και μόνον εις τα αρχαία υποδείγματα.
Ο Δημώναξ κατήγετο εκ Κύπρου, από οικογένειαν επιφανή, και διά την κοινωνικήν αυτής τάξιν και διά τον πλούτον. Αλλά περιφρονήσας πάντα ταύτα και ποθήσας αγαθά ευγενέστερα, επεδόθη εις την φιλοσοφίαν, χωρίς να παρακινηθή υπό του Αγαθοδούλου, ούτε του προ τούτου υπάρξαντος Δημητρίου, ούτε του Επικτήτου• ήκουσε μεν την διδασκαλίαν όλων τούτων, προσέτι δε και του Τιμοκράτους του Ηρακλεώτου, ανδρός σοφού διακρινομένου και κατά την ευφράδειάν και κατά την σοφίαν, αλλ'εξ ιδίας κλίσεως προς τα καλά και εμφύτου προς την φιλοσοφίαν αγάπης, ήτις εξεδηλώθη από της παιδικής του ηλικίας, κατεφρόνησεν όλα τα ανθρώπινα αγαθά και εξ ολοκλήρου αφωσιώθη εις την ελευθερίαν και την παρρησίαν. Υπήρξε δε ο βίος του ευθύς και τα ήθη του αγνά και ανεπίληπτα και διά τους άλλους ήτο υπόδειγμα ο χαρακτήρ του και η ειλικρίνεια των φιλοσοφικών του αρχών. Δεν έφθασε δε εις την φιλοσοφικήν ταύτην τελειότητα χωρίς παρασκευήν και μάθησιν, αλλά και τους ποιητάς εμελέτησε και τους περισσοτέρους εγνώριζεν από μνήμης και εις το λέγειν είχεν ασκηθή και τα φιλοσοφικά δόγματα εγνώριζε κατά βάθος. Είχε προσέτι γυμνάση το σώμα του και εξασκήση προς την καρτερίαν, η δε κυρία φροντίς αυτού ήτο να μη έχη ανάγκην κανενός• διά τούτο και όταν ενόησεν ότι δεν ηδύνατο πλέον να επαρκή εις εαυτόν, απήλθεν εκουσίως εκ της ζωής, αφήσας μεγάλην υπόληψιν εις τους αρίστους των Ελλήνων.
Δεν περιωρίσθη δε εις έν είδος φιλοσοφίας, αλλ' αναμίξας διάφορα δεν εφαίνετο εις ποίον εξ αυτών έδιδε την προτίμησίν του• φαίνεται όμως ότι κάπως περισσότερον απέκλινε προς την Σωκρατικήν φιλοσοφίαν, μολονότι κατά το ένδυμα και την απλότητα του βίου εφαίνετο μιμούμενος τον Διογένην, χωρίς όμως να επιτηδεύη παράξενον τρόπον βίου διά να θαυμάζεται και κινή την περιέργειαν• Έζη όπως όλοι και συνανεστρέφετο τους πάντας με αφέλειαν, χωρίς την ελαχίστην έπαρσιν.