Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος
Part 7
Μου φαίνεται ότι όταν επαινής την κωμωδίαν και την τραγωδίαν, λησμονείς ότι εις εκάστην εξ αυτών περιέχεται ιδιαίτερον είδος ορχήσεως, εις μεν την τραγωδίαν η εμμέλεια, εις δε την κωμωδίαν ο κόρδαξ, ενίοτε δε και τρίτον είδος ορχήσεως η λεγομένη σικιννίς. Αφού δε και εις την αρχήν της ομιλίας μας είπες ότι θεωρείς προτιμοτέραν από την όρχησιν την τραγωδίαν και κωμωδίαν, τους κυκλικούς αυλητές και την κιθάραν, τα οποία ως αποτελούντα μέρος των αγώνων απεκάλεσες σοβαρά, ας συγκρίνωμεν έκαστον εξ αυτών προς την όρχησιν. Αν θέλης όμως, ας παραλείψωμεν τον αυλόν και την κιθάραν, διότι αποτελούν την συνοδείαν της ορχήσεως. Αν εξετάσωμεν δε πρώτον την τραγωδίαν από το εξωτερικόν, θα ίδωμεν ότι είνε φρικτόν και φοβερόν θέαμα να βλέπωμεν άνθρωπον υπερύψηλον, ορθούμενον επί υποδημάτων υψηλών, ο οποίος φορεί προσωπίδα υψηλοτέραν της κεφαλής και ανοίγει στόμα υπερμέγεθες, ως να θέλη να καταπίη τους θεατάς. Παραλείπω τα επιθέματα τα οποία φορεί επί του στήθους και της κοιλίας διά να παρουσιάζη τεχνητόν πάχος και πρόσθετον όγκον, ώστε να μη φαίνεται δυσανάλογον προς το ύψος το πάχος του. Έπειτα κραυγάζει εκ του βάθους του τερατώδους εκείνου περιβλήματος και κινείται κατά γελοίον τρόπον, ενίοτε δε και άδει τους ιάμβους• και το οικτρότερον είνε ότι εις τας συμφοράς, τας οποίας διεκτραγωδεί, μόνον την φωνήν του παρέχει, διότι διά τα άλλα εφρόντισαν οι προ πολλού υπάρξαντες ποιηταί. Και εφόσον μεν υποκρίνεται την Ανδρομάχην ή την Εκάβην, το άσμα του είνε υποφερτόν αλλ' όταν παρουσιάζεται ως Ηρακλής και ψάλλει μόνος και, λησμονών ποίος είνε, ούτε την λεοντήν σέβεται, ούτε το ρόπαλον το οποίον φέρει, το πράγμα φαίνεται εις πάντα σωφρονούντα ως σολοικισμός.
Αλλά και εκείνο διά το οποίον κατηγορείς την ορχηστικήν, ότι οι άνδρες μιμούνται τας γυναίκας, είνε κοινόν ελάττωμα και της τραγωδίας και της κωμωδίας• εις αυτάς μάλιστα υπάρχουν περισσότερα γυναικεία μέρη.
Η δε κωμωδία θεωρεί μέρος της τέρψεώς της και την γελοιότητα των προσώπων της, όπως ο Δάων, ο Τιβίων και των μαγείρων τα πρόσωπα. Πόσον δε το εξωτερικόν του ορχηστού είνε κόσμιον και ευπρεπές είνε περιττόν να είπω, διότι και εις τους τυφλούς είνε φανερόν. Το δε προσωπείον αυτού είνε ωραίον και ανάλογον προς το δράμα το οποίον παίζει, δεν χάσκει δε όπως τα προσωπεία της τραγωδίας, αλλ' έχει κλειστόν το στόμα, διότι αντ' αυτού φωνάζουν πολλοί άλλοι. Άλλοτε οι χορεύοντες ήσαν συγχρόνως και τραγουδισταί• αλλ' επειδή όταν εχόρευαν η πνευστίασις εξησθένει και διέκοπτε την φωνήν και ασχήμιζε το άσμα, εθεωρήθη καλλίτερον να τραγουδούν άλλοι και άλλοι να χορεύουν. Αι δε υποθέσεις είνε κοιναί και ουδόλως διαφέρουν εις την τραγωδίαν και την όρχησιν παρά μόνον ότι εις την τελευταίαν είνε ποικιλώτεραι και τεχνικώτεραι και παρουσιάζουν μυρίας μεταβολάς. Δεν συμπεριλαμβάνεται δε εις τους αγώνας η όρχησις διά τον λόγον, υποθέτω, ότι οι αγωνοθέται εθεώρησαν το πράγμα τόσω μέγα και τόσω σεμνόν, ώστε δεν πρέπει να υποβάλλεται εις κρίσιν. Αλλ' εν τοσούτω μία πόλις εις την Ιταλίαν {63}, η καλλιτέρα των Χαλκιδικών αποικιών, έχει εισαγάγη και την όρχησιν εις τους αγώνας της διά να τους καταστήση λαμπροτέρους.
Και τώρα θα δικαιολογηθώ διατί παρέλειψα να ομιλήσω περί των άλλων χορών, οίτινες είνε πολυάριθμοι, διά να μη νομίσης ότι εξ αγνοίας ή αμαθείας δεν τους ανέφερα. Δεν αγνοώ ότι πολλοί προ ημών, οίτινες έγραψαν περί ορχήσεως, εφρόντισαν προπάντων να αναφέρουν όλα τα είδη της ορχήσεως με τα ονόματα εκάστου και εκείνους εις τους οποίους αποδίδεται η επινόησίς των, νομίζοντες ότι ούτω δίδουν απόδειξιν της πολυμαθείας των.
Αλλ' εγώ την φροντίδα περί των τοιούτων θεωρώ γελοίαν επίδειξιν πολυγνωσίας και την νομίζω μη αρμόζουσαν εις εμέ, διό και την παραλείπω. Άλλως τε πρέπει να έχης υπ' όψιν και να ενθυμήσαι ότι δεν πρόκειται εδώ να κάμω την γενεαλογίαν όλων των ορχήσεων, ούτε ανέλαβα να αναφέρω ονόματα χορών, εκτός των ολίγων περί των οποίων εις την αρχήν έκαμα λόγον, περιορισθείς εις τους γενικωτέρους. Επί του προκειμένου ο σκοπός μου ήτο να εξάρω την όρχησιν εις την σημερινήν της κατάστασιν και να δείξω όσα τερπνά και χρήσιμα περιλαμβάνει. Δεν ανεπτύχθη δε ευθύς εξ αρχής εις το σημερινόν της κάλλος, αλλά προ πάντων επί των ημερών του αυτοκράτορος Σεβαστού.{64} Αι παλαιαί ορχήσεις ήσαν ως ρίζαι και θεμέλια της ορχήσεως• ημείς δε τώρα ομιλούμεν περί του άνθους αυτής και του ωριμωτάτου καρπού, τα οποία σήμερον έχουν φθάση εις την άκραν αυτών τελειότητα. Διά τούτο ούτε περί της θερμαϋστρίδος {65}, ούτε περί του γεράνου {66} και άλλων ορχήσεων, αίτινες ουδόλως ταιριάζουν προς τον σημερινόν χορόν, θα ομιλήσω. Όχι εξ αγνοίας επίσης παρέλειψα τον Φρυγικόν χορόν, ο οποίος υποθέτει χορευτάς μεθυσμένους και κραιπαλώντας ή και αγροίκους, τους οποίους συνοδεύει μουσική αυλών, παιζομένων υπό γυναικών, και οίτινες κάνουν πηδήματα μεγάλα και επίπονα. Ο χορός ούτος εξακολουθεί ακόμη να χορεύεται εις τα εξοχικά μέρη, αλλ' ουδεμίαν σχέσιν έχει με την σημερινήν όρχησιν. Και ο Πλάτων εις τους Νόμους του επαινεί είδη τινά ορχήσεως, άλλα δε εντελώς αποκρούει και αποδοκιμάζει, διαιρών τα είδη των χορών κατά το τερπνόν και το χρήσιμον και απορρίπτων μεν τα ασχημότερα, επιδοκιμάζων δε και θαυμάζων τα άλλα.
Αλλ' αρκετά είπα περί της ορχήσεως• διότι είνε απειροκαλία να παρατείνεται ο λόγος διά λεπτολογιών. Τώρα δε θα σου αναφέρω τι πρέπει να έχη ο χορευτής, πώς πρέπει ν' ασκηθή, τι να μάθη και πώς να τελειοποιηθή εις την τέχνην του, διά να εννοήσης ότι η ορχηστική δεν είνε εκ των ευκόλων τεχνών, αλλ' έχει ανάγκην τελείας παιδεύσεως, όχι μόνον εις την μουσικήν, την ρυθμικήν και την μετρικήν, αλλά μάλιστα και εις την ιδικήν σου φιλοσοφίαν, την φυσικήν και την ηθικήν. Την διαλεκτικήν εθεώρησεν ανάρμοστον εις εαυτήν, την ρητορικήν όμως δεν παρημέλησεν, αλλά σχετίζεται και με αυτήν εις την επίδειξιν του ήθους και του πάθους, την οποίαν και οι ρήτορες επιτηδεύουν. Και προς την ζωγραφικήν δε και την πλαστικήν δεν είνε άσχετος, αλλά και την ευρυθμίαν αυτών φαίνεται μιμουμένη, ούτως ώστε ούτε ο Φειδίας, ούτε ο Απελλής να φαίνωνται ανώτεροι αυτής.
Αλλά προ πάντων προσπαθεί να έχη υπέρ αυτής την Μνημοσύνην και την θυγατέρα αυτής Πολύμνιαν και φροντίζει να μιμήται τας Μούσας όλας• διότι, όπως λέγει ο Κάλχας εις τον Όμηρον, ο χορευτής πρέπει να γνωρίζη τα παρελθόντα, τα μέλλοντα και τα παρόντα, ώστε να μη του διαφεύγη τίποτε, αλλά να τα έχη όλα πρόχειρα εις την μνήμην του. Ο κύριος σκοπός της ορχήσεως είνε η μίμησις και είνε επιστήμη παραστατική, εκφράζουσα τα διανοήματα και φανερώνουσα τα μη φαινόμενα• εκείνο δε το οποίον ο Θουκυδίδης είπεν επαινών τον Περικλέα είνε και του ορχηστού το μέγιστον εγκώμιον, δηλαδή να γνωρίζη τα πρέποντα και να δύναται να τα εκφράζη• έκφρασιν δ' επί του προκειμένου εννοώ την παραστατικότητα των κινήσεων.
Όπως δε είπα ανωτέρω, η όρχησις αρύεται τας υποθέσεις της όλας εκ της αρχαίας ιστορίας και πρέπει να την έχη ο χορευτής πρόχειρον εις την μνήμην του και μετά χάριτος να αναπαριστά τας ιστορικάς υποθέσεις• αρχίζων από του χάους και της πρώτης του κόσμου δημιουργίας πρέπει να γνωρίζη πάντα τα γενόμενα μέχρι των χρόνων της Κλεοπάτρας της Αιγυπτίας. Η πολυμάθεια του ορχηστού πρέπει να περιλαμβάνη παρ' ημίν όλην αυτήν την ιστορικήν περίοδον και μάλιστα την μυθολογικήν, τον ακρωτηριασμόν του Ουρανού, την γέννησιν της Αφροδίτης, την Τιτανομαχίαν, την γέννησιν του Διός, την απάτην της Ρέας, την υποβολήν του λίθου εις τον Κρόνον αντί του γεννηθέντος Διός, την δέσμευσιν του Κρόνου και τον κλήρον τον οποίον έρριψαν οι τρεις αδελφοί. Έπειτα κατά σειράν την επανάστασιν των Γιγάντων, την κλοπήν του πυρός, την πλάσιν των ανθρώπων, την τιμωρίαν του Προμηθέως, την ισχύν και των δύο Ερώτων, {67} και κατόπιν πώς η Δήλος έπλεεν ως νήσος, πώς εγέννησεν η Λητώ, τον φόνον του Πύθωνος και την επιβολήν του Τιτυού {68}, και πώς ο Ζευς εύρε το κέντρον της γης διά της πτήσεως των αετών. {69}
Έρχεται κατόπιν η ιστορία του Δευκαλίωνος και του κατακλυσμού, όστις συνέβη εις την εποχήν του και πώς μία κιβωτός διέσωσε λείψανον του γένους των ανθρώπων και πώς έγιναν εκ νέου άνθρωποι εκ λίθων. Έπειτα του Βάκχου η κατασπάραξις, της Ήρας ο δόλος και της Σεμέλης η κατάφλεξις, του Διονύσου και αι δύο γεννήσεις και όσα ιστορούνται περί Αθηνάς, περί Ηφαίστου και Εριχθονίου• και η περί της Αττικής φιλονεικία, το επεισόδιον του Αλειρροθίου {70} και η πρώτη δίκη η γενομένη εις τον Άρειον Πάγον, εν γένει δε όλη η μυθολογική ιστορία της Αττικής. Πρό πάντων πρέπει ο χορευτής να γνωρίζη την περιπλάνησην της Δήμητρος και την ανακάλυψιν της Κόρης{71}, την φιλοξενίαν του Κελεού και την ανακάλυψιν της γεωργίας υπό του Τριπτολέμου, της αμπελουργίας δε υπό του Ικαρίου• {72} το πάθημα της Ηριγόνης και όσα ιστορούνται περί Βορέου, περί Οριθνίας /Ωρειθυίας;/, περί Θησέως και Αιγέως. Προσέτι την υποδοχήν της Μηδείας και την εκ νέου φυγήν της εις την Περσίαν και τα περί των θυγατέρων του Ερεχθέως και του Πανδίωνος, τι έπαθαν και τι έπραξαν εις την Θράκην. Έπειτα έρχεται η ιστορία του Ακάμαντος και της Φυλλίδος {73} και η πρώτη αρπαγή της Ελένης και η ένεκεν αυτής εκστρατεία των Διοσκούρων κατά της πόλεως {74} το πάθημα του Ιππολύτου και η κάθοδος των Ηρακλειδών• διότι όλα αυτά ορθώς δύνανται να θεωρούνται ως ανήκοντα εις την ιστορίαν της Αττικής.
Αυτά περί των Αθηναίων, ως δείγμα των πολλών τα οποία παραλείπω ν' αναφέρω. Έπειτα η ιστορία των Μεγάρων, ο Νίσος και η Σκύλλα και ο πορφυρούς πλόκαμος, η εκστρατεία του Μίνωος και η αχαριστία του προς την ευεργέτιδα. Κατόπιν το επεισόδιον του Κιθαιρώνος και τα δυστυχήματα των Θηβαίων και των Λαβδακιδών, η άφιξις του Κάδμου, η ανάπαυσις του βοός,{75} ο φόνος του όφεως και το φύτρωμα των σπαρτών ανθρώπων και πάλιν του Κάδμου η μεταμόρφωσις εις δράκοντα, η ανέγερσις του τείχους υπό τους ήχους της λύρας, η παραφροσύνη του τοιχοποιού, η καύχησις της Νιόβης και η εκ της λύπης σιγή της. Επίσης τα περί του Πενθέως και Ακταίωνος και του Οιδίποδος η ιστορία και τα περί Ηρακλέους μεθ' όλων των άθλων αυτού και της σφαγής των τέκνων του.
Η Κόρινθος παρέχει επίσης εις τον ορχηστήν πλήθος μυθολογικών υποθέσεων, όπως η ιστορία της Γλαύκης και του Κρέοντος και προ αυτών του Βελλεροφόντου και της Σθενεβοίας, η μάχη του Ηλίου και του Ποσειδώνος, έπειτα δε η παραφροσύνη του Αθάμαντος και η εναέριος φυγή επί του κριού των τέκνων της Νεφέλης και η υποδοχή της Ινούς και του Μελικέρτου. Προς τούτοις η ιστορία των Πελοπιδών και των Μυκηνών και τα γενόμενα εντός αυτών και προ αυτών, ο Ίναχος και η Ιώ και ο φρουρός αυτής Άργος, ο Ατρεύς και ο Θυέστης και η Αερόπη• το χρυσούν δέρας και ο γάμος του Πέλοπος, ο φόνος του Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας η τιμωρία• και ακόμη προ τούτων η εκστρατεία των επτά επί Θήβας, η υποδοχή των εξορίστων γαμβρών του Αδράστου και ο περί αυτών χρησμός, η διαταγή να μείνουν άταφοι οι πεσόντες και ο ένεκα τούτου θάνατος της Αντιγόνης και του Μενοικέως.
Ο χορευτής πρέπει αναγκαίως να ενθυμήται και όσα συνέβησαν εις την Νεμέαν, τα περί Υψιπύλης και Αρχέμορος. Και προ αυτών πρέπει να γνωρίζη πως η Δανάη εφυλάσσετο διά να τηρήση την παρθενίαν της, την γέννησιν του Περσέως και τον άθλον αυτού κατά των Γοργόνων, προς τον οποίον συνδέεται και η Αιθιοπική διήγησις, και την ιστορίαν της Κασσιεπείας, της Ανδρομέδας και του Κηφέως, τους οποίους κατέταξε μεταξύ των άστρων η πίστις των μεταγενεστέρων. Πρέπει δε να γνωρίζη και τους αρχαίους θρύλους περί της Αιγύπτου και του Δαναού και την επιβουλήν κατά τον γάμον.
Η Λακεδαίμων παρέχει όχι ολίγας τοιαύτας υποθέσεις, όπως η ιστορία του Υακίνθου και της αντιζηλίας Απόλλωνος και Ζεφύρου, ο φόνος του νέου διά του δίσκου και το άνθος το οποίον εφύτρωσεν εκ του αίματός του, και η επιγραφή η οποία υπήρχεν εις τα φύλλα του άνθους και εμοιρολόγει τον Υάκινθον, η ανάστασις του Τινδάρεω και η διά τούτο οργή του Διός κατά του Ασκληπιού. Προσέτι η αποδημία του Πάριδος και η αρπαγή της Ελένης, μετά την διά του μήλου κρίσιν. Πρέπει δε να συνδεθή η Σπαρτιατική ιστορία με την Τρωικήν, η οποία είνε μεγάλη και περιέχει απειρίαν προσώπων. Εκάστου των πεσόντων προ της Ιλίου ο θάνατος αποτελεί δράμα κατάλληλον διά την ορχηστικήν παράστασιν. Και πρέπει να ενθυμήται αυτά πάντοτε, μάλιστα ευθύς από της αρπαγής της Ελένης μέχρι των συμβάντων κατά την εκ της Τρωάδος επάνοδον των Ελλήνων, τας περιπλανήσεις του Αινείου και τον έρωτα της Διδούς, προς τα οποία δεν είνε άσχετα και τ' ανδραγαθήματα του Ορέστου εις την Σκυθίαν. Επίσης δεν είνε άσχετα και αταίριαστα προς τα Τρωικά και εκείνα τα οποία προ τούτων συνέβησαν, όπως η διαμονή εις την Σκύρον του Αχιλλέως, ο οποίος εφόρει ένδυμα κόρης, η παραφροσύνη του Οδυσσέως και η εγκατάλειψις του Φιλοκτήτου, όλη εν γένει η ιστορία της περιπλανήσεως του Οδυσσέως, η Κίρκη και ο Τηλέγονος, η διεύθυνσις των ανέμων υπό του Αιόλου και τα άλλα μέχρι της τιμωρίας των μνηστήρων• προ τούτων δε η επιβουλή εναντίον του Παλαμήδους και η οργή του Ναυπλίου, η μανία του Αίαντος και ο θάνατος του άλλου όστις εκεραυνοβολήθη επί των βράχων.
Οι καταγινόμενοι εις τον χορόν έχουν ν' αντλήσουν πολλάς υποθέσεις και από την Ήλιδα, όπως την ιστορίαν του Οινομάου, τα περί Κρόνου και Διός και των πρώτων αθλητών των Ολυμπιακών αγώνων.
Η μυθολογία δε της Αρκαδίας είνε πλουσία εις τοιαύτας υποθέσεις, εκ των οποίων αναφέρω την καταδίωξιν και την φυγήν της Δάφνης, την μεταμόρφωσιν της Καλλιστούς εις θηρίον, των Κενταύρων την μανιώδη μέθην, τα γενέθλια του Πανός, τον Έρωτα του Αλφειού και το υποβρύχιον ταξείδι {76}. Εάν περάσωμεν εις την Κρήτην, έχομεν να εύρωμεν κ' εκεί πάρα πολλά θέματα ορχήσεως, όπως η ιστορία της Ευρώπης, της Πασιφάης, των δύο Ταύρων, {77} του Λαβυρίνθου, της Αριάδνης, έπειτα την Φαίδραν, τον Ανδρόγεων, τον Δαίδαλον, τον Ίκαρον, τον Γλαύκον, την μαντικήν του Πολυίδου και τον Τάλλω τον χάλκινον άνθρωπον όστις περιεπόλει εις την Κρήτην.
Αλλά και εις την Αιτωλίαν εάν περάσωμεν, θα ίδωμεν ότι και απ' εκεί έχει να παραλάβη πολλά η όρχησις, την Αλθαίαν, λ.χ. τον Μελέαγρον, την Αταλάντην, τον δαυλόν, την πάλην μεταξύ ποταμού και Ηρακλέους, την γέννησιν των Σειρήνων και την εμφάνισιν των Εχινάδων και την επ' αυτών εγκατάστασιν του Αλκμέονος μετά την παραφροσύνην του• έπειτα τον Νέσσον και την ζηλοτυπίαν της Δηιάνειρας, ήτις έγινεν αφορμή να καή επί της Οίτης ο Ηρακλής.
Και της Θράκης η ιστορία περιέχει πολλά τα αναγκαία διά τον χορευτήν, τον Ορφέα και την κατασπάραξίν του και τας περιπετείας της κεφαλής του ήτις έψαλλεν επιπλέουσα ομού με την λύραν, τα περί των ορέων Αίμου και Ροδόπης και την τιμωρίαν του Λυκούργου.
Έτι περισσότερα παρέχει η Θεσσαλία• τον Πελλίαν λ. χ., τον Ιάσονα, την Άλκηστιν, την εκστρατείαν των πεντήκοντα νέων και το πλοίον Αργώ με την λαλούσαν τρόπιδα. Εκτός τούτων τα γενόμενα εις την Λήμνον, τον Αιήτην, το όνειρον της Μηδείας, την κατασπάραξιν του Αψύρτου και όσα συνέβησαν κατά τον πλουν, έπειτα δε τα περί του Πρωτεσιλάου και της Λαοδαμείας.
Αν πάλιν περάσης εις την Ασίαν, θα εύρης και εκεί πολλά τα δραματικά• εν πρώτοις εις την Σάμον το πάθημα του Πολυκράτους και την μέχρι Περσίας περιπλάνησιν της θυγατρός του• ακόμη δε αρχαιότερα την ακριτομυθίαν του Ταντάλου και το γεύμα το οποίον προσέφερεν εις τους θεούς, την κατακρεούργησιν του Πέλοπος και τον ελεφάντινον ώμον του. Εις την Ιταλίαν έχομεν τον Ηριδανόν και τον Φαέθοντα και τας αιγείρους αδελφάς του θρηνούσας και δακρυούσας ήλεκτρον. Πρέπει δε να γνωρίζη ο χορευτής και την ιστορίαν των Εσπερίδων και τα περί του φρουρού δράκοντος του χρυσού μήλου, τον μόχθον του Άτλαντος και την ιστορίαν του Γηρυόνου με την αρπαγήν των βοών εκ της Ερυθείας.
Δεν πρέπει δε ν' αγνοή ο επιδιδόμενος εις την όρχησιν και τας διαφόρους μυθικάς μεταμορφώσεις ανθρώπων εις δένδρα, θηρία ή πτηνά και γυναικών εις άνδρας, όπως λέγεται περί του Καινέα, του Τειρεσίου και άλλων. Η Φοινίκη παρέχει εις τον χορευτήν την ιστορίαν του Μύρρα και το διπλούν Ασσυριακόν πένθος. Επίσης πρέπει να γνωρίζη ο χορευτής τα νεώτερα, όσα ο Αντίπατρος μετά την επικράτησιν των Μακεδόνων επεχείρησε και όσα ένεκα του έρωτος προς την Στρατονίκην έπραξεν ο Σέλευκος.
Τα αναφερόμενα εις την Αίγυπτον πρέπει ο χορευτής να παραστήση κατά τρόπον συμβολικώτερον, ως αναγόμενα κατά το πλείστον εις τα μυστήρια της Αιγυπτιακής θρησκείας• εννοώ τον Έπαφον και τον Όσιριν και τας μεταμορφώσεις των θεών εις ζώα, προ πάντων δε τα περί των ερώτων αυτών και αυτού του Διός και των διαφόρων μεταμορφώσεών του.
Ανάγκη να γνωρίζη και όλην την τραγωδίαν του Άδου, τας τιμωρίας και τας αφορμάς εκάστης και την μέχρι του Άδου φιλίαν του Πειρίθου και του Θησέως. Εν γένει δεν πρέπει ν' αγνοή τίποτε εκ των αναφερομένων υπό του Ομήρου και Ησιόδου και των αρίστων ποιητών, μάλιστα των τραγικών.
Ταύτα πολύ ολίγα εκ των πολλών ή μάλλον των απειροπληθών σου αναφέρω, εκλέξας τα κυριώτερα και αφήνων τα άλλα τα οποία ψάλλουν οι ποιηταί και παριστούν οι ορχησταί και τα οποία δύνασαι κατ' αναλογίαν των ειρημένων να εύρης και μόνος. Ο ορχηστής πρέπει πάντα ταύτα να έχη πρόχειρα και αποταμιευμένα, διά να τα μεταχειρίζεται εις πάσαν ευκαιρίαν. Επειδή δε η τέχνη του είνε να μιμήται και επαγγέλλεται να εκφράζη διά κινήσεων όσα άδονται, πρέπει, όπως οι ρήτορες, να επιμελήται ώστε να είνε αι παραστάσεις του σαφείς και παν ό,τι παριστά να εννοήται χωρίς ανάγκην εξηγητών. Όπως ο Πυθικός χρησμός είπε, πρέπει ο βλέπων όρχησιν να εννοή και ν' ακούη και όταν ο χορεύων σιωπά.
Κάτι τι σχετικόν λέγεται ότι συνέβη εις τον Δημήτριον τον Κυνικόν. Και αυτός, όπως συ, κατηγόρει την ορχηστικήν και έλεγεν ότι είνε προσθήκη περιττή εις την μουσικήν των αυλών, των συριγγών και των κυμβάλων και ότι ο χορευτής ουδέν προσθέτει εις την εντύπωσιν, αλλά κάνει κινήσεις παραλόγους και ματαίας, χωρίς κανέν νόημα, ότι δε οι άνθρωποι εγοητεύοντο υπό του πλουσίου ιματισμού του, υπό των ήχων του αυλού και της αρμονίας των τραγουδιστών και απέδιδον την γοητείαν εις τον ορχηστήν, ενώ αυτός ουδόλως συνετέλει εις την εντύπωσιν. Τότε κάποιος ορχηστής, περίφημος κατά τους χρόνους του Νέρωνος, ο οποίος, ως λέγεται, διεκρίνετο όχι μόνον διά την γνώσιν της ιστορίας και το κάλλος της ορχήσεώς του, αλλά και διά την νοημοσύνην του, έκαμε προς τον Δημήτριον μίαν λογικωτάτην πρότασιν, να τον ίδη ορχούμενον και έπειτα να τον κατηγορή• υπεσχέθη δε να χορεύση χωρίς συνοδείαν αυλού και ασμάτων. Και ούτω έπραξε• διέταξε τους κυμβαλιστάς και αυλητάς και τους τραγουδιστάς να σιωπήσουν και μόνος παρέστησε διά του χορού την ερωτικήν συνέντευξιν του Άρεως και της Αφροδίτης• έπειτα πώς τους επρόδωσεν ο Ήλιος, πώς τους επαγίδευσεν ο Ήφαιστος και τους εδέσμευσεν ομού και πώς εκάλεσε τους θεούς να τους ίδουν, και η μεν Αφροδίτη εντρέπετο, ο δε Άρης εταράχθη και ικέτευε, και όλα τα σχετικά με την ιστορίαν αυτήν. Τόσον δε κατεγοητεύθη υπό του θεάματος ο Δημήτριος, ώστε απηύθυνε τον μέγιστον των επαίνων προς τον ορχηστήν και ενθουσιασμένος του είπε• Δεν βλέπω μόνον, έξοχε άνθρωπε, αλλά και ακούω τας κινήσεις σου και μου κάνεις την εντύπωσιν ότι και με τα χέρια σου μιλείς.
Αφού δε ευρισκόμεθα εις τους χρόνους του Νέρωνος, θα είπω και τι συνέβη μεταξύ ενός βαρβάρου και του ιδίου ορχηστού, το οποίον αποτελεί μέγιστον έπαινον διά την ορχηστικήν. Ένας βάρβαρος ηγεμών των περί τον Πόντων χωρών είχε μεταβή εις την Ρώμην διά να επισκεφθή κατά καθήκον τον Νέρωνα• Και συνέβη να ίδη τον χορευτήν εκείνον να χορεύη τόσον εκφραστικώς, ώστε αυτός, καίτοι δεν ενόει τα αδόμενα, διότι ατελώς εγνώριζε την ελληνικήν, εκατάλαβε τα πάντα. Όταν δε επρόκειτο να επιστρέψη εις την χώραν του, ο δε Νέρων τον απεχαιρέτα και του έλεγε να ζήτηση ό,τι ήθελε και υπέσχετο να του το δώση, Τον χορευτήν εκείνον, είπε, αν μου δώσης, τα μεγιστα θα μ' ευχαρίστησης. Και εις τι δύναται να σου χρησιμεύση; ηρώτησεν ο Νέρων. Έχω γείτονας βαρβάρους, οι οποίοι ομιλούν άλλην γλώσσαν και δεν μου είνε εύκολον να ευρίσκω διερμηνείς διά να συνεννοούμαι μετ' αυτών. Οσάκις λοιπόν θα έχω ανάγκην να έλθω εις συνεννόησιν με αυτούς, ο χορευτής θα δύναται να διερμηνεύη διά νευμάτων όσα θέλω να είπω. Τοιαύτη ήτο η εντύπωσίς του εκ της σαφηνείας και της εκφραστικότητας των μιμητικών κινήσεων του ορχηστού εκείνου.
Κυριωτέρα δε φροντίς και ο σκοπός της ορχηστικής, ως είπα, είνε η υπόκρισις, την οποίαν οι ορχησταί επιτηδεύουν, όπως οι ρήτορες και μάλιστα οι απαγγέλλοντες τας λεγομένας μελέτας• διότι ο ρήτωρ τότε προ πάντων επιτυγχάνει όταν τα λεγόμενα προσαρμόζονται εις τα πρόσωπα, περί των οποίων πρόκειται, και δεν είνε ανάρμοστα εις τους ήρωας ή πένητας ή γεωργούς εις τους οποίους ο λόγος αναφέρεται, αλλά περί εκάστου παρουσιάζουν ό,τι χαρακτηριστικόν και εξαίρετον.
Αλλά θα σου διηγηθώ και το λεχθέν υπό άλλου βαρβάρου περί του χορού. Ιδών ούτος ότι είχον ετοιμασθή πέντε προσωπίδες διά τον ορχηστήν,— διότι το δράμα το οποίον έμελλε να παρασταθή διά του χορού περιελάμβανε πέντε πρόσωπα — ηρώτησεν, επειδή έβλεπε ένα μόνον χορευτήν, ποίοι θα εχόρευον και θα υπεκρίνοντο τα λοιπά πρόσωπα• όταν δε έμαθεν ότι ο ίδιος θα υπεκρίνετο και θα εχόρευε τα πάντα, είπε• Δεν εφανταζόμην, φίλε μου, ότι έχεις ένα σώμα και πολλάς ψυχάς. Αυτά είπεν ο βάρβαρος. Ουχί αλόγως δε οι κατοικούντες εις την Ιταλίαν αποκαλούν τον ορχηστήν παντόμιμον, λαμβάνοντες αφορμήν εκ των έργων του. Είνε δε καλή και χρήσιμος εις τον ορχηστήν και η παραίνεσις του ποιητού• «Τέκνον μου, να μιμηθής το θαλάσσιον ζώον, το οποίον προσκολλάται εις τας πέτρας, και έπειτα φρόντισε να επισκεφθής όλας τας πόλεις και να γνωρίσης τα ήθη των». Ομοίως ο ορχηστής πρέπει να προσκολλάται και να εξοικειούται προς έκαστον εκ των θεμάτων τα οποία υποκρίνεται.
Εν γένει δε η όρχησις επαγγέλλεται να υποκρίνεται και παριστά χαρακτήρας και πάθη, τώρα μεν τον έρωτα, έπειτα δε την οργήν, άλλοτε δε την παραφροσύνην και άλλοτε την θλίψιν και πάντα ταύτα εις τους διαφόρους αυτών βαθμούς. Και το θαυμασιώτερον είνε ότι παρουσιάζεται εντός της αυτής ημέρας οτέ μεν Αθάμας μαινόμενος, οτέ δε Ινώ φοβουμένη, άλλοτε Ατρεύς ο ίδιος και μετ' ολίγον Θυέστης, έπειτα Αίγισθος ή Αερόπη. Και όλους τούτους τους χαρακτήρας μόνον είς άνθρωπος υποδύεται.
Τα άλλα θεάματα και ακούσματα επιδεικνύουν έκαστον μίαν πράξιν, είτε μουσική αυλού ή κιθάρας είνε, είτε άσμα ή τραγική δραματουργία, είτε κωμωδία• ο ορχηστής όμως περιλαμβάνει τα πάντα και η σύνθεσίς του είνε ποικίλη και ανάμικτος από όλας τας τέχνας και τα μέσα της τέχνης, από τον αυλόν, την σύριγγα, τον κτύπον των ποδών, του κυμβάλου τον κρότον, του ηθοποιού την απαγγελίαν και των τραγουδιστών την αρμονικήν πολυφωνίαν. Ενώ δε τα άλλα είνε έργα τα μεν της ψυχής, τα δε του σώματος, εις την όρχησιν το ψυχικόν και το σωματικόν στοιχείον αναμιγνύονται• διότι τα γινόμενα εκδηλούν σκέψεις και συγχρόνως επιδεικνύουν της σωματικής ασκήσεως την ενέργειαν, η δε τελειότης της ορχήσεως συνίσταται εις την σοφίαν των χειρονομιών και εις το να μη γίνεται καμμία κίνησις άνευ λόγου. Διά τούτο ο Λεσβώνας ο Μυτιληναίος, άνθρωπος σοφός και χρηστός, απεκάλει τους ορχηστάς χειροσόφους και μετέβαινε να τους βλέπη με την πεποίθησιν ότι θα επέστρεφεν εκ του θεάτρου καλλίτερος. Ο δε Τιμοκράτης ο διδάσκαλός του, όταν ποτέ κατά τύχην είδεν ένα ορχηστήν χορεύοντα, Οποίον θέαμα, είπε, μ' έχει στερήση ο προς την φιλοσοφίαν σεβασμός.
Εάν δε είνε αληθή εκείνα τα οποία περί ψυχής λέγει ο Πλάτων, ο ορχηστής εκδηλώνει καλώς τα τρία μέρη αυτής, το θυμικόν, όταν υποκρίνεται οργιζόμενον, το επιθυμητικόν, όταν παριστά ερωτευμένους, και το λογικόν, όταν χαλιναγωγή τα διάφορα πάθη• το τελευταίον δε τούτο είνε κατεσπαρμένον εις όλα τα μέρη της ορχήσεως όπως η αφή είνε διανεμημένη εις όλας τας αισθήσεις. Όταν δε τόσον φροντίζη περί του κάλλους και της αρμονίας των σχημάτων, τι άλλο πράττει παρά πραγματοποιεί το λεχθέν υπό του Αριστοτέλους, όστις επαινών το κάλλος το θεωρεί ως έν εκ των τριών τα οποία αποτελούν την ευτυχίαν; {78} Ήκουσα και κάποιον όστις, θέλων να εξάρη εμφαντικώτερον την σιωπήν των προσώπων του ορχηστικού δράματος, έλεγεν ότι και αυτή συμβολίζει έν εκ των δογμάτων του Πυθαγόρου. {79}