Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

Part 6

Chapter 6 20 words Public domain Markdown

Μόνον οι Γεράμαντες, λαός γειτονικός, εισχωρούν ενίοτε εις την έρημον ταύτην• είνε άνθρωποι σκηνίται, εύρωστοι και ευκίνητοι, ζώντες ως επί το πλείστον εκ της θήρας. Κυνηγούντες φθάνουν και μέχρι της ερήμου κατά το χειμερινόν ηλιοστάσιον, μάλιστα δε όταν έχη βρέξη και ο καύσων μετριάζεται, η δε άμμος ποτισθείσα γίνεται κάπως βατή. Θηρεύουν δε αγρίους όνους, στρουθοκαμήλους και μάλιστα πιθήκους και ενίοτε ελέφαντας• διότι αυτά μόνον τα ζώα αντέχουν εις την δίψαν και ανέχονται περισσότερον το υπερβολικόν καύμα του ηλίου. Αλλά και οι Γεράμαντες, άμα εξαντλήσουν τας τροφάς τας οποίας έχουν μεθ' εαυτών, επιστρέφουν αμέσως, φοβούμενοι μήπως η άμμος υπερθερμανθείσα καταστή δύσβατος και, μη δυνάμενοι να εξέλθουν, χαθούν ως εντός δικτύων μετά της λείας των. Τωόντι ο θάνατος αυτών είνε άφευκτος, εάν ο ήλιος, αφού απορροφήση τους υδρατμούς και καταξηράνη το έδαφος, γίνη φλογερώτερος, διότι εκ της υγρασίας, ήτις είνε τροφή του πυρός, ενισχύεται η θερμότης του.

Αλλά πάντα όσα ανέφερα, ο καύσων, η δίψα, η ερημία και το ότι ουδέν έχει τις να περιμένη εκ της γης, θα σας φανούν ολιγώτερον ανυπόφορα και επικίνδυνα από εκείνο το οποίον θα αναφέρω• και διά τούτο η χώρα εκείνη είνε κατ' εξοχήν άξενος, και οι άνθρωποι πρέπει να την αποφεύγουν. Ερπετά διάφορα, υπερμεγέθη και πολυπληθή και τερατώδη κατά τας μορφάς και φοβερά δηλητηριώδη υπάρχουν εις την έρημον εκείνην και άλλα μεν φωλεύουν και ζουν εντός της άμμου, άλλα δε τρέχουν εις την επιφάνειαν, φύσαλλοι, ασπίδες, έχιδναι, κεράσται, βουπρήσται, ακοντίαι, αμφίσβαιναι και δράκοντες, προσέτι δε δύο ειδών σκορπιοί, εκ των οποίων οι μεν βαδίζουν κάτω εις το έδαφος και είνε υπερμεγέθεις και η ουρά των αποτελείται εκ πολλών σπονδύλων, οι δε άλλοι πετούν και είνε υμενόπτεροι, όπως αι ακρίδες, οι τέττυγες και αι νυκτερίδες. Πλήθος τοιούτων φρικτών πτηνών καθιστά απρόσιτον την Λιβύην εκείνην.

Αλλά το φοβερώτερον εξ όλων των ερπετών, τα οποία τρέφει η άμμος, είνε η διψάς, όφις όχι πολύ μεγάλος, όμοιος με έχιδναν, του οποίου το δάγκωμα είνε βίαιον και το δηλητήριον φοβερόν, και αμέσως προξενεί τρομερούς και απαύστους πόνους. Καίει και σαπίζει τας σάρκας και ανάπτει τρομεράν φλόγα εις το σώμα, οι δε δηχθέντες κραυγάζουν ως να ευρίσκωνται εντός πυράς. Αλλ' ό,τι προ πάντων τους βασανίζει είνε δίψα υπερβολική, εξ ης ωνομάσθη και το ερπετόν. Διψούν τρομερά και το παραδοξότερον είνε ότι όσω πίνουν τόσω περισσότερον ανάπτει η δίψα των, την οποίαν και ολόκληρος ο Νείλος ή ο Ίστρος δεν δύνανται να σβύσουν, αλλά το νερόν παροξύνει την δίψαν αυτών όπως το έλαιον την πυράν.

Τούτο εξηγούν οι ιατροί λέγοντες ότι το δηλητήριον του ερπετού είνε πυκνόν, όσον δε διαλύεται διά του ποτού, γίνεται, ως είνε επόμενον, υγρότερον και πλέον ευκίνητον και εις μεγαλειτέραν έκτασιν διαδίδεται. Εγώ δεν είδα κανένα ο οποίος να έπαθε τοιούτον δυστύχημα και να μη δόσουν οι θεοί να ίδω άνθρωπον ούτω βασανιζόμενον• αλλ' ούτε μετέβην εις την Λιβύην ποτέ και νομίζω ότι καλώς έπραξα. Αλλά γνωρίζω έν επίγραμμα, το οποίον ήκουσα παρά τινος φίλου, όστις το ανέγνωσεν επί της επιταφίου στήλης ανθρώπου όστις απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον. Επέστρεφα, μου διηγήθη, εκ της Λιβύης εις την Αίγυπτον και επορευόμην κατά μήκος της μεγάλης Σύρτιος, διότι άλλη οδός δεν υπήρχεν• εκεί δε συνήντησα παρά την ακτήν ένα τάφον βρεχόμενον υπό του κύματος, επί του οποίου υπήρχε στήλη με επιγραφήν διηγουμένην τον τρόπον καθ' όν απέθανεν ο εκεί ενταφιασθείς. Επί της στήλης υπήρχεν ανάγλυφον παριστών άνθρωπον όρθιον εντός λίμνης, όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Τάνταλον, ο οποίος ελάμβανε διά των χειρών ύδωρ προφανώς διά να πίη. Μία διψάς ήτο προσκεκολλημένη εις τον πόδα του, πολλαί δε γυναίκες αντλούσαι ύδωρ το έχυνον επ' αυτού. Πλησίον εφαίνοντο αυγά στρουθοκαμήλων, τας οποίας, ως είπον, κυνηγούν οι Γεράμαντες. Ιδού δε και το επίγραμμα το οποίον υπήρχεν επί της στήλης και το οποίον αξίζει να αναφέρω αυτολεξεί.

«Πάσχω ως ο Τάνταλος• καιόμενος υπό του φρικτού δηλητηρίου, και την βάσανον της δίψης μου αδύνατον να καταπαύσουν του Δαναού αι θυγατέρες, αδιακόπως καταγινόμεναι ν' αντλούν ύδωρ».

Υπήρχον δε και τέσσαρες άλλοι στίχοι, αναφέροντες πώς, ενώ αφήρει τα αυγά, εδήχθη υπό του ερπετού, αλλά δεν τους ενθυμούμαι πλέον. Διότι οι περίοικοι συλλέγουν τα αυγά εκείνα και τα εκτιμούν πολύ, όχι μόνον ως τροφήν αλλά και διότι τα μεταχειρίζονται ως σκεύη και ποτήρια αφού τα κενώσουν.

Επειδή δεν υπάρχει χώμα αλλά άμμος παντού, η κατασκευή αγγείων κεραμεικών είνε αδύνατος. Τα δε μεγαλείτερα εκ των αυγών εκείνων χρησιμοποιούνται και ως καλύμματα της κεφαλής• το ήμισυ εκάστου εξ αυτών αρκεί διά να καλύψη την κεφαλήν. Εκεί λοιπόν παρά τα αυγά ενεδρεύουν αι διψάδες, και όταν πλησιάση άνθρωπος, εξέρχονται εκ της άμμου και τον δαγκώνουν, αυτός δε παθαίνει εκείνα τα οποία ανέφερα, και όσον πίνει τόσον περισσότερον διψά και ουδέποτε κατορθόνει να χορτάση νερόν.

Σας διηγήθην ταύτα όχι διότι θέλω να συναγωνισθώ προς τον ποιητήν Νίκανδρον {43} και να σας δείξω ότι εμελέτησα την φύσιν των Λιβυκών ερπετών• τοιαύτη ασχολία θα ήρμοζε μάλλον εις ιατρούς, οίτινες πρέπει να γνωρίζουν ταύτα διά να δύνανται με την τέχνην των να τα καταπολεμούν• αλλά νομίζω (και σας εξορκίζω εις τον Φίλιον Δία να μη κατακρίνετε την παρομοίωσιν ως απρεπή διά την ανάμιξιν εις αυτήν θηρίων) ότι και εγώ παθαίνω αναφορικώς προς υμάς κάτι ανάλογον προς ό,τι παθαίνουν διά το νερόν οι δηχθέντες υπό της διψάδος. Όσον περισσότερον παρουσιάζομαι ενώπιον υμών, τόσω περισσότερον το επιθυμώ, η δίψα μου παροξύνεται και γίνεται ακατάσχετος και νομίζω ότι ουδέποτε θα κορεσθώ εξ αυτού του ποτού. Και πολύ δικαίως• διότι πού δύναμαι να εύρω ύδωρ τόσον διαυγές και καθαρόν; Ώστε συγχωρήσατε εάν, δηχθείς και εγώ εις την ψυχήν με το γλυκύτατον τούτο και υγιεινότατον δήγμα, πίνω απλήστως και κρατώ ανοικτόν το στόμα υπό τον κρουνόν• εύχομαι μόνον να μη εξαντληθή η προθυμία σας εις το να με ακροάσθε και με εγκαταλείψετε διψώντα εισέτι και έχοντα το στόμα ανοικτόν• η δίψα μου προς υμάς είνε άσβεστος, διότι, κατά τον σοφόν Πλάτωνα, τα καλά δεν προξενούν κόρον• «κόρος ουδείς των καλών».

ΠΕΡΙ ΟΡΧΗΣΕΩΣ

ΛΥΚΙΝΟΣ. Επειδή λοιπόν, Κράτων, τόσην δεινήν κατηγορίαν, εις την οποίαν φαίνεται ότι προ πολλού ήσο παρεσκευασμένος, εξήνεγκες κατά του χορού και της ορχηστικής εν γένει τέχνης και εναντίον ημών οίτινες τερπόμεθα εις το θέαμα τούτο, και είπες ότι αποδίδομεν μεγάλην σπουδαιότητα εις πράγμα τοσον γελοίον και γυναικώδες, άκουσε πόσον έσφαλες και πώς έκαμες το λάθος να κατηγορήσης έν από τα καλλίτερα πράγματα της ζωής. Αλλ' είσαι δικαιολογημένος, διότι συνείθισες να ζης πάντοτε ζωήν λιτήν και απέριττον και να θεωρής καλόν μόνον παν ό,τι είνε τραχύ, και ούτω εξ αγνοίας ενόμισες ότι και ο χορός είνε άξιος κατηγορίας.

ΚΡΑΤΩΝ. Τι θέλεις να φρονώ, Λυκίνε, περί ενός ανθρώπου με ανδρικόν φρόνημα, ο οποίος μάλιστα καταγίνεται εις την παιδείαν και την φιλοσοφίαν και ο οποίος αφήνων αυτάς τας σοβαράς ασχολίας και την μελέτην των παλαιών συγγραφέων, κάθηται και ακούει αυλούς και βλέπει θηλυπρεπή άνθρωπον, ο οποίος φορεί ενδύματα μαλακά και τραγουδεί άσεμνα άσματα και μιμείται γύναια ερωτικά, όπως αι περιώνυμοι διά την ασέλγειαν αυτών Φαίδραι και Παρθενώπαι και Ροδόπαι, και όλα αυτά συνοδευόμενα με χειροκροτήματα και τερετίσματα και ποδοκροτήματα, πράγματα γελοιωδέστατα αληθώς και ελάχιστα πρέποντα εις άνδρα ελεύθερον και όμοιον με σε; Διά τούτο, όταν έμαθα ότι διέρχεσαι τον καιρόν σου εις τοιαύτα θεάματα, όχι μόνον εντράπηκα διά λογαριασμόν σου, αλλά και ελυπήθην, διότι αφήσας τον Πλάτωνα, τον Χρύσιππον και τον Αριστοτέλη, διασκεδάζεις, όπως εκείνοι οίτινες ξύουν τα ώτα των με πτερόν, ενώ υπάρχουν τόσα άλλα ακούσματα και θεάματα σπουδαία. Και αν δεν υπήρχον οι κυκλικοί αυληταί{44} και οι άδοντες σεμνά άσματα εν συνοδεία κιθάρας, υπάρχει η σοβαρά τραγωδία και η ευθυμοτάτη κωμωδία, αι οποίαι και εις τους αγώνας έχουν εισαχθή. Πρέπει να κάμης μακράν απολογίαν προς τους πεπαιδευμένους, εάν θέλης να μη σε αποκηρύξουν και σε εκδιώξουν εκ του ομίλου των σπουδαίων ανθρώπων. Αλλά το καλλίτερον είνε, κατά την γνώμην μου, ν' αρνηθής μίαν και καλήν και να λέγης ότι ουδόλως υπέπεσες εις τοιαύτην παρεκτροπήν. Αν εξακολούθησης όμως, υπάρχει φόβος να μεταβληθής εξ ανδρός εις Λυδήν ή Βάκχην, διά το οποίον δεν θα πταίης μόνον συ, αλλά και ημείς οι οποίοι δεν σε απεσπάσαμεν, όπως τον Οδυσσέα, εκ του λωτού διά να σ' επαναφέρωμεν εις τας προτέρας ασχολίας, πριν ή σε κατακυριεύσουν αι Σειρήνες του θεάτρου. Αλλ' ο εξ εκείνων κίνδυνος απηυθύνετο μόνον προς τα ώτα και μόνον κηρού είχε ανάγκην ο διερχόμενος πλησίον αυτών• συ δε όχι μόνον διά της ακοής, αλλά και διά των οφθαλμών φαίνεται ότι έχεις υποδουλωθή καθ' ολοκληρίαν.

ΛΥΚΙΝ. Πωπώ, Κράτων, εξαγριωμένον και φοβερόν απέλυσες εναντίον μου τον σκύλλον σου. {45} Αλλά το παράδειγμα των λωτοφάγων και των Σειρήνων μου φαίνεται ότι δεν ταιριάζει παντάπασιν εις εκείνα που έπαθα, καθ' όσον δι' εκείνους οι οποίοι έτρωγον τον λωτόν και ήκουον τας Σειρήνας το αποτέλεσμα ήτο ολέθριον, ενώ εις εμέ όχι μόνον ευχάριστον είνε, αλλά και προς το καλόν μου συντελεί• διότι δεν περιπίπτω εις λήθην και άγνοιαν, αλλ' αν θέλης να σου είπω όλην την αλήθειαν, εκ του θεάτρου επανήλθα πολύ συνετώτερος και οξυδερκέστερος και δύναμαι να είπω, όπως ο Όμηρος, ότι ο βλέπων το θέαμα εκείνο

τερψάμενος νείται και πλείονα ειδώς. {46}

ΚΡΑΤ. Κακό που έπαθες, Λυκίνε• όχι μόνον δεν εντρέπεσαι δι' αυτά, αλλά φαίνεσαι και υπερηφανευόμενος. Και το φοβερώτερον είνε ότι ούτε ελπίδα θεραπείας παρουσιάζεις, αφού τολμάς να επαινής πράγματα τόσον αισχρά και αξιοκαταφρόνητα.

ΛΥΚΙΝ. Δεν μου λέγεις, Κράτων, αυτά τα οποία λέγεις περί ορχήσεως και των γινομένων εις το θέατρον, τα λέγεις κατόπιν ιδίας αντιλήψεως ή, χωρίς να γνωρίζης τα θεάματα εκείνα, τα κατηγορείς και τα ονομάζεις αισχρά και κατάπτυστα; Διότι εάν μεν τα είδες, ευρίσκεσαι εις την αυτήν θέσιν με εμέ, εάν δε όχι, πρόσεξε μήπως η κατηγορία σου είνε παράλογος και φανής ότι εξ επιπολαιότητος κατηγορείς πράγματα τα οποία δεν γνωρίζεις.

ΚΡΑΤ. Αυτό μου έλειπε τώρα, με αυτά τα γένεια που έχω και τα ψαρά μαλλιά να πηγαίνω να κάθωμαι μεταξύ των γυναίων εκείνων και των ανοήτων θεατών, και μάλιστα να χειροκροτώ και να επευφημώ άνθρωπον ελεεινόν, ο οποίος χωρίς λόγον και απρεπέστατα χοροπηδά και λυγίζει το σώμα του.

ΛΥΚΙΝ. Είσαι δικαιολογημένος, Κράτων, αφού δεν είδες ποτέ τοιούτον θέαμα. Αλλ' αν ήθελες να με ακούσης και να έλθης να ίδης μόνον δοκιμαστικώς, είμαι βέβαιος ότι του λοιπού θα έσπευδες προ των άλλων διά να καταλάβης θέσιν κατάλληλον, ώστε να βλέπης και ν' ακούης ακριβώς τα πάντα.

ΚΡΑΤ. Να μη 'δω σωτηρία {47} άν ποτε φθάσω εις τοιούτον εξευτελισμόν. Πρέπει ν' αρχίσω να ξυρίζωμαι και να μαδώ τας τρίχας μου {48} διά να καταντήσω εις τοιαύτην αναξιοπρέπειαν• λυπούμαι δε και σε που σε βλέπω τόσον ξετρελλαμένον με αυτάς τας αηδίας.

ΛΥΚΙΝ. Θέλεις ν' αφήσης, αγαπητέ μου, αυτάς τας ύβρεις και να μ' ακούσης να σου ομιλήσω περί ορχήσεως και διά τα καλά της και να σου αποδείξω ότι δεν είνε μόνον τερπνή, αλλά και οφελεί τους θεατάς, να σου παραστήσω πώς τους μορφώνει και τους διδάσκει και πώς ρυθμίζει τας ψυχάς των, γυμνάζουσα αυτάς δι' ωραίων θεαμάτων και εξαιρέτων ακουσμάτων και επιδεικνύουσα μίαν ωραίαν αρμονίαν μεταξύ ψυχής και σώματος; Το ότι η όρχησις εκτελεί πάντα ταύτα με μουσικήν και ρυθμόν, δεν είνε λόγος διά να κατακριθή, αλλά μάλλον να επαινεθή.

ΚΡΑΤ. Δεν έχω καιρόν ν' ακούω ένα παράφρονα να επαινή το νόσημά του• αλλ' αφού επιμένεις να φλυαρήσης, δεν έχω δυσκολίαν να σου κάμω αυτήν την φιλικήν ευχαρίστησιν και να θέσω εις την διάθεσίν σου την ακοήν μου, καθότι δεν έχω ανάγκην κηρού {49}, διά ν' ακούω ανοησίας χωρίς να προσέχω εις αυτάς. Ώστε θα σιωπήσω και λέγε ό,τι θέλεις και ως να μη σε ακούη κανείς.

ΛΥΚΙΝ. Ευχαριστώ, Κράτων, διότι αυτό ακριβώς ήθελα• είμαι δε βέβαιος ότι μετ' ολίγον δεν θα σου φαίνωνται ανοησίαι αυτά τα οποία θα σου είπω. Εν πρώτοις, μου φαίνεται, αγνοείς τελείως ότι η τέχνη της ορχήσεως ούτε χθεσινήν, ούτε προχθεσινήν έχει την καταγωγήν, ούτε από την εποχήν των προπατόρων μας ή των προπατόρων αυτών ήρχισε• αλλ' εκείνοι οι οποίοι έγραψαν τα αληθέστερα περί της αρχής της ορχήσεως λέγουν ότι αύτη συμπίπτει με την δημιουργίαν του παντός και ότι ανεφάνη συγχρόνως με τον αρχαιτότατον των θεών, τον Έρωτα. Η κίνησις των άστρων, η περιφορά των πλανητών περί τους απλανείς και η εύρυθμος αυτών σχέσις και η αρμονία είνε δείγματα της αρχεγόνου ορχήσεως. Ολίγον δε κατ' ολίγον αναπτυσσομένη και βελτιουμένη διά νέων προσθηκών, φαίνεται ότι έφθασε σήμερον εις την άκραν τελειότητα και κατέστη πολύμορφον και παναρμόνιον και πολύμουσον αγαθόν.

Αναφέρεται ότι πρώτη η Ρέα εθέλχθη υπό της τέχνης ταύτης και εις μεν την Φρυγίαν έβαλε τους Κορύβαντας να χορεύσουν, εις δε την Κρήτην τους Κουρήτας, και δεν ωφελήθη ολίγον εκ της τέχνης αυτών, αφού διά του χορού των της έσωσαν τον Δία, ώστε και δικαίως ο Ζευς να ομολογή ότι οφείλει εις αυτούς σώστρα, διότι χάρις εις την όρχησίν των εσώθη από τους οδόντας του πατρός του.

Εχόρευον δε ένοπλοι και εν τω μεταξύ εκρότουν τα ξίφη επί των ασπίδων και ανεπήδων κατά τρόπον ενθουσιώδη και πολεμικόν. Έπειτα οι επιφανέστεροι των Κρητών επιμελώς ασκηθέντες έγιναν άριστοι χορευταί, όχι μόνον οι απλοί πολίται αλλά και οι ανήκοντες εις ηγεμονικάς οικογενείας και πρωτεύοντες. Ο Όμηρος όχι διά να ψέξη, αλλά διά να επαινέση τον Μηριόνην, τον ωνόμασεν ορχηστήν, και τόσον ήτο γνωστός και διεκρίνετο ούτος διά την χορευτικήν του τέχνην, ώστε όχι μόνον οι Έλληνες εγνώριζον τούτο, αλλά και αυτοί οι Τρώες, καίτοι εχθροί• και υποθέτω ότι το εμάντευον βλέποντες την ευκινησίαν και ευρυθμίαν με την οποίαν επολέμει και την οποίαν είχεν εκ της ορχήσεως. Ιδού δε τι λέγουν τα Ομηρικά έπη•

Μηριόνη, τάχα κεν σε και ορχηστήν περ' εόντα έγχος εμόν κατέπαυσε. {50}

Εν τοσούτω δεν τον επέτυχε, διότι ο Μηριόνης, ως εξασκημένος εις τον χορόν, υποθέτω, ευκόλως διέφευγε τα ιπτάμενα εναντίον του ακόντια.

Καίτοι έχω να αναφέρω και πολλούς άλλους εκ των ηρώων, οίτινες ήσαν γυμνασμένοι εις την όρχησιν και είχον αναγάγη αυτήν εις τέχνην, θεωρώ αρκετόν να αναφέρω μόνον τον Νεοπτόλεμον τον υιόν του Αχιλλέως, όστις διέπρεψεν ως χορευτής και επενόησε νέον είδος χορού, το ωραιότερον, τον εξ αυτού ονομασθέντα Πυρρήχιον.{51} Ο δε Αχιλλεύς μανθάνων ταύτα περί του υιού του έχαιρεν, υποθέτω, περισσότερον παρά διά το κάλλος και την άλλην ανδρείαν του. Τωόντι δε η ορχηστική τέχνη εκείνου συνετέλεσεν εις το να εκπορθηθή και καταστραφή η δυσπόρθητος πόλις των Τρώων.

Οι Λακεδαιμόνιοι, οίτινες θεωρούνται ως οι ανδρειότεροι των Ελλήνων, εδιδάχθησαν παρά του Πολυδεύκους και Κάστορος να καρυατίζουν — είνε δε τούτο είδος ορχήσεως, το οποίον χορεύεται εις τας Καρύας της Λακωνικής— και πράττουν τα πάντα ρυθμικώς• και εις αυτόν ακόμη τον πόλεμον πορεύονται με ρυθμόν και κανονίζουν το βήμα των κατά τον ήχον του αυλού, ο οποίος δίδει και το πρώτον σύνθημα προς την μάχην. Κατώρθωναν δε να νικούν πάντοτε, οδηγούμενοι υπό της μουσικής και της ευρυθμίας. Αλλά και τώρα ακόμη δύνασαι να ίδης τους εφήβους των να εξασκούνται περισσότερον εις τον χορόν παρά εις την οπλομαχητικήν. Όταν παύσουν αγωνιζόμενοι εις το παγκράτιον και αλληλοκτυπούμενοι, αι ασκήσεις των τελειώνουν εις χορόν. Ο αυλητής κάθηται εις το μέσον αυτών και αυλεί και κροτεί με τον πόδα, {52} οι δε νέοι ακολουθούν αλλήλους εις γραμμήν και χορεύοντες λαμβάνουν διαφόρους στάσεις κινούμενοι ρυθμικώς, άλλοτε μεν πολεμικάς, άλλοτε δε ερωτικάς και βακχικάς. Και το άσμα, με το οποίον συνοδεύουν την όρχησιν, είνε επίκλησις προς την Αφροδίτην και τους Έρωτας, τους οποίους καλούν να λάβουν μέρος εις το άσμα και την όρχησιν αυτών, το δε άλλο άσμα — διότι δύο άσματα τραγουδούν— διδάσκει και πώς πρέπει να χορεύουν• εμπρός παιδιά το πόδι, λέγει το τραγούδι, κι' ας βράση ο χορός. Ανάλογα κάμνουν και οι χορεύοντες τον λεγόμενον όρμον. Ο δε όρμος είνε χορός κοινός των εφήβων και των παρθένων, οίτινες χορεύουν ο είς παρά τον άλλον και σχηματίζουν αληθώς όρμον.{53} Σύρει δε τον χορόν ο έφηβος και χορεύει επιδεικνύων διά των κινήσεων του πράξεις νεανικάς και όσα κατόπιν θα πράττη εις τον πόλεμον και ακολουθεί η παρθένος, υποδεικνύουσα εις τας άλλας να χορεύουν κοσμίως, τοιουτοτρόπως δε ο όρμος πλέκεται εκ σωφροσύνης και ανδρείας. Και αι γυμνοπαιδίαι {54} δε είνε επίσης Λακωνική όρχησις. Παραλείπω, διότι θα τα έχης αναγνώση, όσα ο Όμηρος λέγει περί της Αριάδνης εις τα περί ασπίδος και περί του χορού, εις τον οποίον ο Δαίδαλος την εξήσκησε, και δεν θα κάμω λόγον επίσης περί των δύο χορευτών, τους οποίους εκεί ο Όμηρος, αποκαλεί κυβιστήρας {55} και οίτινες ηγούνται του χορού. Εις το αυτό μέρος ο ποιητής λέγει• «Κούροι δ' ορχηστήρες εδίνεον {56}», και τούτο ήτο η ωραιοτέρα παράστασις την οποίαν είχε κατασκευάση επί της ασπίδος ο Ήφαιστος. Διά τους Φαίακας είνε πολύ φυσικόν ότι ετέρποντο εις τον χορόν, καθότι ήσαν λαός φιλήδονος και απελάμβανον όλας τας ευτυχίας της ζωής. Παρέστησε δε ο Όμηρος τον Οδυσσέα θαυμάζοντα προ πάντων την ζωηρότητα με την οποίαν εκινούντο οι πόδες των εις τον χορόν. Αλλά και εις την Θεσσαλίαν τόσον εξετιμήθη η άσκησις του χορού, ώστε οι κάτοικοι απεκάλουν τους άρχοντας και τους αρχηγούς των προορχηστήρας.{57} Τούτο δε φαίνεται εις τας επιγραφάς των ανδριάντων, οίτινες εστήνοντο εις τους ανδραγαθούντας. Μία εκ των επιγραφών τούτων λέγει• Η πόλις εξέλεξε τον τάδε προορχηστήρα» {58}, άλλη δε• «Εις τον Ειλατίωνα, επειδή καλώς εχόρευσεν εις την μάχην, ο δήμος εγείρει τον ανδριάντα τούτον». {59} Εκτός τούτου ουδεμία τελετή αρχαία γίνεται χωρίς όρχησιν. Ο Ορφεύς και ο Μουσαίος, οίτινες ήσαν εκ των αρίστων ορχηστών της εποχής των και οίτινες ίδρυσαν τας μυστικάς τελετάς, εθεώρησαν ότι θα ήτο πολύ ωραίον να γίνεται η μύησις εις τας τελετάς ταύτας με ρυθμόν και όρχησιν και ούτω ενομοθέτησαν. Απόδειξις δε των λόγων μου, διά να μη αναφέρω πράγματα τα οποία δεν επιτρέπεται να μάθουν οι αμύητοι, είνε το πασίγνωστον, ότι περί των αποκαλυπτόντων τα μυστήρια λέγεται κοινώς ότι εξορχούνται. Εις την Δήλον ούτε αι θυσίαι εγίνοντο χωρίς όρχησιν, αλλά και μετά μουσικής. Εσχηματίζοντο χοροί παίδων και εχόρευον υπό τους ήχους αυλού και κιθάρας, οι δε διακρινόμενοι εξ αυτών συνώδευον και με άσματα τον χορόν, και τα άσματα τα οποία εποιούντο διά τον χορόν εκαλούντο υπορχήματα, ήσαν δε πολυάριθμα. Αλλά διατί να αναφέρω μόνον τους Έλληνας, αφού και οι Ινδοί, όταν το πρωί εγείρωνται εκ του ύπνου, δεν προσεύχονται προς τον ήλιον, όπως ημείς οι οποίοι φιλούμεν την χείρα και νομίζομεν τούτο αρκετόν διά την προσευχήν εκείνην, αλλά στρεφόμενοι προς ανατολάς χαιρετούν τον ήλιον χορεύοντες και μιμούνται τον σιωπηλόν χορόν του θεού τούτου• τούτο δε είνε διά τους Ινδούς και προσευχή και χορός και θυσία και κατ' αυτόν τον τρόπον προσεύχονται εις τον ήλιον δις της ημέρας, κατά την πρωίαν και κατά την δύσιν.

Οι δε Αιθίοπες και πολεμούν χορεύοντες και δεν ρίπτει βέλος ο Αιθίοψ— έχουν δε ως φαρέτραν την κεφαλήν των και περί αυτήν δένουν ακτινηδόν τα βέλη—εάν προηγουμένως δεν χορεύση και διά των χορευτικών κινήσεων απειλήση και προεκφοβίση τον εχθρόν. Αφού δε ωμιλήσαμεν περί Ινδιών και Αιθιοπίας, αξίζει να κατέλθωμεν και εις την γειτονικήν Αίγυπτον, διότι μου φαίνεται ότι ο παλαιός μύθος εννοεί ότι ο Αιγύπτιος Πρωτεύς δεν ήτο άλλο τι παρά χορευτής, δηλαδή μιμητικός άνθρωπος και ικανός να λαμβάνη διάφορα σχήματα και μορφάς, αφού και του ύδατος την υγρότητα εμιμείτο και του πυρός την ζωηρότητα εις την κίνησιν και του λέοντος την αγριότητα και της παρδάλεως την οργήν και του δένδρου την δόνησιν και εν γένει ό,τι άλλο ήθελεν. Ο μύθος όμως παραλαβών αυτόν τον παρέστησε κατά τρόπον παράδοξον, ότι τάχα μετεβάλλετο εις ό,τι εμιμείτο. Αλλά τούτο αρμόζει και εις τους σήμερον χορεύοντας, τους οποίους βλέπομεν ν' αλλάσσουν εις την στιγμήν μορφάς ακριβώς όπως ο Πρωτεύς. Πρέπει δε να υποθέσωμεν ότι και η Έμπουσα, ήτις ήλλασε μυρίας μορφάς, ήτο χορεύτρια και ο μύθος την παρεμόρφωσε κατ' αυτόν τον τρόπον.

Μετά ταύτα δεν είνε δίκαιον να παρασιωπήσωμεν και την όρχησιν των Ρωμαίων, την οποίαν χορεύουν οι ευγενέστατοι εξ αυτών, οι λεγόμενοι Σάλιοι—είνε δε τούτο ιερατικόν όνομα—προς τιμήν του Άρεως και είνε χορός σεμνότατος και ιεροπρεπέστατος• Κάποιος δε μύθος της Βιθυνίας, ο οποίος ομοιάζει πολύ προς τας ιταλικάς παραδόσεις, λέγει περί του Πριάπου,• θεού πολεμικού και ενός εκ των Τιτάνων, υποθέτω, ή εκ των Ιδαίων Δακτύλων, οίτινες έργον είχον να διδάσκουν την χρήσιν των όπλων, ότι παρέλαβεν από την Ήραν τον Άρην, ο οποίος ήτο μεν ακόμη μικρός την ηλικίαν, αλλά σκληραγωγημένος και καθ' υπερβολήν ανδρείος, και πριν ή τον διδάξη να μάχεται με τα όπλα, τον κατέστησε τέλειον χορευτήν. Ως αμοιβήν δε έλαβε διά τούτο παρά της Ήρας το δικαίωμα να λαμβάνη το δέκατον των λαφύρων, τα οποία θα είχεν εκ του πολέμου ο Άρης. Όσον αφορά τας Διονυσικάς και Βακχικάς τελετάς, νομίζω ότι δεν περιμένεις να μάθης από εμέ ότι απετελούντο όλαι από χορούς. Ήσαν δε τρεις αι κυριώτεραι Διονυσιακαί ορχήσεις, ο κόρδαξ, η σικιννίς και η εμμέλεια, και οι θεράποντες του Διονύσου, οι Σάτυροι, έδωκαν εις αυτάς τα ονόματά των. Με αυτήν δε την τέχνην ο Διόνυσος υπέταξε τους Τυρηννούς, τους Ινδούς και τους Λυδούς και με στράτευμα εκ χορευτών ενίκησε φιλάς τόσον μαχίμους.

Ώστε πρόσεξε, αγαπητέ μου, μήπως είνε ασέβεια να κατηγορής τέχνην θείαν, αφιερωμένην εις τα μυστήρια, εξασκηθείσαν υπό τόσων θεών και προς τιμήν αυτών εκτελουμένην, παρέχουσαν δε εκτός της τέρψεως και ωφέλειαν. Απορώ δε και πώς συ, ο οποίος τόσον, ως γνωρίζω, αγαπάς τον Όμηρον και τον Ησίοδον—διότι θα επιστρέψω πάλιν εις τους ποιητάς— τολμάς ν' αντιλογής προς εκείνους οίτινες υπέρ όλα επαινούν την όρχησιν. Διότι ο μεν Όμηρος, αναφέρων τα πλέον ευχάριστα και ωραιότερα των πραγμάτων, τον ύπνον, την ερωτικήν απόλαυσιν, το άσμα και τον χορόν, μόνον τον τελευταίον ωνόμασεν αμύμονα. {60} Ως λέγει, η τέρψις γεννάται εκ της μουσικής, και τα δύο δε ταύτα είνε ηνωμένα εις τον χορόν, το γλυκερόν άσμα και η αμύμων όρχησις• και συ τώρα φαίνεσαι ότι τον κατηγορείς δι' αυτήν του την γνώμην. Εις άλλο μέρος των ποιήσεών του λέγει•

Άλλω μεν γαρ έδωκε θεός πολεμήια έργα, άλλω δ' ορχηστύν τε και ιμερόεσσαν αοιδήν• {61}

διότι αληθώς είνε θελκτικώτατον το άσμα το οποίον συνοδεύει τον χορόν και κάλλιστον δώρον των θεών. Ο Όμηρος, διαιρών όλα τα πράγματα εις πόλεμον και ειρήνην, μόνον τα δύο ταύτα ως τα καλλίτερα φέρει εκ της ειρήνης εις αντίθεσιν προς τον πόλεμον.

Ο δε Ησίοδος, ο οποίος δεν ήκουσε παρ' άλλου, αλλ' είδε με τα μάτια του μίαν αυγήν τας Μούσας να χορεύουν, λέγει περί αυτών ως μέγιστον εγκώμιον εις την αρχήν των ποιημάτων του ότι «περί κρήνην ιοειδέα πόσσ' απαλλοίσιν ορχεύνται»{62} και γύρω εις τον βωμόν του πατρός των. Αλλά συ σχεδόν ως άθεος υβρίζεις την τέχνην του χορού.

Ο δε σοφώτατος Σωκράτης—εάν πρέπει να πιστεύσωμεν την περί αυτού γνώμην του μαντείου—όχι μόνον επαινετικώς εξεφράζετο περί της ορχηστικής, αλλά και ήθελε να την μάθη, αποδίδων μεγάλην τιμήν και σημασίαν εις την ευρυθμίαν και το θέλγητρον της μουσικής, εις την χάριν των κινήσεων και των σχημάτων του χορεύοντος, και δεν εντρέπετο εις το γήρας του να κατατάσση τον χορόν μεταξύ των σπουδαιοτέρων μαθημάτων. Αλλ' ήτο επόμενον ν' αποδίδη τοιαύτην σημασίαν εις την ορχηστικήν ο Σωκράτης, ο οποίος δεν εθεώρει ανάξιον του κόπου και τα μικρά να μανθάνη και εις τα διδασκαλεία των αυλητρίδων εσύχναζε και δεν εθεώρει άτοπον ν' ακούη κάτι τι σπουδαίον από μίαν εταίραν, την Ασπασίαν. Σημειωτέον δε ότι εκείνος εγνώρισε την τέχνην της ορχήσεως εις τας αρχάς της, όταν δεν είχεν αναπτυχθή και δεν είχε φθάση ακόμη εις το σημερινόν κάλλος• εάν δε έβλεπεν εκείνους οίτινες σήμερον την ανήγαγον εις τόσην τελειότητα, δεν αμφιβάλλω ότι θα παρέλειπε πάσαν άλλην ασχολίαν χάριν του θεάματος τούτου και προ παντός άλλου αυτό θα εδίδασκεν εις τους νέους.