Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος
Part 5
Τις λοιπόν δύναται να μη ενθουσιασθή βλέπων τόσα και τοιαύτα ωραία πράγματα και τις δεν θα παρακινηθή και υπέρ την δύναμίν του να ομιλήση εν μέσω αυτών, σκεπτόμενος ότι θα είνε μεγάλη εντροπή να φανή κατώτερος των αντικειμένων τα οποία βλέπει; Το θέαμα των ωραίων πραγμάτων θέλγει όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και αυτά τα ζώα• και ο ίππος μου φαίνεται ότι με περισσοτέραν ευχαρίστησιν τρέχει εις μέρος επίπεδον και εις έδαφος μαλακόν, το οποίον δέχεται απαλά το πάτημα και ενδίδει ολίγον εις τον πόδα και δεν τον απωθεί με τραχύτητα. Τότε ο ίππος τερπόμενος αναπτύσσει όλον του τον δρόμον και, αφηνόμενος καθ' ολοκληρίαν εις την ορμήν του, αμιλλάται και προς το κάλλος της πεδιάδος. Το δε παγώνι, όταν αρχίζη η άνοιξις και ευρίσκεται εις λειμώνα, όπου τα άνθη ανοίγουν δροσερά και με χρωματισμούς ζωηρούς και ερασμίους, ανοίγει τα πτερά του και τα επιδεικνύει εις την λάμψιν του ηλίου, ανυψώνει την ουράν και την σχηματίζει εις κύκλον, επιδεικνύον τα ιδικά του άνθη και το έαρ των πτερών, ως αν ο λειμών το προκαλή εις άμιλλαν. Στρέφεται δε περί εαυτό και περιφέρεται και περιάγει εν πομπή τα κάλλη του. Τότε φαίνεται και θαυμασιώτερον υπό το φως, διότι τα χρώματά του μεταβάλλονται και μετατρέπονται και αλλάσσουν κάλλος. Τούτο δε συμβαίνει ιδίως εις τους κύκλους τους οποίους έχει εις τα άκρα των πτερών και τους οποίους περιβάλλουν οι χρωματισμοί της ίριδος. Ό,τι προ ολίγου εφαίνετο ως χαλκός, άμα ολίγον μετακινηθή, παρουσιάζει όψιν χρυσού, και εκείνο το οποίον εις το φως του ηλίου φαίνεται κυανούν, άμα σκιασθή, μεταβάλλεται εις πρασινωπόν• τόσον μεταχρωματίζεται εις το φως το πτέρωμά του. Ότι δε και η θάλασσα είνε ικανή να μας προκαλέση και μας κινήση εις επιθυμίαν όταν φαίνεται γαληνιαία, το γνωρίζετε και χωρίς να το είπω• και εντελώς χερσαίος και άπειρος των ταξειδίων αν είνε τις, πάντως επιθυμεί να εισέλθη εις πλοίον, ν' ακτοπλοήση ή ν' ανοιχθή εις το πέλαγος, μάλιστα εάν βλέπη ότι ο άνεμος είνε ούριος και ελαφρώς κολπεί το ιστίον, το δε πλοίον μαλακά και ελαφρά ολισθαίνει επί των κυμάτων.
Λοιπόν και του οίκου τούτου το κάλλος είνε ικανόν και να εμπνεύση ρήτορα και να εξυψώση την ευφράδειάν του και κατά πάντα τρόπον να συντελέση ώστε ν' αναδειχθή. Εγώ τουλάχιστον πιστεύω και έχω περί τούτων πεποίθησιν• και εις τον οίκον τούτον ήλθα διά να ομιλήσω, ελκόμενος υπό του κάλλους του, ως υπό μαγείας ή Σειρήνος• ελπίζω δε, και αν μέχρι τούδε οι λόγοι μου ήσαν μέτριοι, να αναδειχθούν εδώ ωραίοι, καθότι το περιβάλλον θα χρησιμεύση εις αυτούς ως λαμπρόν ένδυμα.
Αλλ' ενώ ωμίλουν, άλλος ρήτωρ, ουχί αξιοπεριφρόνητος, αλλά μάλιστα πολύ άξιος της προσοχής σας, ως διατείνεται, απεπειράτο να με διακόψη και αντικρούση τα λεγόμενα. Τώρα δε ότε έπαυσα λέγει ότι δεν είνε αληθή και απορεί πώς υποστηρίζω ότι κατάλληλον προς επίδειξιν ευφραδείας είνε το κάλλος οίκου κοσμημένου με χρώματα και χρυσόν, ενώ κατά την γνώμην του το εναντίον είνε αληθές. Αλλά μάλλον, αν θέλετε, αυτός ας σηκωθή και ας αναπτύξη τας ιδέας του ενώπιον υμών ως δικαστών και ας είπη διατί θεωρεί συντελεστικώτερον και ευνοϊκώτερον προς την ευγλωττίαν την απλότητα και την ασχημίαν του περιβάλλοντος. Ηκούσατε τους ιδικούς μου λόγους, ώστε δεν νομίζω αναγκαίον να δευτερολογήσω περί του αυτού θέματος. Αυτός δε ας ομιλήση τώρα και εγώ θα του παραχωρήσω την θέσιν μου και θα σιωπήσω.
Ο προλαλήσας ρήτωρ, ω άνδρες δικασταί, είπε πολλούς και μεγάλους επαίνους δι' αυτόν τον οίκον και με την ευφράδειάν του τον εστόλισε• εγώ δε όχι μόνον δεν θα τον ψέξω, αλλά και νομίζω ότι πρέπει να υπερθεματίσω εις όσα εκείνος είπε. Διότι όσω ωραιότερος θα σας φανή, τόσον ακατάλληλος προς εκφώνησιν λόγου θ' αποδειχθή. Και εν πρώτοις, επειδή ο αντίπαλος ωμίλησε περί γυναικών, στολισμού και χρυσού, θα επιτρέψετε και εις εμέ να μεταχειρισθώ το αυτό παράδειγμα. Λέγω λοιπόν ότι ο πλούσιος στολισμός όχι μόνον δεν αναδεικνύει το κάλλος μιας ωραίας γυναικός, αλλά και εναντιούται εις την εντύπωσιν αυτού, καθότι πάντες όσοι την βλέπουν καταπλήσσονται υπό του χρυσού και των πολυτίμων λίθων, αντί να θαυμάζουν το χρώμα της γυναικός ή το βλέμμα ή τον τράχηλον, τον βραχίονα ή τους δακτύλους• ο θεατής παραβλέπτων ταύτα, στρέφει όλην του την προσοχήν εις τον σαρδικόν ή τον σμάραγδον, το περιδέραιον ή το βραχιόλι, είνε δε επόμενον εκείνη να λυπηθή βλέπουσα ότι παροράται και ότι οι στολισμοί της δεν αφήνουν τους θεατάς να την επαινούν, αλλ' υποβιβάζουν εις δευτέραν μοίραν το κάλλος της. Κατ' ανάγκην νομίζω ότι και ο επιδεικνύων λόγους εντός τόσων ωραίων οικοδομών θα πάθη το αυτό. Διότι εις το μέγεθος των πέριξ ωραίων πραγμάτων χάνεται το κάλλος των λόγων και αμαυρούται και εξαφανίζεται, όπως εάν εισαγάγη τις λύχνον εις πυρκαϊάν μεγάλην ή επιδείξη μύρμηκα επί ελέφαντος ή καμήλου.
Πρέπει λοιπόν ν' αποφεύγη τοιούτον περιβάλλον ο ρήτωρ, καθότι εκτός των άλλων και η φωνή του ταράσσεται και χάνει την ευκρίνειαν και την καθαρότητα εις μέρος τόσον εύηχον, το οποίον αντιλαλεί και αντιφωνεί και αντιλέγει, και καλύπτει την φωνήν η ηχώ, όπως η σάλπιγξ τον ήχον των αυλών εάν συμπέσουν, ή τους κελευστάς η θάλασσα, όταν συνοδεύουν την κωπηλασίαν με άσμα συγχρόνως με τον θόρυβον του κύματος• διότι επικρατεί ο μεγαλείτερος ήχος και καλύπτει την ασθενεστέραν φωνήν.
Αλλά και εκείνο το οποίον είπεν ο αντίπαλος, ότι ο ωραίος οίκος εμπνέει και ανυψόνει τον ρήτορα και τον παρακινεί έτι μάλλον εις την εκφώνησιν λόγου, μου φαίνεται ότι δεν είνε αληθές, αλλ' ότι μάλιστα συμβαίνει το εναντίον. Εκπλήττει δηλαδή και προξενεί συστολήν και συνταράσσει την σκέψιν και καθιστά δειλότερον τον ρήτορα, σκεπτόμενον πόσον θ' αποτύχη αν οι λόγοι του δεν φανούν όμοιοι προς το ωραίον περιβάλλον. Ουδείς άλλος δύναται να φανή τόσον δειλός όσον εκείνος ο οποίος, φορών ωραίαν πανοπλίαν, τρέπεται εις φυγήν προ των άλλων• τα ωραία όπλα καθιστούν φανερωτέραν την δειλίαν του. Τούτο δε νομίζω ότι υπελόγιζε και ο ρήτωρ εκείνος του Ομήρου, όστις περί ωραιότητος ελάχιστον εφρόντιζε, παρουσιάζετο δε ως απλοϊκός και εντελώς άπειρος άνθρωπος, διά να φαίνεται απροσδόκητον και επομένως να κάμνη περισσοτέραν εντύπωσιν το κάλλος των λόγων του. Άλλως τε δεν είνε δυνατόν παρά και η σκέψις του ρήτορος ν' απασχολείται υπό του θεάματος και η προσοχή του να περισπάται και ελαττούται, καθότι θα προσέχη περισσότερον εις το να βλέπη παρά να σκέπτεται και το θέαμα θα τον προσελκύη και δεν θα τον αφήνη να προσέχη εις τα λεγόμενα και δεν είνε δυνατόν παρά να φανή κατώτερος εαυτού, αφού το πνεύμα του θ' αντιπερισπάται υπό του κάλλους και του πλούτου των αντικειμένων τα οποία θα βλέπη. Παραλείπω ότι και οι παρόντες, οίτινες προσήλθον διά να τον ακούσουν εντός τοιούτου οίκου, από ακροατών θα γίνουν θεαταί και πρέπει να έχη κανείς το ρητορικόν θέλγητρον του Δημοδόκου ή του Φημίου, του Θαμύριδος ή του Αμφίωνος ή του Ορφέως, ώστε να δυνηθή ν' αποσπάση το πνεύμα αυτών από τα θεάματα. Έκαστος εξ αυτών ευθύς άμα εισέλθη και ευρεθή εν μέσω τόσον θαυμασίων θεαμάτων θα προσηλωθή εις αυτά και θα χάση πάσαν προσοχήν και ενδιαφέρον διά τους λόγους, εκτός αν είνε εντελώς τυφλός ή, όπως συνεδριάζει η βουλή του Αρείου Πάγου, η ακρόασις του λόγου γίνεται εν καιρώ νυκτός και εις το σκότος. Ότι δε η δύναμις των λόγων δεν δύναται να ανταγωνισθή προς το θέλγητρον της δράσεως μαρτυρεί και ο περί των Σειρήνων μύθος παρατιθέμενος εις τον περί των Γοργόνων• διότι αι πρώται κατεγοήτευον τους πλησίον πλέοντας διά των ασμάτων και της μελωδίας των, αλλ' η γοητεία αύτη είχεν ανάγκην διαρκείας τινός διά να φέρη αποτέλεσμα, το οποίον σημαίνει ότι δεν ήτο πανίσχυρος• υπάρχει δε και παράδειγμα ανθρώπου όστις κατώρθωσε να διέλθη χωρίς να παρασυρθή υπό του θέλγητρου του άσματος. Το κάλλος όμως των Γοργόνων ήτο ισχυρότατον, και θίγον την ψυχήν εις τα καιριώτατα, έφερεν αμέσως εις έκστασιν και αφασίαν τους βλέποντας, καθώς δε ο μύθος λέγει, και απελιθούντο υπό του θαυμασμού. Επομένως και εκείνο το οποίον είπε περί του παγονιού ο αντίπαλος νομίζω ότι συνηγορεί υπέρ της ιδέας μου• διότι και εκείνου το θέλγητρον υπάρχει εις την όψιν και όχι εις την φωνήν. Και αν τις παρουσιάση μίαν αηδόνα ή ένα κύκνον και τους βάλη να κελαδήσουν, ενώ δε κελαδούν παρουσιάση και παγόνι το οποίον να σιωπά, δεν έχω αμφιβολίαν ότι προς αυτό θα στραφή η ψυχή του θεατού, μη προσέχουσα πλέον εις τα άσματα εκείνων. Τόσον ακαταγώνιστος φαίνεται ότι είνε η διά της οράσεως τέρψις.
Και αν θέλετε θα επικαλεσθώ την μαρτυρίαν ανδρός σοφού, όστις θα μαρτυρήση ότι πολύ επικρατέστερα των λεγομένων είνε τα βλεπόμενα. Λοιπόν, κήρυξ, κάλεσε τον εξ Αλικαρνασσού Ηρόδοτον τον υιόν του Λύξου• και επειδή ο σοφός εκείνος υπήκουσεν εις την πρόσκλησιν, ας παρουσιασθή και ας μαρτυρήση. Επιτρέψατέ του δε να ομιλήση. προς υμάς Ιονιστί κατά την συνήθειάν του• Όσα είπε προς υμάς, ω άνδρες δικασταί, ο ρήτωρ ούτος, διά ν' αποδείξη την υπεροχήν της δράσεως προς την ακοήν είνε αληθή• ώτα γαρ απιστότερα οφθαλμών τυγχάνει εόντα». Ακούετε τι λέγει ο μάρτυς και πώς εις την όρασιν αποδίδει τα πρωτεία• και πολύ δικαίως• διότι οι μεν λόγοι είνε πτερωτοί, δι' ο και λέγονται έπη πτερόεντα, και άμα εξέλθουν εκ του στόματος πετούν και φεύγουν• η τέρψις όμως των θεαμάτων είνε διαρκεστέρα και, παραμένουσα επί πολύ, κατορθώνει πάντως να υποτάξη τον θεατήν•
Πώς λοιπόν να μη είνε δεινός ανταγωνιστής του ρήτορος οίκος τόσον ωραίος και αξιοθαύμαστος; Αλλά δεν ανέφερα ακόμη το μεγαλείτερον επιχείρημα, ότι δηλαδή και σεις οι δικασταί, ενώ ημείς ομιλούμεν, στρέφετε το βλέμμα σας προς την οροφήν και θαυμάζετε τους τοίχους και εξετάζετε τας τοιχογραφίας την μίαν μετά την άλλην. Και δεν πρέπει να εντρέπεσθε διά τούτο, διότι το πάθημά σας είνε εντελώς ανθρώπινον και τοσούτω μάλλον συγνωστόν καθ' όσον τα αντικείμενα τα οποία προσελκύουν την προσοχήν σας είνε τόσον ωραία και τόσον ποικίλα. Η τελειότης της τέχνης και η ακρίβεια με την οποίαν έχουν εξεικονισθή αυταί αι ιστορικαί παραστάσεις συνδυάζουν αληθώς το ωφέλιμον μετά του τερπνού, διότι μετά της τέρψεως δίδουν μαθήματα αρχαίας ιστορίας και έχουν ανάγκην θεατών σοφών. Και διά να μη μας εγκαταλείψετε εντελώς ημάς τους ρήτορας και στρέψετε εξ ολοκλήρου την προσοχήν σας εις τα θεάματα εκείνα, θα προσπαθήσω να σας τα περιγράψω διά του λόγου. Ελπίζω δε ότι θα ευχαριστηθήτε ακούοντες εκείνα τα οποία και βλέποντες θαυμάζετε. Ίσως δε και διά τούτο θα μ' επαινέσετε και θα με προτιμήσετε από τον αντίπαλον, καθότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα διπλασιάσω την τέρψιν σας. Βλέπετε δε πόσον δύσκολον είνε το τόλμημά μου, να επιχειρήσω χωρίς χρώματα, χωρίς σχήματα και πίνακα να γράψω τοιαύτας εικόνας• διότι η ζωγραφική των λόγων είνε τέχνη με μικρά εφόδια.
Δεξιά λοιπόν όπως εισερχόμεθα, η ιστορία ενός ήρωος εξ Άργους αναμιγνύεται προς γεγονός το οποίον συνέβη εις την Αιθιοπίαν• ο Περσεύς φονεύει το κήτος, ελευθερώνει την Ανδρομέδαν και μετ' ολίγον θα την νυμφευθή και θα την οδηγήση εις την Ελλάδα. Το επεισόδιον τούτο είνε συνέχεια της εκστρατείας του κατά των Γοργόνων. Και ο τεχνίτης εις μικρόν χώρον περιέλαβε πολλά αισθήματα, όπως την αιδημοσύνην και τον φόβον της παρθένου, ήτις εκ του ύψους του βράχου παρατηρεί την μάχην, και την ερωτικήν τόλμην του νέου και την φοβεράν όψιν του θηρίου. Και τούτο μεν ακολουθεί με ωρθωμένας τας ακάνθας του και ανοίγον φοβερόν στόμα• ο δε Περσεύς με την αριστεράν επιδεικνύει την κεφαλήν της Μεδούσης, με την δεξιάν δε διαπερά το θηρίον με το ξίφος του. Και το κήτος όσον μεν αντίκρυσε την Μέδουσαν απελιθώθη ήδη, όσον δε μένει εισέτι ζωντανόν κατακόπτεται διά του ξίφους.
Κατόπιν της εικόνος ταύτης έρχεται η παράστασις μιας δικαιοτάτης τιμωρίας, την οποίαν ο ζωγράφος υποθέτω ότι παρέλαβεν από τον Ευριπίδην ή τον Σοφοκλήν, διότι και εκείνοι εζωγράφισαν παρομοίαν εικόνα. Οι δύο νέοι και φίλοι, ο εκ Φωκίδος Πυλάδης και ο θεωρούμενος ως αποθανών ήδη Ορέστης, εισέρχονται εις τα ανάκτορα και χωρίς να εννοηθούν φονεύουν τον Αίγισθον.
Η Κλυταιμνήστρα έχει ήδη φονευθή και φαίνεται ημίγυμνος επί τινος κλίνης• οι δε θεράποντες όλοι, κατάπληκτοι διά τα γενόμενα, φαίνονται άλλοι μεν ότι κραυγάζουν, άλλοι δε ότι παρατηρούν γύρω διά να εύρουν μέρος να φύγουν. Αξιοπαρατήρητος δε είνε η λεπτότης του καλλιτέχνου όστις ό,τι υπάρχει ασεβές εις το γεγονός, το οποίον εξεικονίζει, το δεικνύει ως τετελεσμένον και ως τοιούτον το παρατρέχει και παρουσιάζει τους δύο νέους καθ' ην στιγμήν φονεύουν τον μοιχόν.
Έπειτα φαίνεται θεός ωραίος εις εφηβικήν ηλικίαν, καταγινόμενος εις χαρίεσσαν παιδιάν. Ο Βράγχος καθήμενος επί πέτρας κρατεί υψηλά λαγόν και παίζει δεικνύων αυτόν προς τον σκύλλον του, ο οποίος φαίνεται έτοιμος να πηδήση εις ύψος και ν' αρπάση τον λαγόν. Παρίσταται δε εις την σκηνήν και ο Απόλλων, ο οποίος μειδιά τερπόμενος να βλέπη και το παιγνίδι του παιδιού και τας προσπαθείας του σκύλλου.
Έπειτα πάλιν παρουσιάζεται ο Περσεύς εις τα προ του φόνου του κήτους κατορθώματά του και φαίνεται αποκόπτων την κεφαλήν της Μεδούσης, ενώ η Αθηνά τον σκεπάζει με την ασπίδα της. Ο Περσεύς κάμνει το ανδραγάθημα χωρίς να το βλέπη, διότι παρατηρεί την Γοργόνα επί της ασπίδος ως εις κάτοπτρον, γνωρίζων ότι, αν την ητένιζε κατ' ευθείαν, το αποτέλεσμα θα ήτο ν' απολιθωθή. Εις το άνω δε μέρος του μεσαίου τοίχου, του απέναντι της θύρας, υπάρχει ναός της Αθηνάς, εις τον οποίον η θεά παρίσταται δι' αγάλματος εκλεκτού λίθου, όχι όμως με πολεμικήν αμφίεσιν, αλλ' ως θεά πολεμική ησυχάζουσα. Μετ' αυτήν άλλη Αθηνά, όχι λιθίνη αυτή, αλλά ζωγραφιστή, την οποίαν καταδιώκει ερωτικώς ο Ήφαιστος, και αυτή φεύγει• εκ της διώξεως δε εκείνης εγεννήθη ο Εριχθόνιος.
Έπεται άλλη εξεικόνισις μύθου αρχαίου. Ο τυφλός Ωρίων φέρει επί των ώμων του τον Κηδαλίωνα, ο οποίος του δεικνύει την οδόν προς το φως. Και ο ήλιος ανατείλας θεραπεύει την τύφλωσιν του Ωρίωνος, ο δε Ήφαιστος βλέπει τα τελούμενα εκ της Λήμνου. Εις άλλην εικόνα κατόπιν παρίσταται ο Οδυσσεύς υποκρινόμενος τον παράφρονα, διότι δεν ήθελε να συνεκστρατεύση με τους Ατρείδας• είνε δε παρόντες και οι πρέσβεις, οίτινες ήλθον να τον καλέσουν εκ μέρους των Ατρειδών. Η υπόκρισις της παραφροσύνης είνε πιθανή• ο Οδυσσεύς έχει ζεύξη το όχημα κατά τρόπον τόσον ανόητον, ώστε φαίνεται ότι δεν γνωρίζει τι πράττει• προδίδεται όμως εξ αιτίας του μικρού του τέκνου. Ο Παλαμήδης του Ναυπλίου, εννοήσας την πανουργίαν, αρπάζει τον Τηλέμαχον και ξιφουλκήσας απειλεί να τον φονεύση και εις την υπόκρισιν της παραφροσύνης αντιτάσσει την κωμωδίαν της οργής• ο δε Οδυσσεύς φοβηθείς παύει να υποκρίνεται τον τρελλόν• το πατρικόν φίλτρον υπερισχύει και τον επαναφέρει εις την αλήθειαν.
Εις την τελευταίαν εικόνα παρίσταται η Μήδεια, διακαιομένη υπό της ζηλοτυπίας, βλέπουσα τα τέκνα της με βλέμμα άγριον και φαινομένη ότι κάτι κακόν σκέπτεται• κρατεί δε ήδη το ξίφος, τα δε δυστυχή παιδία κάθηνται γελώντα, ουδέν εκ των μελλόντων να γίνουν υποπτεύοντα, μολονότι βλέπουν το ξίφος εις τας χείρας της μητρός των.
Λοιπόν, ω άνδρες δικασταί, δεν βλέπετε πώς όλα ταύτα προσελκύουν την προσοχήν του ακροατού και την συγκεντρώνουν εις το θέαμά των και αφήνουν μόνον τον ομιλούντα; Εγώ δε σας ανέφερα ταύτα όχι διά να θεωρήσετε τον αντίπαλον παράτολμον και θρασύν, αφού εξετέθη εις τόσον δύσκολον επιχείρησιν, και τον καταδικάσετε και τον μισήσετε και τον αφήσετε εις το μέσον του λόγου του, αλλά μάλλον διά να τον υποστηρίξετε και ει δυνατόν να τον ακούσετε με κλειστούς οφθαλμούς, έχοντες υπ' όψιν την δυσχέρειαν εις την οποίαν ευρίσκεται• διότι μόλις ούτω, αν του χρησιμεύσετε όχι ως δικασταί, αλλ' ως υποστηρικταί, θα δυνηθή να μη φανή παντάπασιν ανάξιος της πολυτελείας του οίκου. Μη εκπλαγήτε δε εάν κάμνω τοιαύτας παρακλήσεις χάριν αντιπάλου• η αγάπη μου προς τον οίκον τούτον είνε τόση, ώστε ήθελα και ο ρήτωρ όστις ομιλεί εντός αυτού ν' επιτύχη και διακριθή.
ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Ότι ουδέν είνε γλυκύτερον της πατρίδος έχει λεχθή προ πολλού. Αλλ' όχι μόνον γλυκύτερον, αλλά και σεπτότερον και ιερώτερον δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Διότι όλων, όσα οι άνθρωποι νομίζουν σεβαστά και ιερά, η πατρίς είνε η αιτία, η οποία και μας τα εδίδαξε και μας ανέθρεψεν εις την πίστιν και τον σεβασμόν αυτών. Οι περισσότεροι εκ των ανθρώπων θαυμάζουν τα μεγέθη, τας λαμπρότητας και τας πολυτελείς οικοδομάς των πόλεων, αλλά τας πατρίδας αγαπούν όλοι. Και δεν υπάρχει κανείς και εκ των πλέον τερπομένων εις τα ταξείδια και τα θεάματα, όστις να παρεσύρθη τόσον εις τον θαυμασμόν του δι' όσα θαυμαστά είδεν εις ξένας χώρας, ώστε να λησμονήση την πατρίδα του. Εκείνος δε ο οποίος υπερηφανεύεται διότι είνε πολίτης ευδαίμονος πόλεως, μου φαίνεται ότι αγνοεί ποίον σεβασμόν πρέπει να απονέμη εις την πατρίδα του. Εγώ τουλάχιστον τέρπομαι να τιμώ και αυτό το όνομα της πατρίδος μου. Διότι όταν συγκρίνωμεν διαφόρους πόλεις μεταξύ των, πρέπει να εξετάζωμεν το μέγεθος, το κάλλος και την αφθονίαν των χρησίμων πραγμάτων. Αλλ' όταν πρόκειται περί εκλογής, ουδείς θα προτιμήση αντί της πατρίδος του άλλην πόλιν ως λαμπροτέραν, αλλά θα ηύχετο μεν να ήτο και η πατρίς του ομοία με τας πλουσιωτέρας, προτιμά όμως αυτήν οιαδήποτε και αν είνε. Τούτο δε ακριβώς πράττουν και τα καλά τέκνα και οι χρηστοί πατέρες• διότι ούτε υιός καλός και ενάρετος δύναται να προτιμήση άλλον αντί του πατρός του, ούτε πατήρ δύναται να παραμελήση τον υιόν του και αντ' αυτού ν' αγαπήση άλλον ως τέκνον του• εξ εναντίας τόσον οι πατέρες τυφλούνται υπό του φίλτρου των, ώστε τα τέκνα των φαίνονται εις αυτούς τα ωραιότερα και ευρωστότερα και υπό πάσαν έποψιν καλλίτερα• εκείνος δε ο οποίος δεν βλέπει κατ' αυτόν τον τρόπον το τέκνον του, δεν μου φαίνεται να έχη οφθαλμούς πατρός.
Της πατρίδος λοιπόν το όνομα είνε το πρώτον και οικειότατον εις όλους• διότι ουδέν μας είνε οικειότερον από τον πατέρα μας. Εάν δέ τις απονέμη εις τον πατέρα του τον δίκαιον σεβασμόν, όπως και ο νόμος και η φύσις προστάζουν, έπεται ότι πρέπει και την πατρίδα προ πάντων να σέβεται και αγαπά. Διότι και αυτός ο πατήρ ανήκει εις την πατρίδα και ο πατήρ του πατρός και όλοι οι πρόγονοι και μέχρι των πατρίων θεών φθάνει το όνομα. Και αυτοί οι θεοί αγαπούν τας πατρίδας των• ναι μεν εποπτεύουν όλα τα ανθρώπινα και θεωρούν ως κτήσεις αυτών όλην την γην και την θάλασσαν, αλλ' έκαστος εξ όλων των πόλεων προτιμά το μέρος εις το οποίον εγεννήθη. Ούτω αι πλέον σεβασταί πόλεις είνε εκείναι αίτινες υπήρξαν πατρίδες θεών, και αι ιερώτεραι νήσοι είνε εκείναι εις τας οποίας τιμάται η γέννησις θεών και αι πλέον ευάρεστοι λατρείαι εις τους θεούς είνε εκείναι αίτινες προσφέρονται εις την ιδιαιτέραν εκάστου πατρίδα. Αφού δε εις τους θεούς είνε τόσον αγαπητόν το όνομα της πατρίδος, πώς να μη είνε ακόμη περισσότερον εις τους ανθρώπους; Από την πατρίδα του είδεν έκαστος κατ' αρχάς τον ήλιον• καίτοι δε ο θεός ούτος είνε κοινός εις όλους, έκαστος όμως τον νομίζει ως θεόν πατρικόν, διότι κατά πρώτον τον είδεν από την πατρίδα του.
Εις την πατρίδα του ήρχισε και να λαλή, διδαχθείς πρώτον την διάλεκτον του τόπου του, και εκεί εγνώρισε τους θεούς. Εάν δε κανείς εγεννήθη εις πατρίδα τόσω μικράν, ώστε ν' αναγκασθή να μεταβή εις άλλην προς ευρυτέραν εκπαίδευσιν, και την εκπαίδευσιν ταύτην οφείλει εις την πατρίδα του• διότι άνευ της πατρίδος του ουδέ το όνομα και την ύπαρξιν της πόλεως εκείνης θα εμάνθανε.
Νομίζω ότι οι άνθρωποι πάσαν τέχνην και μάθησιν αποκτούν διά να γίνουν ούτω χρησιμότεροι εις την ιδιαιτέραν πατρίδα. Αποκτούν δε και περιουσίας παρακινούμενοι υπό της φιλοτιμίας να συνεισφέρουν και υπέρ των κοινών της πατρίδος αναγκών. Και τούτο κατά την γνώμην μου είνε καθήκον αυτών, διότι δεν πρέπει να φαίνωνται αχάριστοι, αφού εις την πατρίδα οφείλουν τας μεγίστας ευεργεσίας. Εάν θεωρούμεν καθήκον να αποδίδωμεν τας ευεργεσίας εις τα άτομα, κατά μείζονα λόγον οφείλομεν ν' ανταμείβωμεν τας προς ημάς ευεργεσίας της πατρίδος. Αι πόλεις έχουν νόμους τιμωρούντας τα τέκνα τα οποία φαίνονται αχάριστα προς τους γονείς• πρέπει λοιπόν και εις την κοινήν πάντων μητέρα, την πατρίδα, να ευγνωμονούμεν, διότι μας ανέθρεψε και διότι μας εδίδαξε τους νόμους.
Δεν υπάρχει παράδειγμα ανθρώπου όστις μεταβάς εις άλλην πόλιν ελησμόνησε τον τόπον εις τον οποίον εγεννήθη. Αλλά και εκείνοι οίτινες δυστυχούν εις τα ξένα, συχνά ενθυμούνται την πατρίδα, ως το μέγιστον των αγαθών• και εκείνοι οι οποίοι ευτυχούν, μολονότι κατά τα άλλα είνε ευχαριστημένοι, θεωρούν ως μεγίστην στέρησιν ότι δεν κατοικούν εις την πατρίδα, αλλ' εις ξένην γην. Το ξενήτευμα φαίνεται ως όνειδος• διά τούτο δε και όσοι εις τα ξένα κατώρθωσαν να αναδειχθούν είτε διά του πλούτου, είτε διά της δόξης, είτε διά της παιδείας, είτε δι' ανδραγαθημάτων, βλέπομεν να σπεύδουν να επανέλθουν εις την πατρίδα και να νομίζουν ότι μόνον εκεί δύνανται να απολαύσουν καλλίτερα την ευτυχίαν των. Τοσούτω δε μάλλον επιθυμεί τις να επιστρέψη εις την πατρίδα του, όσω περισσότερον τιμάται μακράν αυτής.
Και οι νέοι αγαπούν την πατρίδα• αλλά και οι γέροντες όσον αυξάνει η φρόνησίς των, τόσον διακαέστερος γίνεται ο προς την πατρίδα πόθος των. Πάντες οι γηράσαντες εύχονται και σπεύδουν ν' αποθάνουν εις την πατρίδα των• εκεί όπου ήρχισαν να ζουν θέλουν και να τελευτήσουν και να καταθέσουν το σώμα των εις την γην, ήτις τους ανέθρεψε και εις τους προγονικούς των τάφους. Εις όλους φαίνεται δυστύχημα μέγα να μένουν και μετά θάνατον εις την ξενητειάν και να κοιμώνται τον αιώνιον εις ξένην γην.
Παρά των αυτοχθόνων δύναταί τις να μάθη πόσον οι γνήσιοι πολίται είνε αφωσιωμένοι εις την πατρίδα των. Οι ξένοι, ως νόθοι, ευκόλως μεταναστεύουν, ούτε γνωρίζοντες, ούτε αγαπώντες πατρίδος όνομα• έχοντες δε ως μέτρον ευτυχίας την ικανοποίησιν των τέρψεων του στομάχου των, θεωρούν ως πατρίδα πάντα τόπον, εις τον οποίον θα έχουν τα προς την ζωήν χρήσιμα. Αλλ' εκείνοι διά τους οποίους η πατρίς είνε αληθής μήτηρ, αγαπούν την γην όπου εγεννήθησαν και ανετράφησαν, αδιάφορον αν είνε μικρά και τραχεία και άγονος• και όταν δεν δύνανται να επαινέσουν την γονιμότητα και την ωραιότητα της γης, πάλιν δεν δυσκολεύονται να εύρουν λόγους διά να εγκωμιάζουν την πατρίδα των. Αν άλλοι υπερηφανεύωνται διά τας ευρείας πεδιάδας του τόπου των, διά τους λειμώνας και την ποικίλην φυτείαν αυτών, και αυτοί ευρίσκουν τρόπον να εγκωμιάσουν την πτωχήν πατρίδα• μη δυνάμενοι να την λέγουν ιπποτρόφον, την επαινούν ως κουροτρόφον.{42}
Και νησιώτης αν είνε τις και δύναται να ευτυχή εις ξένην χώραν, πάλιν ποθεί να επανέλθη εις την πατρίδα του• και αθανασία αν του προσφέρουν, προτιμά ν'αποθάνη και να ταφή εις την πατρίδα του. Της πατρίδος ο καπνός θα του φανή λαμπρότερος από το πυρ της ξενητειάς.
Τόσον δε πολύτιμον είνε γενικώς της πατρίδος το όνομα, ώστε και οι νομοθέται εις όλας τας χώρας ως μεγαλειτέραν τιμωρίαν επέβαλαν την εξορίαν. Δεν φρονούν δε μόνον οι νομοθέται ούτω, αλλά και οι διοικούντες στρατούς• και εις τας μάχας ως μεγίστην παρακίνησιν θεωρούν να λέγουν εις τους στρατιώτας ότι ο πόλεμος γίνεται χάριν της πατρίδος. Και ουδείς ο μη φιλοτιμούμενος εκ τούτου να πολεμήση καλώς. Το όνομα της πατρίδος και τον δειλόν μεταβάλλει εις ανδρείον.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΙΨΑΔΩΝ
Προλαλιά.
Τα νότια μέρη της Λιβύης καλύπτονται υπό βαθείας άμμου και κατακαίονται υπό του ηλίου• είνε δε εις μεγάλην έκτασιν έρημα, εντελώς άγονα, πεδινά καθ' ολοκληρίαν, και ούτε χλόη, ούτε φυτά, ούτε νερόν υπάρχει• εάν δε πουθενά εις τα κοιλώματα των πετρών διατηρείται ολίγον εκ της βροχής, και τούτο είνε βορβορώδες και βρωμερόν, όσον δε και αν διψά ο άνθρωπος δεν δύναται να πίη. Διά ταύτα η χώρα είνε ακατοίκητος. Αλλά πώς να κατοικηθή όταν έχη κλίμα τόσον φρικτόν και είνε τόσον ξηρά και άφορος; Είνε τόσος ο καύσων και τόσον φλογερός και πεπυρακτωμένος ο αήρ και τόσον βράζει η άμμος, ώστε η χώρα εκείνη αποβαίνει εντελώς άβατος.