Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος
Part 4
Θα εχρονοτρίβουν πολύ αν ήθελα να διηγηθώ τι πράττουν εις τα συμπόσια και με ποίαν κτηνωδίαν μεθύουν. Και ενώ τοιαύτα πράττουν, κατακρίνουν την μέθην, την μοιχείαν, την λαγνείαν και την φιλαργυρίαν. Εις ουδέν άλλο υπάρχει τόση αντίθεσις όση μεταξύ των λόγων και των έργων αυτών. Ενώ λ. χ. λέγουν ότι μισούν την κολακείαν, δύνανται να υπερβούν και τον Γναθωνίδην ή τον Στρουθίαν εις την κολακείαν• ενώ παρακινούν τους άλλους να λέγουν την αλήθειαν, η ιδική των γλώσσα δεν δύναται να κινηθή χωρίς να ψευσθή. Εις τους λόγους των η ηδονή είνε εχθρός των και ο Επίκουρος πολέμιος, αλλ' εις την πραγματικότητα μόνον την ηδονήν επιδιώκουν. Κατά δε το ευερέθιστον και την διά το ελάχιστον και εύκολον οργήν υπερβαίνουν και τα μικρά παιδία και προξενούν πολύν γέλωτα εις τους θεατάς όταν διά την παραμικράν αιτίαν αναβράζει η χολή των και γίνωνται ωχροί και το βλέμμα των άγριον και μανιακόν, το δε στόμα των γεμίζη από αφρόν ή μάλλον από δηλητήριον. Σου εύχομαι να μη τύχης εκεί όταν ο βρωμερός εκείνος βόρβορος εκχύνεται. Τους ακούεις να λέγουν• Χρυσόν και άργυρον, μα τον Ηρακλέα, δεν επιθυμώ• ένας οβολός μου είνε αρκετός δια ν' αγοράσω λούπινα. Το ποτόν μου παρέχει η βρύση ή ο ποταμός Μετ' ολίγον δε ζητούν όχι οβολούς, ούτε ολίγας δραχμάς, αλλά περιουσίας ολοκλήρους. Ποίος λοιπόν έμπορος δύναται να κερδίση εκ του φορτίου του πλοίου του όσα αργυρολογούν αυτοί διά της φιλοσοφίας; Όταν δε συλλέξουν αρκετά και σχηματίσουν περιουσίαν, αποβάλλουν τον φιλοσοφικόν μανδύαν, αγοράζουν αγρούς ενίοτε δε και ενδύματα πολυτελή και νεαρούς δούλους με κόμην μακράν και ολόκληρα χωρία και διά παντός αποχαιρετούν την πήραν του Κράτητος, τον μανδύαν του Αντισθένους και τον πίθον του Διογένους. Οι δε απλοί άνθρωποι, βλέποντες αυτά, περιφρονούν την φιλοσοφίαν, νομίζουν ότι όλοι οι φιλόσοφοι είνε τοιούτοι και κατηγορούν εμέ διά τα μαθήματα τα οποία δίδω. Ούτω δε προ πολλού μου είνε αδύνατον και ένα μόνον εξ αυτών να προσελκύσω, αλλά ματαιοπονώ όπως η Πηνελόπη• και ό,τι υφαίνω μετ' ολίγον διαλύεται. Η δε Αμάθεια και η Αδικία με περιγελούν, διότι βλέπουν ότι η εργασία μου δεν φθάνει εις πέρας και οι κόποι μου αποβαίνουν ανωφελείς.
ΖΕΥΣ. Ω θεοί! τι υποφέρει η καλή μας η Φιλοσοφία από τους κατηραμένους εκείνους. Πρέπει να σκεφθώμεν τι να πράξωμεν και πώς να τους τιμωρήσωμεν διότι ο κεραυνός δεν είνε αρκετός• φονεύει διά μιας και ταχέως.
ΑΠΟΛ. Εγώ, πατέρα, θα σου είπω• και εγώ μισώ τους απατεώνας εκείνους, διότι είνε αφιλόμουσοι και θέλω να εκδικηθώ χάριν των Μουσών. Βεβαίως δεν είνε άξιοι του κεραυνού και της εκ μέρους σου τιμωρίας• αν θέλης, στείλε τον Ερμήν με πληρεξουσιότητα διά την τιμωρίαν των επειδή δε και αυτός καταγίνεται εις τα γράμματα, θα διακρίνη ευκόλως ποίοι εξ αυτών φιλοσοφούν ορθώς και ποίοι όχι. Και οι μεν πρώτοι θα επαινεθούν, οι δε άλλοι θα τιμωρηθούν, όπως εκείνος θ' αποφασίση τότε.
ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις, Απόλλων. Αλλά και συ, Ηρακλή, ακολούθησε, πάρετε δε μαζή σας και την Φιλοσοφίαν και πηγαίνετε χωρίς να βραδύνετε εις τον κόσμον. Να έχης δε υπ' όψιν ότι θα θεωρηθή ως ο δέκατος τρίτος και όχι ο μικρότερος άθλος σου αυτός, αν φονεύσης και εξαφανίσης τα θηρία εκείνα τα τόσον αισχρά και αναίσχυντα.
ΗΡΑΚΛ. Θα επροτιμούσα, πατέρα, να καθαρίσω εκ νέου την κόπρον του Αυγείου παρά να πολεμήσω με αυτούς. Αλλ' αφού το θέλεις, πηγαίνωμεν.
ΦΙΛ. Κ' εγώ δεν έχω καμμίαν διάθεσιν να επιστρέψω, αλλ' αφού το θέλει ο πατέρας, υπακούω.
ΕΡΜ. Ας πηγαίνωμεν διά να προφθάσωμεν να τιμωρήσωμεν τουλάχιστον μερικούς σήμερον. Αλλά πού πρέπει να διευθυνθώμεν; Συ, Φιλοσοφία, γνωρίζεις πού θα τους εύρωμεν. Βέβαια εις την Ελλάδα.
ΦΙΛ. Όχι Ερμή, εκεί είνε πολύ ολίγοι και αυτοί είνε από τους καλούς φιλοσόφους. Οι άλλοι δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με την πενίαν της Αττικής, αλλ' εκεί όπου υπάρχει πολύς χρυσός ή μεταλλεία αργύρου πρέπει να τους ζητήσωμεν.
ΕΡΜ. Λοιπόν πηγαίνωμεν κατ' ευθείαν εις την Θράκην.
ΗΡΑΚΛ. Καλά λέγεις και θα σας οδηγήσω εγώ, διότι γνωρίζω καλά την χώραν των Θρακών, όπου πολλάκις επήγα. Ας πάρωμεν αυτόν τον δρόμον.
ΕΡΜ. Ποίον εννοείς;
ΗΡΑΚΛ. Βλέπετε αυτά τα δύο βουνά τα μεγαλείτερα και ωραιότερα εξ όλων; Το μεγαλείτερον είνε ο Αίμος, το δε απέναντι η Ροδόπη• κάτω δε και μεταξύ των εκτείνεται πεδιάς ευφορωτάτη, η οποία αρχίζει ευθύς από τους πρόποδας των δύο βουνών. Βλέπετε και τρεις λόφους, οι οποίοι μολονότι τραχείς δεν είνε άσχημοι, αλλ' υψούνται ως ακροπόλεις πλησίον της πόλεως, η οποία φαίνεται κάτω. Την διακρίνετε αυτήν την πόλιν;
ΕΡΜ. Μα τον Δία, Ηρακλή, φαίνεται ως η μεγαλειτέρα και ωραιοτέρα από όλας τας πόλεις. Διακρίνω και ένα ποταμόν πολύ μεγάλον, ο οποίος διέρχεται πλησιέστατα και βρέχει τα τείχη της.
ΗΡΑΚΛ. Είνε ο Εύρος, η δε πόλις εκτίθη υπό του Φιλίππου του γνωστού. Και ημείς τώρα επλησιάσαμεν εις την γην και επεράσαμεν τα νέφη• ώστε ας κατεβούμεν.
ΕΡΜ. Μάλιστα. Αλλά τι πρέπει να πράξωμεν και πώς να ανιχνεύσωμεν τα θηρία;
ΗΡΑΚΛ. Αυτό ανήκει εις εσέ, ω Ερμή, διότι είσαι κήρυξ και πρέπει ν' αρχίσης να διακηρύττης.
ΕΡΜ. Αυτό δεν είνε δύσκολον, αλλά δεν γνωρίζω τα ονόματά των. Λοιπόν συ, Φιλοσοφία, λέγε ποίους να φωνάξω και τα γνωρίσματα ενός εκάστου.
ΦΙΛΟΣ. Και εγώ ακριβώς δεν γνωρίζω τα ονόματά των, διότι ποτέ δεν τους συνανεστράφην αλλ' από την πεονεξίαν την οποίαν έχουν υποθέτω ότι αν τους φωνάξης Κτήσωνας ή Κτησίππους, ή Κτησικλέας, Ευκτήμονας ή Πολυκτήτους, θα επιτύχης.
ΕΡΜ. Πολύ καλά. Αλλά ποίοι είνε εκείνοι και τι στέκονται και παρατηρούν; Τώρα έρχονται προς τα εδώ και φαίνονται ως να θέλουν να μας ερωτήσουν κάτι.
ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Μήπως ημπορείτε να μας πληροφορήσετε, παλληκάρια, ή συ καλή κυρά, αν έτυχε να δήτε τρεις κατεργαρέους να πηγαίνουν με μίαν γυναίκα που έχει κομμένα σύρριζα τα μαλλιά της, όπως αι Σπαρτιάτιδες, μίαν ανδρογυναίκα;
ΦΙΛΟΣ. Πωπώ, τους ανθρώπους μου ζητούν.
ΑΝΘΡ. Πώς τους ανθρώπους σου; Αυτοί που κυνηγούμεν είνε όλοι φυγάδες δούλοι. Αλλ' ημείς κυρίως ζητούμεν την γυναίκα, την οποίαν μας έκλεψαν.
ΕΡΜ. Θα μάθετε μετ' ολίγον διατί και ημείς τους ζητούμεν• τώρα δε βοηθήσατέ μας εις το διαλάλημα• «Όποιος γνωρίζει που βρίσκεται ένας δούλος Παφλαγών, βάρβαρος από την Σινώπην, του οποίου το όνομα έχει σχέσιν με κτήματα και είνε ολίγον ωχρός, έχει κομμένα τα μαλλιά σύρριζα, τρέφει μεγάλα γένεια, έχει εις τον ώμον κρεμασμένην πήραν, φορεί μανδύαν, θυμώνει εύκολα, είνε αγράμματος, έχει φωνήν βραχνήν και υβρίζει— όποιος γνωρίζει που ευρίσκεται αυτός ο δούλος να μας πληροφορήση και θα λάβη ωρισμένην αμοιβήν».
ΚΥΡΙΟΣ. Εννοώ ποιος είνε αυτός που ζητείς• αλλ' όταν τον είχα εγώ ωνομάζετο Κάνθαρος. Είχε δε τότε μαλλιά μεγάλα, εξύριζε να γένεια του και εγνώριζε την τέχνην την ιδικήν μου• τον είχα εις το γναφείον μου και έκοπτε το περιττόν χνούδι των μαλλίνων υφασμάτων.
ΦΙΛΟΣ. Αυτός ακριβώς είνε ο δούλος σου. Τώρα όμως ομοιάζει με φιλόσοφον, διότι εφήρμοσεν εις την κεφαλήν του ό,τι άλλοτε έκανεν εις τα υφάσματα.
ΚΥΡΙΟΣ. Τι αναίδεια! Ο Κάνθαρος έγινε φιλόσοφος;
ΑΝΘΡ. Θα τους εύρωμεν όλους, αφού αυτή η γυναίκα τους γνωρίζει ως λέγει.
ΦΙΛΟΣ. Ποιός είνε αυτός ο άλλος, Ηρακλή, που έρχεται, ο ωραίος, ο οποίος κρατεί κιθάραν;
ΗΡΑΚΛ. Είνε ο Ορφεύς, ο οποίος υπήρξε συνταξειδιώτης μου εις την Αργώ, ο πλέον ευχάριστος από όλους τους κελευστάς. {30} Το άσμα του μας έκανε να μη αισθανώμεθα καθόλου τον κόπον της κωπηλασίας. Χαίρε, λαμπρέ και μουσικώτατε Ορφεύ• υποθέτω ότι δεν ελησμόνησες τον Ηρακλή.
ΟΡΦ. Χαίρετε και σεις, Φιλοσοφία και Ηρακλή και Ερμή, και ετοιμάσατε την αμοιβήν την οποίαν υπόσχεσθε, διότι εγώ γνωρίζω πολύ καλά εκείνον τον οποίον ζητείτε.
ΕΡΜ. Λοιπόν να μας δείξης, υιέ της Καλλιόπης, που είνε. Δεν πιστεύω δε να έχης ανάγκην από χρήματα, αφού είσαι σοφός.
ΟΡΦ. Καλά είπες. Θα σας δείξω το σπίτι όπου κατοικεί, αλλ' όχι και τον ίδιον, διότι φοβούμαι τας ύβρεις του. Είνε φοβερά κακόγλωσσος και μόνον εις αυτό έχει ασκηθή.
ΕΡΜ. Καλά, δείξε μας το σπίτι.
ΟΡΦ. Είνε αυτό εκεί πλησίον. Εγώ απομακρύνομαι, διότι ούτε να με ίδη, ούτε να τον ίδω θέλω.
ΕΡΜ. Για σταθήτε. Δεν είνε γυναικεία φωνή αυτή που απαγγέλλει στίχους του Ομήρου;
ΦΙΛΟΣ. Βέβαια• αλλά ας ακούσωμεν τι λέγει.
ΔΡΑΠ. Εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς αΐδαο πύλησιν,
ός χρυσόν φιλέει μεν ενί φρεσίν, άλλο δε είποι. {31}
ΕΡΜ. Λοιπόν τον Κάνθαρον πρέπει να μισής, ο οποίος
Ξεινοδόκον κακά ρέξεν, όκεν φιλότητα παράσχη {32}
ΦΙΛΟΞΕΝΩΝ. Εις εμέ αναφέρεται αυτός ο στίχος, διότι εγώ τον εφιλοξένησα κι' αυτός επήρε τη γυναίκα μου και έφυγε.
ΔΡΑΠ. Οινοβαρές κυνός όμματ' έχων, κραδίην δ' ελάφοιο
Ούτ' εινί πτολέμω εναρίθμιος, ούτ' ενί βουλή Θερσίτ' ακριτόμυθε, κακών πανάριστε κολοιών Μαψ, ατάρ ου κατά κόσμον εριζέμεναι βασιλεύσιν. {33}
ΚΥΡΙΟΣ. Οι στίχοι αυτοί πολύ ταιριάζουν εις εκείνον τον αχρείον.
ΔΡΑΠ. Πρόσθε κύων, όπισθεν δε λέων, μέσση δε χίμαιρα
Δεινόν αποπνείουσα, τρίτου κυνός αγρίου ορμήν. {34}
ΦΙΛΟΞ. Αλλοίμονον, γυναίκα μου, τι θα έχης πάθη απ' αυτό το σκυλλολόγι. Ήκουσα ότι είνε και έγκυος απ' αυτούς.
ΕΡΜ. Δεν το χαίρεσαι; Θα σου κάμη κανένα Κέρβερον ή Γηρυόνην, διά ν' αναγκασθή ο Ηρακλής αυτός να κάμη και άλλον άθλον. Αλλ' εξέρχονται, ώστε είνε περιττόν και να κτυπήσωμεν εις την θύραν.
ΚΥΡΙΟΣ. Επί τέλους σε συνέλαβα, Κάνθαρε, τι σιωπάς; Ας ίδωμεν τι έχεις εις την πήραν• λούπινα ίσως ή κανένα κομμάτι ψωμί.
ΕΡΜ. Α μπα, έχει χρυσόν.
ΗΡΑΚΛ. Μη εκπλήττεσαι. Πρώτα, όταν ήτο εις την Ελλάδα έλεγεν ότι ήτο Κυνικός, εδώ όμως έγινεν οπαδός του Χρυσίππου. Αλλά μετ' ολίγον θα γίνη Κλεμάνθης, διότι θα κρεμασθή από τα γένεια διά την πολλήν του φαυλότητα. {35}
ΚΥΡΙΟΣ. Κ' εσύ, παληάνθρωπε, είσαι ο Ληκυθίων ο δούλος μου, δραπέτης και συ• σε αναγνωρίζω πολύ καλά. Αλλά τι αστείον να γίνη φιλόσοφος και ο Ληκυθίων. Ποιος το εφαντάζετο;
ΕΡΜ. Αυτός δε ο τρίτος δεν έχει κύριον;
ΚΥΡΙΟΣ. Είνε δικός μου, αλλά τον αφίνω να πα να χαθή. Δεν τον θέλω.
ΕΡΜ. Διατί;
ΚΥΡΙΟΣ. Διότι είνε ξεπατωμένος και δι' αυτό τον ωνομάζαμεν Μυρωδάτον.
ΕΡΜ. Ακούεις, Ηρακλή ανεξίκακε; Έπειτα εκρέμασε μίαν πήραν, επήρε βακτηρίαν και εχειροτονήθη φιλόσοφος. Και συ έλα να πάρης την γυναίκα σου.
ΦΙΛΟΞ. Δεν την θέλω, διότι θα μου γεννήση κανένα βιβλίον από τα παλαιά.
ΕΡΜ. Πώς βιβλίον;
ΦΙΛΟΞ. Δεν ξέρεις ότι υπάρχει βιβλίον που ονομάζεται Τρικέφαλος; {36}
ΕΡΜ. Καθόλου παράδοξον, αφού υπήρξε και κάποιος κωμικός με το όνομα Τριφάλλης. {37}
ΗΡΑΚΛ. Εις εσέ τώρα, Ερμή, ανήκει να τους δικάσης.
ΕΡΜ. Η γνώμη μου είνε η εξής• αυτή η γυναίκα, διά να μη γεννήση κανένα τέρας πολυκέφαλον, να επιστρέψη εις τον άνδρα της πίσω εις την Ελλάδα• αυτοί δε οι δύο φυγάδες να παραδοθούν εις τους κυρίους των και να εξακολουθήσουν να εργάζωνται εις τας εργασίας τας οποίας είχαν προηγουμένως• ο μεν ένας, ο Ληκυθίων, να πλύνη τα λερωμένα ενδύματα, αυτός δε ο Μυρωδάτος να ράπτη πάλιν τα σχισμένα ενδύματα, αλλ' αφού προηγουμένως μαστιγωθή με τσουκνίδαν. Όσον διά τον τρίτον, αυτός να παραδοθή εις τους αποψιλωτάς, διά να του αποσπάσουν τας τρίχας με ακάθαρτην και πρόστυχην πίσσαν, έπειτα να οδηγηθή εις τον Αίμον επάνω γυμνός και να τον αφήσουν εκεί, δεμένον από τα πόδια, επάνω στα χιόνια.
ΔΡΑΠΕΤ. Ω δυστυχία μου, αλλοί, αλλοίμονον!
ΚΥΡΙΟΣ. Τι είνε αυτά τα θεατρικά επιφωνήματα; Έλα τώρα, πήγαινε με τους μαδητάς, αλλά προηγουμένως ν' αποβάλης την λεοντήν, διά να φανής τι γάιδαρος είσαι.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΥ Ή ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ
Προλαλιά.
Είχα πιστεύση και εγώ εις τον μύθον, κατά τον οποίον το ήλεκτρον παράγεται εκ των δακρύων των αιγείρων, αίτινες ευρίσκονται εις τας όχθας του ποταμού Ηριδανού και θρηνούν τον Φαέθοντα. Κατά τον μύθον ήσαν αδελφαί του Φαέθοντος και από την θλίψιν των διά τον θάνατον του νέου εκείναι μετεμορφώθησαν εις δένδρα και αντί δακρύων εξακολουθούν να στάζουν ήλεκτρον. Ακούων τοιαύτα λεγόμενα παρά των ποιητών, είχα σκοπόν, άν ποτε μεταβώ εις τον Ηριδανόν, να σταθώ κάτω από μίαν αίγειρον και ν' ανοίξω το ένδυμά μου διά να δεχθώ ολίγα εκ των δακρύων και ούτω ν' αποκτήσω ήλεκτρον. Μου συνέβη δε τω όντι όχι προ πολλού καιρού και δι' άλλον σκοπόν να μεταβώ εις τα μέρη εκείνα και να ταξειδεύσω εις τον Ηριδανόν αλλά καίτοι παρετήρουν μετά πολλής προσοχής εις τα πέριξ, ούτε αιγείρους είδα, ούτε ήλεκτρον, αλλ' ούτε το όνομα του Φαέθοντος εγνώριζον οι εντόπιοι. Όταν δε εγώ εξήταζα και ηρώτων πότε θα φθάσωμεν εις τας αιγείρους αίτινες παράγουν το ήλεκτρον, οι ναύται εγέλων και μου έλεγον να είπω σαφέστερα τι ήθελα. Εγώ διηγήθην προς αυτούς τον μύθον, ότι ο Φαέθων υπήρξεν υιός του Ηλίου και όταν έφθασεν εις ηλικίαν εζήτησε παρά του πατρός του να του αφήση το άρμα διά να το διευθύνη, και αυτός μίαν ημέραν. Ο Ήλιος του έδωκε το άρμα, αυτός δε κατέπεσε και εφονεύθη• λέγεται δε ότι αι αδελφαί του τον εθρήνουν εδώ κάπου εις τας όχθας του Ηριδανού, όπου κατέπεσε, και μετεμορφώθησαν εις αιγείρους, εξακολουθούν δε να δακρύουν δι' αυτόν και τα δάκρυα των γίνονται ήλεκτρον.
Ποίος ψεύστης και απατεών, μου έλεγον, σου τα διηγήθη αυτά; Ημείς ούτε κανένα αμαξηλάτην είδαμεν να πέση, ούτε τα δένδρα τα οποία λέγεις υπάρχουν εις τον τόπον μας. Αν υπήρχε δε ήλεκτρον εις αυτά τα μέρη, νομίζεις ότι ημείς θα εκωπηλατούμεν διά να παίρνωμεν δύο οβολούς και θα ετραβούσαμεν τα πλοία εναντίον του ρεύματος, ενώ θα ηδυνάμεθα να είμεθα πλούσιοι συλλέγοντες τα δάκρυα των αιγείρων; Οι λόγοι των δεν μ' επείραξαν ολίγον• και εσιώπησα εντραπείς, διότι αληθώς την έπαθα ως παιδίον, πιστεύσας εις τόσον απίθανα ψευδολογήματα των ποιητών, οι οποίοι ποτέ δεν αρέσκονται εις την αλήθειαν. Και ελυπούμην διότι διεψεύσθη μία ελπίς μου τόσον μεγάλη, ως να έχασα το ήλεκτρον εκ των χειρών μου, ενώ ήδη εσχεδίαζα με την φαντασίαν μου πώς και εις τι θα το μετεχειριζόμην.
Αλλ' ακόμη περισσότερον επίστευα ότι θα εύρω εις τα μέρη εκείνα κύκνους πολλούς, κελαδούντας εις τας όχθας του ποταμού. Και πάλιν ηρώτησα τους ναύτας, διότι εξηκολουθούμεν να αναπλέωμεν τον ποταμόν• Αλλ' οι κύκνοι κελαδούν καμμιά φορά επί των όχθων του ποταμού δεξιά και αριστερά; Διότι λέγεται ότι άλλοτε ήσαν άνθρωποι τραγουδισταί και σύντροφοι του Απόλλωνος, έπειτα δε μετεμορφώθησαν εις πτηνά και εξακολουθούν ακόμη να ψάλλουν, μη λησμονήσαντες την μουσικήν.
Αυτοί εγέλασαν και μου είπαν• Δεν θα παύσης τέλος πάντων να λέγης ψεύδη διά την χώραν μας και τον ποταμόν; Ημείς, αφότου ήμεθα παιδιά, εργαζόμεθα και ταξειδεύομεν εις τον Ηριδανόν, αλλά πολύ σπανίως βλέπομεν ολίγους κύκνους εις τα έλη του ποταμού, οι οποίοι κράζουν τόσον άσχημα και με τόσον ασθενή φωνήν, ώστε οι κόρακες και η καρακάξες να είνε Σειρήνες συγκρινόμενοι προς αυτούς• κύκνους όμως οι οποίοι να κελαδούν γλυκά, όπως συ λέγεις, ούτε εις το όνειρόν μας ηκούσαμεν, ώστε απορούμεν πώς εις τον τόπον σας έχετε τοιαύτας ιδέας περί της χώρας μας.
Πολλά τοιαύτα λέγονται υπό των πιστευόντων εις εκείνους οίτινες τα πάντα μεγαλοποιούν, ώστε και εγώ τώρα φοβούμαι μήπως υμείς, οι προ ολίγου φθάσαντες και κατά πρώτην φοράν ακροώμενοι εμού, έρχεσθε με την ελπίδα ότι θα εύρετε εις τους λόγους μου ήλεκτρα και κύκνους και έπειτα θ' απέλθετε καταγελώντες εκείνους οίτινες σας είπον ότι θα εύρετε τοιαύτα πολύτιμα πράγματα εις τας διαλέξεις μου. Αλλά διαμαρτύρομαι ότι ούτε από υμάς κανείς, ούτε άλλος τις με ήκουσέ ποτε να καυχώμαι διά την ρητορικήν μου δεινότητα. Υπάρχουν άλλοι και όχι ολίγοι ρήτορες, από τους λόγους των όποιων στάζει όχι ήλεκτρον, αλλά χρυσός καθαρός και οι οποίοι είνε πολύ μελωδικώτεροι των μυθικών κύκνων. Ο ιδικός μου λόγος βλέπετε πόσον απλούς και πόσον πεζός είνε και ουδέν το μουσικόν έχει. Προσέξετε λοιπόν μήπως, ελπίζοντες υπερβολικά παρ' εμού, πάθετε όπως οι βλέποντες τα πράγματα τα ευρισκόμενα εντός του νερού• νομίζοντες δηλαδή ότι είνε όπως εφαίνοντο άνωθεν, διότι το φως διαθλώμενον τα εμεγέθυνε, λυπούνται όταν τα ανασύρουν και τα ευρίσκουν πολύ μικρότερα. Σας προλέγω ότι όταν θα χυθή το νερόν {38} και θ' αποκαλυφθούν όσα μέλλω να είπω να μη περιμένετε τίποτε μέγα, άλλως, εάν σας απατήσουν αι ελπίδες σας, μόνον εαυτούς να αιτιάσθε.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ {39}
Όταν ο Αλέξανδρος είδε τον ποταμόν Κύδνον ωραίον και διαυγή, με βάθος όχι επικίνδυνον και ρεύμα όχι πολύ ορμητικόν και εν καιρώ θέρους ψυχρόν, επομένως λίαν κατάλληλον διά κολύμβημα, μου φαίνεται ότι και αν ήτο βέβαιος ότι θα ησθένει, όπως ησθένησε, δεν θα κατενίκα την επιθυμίαν να λουσθή. Όταν δε ίδη κανείς οικίαν και κατά το μέγεθος μεγαλοπρεπή και κατά το κάλλος μοναδικήν, καταλαμπομένην υπό φωτός, απαστράπτουσαν εκ χρυσού και καταστόλιστον από τοιχογραφίας ανθηράς, δεν είνε φυσικόν να επιθυμήση να εκφωνήση λόγον εντός αυτής, αν τύχη να είνε εκ των καταγινομένων εις την ρητορικήν, να αναδειχθή εντός αυτής και διακριθή, να την γεμίση με την φωνήν του και καθ' όσον είνε δυνατόν να γίνη και αυτός μέρος του κάλλους της; Αν αρκεσθή μόνον να την παρατηρήση λεπτομερώς και αφού την θαυμάση απέλθη χωρίς να εκφράση τον θαυμασμόν του, χωρίς να την χαιρετήση και της απευθύνη μίαν προσφώνησιν, ως να είνε άλαλος ή σιωπά σκοπίμως εκ φθόνου, δεν θα είπετε ότι ο τοιούτος δεν είνε φιλόκαλος, ούτε αισθάνεται το ωραίον και δεν θ' αποδώσετε εις την διαγωγήν του πολλήν αγροικίαν και απειροκαλίαν; Βεβαίως είνε αμουσία να δεικνύη τις τοιαύτην αδιαφορίαν προς θεάματα τόσον ωραία και τόσον τερπνά και να μη εννοή ότι ο τρόπος της εκδηλώσεως του θαυμασμού προς το ωραίον δεν είνε ο αυτός διά τους απλούς ανθρώπους και διά τους μορφωμένους• διά τους απλούς ανθρώπους αρκεί να ίδωσι μόνον και να παρατηρήσουν, να περιφέρουν το βλέμμα και ν' αναβλέψουν προς την οροφήν, να χειρονομήσουν επιδοκιμαστικώς και ησύχως ν' απολαύσουν την ηδονήν του θεάματος, διότι φοβούνται μήπως δεν δυνηθούν να είπουν τι άξιον των βλεπομένων• αλλ' εκείνος ο οποίος βλέπει με έμπειρον και σοφόν βλέμμα τα ωραία, δεν θ' αρκεσθή, νομίζω, ν' απολαύση μόνον διά της οράσεως το τερπνόν, ούτε θα δυνηθή να μείνη άφωνος θεατής του κάλλους• αλλά θα προσπαθήση όσον δύναται και να το μελετήση και διά του λόγου ν' αποδώση την ηδονήν την οποίαν του παρέχει το θέαμα. Η δε απόδοσις δεν θα είνε μόνον έπαινος του οίκου — διότι τούτο ίσως αρμόζει μόνον εις τον νησιώτην εκείνον νέον όστις, ιδών το μέγαρον του Μενελάου και υπερβολικώς καταπλαγείς, παρέβαλε τον εκ χρυσού και ελέφαντος διάκοσμον αυτού προς τον ήλιον και τα άστρα, διότι μόνον αυτά εγνώριζε και τίποτε από τα θαυμάσια της γης — αλλ' ο σοφός και θα ομιλήση εντός αυτής και, αφού συγκαλέση τους επιφανεστέρους των πολιτών, θα κάμη επίδείξιν ρητορικήν και τούτο θα είνε μέρος του επαίνου.
Νομίζω δε ότι είνε από τα πλέον ευχάριστα πράγματα μέγαρον τόσον ωραίον να ανοίγεται προς υποδοχήν λόγων ρητορικών και να πληρούται επαίνων και επευφημιών, να αντηχή δε, όπως τα σπήλαια, ήρεμα και να παρακολουθή τα λεγόμενα και να παρατείνη τους τελευταίους ήχους της φωνής και να επαναλαμβάνη τας τελευταίας λέξεις των περιόδων, ως προσεκτικός ακροατής, ο οποίος απομνημονεύει τα λεγόμενα και επαινεί τον ομιλούντα και τον ανταμείβει ούτω κατά τρόπον κολακευτικόν. Ομοίως αντιλαλούσιν εις τα αυλήματα των ποιμένων οι βράχοι και η φωνή επανέρχεται προς την αφετηρίαν της, αποδιδομένη υπό της ηχούς• οι δε απλοί άνθρωποι νομίζουν ότι η απάντησις έρχεται προς τους άδοντας ή κραυγάζοντας από κάποιαν παρθένον κατοικούσαν μεταξύ των κρημνών και κρυπτομένην εντός των πετρών.
Εγώ τουλάχιστον φρονώ ότι και του ρήτορος η διάνοια εξυψούται αναλόγως της πολυτελείας του οίκου και την ψυχήν του αναπτερώνει του θεάματος η υποβολή. Διότι κάτι τι εκ του ωραίου εισδύει διά των οφθαλμών μέχρι της ψυχής και αφού στολίση τους λόγους τους εκπέμπει ευγενεστέρους. Πώς πιστεύομεν ότι η όψις των όπλων {40} επηύξησε το πολεμικόν μένος του Αχιλλέως εναντίον των Φρυγών και όταν εφόρεσε και εδοκίμασε την πανοπλίαν έγινεν ορμητικώτερος και ακράτητος εις την επιθυμίαν του πολέμου, και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το κάλλος του περιβάλλοντος δεν συντελεί εις την διέγερσιν των ρητορικών χαρισμάτων; Εις τον Σωκράτην ήτο αρκετόν να κάθεται υπό πλάτανον ωραίον επί χλόης πυκνής και πλησίον πηγής διαυγούς παρά τον Ιλισσόν διά να ευρίσκη την ειρωνείαν την οποίαν εξέχυνεν εναντίον του Φαίδρου του Μυρνουσίου και να ελέγχη τα ρητορικά ελαττώματα του Λυσίου. Και εκεί εκάλει τας Μούσας και επίστευεν ότι θα ήρχοντο εις την μοναξίαν εκείνην διά να τον βοηθούν εις τας περί έρωτος ομιλίας του. Δεν εντρέπετο δε, άνθρωπος γέρων, να καλή παρθένους διά να λάβουν μέρος εις τας φιλοπαιδικάς διαλέξεις του• και ημείς θα νομίσωμεν ότι και απρόσκλητοι ακόμη δεν θα έλθουν εις μέρος τόσον ωραίον; Δεν προσφέρομεν εις αυτάς μόνον σκιάν και κάλλος πλατάνου, και αν ακόμη αντί της πλατάνου του Ιλισσού πρόκειται περί της χρυσής πλατάνου του βασιλέως των Περσών. Εκείνη μόνον διά την πολυτέλειάν της ήτο θαυμαστή• τέχνη δε ή κάλλος ή τέρψις ή συμμετρία και ευρυθμία δεν συνυπήρχον ούτε ενεμιγνύοντο με τον χρυσόν, αλλ' ήτο το θέαμα βαρβαρικόν, πλούτος μόνον, προκαλών τον φθόνον των βλεπόντων και την έπαρσιν των εχόντων. Έπαινος κανείς. Αλλ' ούτε εσκοτίζοντο οι Αρσακίδαι {41} διά τα ωραία πράγματα, ούτε χάριν της τέρψεως επεδείκνυαν την πολυτέλειάν των και δεν εφρόντιζον να κινήσουν εις έπαινον τους θεατάς, αλλά να τους εκπλήξουν• διότι δεν είνε φιλόκαλοι, αλλά φιλόπλουτοι οι βάρβαροι. Το κάλλος δε του οίκου τούτου δεν είνε δι' οφθαλμούς βαρβάρων, ούτε διά Περσικήν αλαζονείαν ή βασιλικήν καύχησιν, αλλ' ούτε και διά πένητας• έχει ανάγκην ευφυούς θεατού ο οποίος να μη βλέπη μόνον με τους οφθαλμούς, αλλά και η σκέψις να παρακολουθή την όρασιν. Ότι βλέπει προς το κάλλιστον μέρος της ημέρας — κάλλιστον δε και ποθεινότατον αυτής είνε η ανατολή — και μόλις ανατείλη ο ήλιος, τον υποδέχεται και πληρούται φωτός απλέτου άμα ανοιχθώσιν αι θύραι, ότι έχει την διεύθυνσιν των αρχαίων ναών, ότι αναλογεί το μήκος προς το πλάτος και αμφότερα ταύτα προς το ύψος, ότι τα παράθυρα είνε μεγάλα και ανοίγονται προς όλα τα σημεία του ορίζοντος και ανταποκρίνονται προς όλας τας ώρας του έτους,—πάντα ταύτα δεν είνε ευχάριστα και άξια επαίνων;
Προσέτι δύναταί τις να θαυμάση εις την οροφήν το ωραίον μετά του απερίττου, το ανεπίλυπτον του διακόσμου και την συμμετρίαν και ευπρέπειαν των χρυσωμάτων, και ότι η χρήσις του χρυσού έγινε κατά τρόπον ώστε να μη υποπτεύη τις φειδώ, αλλά να διακρίνη φιλόκαλον λιτότητα, όπως εις γυναίκα σεμνήν και ωραίαν αρκεί διά ν' αναδείξη το κάλλος της ή λεπτόν περιδέραιον περί τον τράχηλον ή εις τον δάκτυλον δακτύλιος καλλιτεχνικός, ή ενώτια, ή πόρπη ή ταινία συγκρατούσα την κόμην και τοσούτον προσθέτουσα εις το κάλλος όσον εις το ένδυμα η πορφύρα. Εξ εναντίας αι εταίραι και μάλιστα αι ασχημότεραι εξ αυτών και το ένδυμα έχουν ολόκληρον πορφυρούν και ο τράχηλος των είνε κατακόσμητος με χρυσόν, διότι εις την πολυτέλειαν επιζητούν το θελκτικόν και τας ατελείας του κάλλους των προσπαθούν να καλύψουν και συμπληρώσουν διά του στολισμού. Διότι νομίζουν ότι και οι βραχίονες των θα γίνουν λαμπρότεροι όταν προσθέσουν εις αυτούς την λάμψιν του χρυσού, και η δυσμορφία του ποδός θα κρυφτή υπό του χρυσού υποδήματος και αυτό το πρόσωπον θα γίνη ερασμιώτερον βλεπόμενον ομού με λάμποντα κοσμήματα. Και εκείναι μεν ούτω σκέπτονται. Η δε σεμνή γυνή του χρυσού κάμνει χρήσιν εις τον στολισμόν της μετρίως και κατά το πρέπον• πιστεύω μάλιστα ότι δεν θα ησχύνετο και εντελώς ακόσμητον και γυμνόν να δείξη το κάλλος της.
Λοιπόν και η οροφή του οίκου τούτου, ή μάλλον η κεφαλή, και καθ' εαυτήν μεν παρουσιάζει ευχάριστον όψιν, ο δε χρυσός την στολίζει τόσον, όσον και ο ουρανός κατά την νύκτα λαμπρύνεται υπό των άστρων κατά διαστήματα και φαίνεται ως σπαρμένος από πύρινα άνθη. Εάν δε ήτο ολόκληρος πυρ, δεν θα μας εφαίνετο ωραίος, αλλά φοβερός. Δύναταί τις δε και να παρατηρήση ότι εδώ ο χρυσός δεν είνε ανωφελής, ούτε μόνον διά την τέρψιν των οφθαλμών εγκατεσπαρμένος εις τον λοιπόν διάκοσμον, αλλ' εκπέμπει και ιδιαιτέραν λάμψιν και ολόκληρον τον οίκον λαμπρύνει με την ακτινοβολίαν του• διότι όταν το φως προσπίπτη επ' αυτού και των χρωμάτων, λάμπουν από κοινού και η ζωηρότης των διπλασιάζεται.
Τα υψηλά και κορυφαία μέρη του οίκου είνε τοιαύτα, ώστε έχουν ανάγκην εγκωμιαστού όπως ο Όμηρος, διά να τον ονομάση υψόροφον, όπως τον θάλαμον της Ελένης, ή αιγλήεντα, όπως τον Όλυμπον. Τον δε άλλον διάκοσμον και τας ζωγραφιάς των τοίχων και των χρωμάτων τα κάλλη και την ζωηρότητα εκάστου, την τελειότητα και την φυσικότητα, ορθώς δύναταί τις να παραβάλλη προς την εαρινήν όψιν ευανθούς λειμώνος, με την διαφοράν ότι η μεν άνθησις εκείνη μαραίνεται και αποβάλλει το κάλλος, ενώ το έαρ τούτο είνε παντοτεινόν και ο λειμών αμάραντος και τα άνθη αθάνατα, καθότι μόνον η όρασις τα εγγίζει και δρέπει την ηδονήν του θεάματος.