Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος
Part 9
Όταν λοιπόν έρχεται κανείς και μας λέγη τοιαύτα, πρέπει να εξετάζωμεν το πράγμα καθ' εαυτό, χωρίς ούτε εις την ηλικίαν του λέγοντος ν' αποβλέπωμεν, ούτε εις τον άλλον του βίον, ούτε εις την πειστικότητα των λόγων του. Διότι όσον πειστικότερος είνε τόσον επιμελέστερον πρέπει να εξετασθούν τα λεγόμενά του. Δεν πρέπει να εμπιστευώμεθα εις ξένην κρίσιν αντί δε να παραδίδωμεν την εμπιστοσύνην μας εις το μίσος του άλλου, πρέπει να επιφυλάττωμεν εις εαυτούς την εξέτασιν της αληθείας και ν' αφήνωμεν εις τον διαβάλλοντα τον φθόνον• αφού δε φανερά εξετάσωμεν τα λεγόμενα και υπό των δύο, τότε να δώσωμεν το μίσος ή την αγάπην μας. Αλλ' αν χωρίς τας προφυλάξεις ταύτας και με την πρώτην εντύπωσιν της κατηγορίας αποφασίσωμεν, το πράγμα θα είνε παιδαριώδες, ταπεινόν και πολύ άδικον. Αλλ' ως είπαμεν εις την αρχήν, όλων τούτων αιτία είνε η άγνοια και ότι εκάστου η ψυχή και η γνώμη ευρίσκεται εις το σκότος• και αν κανείς εκ των θεών απεκάλυπτε τι έχομεν όλοι εις την καρδίαν και τον νουν, η διαβολή θα έφευγε και θα έπιπτεν εις το βάραθρον, διότι πλέον δεν θα είχε θέσιν εις τον κόσμον, αφού τα πράγματα θα εφωτίζοντο υπό της αληθείας.
ΖΕΥΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΣ
ΚΥΝΙΣΚΟΣ. Εγώ, ω Ζευ, δεν θα σ' ενοχλήσω να σου ζητώ πλούτον και χρυσόν ή να με κάμης βασιλέα, τα οποία συνήθως επιθυμούν και ζητούν παρά σού οι άλλοι και εις εσέ δεν είνε πολύ εύκολον να τα δώσης• διότι βλέπω ότι ως επί το πλείστον παρακούεις εις τας ευχάς των. Μίαν μόνην χάριν και αυτήν ευκολωτάτην θα ήθελα να μου κάμης.
ΖΕΥΣ. Ποίαν χάριν; διότι έχω διάθεσιν να σ' ευχαριστήσω και μάλιστα αφού, ως λέγεις, θα ζητήσης μικρά πράγματα.
ΚΥΝΙΣ. Να μου απαντήσης εις μίαν ερώτησιν όχι δύσκολον.
ΖΕΥΣ. Αληθώς η ευχή σου είνε μικρά και εύκολος, ώστε ερώτα ό,τι θέλεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού τι θέλω• θα ανέγνωσες βέβαια και συ τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου• ειπέ μου λοιπόν εάν είνε αληθή εκείνα που αναφέρουν περί της Ειμαρμένης και των Μοιρών, ότι δεν δύναται κανείς ν' αποφύγη όσα αυταί ορίσουν εις έκαστον όταν γεννάται.
ΖΕΥΣ. Αληθέστατα• διότι δεν υπάρχει τίποτε το οποίον να μη ώρισαν αι Μοίραι, αλλά πάντα όσα γίνονται στρέφονται εις το αδράκτι των και εξ αρχής έχουν αποφασισμένον το αποτέλεσμα και δεν είνε δυνατόν να γίνη άλλως.
ΚΥΝΙΣ. Λοιπόν, όταν ο ίδιος Όμηρος εις άλλο μέρος των ποιημάτων του λέγει
μη και υπέρ μοίραν δόμον Αϊδος εισαφίκηαι {68}
και αλλά τοιαύτα, πρέπει να είπωμεν ότι δεν ξέρει τι λέγει;
ΖΕΥΣ. Εννοείται• διότι δεν είνε δυνατόν να γίνη τίποτε έξω από τον νόμον των Μοιρών, τίποτε αντίθετον προς ό,τι εκλώσθη. Αλλ' οι ποιηταί όσα μεν ψάλλουν όταν ευρίσκωνται υπό την έμπνευσιν των Μουσών είνε αληθή• αλλ' όταν τους αφήσουν αι Μούσαι και συνθέτουν μόνοι τα ποιήματά των, σφάλλουν και λέγουν αντίθετα προς ό,τι προηγουμένως είπον. Είνε όμως δικαιολογημένοι, αφού είνε άνθρωποι, να μη γνωρίζουν την αλήθειαν, όταν απομακρύνεται η θεότης η οποία προηγουμένως τους ενέπνεε και ελάλει δι' αυτών.
ΚΥΝΙΣ. Καλά αυτά. Αλλά σε παρακαλώ να μου απαντήσης και εις τούτο• δεν είνε τρεις αι Μοίραι, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος;
ΖΕΥΣ. Βεβαίως.
ΚΥΝΙΣ. Τότε η Ειμαρμένη και η Τύχη—διότι και αυταί είνε πολύ φημισμέναι— τι είνε και ποίαν δύναμιν έχουν η καθεμία από αυτάς; Έχουν ίσην δύναμιν με τας Μοίρας ή μήπως είνε και κατά τι ανώτεραι από αυτάς; Διότι ακούω να λέγουν όλοι ότι τίποτε δεν είνε δυνατώτερον από την Τύχην και την Ειμαρμένην.
ΖΕΥΣ. Δεν επιτρέπεται να τα γνωρίζης όλα, Κυνίσκε. Αλλά διατί με ηρώτησες περί των Μοιρών;
ΚΥΝΙΣ. Όχι, πρέπει προηγουμένως να μου απαντήσης εάν και αυταί μας εξουσιάζουν και εξαρτώμεθα αναγκαίως από το νήμα των.
ΖΕΥΣ. Βεβαίως. Αλλά διατί εμειδίασες;
ΚΥΝΙΣ. Εθυμήθηκα εκείνα τα οποία λέγει ο Όμηρος εκεί όπου σε παριστά εις την συνέλευσιν των θεών να δημηγορής και προκαλής τους άλλους θεούς, διατεινόμενος ότι δύνασαι να κρεμάσης τα πάντα από μίαν χρυσήν αλυσίδα• και έλεγες ότι συ μεν θα κρεμάσης εκ του ουρανού την αλυσίδα, όλοι δε οι θεοί συγχρόνως, εάν θέλουν να κρεμασθούν εις αυτήν και να προσπαθήσουν να σε σύρουν, δεν θα δυνηθούν, ενώ συ, αν θέλησης, ευκόλως όλους
αυτήκεν γαίη ερύσαι αυτή τε θαλάσση. {69}
Όταν ήκουα αυτούς τους στίχους, σ' εθαύμαζα διά την δύναμίν σου και έτρεμα• αλλά τώρα βλέπω ότι και συ ομού με την αλυσίδα και τας απειλάς σου κρέμεσαι, κατά την ομολογίαν σου, από το λεπτόν νήμα των Μοιρών. Μου φαίνεται λοιπόν ότι δικαιότερον θα εκαυχάτο η Κλωθώ, η οποία και σε ακόμη κρατεί κρεμάμενον εις το αδράκτι της, όπως το ψάρι εις το καλάμι του ψαρά.
ΖΕΥΣ. Δεν εννοώ πού τείνουν αυταί σου αι ερωτήσεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού πού τείνουν• και σ' εξορκίζω εις τας Μοίρας και την Ειμαρμένην να μη θυμώσης και να μη με κακομεταχειρισθής, διότι σου ομιλώ με ειλικρίνειαν. Εάν τα πράγματα είνε όπως τα λέγεις και αι Μοίραι έχουν εξουσίαν επί όλων και ουδέν και παρ' ουδενός δύναται να μεταβληθή εξ εκείνων τα οποία αυταί άπαξ απεφάσισαν, τότε διά ποίον λόγον οι άνθρωποι σας προσφέρομεν θυσίας και εκατόμβας και ζητούμεν από σας την ευτυχίαν μας; Διότι δεν εννοώ τι δυνάμεθα να περιμένωμεν από σας, αφού ούτε από τους κακούς δυνάμεθα να σωθώμεν διά των ευχών, ούτε κανέν ευεργέτημα είνε δυνατόν να λάβωμεν παρά των θεών.
ΖΕΥΣ. Γνωρίζω πόθεν προέρχονται αυτά τα ευφυή σου ερωτήματα• είνε των αναθεματισμένων σοφιστών, οίτινες λέγουν ότι οι θεοί δεν προνοούμεν περί των ανθρώπων. Και λέγουν τα τοιαύτα από ασέβειαν, αποτρέπουν δε και τους άλλους να μας προσφέρουν θυσίας και να μας απευθύνουν ευχάς, ως πράγματα τάχα μάταια και ανωφελή• διότι ούτε φροντίζομεν διά τας πράξεις σας, ούτε έχομεν καμμίαν εξουσίαν επί των πραγμάτων του κόσμου. Αλλά θα πληρώσουν ακριβά αυτάς τας βλασφημίας.
ΚΥΝΙΣ. Σου ορκίζομαι εις το αδράκτι της Κλωθούς, ω Ζευ, ότι δεν σου έκαμα τας ερωτήσεις αυτάς επειδή επείσθην εις τα λεγόμενα παρ' εκείνων, αλλά δεν γνωρίζω πώς η ομιλία μας προχωρούσα έφθασεν εις το συμπέρασμα ότι είνε περιτταί αι θυσίαι. Εάν δε θέλης, θα σου απευθύνω εκ νέου συντόμους τινάς ερωτήσεις και σε παρακαλώ να μου απαντήσης όσον το δυνατόν ακριβέστερα.
ΖΕΥΣ. Ερώτα, αφού έχεις καιρόν να χάνης εις τοιαύτας φλυαρίας.
ΚΥΝ. Λέγεις ότι τα πάντα προέρχονται εκ των Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Μάλιστα.
ΚΥΝ. Και δύνασθε οι θεοί ν' αλλάσσετε και ανακλώθετε τας αποφάσεις των Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Ουδόλως.
ΚΥΝ. Θέλεις λοιπόν να είπω τι προκύπτει εκ τούτου ή είνε φανερόν και χωρίς να το είπω;
ΖΕΥΣ. Είνε φανερόν. Αλλ' αυτοί οι οποίοι θυσιάζουν δεν το πράττουν από ανάγκην και προς ανταπόδοσιν, ως ν' αγοράζουν τα ευεργετήματα τα οποία λαμβάνουν από ημάς, αλλά τιμούν την υπεροχήν μας.
ΚΥΝ. Μου είνε αρκετόν αυτό, αφού και συ ομολογείς ότι από τας θυσίας δεν προέρχεται καμμία ωφέλεια, αλλ' είνε μόνον τιμή εκ μέρους των ανθρώπων προς την θείαν υπεροχήν. Αν ήτο όμως εδώ κανείς εκ των σοφιστών εκείνων, θα σε ηρώτα ίσως πώς λέγεις ότι οι θεοί υπερέχουν, ενώ είνε δούλοι όπως οι άνθρωποι και ευρίσκονται υπό την εξουσίαν των αυτών κυριών των Μοιρών. Διότι δεν αρκεί ότι είνε αθάνατοι διά να είνε δι' αυτό και καλλιτέρα η θέσις των• εξ εναντίας διά τούτο η τύχη των είνε χειροτέρα, διότι τους μεν ανθρώπους ελευθερώνει ο θάνατος, διά σας δε το πράγμα τραβά εις μέγα μάκρος, η δουλεία σας γίνεται αιωνία και στρέφεται εις ατελεύτητον κλωστήν.
ΖΕΥΣ. Αλλ' αυτή η αιωνιότης, Κυνίσκε, και το ατελεύτητον είνε ευδαιμονία δι' ημάς, διότι έχομεν όλα τα αγαθά.
ΚΥΝ. Όχι όλοι, αλλά και μεταξύ σας υπάρχουν περιορισμοί και μεγάλη ανισότης• συ είσαι ευτυχής, διότι είσαι βασιλεύς και δύνασαι να ανασύρης την γην και την θάλασσαν όπως τον κάδον από το πηγάδι• αλλ' ο Ήφαιστος είνε χωλός και βάναυσος και καταδικασμένος να εργάζεται εις την φωτιάν• ο δε Προμηθεύς και εσταυρώθη κάποτε. Περί δε του πατρός σου τι να είπω, αφού και τώρα ακόμη ευρίσκεται δέσμιος εις τον Τάρταρον; Λέγουν δε ότι και ερωτεύεσθε και πληγώνεσθε και ενίοτε γίνεσθε δούλοι εις τους ανθρώπους• ως παράδειγμα δε αναφέρω τον αδελφόν σου που έγινε δούλος εις τον Λαομέδοντα, και τον Απόλλωνα που εχρημάτισε δούλος του Αδμήτου. Αυτά δεν μου φαίνονται ν' αποτελούν μεγάλην ευτυχίαν• αλλά φαίνεται ότι και από σας άλλοι μεν είνε ευτυχείς και έχουν καλήν μοίραν, άλλοι δε το εναντίον. Παραλείπω ότι και ληστεύεσθε καθώς ημείς και οι ναοί σας συλούνται υπό των ιεροσύλων και από πλουσιώτατοι γίνεσθε εις μίαν στιγμήν πτωχότατοι• πολλοί δε που είσθε χρυσοί ή άργυροι διελύθητε διά του πυρός εις χωνευτήριον και επωλήθητε ως μέταλλον, διότι φαίνεται ούτω σας είχαν ορίση αι Μοίραι.
ΖΕΥΣ. Πρόσεξε, Κυνίσκε, διότι αυτά τα οποία λέγεις είνε υβριστικά και θα μετανοήσης μίαν ημέραν δι' αυτά.
ΚΥΝ. Μη χάνης τας απειλάς σου, ω Ζευ, αφού γνωρίζεις ότι δεν θα πάθω τίποτε παρά μόνον ό,τι η Μοίρα απεφάσισε πριν με απειλήσης• διότι βλέπω ότι και αυτοί οι ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται όλοι, αλλ' οι περισσότεροι σας διαφεύγουν, επειδή φαίνεται ότι δεν ήτο πεπρωμένον να συλληφθούν.
ΖΕΥΣ. Δεν είπα εγώ ότι θα είσαι κανείς εξ εκείνων οι οποίοι καταγίνονται ν' αποδείξουν διά της διαλεκτικής ότι δεν υπάρχει θεία πρόνοια;
ΚΥΝΙΣ. Πάρα πολύ τους φοβάσαι, ω Ζευ, δεν γνωρίζω διατί• διότι παν ό,τι σου λέγω υποπτεύεις ότι το έμαθα από αυτούς. Αλλ' εγώ —διότι από ποίον άλλον παρά από σε δύναμαι να μάθω την αλήθειαν—θα ήθελα να σου απευθύνω και μίαν άλλην ερώτησιν• τι είνε αυτή η Πρόνοια; Μοίρα ή άλλη θεότης ανωτέρα, η οποία διευθύνει και τας Μοίρας;
ΖΕΥΣ. Σου το είπα και προηγουμένως ότι δεν επιτρέπεται να γνωρίζης τα πάντα. Αλλ' ενώ εις την αρχήν είπες ότι θα μου απευθύνης μίαν ερώτησιν, δεν παύεις να με ζαλίζης με λεπτολογίας• βλέπω δε ότι ο σκοπός σου είνε ν' αποδείξης ότι δεν προνοούμεν καθόλου διά τα ανθρώπινα πράγματα.
ΚΥΝ. Δεν το λέγω εγώ αυτό, αλλά συ προ ολίγου είπες ότι αι Μοίραι διατάσσουν τα πάντα, εκτός εάν τώρα μετενόησες δι' όσα είπες και τα αναιρείς και θέλεις να σφετερισθής όσα απέδωκες εις την Ειμαρμένην.
ΖΕΥΣ. Όχι, αλλ' η Μοίρα εκτελεί δι' ημών τα καθέκαστα.
ΚΥΝ. Εννοώ• λέγετε ότι είσθε ένα είδος υπηρετών και βοηθών των Μοιρών. Αλλά και πάλιν αυταί είνε που προνοούν, σεις δε είσθε ως σκεύη και εργαλεία των Μοιρών.
ΖΕΥΣ. Πώς δηλαδή;
ΚΥΝ. Όπως το σκεπάρνι και το τρύπανον διά τον ξυλουργόν βοηθεί μεν εις την τέχνην, αλλά κανείς δεν δύναται να είπη ότι αυτά είνε οι τεχνίται, ούτε το πλοίον είνε έργον του σκεπαρνιού ή του τρυπάνου, αλλά του ναυπηγού. Αναλόγως λοιπόν αυτή που ναυπηγεί τα πάντα είνε η Ειμαρμένη, σεις δε είσθε τρύπανα και σκεπάρνια των Μοιρών και επομένως οι άνθρωποι έπρεπε να προσφέρουν θυσίας εις την Ειμαρμένην και παρ' αυτής να ζητούν τα αγαθά, αλλ' αντί τούτου τιμούν τους θεούς με θυσίας και λιτανείας. Αλλά και την Ειμαρμένην δεν είνε ανάγκη να τιμούν και να σέβωνται, διότι δεν νομίζω να είνε δυνατόν και εις αυτάς ακόμη τας Μοίρας ν' αλλάξουν και να μεταβάλουν τίποτε εξ όσων έχουν αποφασισθή εξ αρχής περί ενός εκάστου. Διότι η Άτροπος δεν θα επέτρεπε να στρέψη κανείς αντιθέτως το αδράχτι και ν' αναλύση της Κλωθούς το έργον.
ΖΕΥΣ. Ώστε τώρα, Κυνίσκε, διατείνεσαι ότι ούτε τας Μοίρας πρέπει να σέβωνται οι άνθρωποι. Φαίνεται ότι θέλεις να εξευτελίσης τα πάντα. Αλλ' ημείς οι θεοί, αν όχι δι' άλλο, αλλά τουλάχιστον διότι μαντεύομεν και προλέγομεν όσα υπό των Μοιρών έχουν προορισθή, δικαίως τιμώμεθα.
ΚΥΝ. Είνε πολύ ανωφελές, ω Ζευ, να προβλέπη κανείς τα μέλλοντα, αφού πάντως είνε αδύνατον να τ' αποφύγη• ή μήπως θέλεις να είπης ότι εκείνος ο οποίος θα μάθη από πρόρρησιν ότι, μέλλει να φονευθή διά σιδήρου δύναται να αποφύγη τον θάνατον εάν ζήση κατάκλειστος; Αδύνατον διότι η Μοίρα θα τον κάμη να εξέλθη και θα τον στείλη εις το κυνήγι, όπου θα συναντήση το βέλος ή την λόγχην από την οποίαν θα φονευθή. Και ο Άδραστος έρριψε την λόγχην του εναντίον ενός αγριοχοίρου και τον μεν αγριόχοιρον απέτυχε, εφόνευσε δε τον υιόν του Κροίσου, διότι η λόγχη είχεν απαράβατον εντολήν των Μοιρών να διευθυνθή προς τον νεανίσκον. Αλλά και ο χρησμός ο δοθείς εις τον Λάιον δεν είνε γελοίος;
μη σπείρε τέκνων άλλοκα δαιμόνων βία ει γαρ τεκνώσεις παίδ', αποκτενή σ'ο φυς• {70}
διότι περιττή μου φαίνεται ήτο η συμβουλή διά πράγματα τα οποία πάντως θα συνέβαινον όπως συνέβησαν. Ο χρησμός δεν ημπόδισε και να τεκνοποιήση και να φονευθή υπό του υιού του. Ώστε δεν βλέπω διατί ζητείτε αμοιβήν διά την μαντικήν σας. Παραλείπω ότι συνειθίζετε να δίδετε ως επί το πολύ χρησμούς αμφιβόλους, επιδεκτικούς αντιθέτων εξηγήσεων και σκοτεινούς, όπως εκείνος ο οποίος προέλεγεν ότι όστις διαβή τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να καθορίζη τίνος εκ των δύο αντιπάλων, του Κροίσου ή του Κύρου, το κράτος ενόει.
ΖΕΥΣ. Ο Απόλλων, Κυνίσκε, είχε κάποιαν αφορμήν να είνε θυμωμένος κατά του Κροίσου, διότι απεπειράθη να τον απατήση και του έψησε συγχρόνως κρέατα αμνού και χελώνης.
ΚΥΝ. Έπρεπε να μη θυμώνη αφού είνε θεός• αλλά και διότι εξηπατήθη ο Λυδός υπό του χρησμού ήτο πεπρωμένον, νομίζω, και διά να μη εννοήση σαφώς τα μέλλοντα η Ειμαρμένη το είχε προαποφασίση• ώστε και η μαντική σας είνε έργον εκείνης.
ΖΕΥΣ. Και εις ημάς δεν αφήνεις τίποτε, αλλ' εις μάτην λοιπόν είμεθα θεοί και ούτε πρόνοιαν τινά εις τα πράγματα του κόσμου εξασκούμεν, ούτε των θυσιών είμεθα άξιοι, ως αληθινά τρύπανα και σκεπάρνια; Αλλ' έχεις δίκαιον να με καταφρονής, διότι ενώ έχω, ως βλέπεις, τον κεραυνόν έτοιμον, σε ανέχομαι να λέγης τόσα εναντίον μας.
ΚΥΝ. Κτύπα, ω Ζευ, εάν μου είνε πεπρωμένον ν' αποθάνω κεραυνόπληκτος, και δεν θα κατηγορήσω σε διά το κτύπημα, αλλά την Κλωθώ, η οποία διά σου θα με πλήξη. Ούτε τον κεραυνόν θα θεωρήσω αίτιον του τραύματος. Αλλά θ' απευθύνω μίαν ερώτησιν εις εσέ και την Ειμαρμένην, συ δε θα μου αποκριθής και αντ' εκείνης• διότι η απειλή σου μου έφερεν εις την μνήμην αυτήν την σκέψιν. Διατί, σας παρακαλώ, αφήνετε τους ιεροσύλους και τους ληστάς και τόσους υβριστάς, βιαστάς και επιόρκους και αντ' αυτών πολλάκις κεραυνοβολείτε μίαν δρυν, μίαν πέτραν ή πλοίου ιστόν, το οποίον δεν κάνει τίποτε κακόν, ενίοτε δε και αγαθόν τινα και ευσεβή οδοιπόρον; Διατί σιωπάς, ω Ζευ; Ή ούτε τούτο δεν επιτρέπεται να γνωρίζω;
ΖΕΥΣ. Όχι βέβαια. Είσαι πολύ περίεργος και δεν γνωρίζω από πού μου εκουβάλησες όλας αυτάς τας αυθάδεις απορίας.
ΚΥΝ. Ώστε να μη σας ερωτήσω, σε και την Πρόνοιαν και την Ειμαρμένην, διατί ο Φωκίων, ο οποίος ήτο έντιμος άνθρωπος, απέθανεν εις τόσην πενίαν και στέρησιν και ο Αριστείδης προ αυτού, ο Καλλίας δε και ο Αλκιβιάδης, νέοι διεφθαρμένοι, είχαν μεγάλα πλούτη και ο Μειδίας ο αυθάδης και ο Χάροψ ο Αιγινήτης, άνθρωπος κίναιδος, ο οποίος εφόνευσε την μητέρα του διά της πείνης; Διατί ο Σωκράτης παρεδόθη εις τους ένδεκα, ο δε Μέλητος δεν παρεδόθη; Διατί ο Σαρδανάπαλος εβασίλευεν ενώ ήτο θηλυπρεπής, τόσοι δε χρηστοί άνδρες εκ των Περσών εθανατώνοντο υπ' αυτών κατά σκληρότατον τρόπον, διότι δεν επεδοκίμαζον τα γινόμενα; Και διά να μη σας αναφέρω τα σύγχρονα λεπτομερώς, και σήμερον οι μεν φαύλοι και οι πλεονέκται ευτυχούν, οι δε τίμιοι και αγαθοί άνθρωποι ζουν πτωχοί και βασανίζονται υπό μυρίων νοσημάτων και δυστυχημάτων.
ΖΕΥΣ. Δεν γνωρίζεις, Κυνίσκε, ποίας τιμωρίας υποφέρουν οι κακοί μετά θάνατον και πόση ευδαιμονία επιφυλάσσεται εις τους αγαθούς;
ΚΥΝ. θέλεις να μου επαναλάδης τα λεγόμενα περί Άδου, περί των Τιτυών και των Ταντάλων. Αλλ' εγώ, εάν τίποτε από αυτά αληθεύη, θα το μάθω όταν αποθάνω• επί του παρόντος δε θα ήθελα τον ολίγον καιρόν που θα ζήσω να ευτυχώ και μετά θάνατον ας μου σπαράσσουν το ήπαρ δεκαέξ γύπες• να μη διψώ όμως εδώ όπως ο Τάνταλος και να περιμένω να ξεδιψάσω εις τας νήσους των Μακάρων, αναπαυόμενος μετά των ηρώων εις το λιβάδι των Ηλυσίων.
ΖΕΥΣ. Τι λέγεις; δυσπιστείς ότι υπάρχουν κολάσεις και αμοιβαί και δικαστήριον, εις το οποίον εξετάζονται αι πράξεις ενός εκάστου;
ΚΥΝ. Ακούω ότι υπάρχει κάποιος Μίνως εκ Κρήτης, ο οποίος δικάζει αυτά τα πράγματα. Αλλά δεν μου απαντάς και εις μίαν ερώτησιν, την οποίαν θα ήθελα να απευθύνω προς αυτόν, αφού λέγεται ότι είνε υιός σου;
ΖΕΥΣ. Τι ήθελες να τον ερωτήτης, Κυνίσκε;
ΚΥΝ. Ποίους προ πάντων τιμωρεί;
ΖΕΥΣ. Τους κακουργούντας, δηλαδή τους φονείς, ιεροσύλους και άλλους τοιούτους.
ΚΥΝ. Ποίους δε αποστέλλει εις την διαμονήν των ηρώων;
ΖΕΥΣ. Τους αγαθούς και ευσεβείς και εκείνους οίτινες έζησαν με αρετήν.
ΚΥΝ. Και διατί τούτο;
ΖΕΥΣ. Διότι οι μεν είνε άξιοι αμοιβής, οι δε άξιοι τιμωρίας.
ΚΥΝ. Εάν δε κανείς έπραξεν ακουσίως καμμίαν κακήν πράξιν, φρονείς ότι πρέπει και ούτος να τιμωρήται;
ΖΕΥΣ. Καθόλου.
ΚΥΝ. Επομένως και αν κανείς χωρίς να το θέλη, έπραξε το καλόν, ούτε αυτός πρέπει να ανταμειφθή;
ΖΕΥΣ. Βεβαίως δεν είνε άξιος.
ΚΥΝ. Κανένα λοιπόν, ω Ζευ, δεν πρέπει ν' ανταμείβη, ούτε να τιμωρή ο δικαστής του Άδου.
ΖΕΥΣ. Πώς κανένα;
ΚΥΝ. Διότι δεν πράττομεν τίποτε οι άνθρωποι με την θέλησίν μας, αλλ' υπακούομεν εις μίαν ανάγκην αναπόφευκτον, εάν είνε αληθή εκείνα τα οποία προηγουμένως ωμολόγησες, ότι η Μοίρα είνε πάντων η αιτία• και αν φονεύη κανείς, αυτή φονεύει, και αν ιεροσυλή, εκτελεί της Μοίρας προσταγήν. Ώστε εάν ο Μίνως θέλη να είνε δίκαιος δικαστής, πρέπει να τιμωρήση την Ειμαρμένην αντί του Σισύφου και την Μοίραν αντί του Ταντάλου. Διότι τι έπταισαν εκείνοι, αφού εξετέλεσαν διαταγάς;
ΖΕΥΣ. Εις τοιαύτας ερωτήσεις δεν αξίζει να σου δοθή απάντησις• είσαι θρασύς και σοφιστής και σε αφήνω.
ΚΥΝ. Ήθελα κάτι ακόμη να σ' ερωτήσω• πού μένουν αι Μοίραι και πώς κατορθώνουν να επαρκούν εις τόσας φροντίδας και τόσας λεπτομερείας, και μάλιστα αφού είνε μόνον τρεις. Διότι μου φαίνεται ότι ζουν πολύ κοπιώδη και όχι ευτυχή ζωήν, αφού έχουν τόσας δυσκόλους ασχολίας, και αληθώς δύναται και περί αυτών να λεχθή ότι δεν εγεννήθησαν με καλήν μοίραν. Εγώ τουλάχιστον, αν μου εδίδετο να εκλέξω, δεν θ' αντήλλασσα την ζωήν μου με την ιδικήν των, αλλά θα επροτιμούσα να ζήσω ακόμη πτωχότερος παρά να κάθωμαι και να κλώθω με αδράκτι φορτωμένον τόσας φροντίδας και να επιβλέπω τα καθέκαστα εις τον βίον των ανθρώπων• Αλλ' αν δεν σου είνε εύκολον να μου απαντήσης και εις αυτά, ω Ζευ, αρκούμαι και εις όσα μου είπες• διότι είνε αρκετά διά να σαφηνίσουν το ζήτημα της Ειμαρμένης και της Προνοίας• τα λοιπά δε ίσως δεν ήτο πεπρωμένον να μάθω.
ΡΗΤΟΡΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ {71}
Ερωτάς, νεανίσκε, πώς δύνασαι να γίνης ρήτωρ και ν' αποκτήσης το ευγενέστατον και τόσον τιμώμενον όνομα του σοφιστού• διότι, ως λέγεις, θα σου είνε ανυπόφορος η ζωή, εάν δεν δυνηθής ν' αποκτήσης τοιαύτην δύναμιν λόγου, ώστε να είσαι ακατανίκητος και απαράμιλλος και να θαυμάζεσαι υπό πάντων και όλοι να σε προσβλέπουν και να σε θεωρούν περισπούδαστον μεταξύ των Ελλήνων και να προστρέχουν πανταχόθεν διά να σε ακούσουν. Επιθυμείς λοιπόν να μάθης ποίοι είνε οι δρόμοι οίτινες οδηγούν προς την τοιαύτην επιτυχίαν• αλλ' ευχαρίστως, φίλε μου, θα σου δώσω την συμβουλήν την οποίαν ζητείς, αφού μάλιστα είσαι νέος και έχων τας ευγενεστέρας φιλοδοξίας δεν γνωρίζεις πώς να τας πραγματοποιήσης. Εις τοιαύτην περίπτωσιν η συμβουλή είνε πράγμα ιερόν. Ώστε άκουσε την γνώμην μου και έχε μεγάλην πεποίθησιν ότι πολύ ταχέως θα καταστής δυνατός και να εννοής τα πρέποντα και να τα εκφράζης μ' ευφράδειαν, αρκεί μετά τούτο να εμμείνης εις όσα θα σε συμβουλεύσω, να τα μελετάς επιμελώς και μετά προθυμίας να οδεύσης έως ου φθάσης εις το τέρμα του δρόμου. Ο σκοπός δεν είνε μικρός ούτε ανάξιος πολλής επιμελείας, αλλ' εξ εναντίας αξίζει πολλούς κόπους και αγρυπνίας και πολλάς άλλας κακοπαθείας. Σκέψου πόσοι οι οποίοι πριν ήσαν μηδαμινοί έγιναν ένδοξοι και πλούσιοι και μάλιστα ευγενέστατοι διά της ρητορικής.
Αλλά μη φοβηθής ούτε να σε αποθαρρύνη το μέγεθος των δυσχερειών με την ιδέαν ότι έχεις να υποφέρης μυρίους κόπους διά να φθάσης εις τον σκοπόν• διότι εγώ δεν θα σε οδηγήσω από δρόμον τραχύν και ορεινόν, εις τον οποίον θα χύσης πολύν ιδρώτα, ώστε να υπάρχη φόβος ότι εις το μέσον θ' αποκάμης και θα γυρίσης• διότι τότε δεν θα διέφερα από τους άλλους οι οποίοι ακολουθούν τον μακρόν εκείνον και ανηφορικόν και κοπιώδη δρόμον, εις τον οποίον οι περισσότεροι αποκάμνουν και απελπίζονται. Η ιδική μου συμβουλή έχει τούτο το ιδιαίτερον και εξαιρετικόν, ότι θα σε οδηγήση από οδόν λίαν ευχάριστον και συγχρόνως συντομωτάτην, κατάλληλον δι' ιππασίαν και κατηφορικήν, διά της οποίας με πολλήν ευθυμίαν και καλοπέρασιν, διά μέσου λειμώνων ευανθών και σκιάς πυκνής, με όλην την άνεσιν, χωρίς να ταχύνης το βήμα και χωρίς να ιδρώσης, θα φθάσης εις το άκρον και εις την επιτυχίαν εντελώς άκοπα, θ' απολαύσης, όπως εις τα συμπόσια, ξαπλωμένος και χωρίς να πνευστιάσης• και από του ύψους θα βλέπης εκείνους οι οποίοι θα ευρίσκωνται ακόμη εις την βάσιν της ανωφερείας, μετά δυσκολίας ανέρποντες εις δυσβάτους και ολισθηρούς κρημνούς, ενίοτε δε και κρημνιζόμενοι κατακέφαλα και καταπληγωνόμενοι εις τας τραχείας πέτρας. Ενώ δε αυτοί θα βασανίζωνται κατ' αυτόν τον τρόπον, συ θα ευρίσκεσαι προ πολλού επάνω, στεφανωμένος και ευδαιμονέστατος και θα έχης ήδη αποκτήση σχεδόν κοιμώμενος όλα τα αγαθά όσα δύναται κανείς να ελπίζη από την ρητορικήν.
Η υπόσχεσις, ως βλέπεις, είνε πολύ μεγάλη• σ' εξορκίζω δε εις τον φίλιον Δία να μη δυσπιστήσης διότι σου υπόσχομαι τοιαύτην επιτυχίαν με τόσην ευκολίαν. Εάν ο Ησίοδος, μόνον διότι έλαβεν ολίγα φύλλα εκ του Ελικώνος, έγινεν αμέσως από ποιμένος ποιητής και έλαβε παρά των Μουσών το χάρισμα και την δύναμιν να ψάλλη των θεών και των ηρώων την καταγωγήν, είνε αδύνατον να γίνη κανείς εντός ολίγου καιρού ρήτωρ, το οποίον είνε πολύ κατώτερον της ποιητικής τέχνης, εάν μάθη την προς τούτο ταχυτέραν οδόν;
Ως παράδειγμα θα σου διηγηθώ την ευφυά επινόησιν ενός Σιδωνίου εμπόρου, η οποία απέτυχε και απέβη ανωφελής ένεκεν απιστίας. Κατ' εκείνην την εποχήν ήτο κύριος της Περσίας ο Αλέξανδρος, ο οποίος μετά την μάχην των Αρβήλων είχε καθαιρέση τον Δαρείον• έπρεπε δε να διατρέχουν καθ' όλας τας διευθύνσεις το κράτος οι γραμματοκομισταί διά να κομίζουν τας διαταγάς του Αλεξάνδρου. Αλλ' η οδός η από Περσίας εις Αίγυπτον ήτο πολύ μακρά, διότι έπρεπε να παρακάμπτουν όρη, έπειτα δε διά της Βαβυλωνίας να μεταβαίνουν εις την Αραβίαν και κατόπιν να διέρχωνται εκτεταμένην έρημον διά να φθάνουν εις την Αίγυπτον. Το διάστημα ήτο δι' άνδρα ευκίνητον είκοσι το ολιγώτερον ημερών. Τούτο εστενοχώρει τον Αλέξανδρον, καθότι, μαθών ότι οι Αιγύπτιοι παρεσκεύαζον στασιαστικόν κίνημα, δεν ηδύνατο ν' αποστείλη ταχέως οδηγίας εις τους σατράπας του. Τότε λοιπόν ο Σιδώνιος έμπορος, εγώ, ειπέ, βασιλεύ, υπόσχομαι να σου δείξω οδόν σύντομον μεταξύ Περσίας και Αιγύπτου• εάν οι αγγελιαφόροι σου περάσουν επάνω από τα όρη— και προς τούτο θα χρειασθούν μόνον τρεις ημέρας—θα φθάσουν τάχιστα εις την Αίγυπτον. Και είχε δίκαιον. Ο Αλέξανδρος όμως δεν επίστευσεν, αλλ' εθεώρησεν απατεώνα τον έμπορον. Ούτω, όταν η επαγγελία είνε παράδοξος, φαίνεται εις τους πολλούς απίθανος. Πρόσεξε λοιπόν μήπως και συ πάθης το αυτό• διότι άμα δοκιμάσης, θα πεισθής ότι ουδέν θα σε εμποδίση να γίνης ρήτωρ και ουδέ μίαν ολόκληρον ημέραν θα χρειασθής διά να υπερβής το όρος μεταξύ Περσίας και Αιγύπτου.