Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

Part 5

Chapter 5 1 words Public domain Markdown

ΣΟΛ. Σου είπα ότι δεν γνωρίζεις ακόμη τα δικά μας• αλλ' αφού περάση ολίγος καιρός, θ' αλλάξης γνώμην, όταν θα πηγαίνης εις τας πανηγύρεις και θα βλέπης τόσον πλήθος ανθρώπων συναθροιζόμενον διά να παρακολουθή αυτά τα αγωνίσματα και να γεμίζουν τα στάδια από μυριάδας θεατών, οι οποίοι θα επευφημούν τους αγωνιζομένους, εκείνος δ' εξ αυτών ο οποίος θα νικήση, να θεωρήται ίσος με θεόν.

ΑΝΑΧ. Αυτό ακριβώς, Σόλων, μου φαίνεται και το πλέον αξιοθρήνητον, ότι δεν θα παθαίνουν αυτά ενώπιον ολίγων, αλλ' ενώπιον τόσου πλήθους θεατών και μαρτύρων της προσβολής, εκείνων δηλαδή οι οποίοι θα τους επαινούν διότι θα τους βλέπουν καταιματωμένους ή πνιγομένους από τους αντιπάλους των διότι αυτά είνε τα ευτυχήματα τα οποία συντροφεύουν την νίκην των. Εις τον τόπον μας όμως ημών των Σκυθών εάν κανείς κτυπήση κανένα πολίτην ή πέση επάνω του και τον ρίψη κάτω ή του σχίση τα ενδύματα, του επιβάλλουν μεγάλας τιμωρίας οι γέροντες και αν τούτο συμβή ενώπιον ολίγων και όχι εις τόσον πολυάνθρωπα θέατρα, όπως μου παριστάς εκείνα που είνε εις τον Ισθμόν και την Ολυμπίαν. Δεν μου φαίνονται δε μόνον αξιολύπητοι οι αγωνισταί, αλλά και διά τους θεατάς, που, ως λέγεις, είνε οι καλλίτεροι εξ όλης της Ελλάδος, απορώ πώς αφήνουν τας εργασίας των και χάνουν τον καιρόν των εις τοιαύτα πράγματα. Διότι ουδέ τούτο δύναμαι να εννοήσω πώς τέρπονται να βλέπουν ανθρώπους να κτυπιούνται και να δέρνωνται, να ρίπτουν ο ένας τον άλλον κάτω και να σακατεύωνται.

ΣΟΛ. Αν ήτον, Ανάχαρσι, η εποχή των Ολυμπιακών, των Ισθμικών ή των Παναθηναϊκών αγώνων, τα ίδια τα πράγματα θα σ' εδίδασκαν ότι δεν αποδίδομεν εις μάτην σπουδαιότητα εις αυτά• διότι με λόγους δεν δύναται κανείς να σου δώση να αισθανθής την τέρψιν των εκεί γινομένων, όπως αν κάθεσαι ο ίδιος μεταξύ των θεατών και βλέπης την ανδρείαν των αγωνιστών και κάλλη σωμάτων και θαυμασίας ευρωστίας και τέχνην εξαίρετον και δύναμιν ακαταμάχητον και τόλμην και φιλοτιμίαν και ψυχικόν σθένος ακατανίκητον και προσπάθειαν αδάμαστον διά την νίκην. Είμαι δε βέβαιος ότι δεν θα έπαυες να επαινής, να επευφημής και να χειροκροτής.

ΑΝΑΧ. Και να γελώ, Σόλων, και να περιπαίζω• διότι όλα όσα ανέφερες, η ανδρεία, η ευρωστία, τα κάλλη και η τόλμη, βλέπω να εξαντλούνται χωρίς σπουδαίον λόγον, χωρίς ούτε η πατρίδα σας να κινδυνεύη, ούτε η χώρα σας να λεηλατήται, ούτε φίλοι ή συγγενείς σας να σύρωνται εις αιχμαλωσίαν. Ώστε τόσον γελοιωδέστεροι θα είνε, αφού, ως λέγεις, είνε άριστοι άνδρες, να υποβάλλωνται άδικα εις τόσους κινδύνους και ταλαιπωρίας και να καταισχύνουν το κάλλος και την ανδρείαν με το λασποκύλημα και τα μελανιάσματα των κτυπημάτων, διά να λάβουν μήλον και αγριελιάν εάν νικήσουν. Διότι δεν μπορώ να τα λησμονήσω αυτά τα αστεία βραβεία. Αλλά δεν μου λες όλοι οι αγωνισταί τα λαμβάνουν;

ΣΟΛ. Όχι, μόνον ένας εξ όλων, εκείνος ο οποίος αναδεικνύεται πρώτος.

ΑΝΑΧ. Λοιπόν, Σόλων, διά τοιαύτην αβεβαίαν και αμφίβολον νίκην τόσο κοπιάζουν, ενώ γνωρίζουν ότι πάντοτε ένας θα είνε ο νικητής, οι δε νικημένοι πλήθος, οι οποίοι χωρίς κανέν όφελος θα κτυπηθούν ή και θα πληγωθούν;

ΣΟΛ. Φαίνεται, Ανάχαρσι, ότι ποτέ δεν εσκέφθης πώς πρέπει να είνε η καλή πολιτεία, άλλως δεν θα κατηγόρεις τα καλλίτερα των εθίμων. Αν δέ ποτε θελήσης να μάθης πώς καλλίτερα δύναται να διοικηθή μία πόλις και πώς οι πολίται της δύνανται να γίνουν άριστοι, θ' αναγνωρίσης τότε και το ωφέλιμον των ασκήσεων τούτων και θα επιδοκιμάσης την σπουδαιότητα την οποίαν αποδίδομεν εις αυτάς• και θα μάθης ότι πολύ το χρήσιμον υπάρχει εις αυτούς τους κόπους, οίτινες σήμερον σου φαίνονται ματαιοπονία.

ΑΝΑΧ. Και βέβαια, Σόλων, δεν ήλθα εδώ δι' άλλο τίποτε από την Σκυθίαν, δεν διέτρεξα τόσην ξηράν και δεν επέρασα την τρικυμιώδη Μαύρην Θάλασσαν παρά διά να μάθω τους νόμους των Ελλήνων και σπουδάσω τα έθιμά σας και μελετήσω το καλλίτερον πολίτευμα. Διά τούτο και σε μεταξύ όλων των Αθηναίων εδιάλεξα ως φίλον και επροτίμησα την φιλοξενίαν σου, καθότι άκουσα να φημίζεσαι ότι και νόμους έγραψες και των αρίστων εθίμων και έργων έγινες εισηγητής και εν γένει ότι είσαι σοφός εις το να καταρτίσης ένα πολίτευμα. Ώστε έχω όλην την όρεξιν να διδαχθώ από σε και να γίνω μαθητής σου• και ευχαρίστως θα κάθωμαι πλησίον σου νηστικός και διψασμένος διά να σε ακούω με στόμα ανοικτόν όσην ώραν θα εξακολουθής να μου ομιλής περί πολιτείας και νόμων.

ΣΟΛ. Δεν είνε εύκολον, φίλε μου, να ομιλήση κανείς διά μιας, περί όλων αυτών. Πρέπει να ομιλήσωμεν διά κάθε θέμα χωριστά και ούτω βαθμηδόν θα μάθης τι ιδέας και νόμους έχομεν περί θεών, περί γονέων, περί γάμων και λοιπών. Θα περιορισθώ λοιπόν σήμερον να σου αναπτύξω τας ιδέας μας περί της ανατροφής των νέων και πώς τους μεταχειριζόμεθα, όταν αρχίσουν να εννοούν το καλόν και να δυναμόνουν σωματικώς και να δύνανται να υποφέρουν κόπους. Ούτω θα μάθης διά ποίον σκοπόν ωρίσαμεν δι' αυτούς αυτάς τας ασκήσεις και τους αναγκάζομεν να υποβάλλωνται εις σωματικούς κόπους, όχι μόνον χάριν των αγώνων, διά να κατορθόνουν να λαμβάνουν τα άθλα — διότι εις αυτά πολύ ολίγοι εξ όλων φθάνουν—αλλά διότι εκ τούτων και αυτοί και η πόλις αποκτούν κάτι μεγαλείτερον και πολυτιμώτερον. Υπάρχει και άλλος κοινός αγών δι' όλους τους καλούς πολίτας και στέφανος όχι από πεύκον ή αγριελιάν ή σέλινα, αλλά περί του πώς δύνανται να ευδαιμονήσουν οι άνθρωποι, δηλαδή πώς να εξασφαλισθή η ελευθερία ενός εκάστου και της κοινής πατρίδος, ο πλούτος, η δόξα και η απόλαυσις των εορτών τας οποίας οι πατέρες μας έχουν καθιερώσει, και η διάσωσις των ανηκόντων εις έκαστον, εν γένει δε τα κάλλιστα αγαθά τα οποία δύναται κανείς να ζητήση παρά των θεών. Όλα αυτά είνε πλεγμένα ομού εις τον στέφανον και τα κερδαίνομεν εις τον αγώνα, εις τον οποίον αυταί αι ασκήσεις και οι κόποι φέρουν.

ΑΝΑΧ. Απορώ πώς, αφ' ού είχες να μου αναφέρης τοιαύτα και τόσον σπουδαία άθλα, μου ωμίλεις περί μήλων και σελίνων, περί κλάδων ελιάς και πεύκου.

ΣΟΛ. Αλλ' ουδ' αυτά θα σου φάνουν μικρά άμα εννοήσης τι θέλω να είπω. Διότι εκ της αυτής σκέψεως προέρχονται και είνε όλα αυτά μικρά μέρη του μεγαλειτέρου εκείνου αγώνος και του ανεκτιμήτου στεφάνου τον οποίον ανέφερα. Αλλά δεν γνωρίζω πώς η ομιλία με παρέσυρε και ωμίλησα πρώτα περί των γινομένων εις τον Ισθμόν, εις την Ολυμπίαν και την Νεμέαν. Δεν είνε όμως δύσκολον, αφ'ού και ασχολίαν δεν έχομεν και συ, ως λέγεις, είσαι πρόθυμος ν' ακούσης, να επανέλθωμεν εις την αρχήν και τον κοινόν αγώνα, διά τον οποίον, ως είπα, γίνονται όλα αυτά.

ΑΝΑΧ. Αυτό είνε το καλλίτερον, Σόλων, και ούτω η συζήτησίς μας θα προχωρήση μεθοδικώτερα και ίσως ταχύτερα θα πεισθώ να μη γελώ αν ίδω κανένα από τους αγωνιστάς σας να υπερηφανεύεται διότι εστεφανώθη με αγριελιάν ή με σέλινον. Αλλ' αν θέλης, ας πάμε εις εκείνο το σκιασμένον μέρος και ας καθήσωμεν εις τα πέτρινα καθίσματα, διά να μη μας ενοχλούν η φωνές εκείνων που παρακολουθούν την πάλην. Έπειτα πρέπει και να ομολογήσω ότι μ' ενοχλεί πολύ και ο ήλιος, όπως μούρχεται φλογερός στο γυμνό κεφάλι• διότι ενόμισα ότι έπρεπε ν' αφήσω το σκιάδι μου στο σπίτι, διά να μη φαίνωμαι μόνος εγώ μεταξύ σας διαφορετικός εις την ενδυμασίαν. Διερχόμεθα την θερμοτέραν εποχήν του έτους, όταν το άστρον, που σεις ονομάζετε κύνα, κατακαίει τα πάντα και ξηραίνει τον αέρα• επειδή δε είνε και μεσημέρι και ο ήλιος βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας, δίδει ανυπόφορη κάψα. Δι' αυτό και θαυμάζω με σένα πώς, ενώ είσαι ηλικιωμένος άνθρωπος, ούτε ιδρόνεις, όπως εγώ, ούτε φαίνεσαι να ενοχλήσαι και δεν ζητείς σκιάν διά να προφυλαχθής, αλλά δέχεσαι τον ήλιον ατάραχος.

ΣΟΛ. Αυτοί οι μάταιοι κόποι, Ανάχαρσι, τα συχνά κυλίσματα εις την λάσπην και αι κακοπάθειαι εις την άμμον και εις τον ανοικτόν αέρα μας δίδουν αυτήν την δύναμιν να μη φοβούμεθα του ηλίου τα βέλη• και δεν έχομεν ανάγκην πίλου, όστις να εμποδίζη τας ακτίνας να φθάνουν μέχρι της κεφαλής. Αλλά πάμε. Δεν εννοώ δε να ακούσης ως νόμους και να πιστεύσης χωρίς αντίρρησιν αυτά που θα σου πω• αλλ' οσάκις νομίσης ότι λέγω τίποτε που δεν είνε σωστό ν' αντιλέγης αμέσως και να με διορθόνης. Διότι τοιουτοτρόπως θα συμβή έν εκ των δύο• ή συ θα πεισθής καλλίτερα αφού εξαντλήσης όλας σου τας αντιρρήσεις ή εγώ θ' αναγνωρίσω ότι αι ιδέαι μου δεν είνε ορθαί. Και διά τούτο όλη η πόλις θα σου γνωρίζη την μεγαλειτέραν χάριν• διότι όσον περισσότερον με διδάξης και με μεταπείσης προς το καλλίτερον, τόσον περισσότερον θα ωφελήσης την πόλιν. Διότι εγώ δεν θα κρύψω τίποτε από τους συμπολίτας μου, αλλ' ευθύς θα το καταστήσω κοινόν. Θ' ανέβω εις την Πνύκα και θα είπω προς όλους• Άνδρες Αθηναίοι, σας έκαμα τους νόμους τους οποίους ενόμιζα ότι θ' αποβούν περισσότερον ωφέλιμοι εις την πόλιν αλλ' ο ξένος αυτός—και θα δείξω εσένα, Ανάχαρσι — είνε μεν Σκύθης, αλλά σοφός, και μ' έκαμε ν' αλλάξω γνώμας και μ' εδίδαξεν άλλα καλλίτερα και θετικώτερα πράγματα• ώστε προτείνω να τον ανακηρύξετε ευεργέτην σας και να του στήσετε χάλκινον ανδριάντα πλησίον των Επωνύμων{41} ή της Αθηνάς εις την πόλιν. Και να είσαι βέβαιος ότι δεν θα εντραπή η πόλις των Αθηναίων να διδαχθή παρά βαρβάρου και ξένου πράγματα ωφέλιμα.

ΑΝΑΧ. Αυτό θα είνε εκείνο που άκουα να λέγουν για σας τους Αθηναίους, ότι ομιλείτε με ειρωνείαν. Διότι πώς είνε δυνατόν εγώ άνθρωπος που ζω νομαδικήν ζωήν και πλανώμαι από μέρους εις μέρος, που επέρασα την ζωήν μου πάνω στ' αμάξι και δεν έχω κατοικίαν και ούτ' εκατοίκησα, ούτε είδα ποτέ μου έως τώρα πόλιν, να ομιλήσω περί του πώς πρέπει να κυβερνηθή καλά μία πόλις και να δώσω μαθήματα εις ανθρώπους αυτόχθονας, που κατοικούν από τόσον καιρόν εις αυτήν την αρχαιοτάτην πόλιν; Πώς είνε δυνατόν να δώσω μαθήματα μάλιστα εις εσένα, Σόλων, που, ως λέγεται, το έχεις κάμει από τη νεότητά σου έργον και σπουδήν πώς πρέπει να κυβερνάται μία πόλις και ποίοι νόμοι δύνανται να συντελέσουν εις την ευτυχίαν της; Λοιπόν δεν μπορώ παρά να σε ακούσω με πεποίθησιν, ως νομοθέτην, και θα κάμω παρατηρήσεις εις ό,τι νομίσω από τα λεγόμενά σου ότι δεν είνε σωστό, μόνον και μόνον διά να εννοήσω καλλίτερα. Και τώρα είμεθα καλά που εφύγαμεν από τον ήλιον και ήλθαμεν εις το σκιασμένον μέρος• έχομεν δε και καθίσματα αναπαυτικά και κατάλληλα αυτές τις κρύες πέτρες. Λέγε μου λοιπόν τώρα από την αρχήν, διατί άμα οι νέοι εξέλθουν από την παιδικήν ηλικίαν, αρχίζετε να τους γυμνάζετε εις τους κόπους και πώς από την λάσπην και τας ασκήσεις αυτάς γίνονται εξαίρετοι πολίται και κατά τι το σκόνισμα και η κουτρουβάλες συντελούν διά να γίνουν ανδρείοι και ενάρετοι. Διότι αυτό ίσα ίσα επιθυμούσα από την αρχήν να μάθω. Τα άλλα θα μου τα πης κατόπιν καθένα με τη σειρά του και στην ώρα του. Αλλά να μη λησμονής Σόλων, ότι μιλάς σ' ένα βάρβαρον• εννοώ δηλαδή να μη μου λες μπλεγμένα και πολλά, διότι φοβούμαι ότι όσο να καταλάβω τα ύστερα θα λησμονώ τα πρώτα.

ΣΟΛ. Συ, Ανάχαρσι, θα κανονίσης καλλίτερα το πράγμα αν, όπου τα λεγόμενα σου φαίνονται δυσκολονόητα ή ότι οι λόγοι τραβούν εις πολύ μάκρος, με διακόπτης και κάνης τας παρατηρήσεις που θέλεις. Εάν όμως τα λεγόμενα δεν είνε έξω του θέματος και δεν απομακρύνωνται από τον σκοπόν μας, δεν πειράζει, μου φαίνεται, και αν είνε μακρά. Ούτω γίνεται και εις την βουλήν του Αρείου Πάγου, η οποία δικάζει εδώ τας ποινικάς υποθέσεις. Όταν οι Αρειοπαγίται ανεβαίνουν εις τον βράχον και συνεδριάζουν διά να δικάσουν κανένα φόνον ή τραύμα εκ προμελέτης ή πυρκαϊάν, δίδουν τον λόγον και εις τους δύο διαδίκους και ομιλούν ο είς μετά τον άλλον, ο μεν κατηγορών, ο δε απολογούμενος ή διορίζουν δικηγόρους διά να ομιλήσουν αντ' αυτών. Εφ' όσον δε περιορίζονται εις το θέμα, οι δικασταί τους ακούουν ήσυχοι και τους αφήνουν να εξακολουθούν• αλλ' αν κανείς εκ των διαδίκων κάμη προοίμιον διά να διαθέση ευνοϊκώς υπέρ αυτού τους δικαστάς ή αν επιχειρήση να κινήση οίκτον ή αγανάκτησιν διά μέσων απατηλών από εκείνα τα οποία πολλά επινοούν οι ρήτορες διά να κερδίσουν την ψήφον των δικαστών, παρευθύς πλησιάζει ο κήρυξ και επιβάλλει σιωπήν. Δεν επιτρέπει να φλυαρούν προς το δικαστήριον και να επισκοτίζουν την αλήθειαν με τους λόγους, αλλά πρέπει οι Αρεοπαγίται να βλέπουν γυμνά τα πράγματα. Ώστε και σένα τώρα, Ανάχαρσι, σε κάνω εγώ Αρεοπαγίτην και κατά τον νόμον του δικαστηρίου μου άκουε και διάτασσε σιωπήν, οσάκις νομίσης ότι καταχρώμαι την ανοχήν σου• αλλ' εφ' όσον ομιλώ εντός του θέματος, ας μου επιτραπή και να μακρύνω την ομιλίαν. Άλλως τε τώρα είμεθα εις πυκνήν σκιάν και η παράτασις της συνδιαλέξεως δεν θα είνε κουραστική, όπως όταν ήμεθα εις τον ήλιον, και εργασίαν δεν έχομεν.

ΑΝΑΧ. Πολύ σωστά αυτά, Σόλων, και από τώρα σου γνωρίζω όχι ολίγην χάριν, διότι εν τω μεταξύ μου έμαθες και τι γίνεται εις τον Άρειον Πάγον. Και αληθινά είνε αξιοθαύμαστα αυτά και άξια καλών και εναρέτων δικαστών, οίτινες εννοούν να δικάζουν σύμφωνα με την αλήθειαν. Και τώρα λοιπόν λέγε, και εγώ ο Αρεοπαγίτης — αφού αυτό το αξίωμα μου έδωκες — θα σε ακροασθώ κατά τον τρόπον του Δικαστηρίου εκείνου.

ΣΟΛ. Εν πρώτοις πρέπει να σου είπω συντόμως τι ιδέας έχομεν περί πόλεως και πολιτών. Πόλιν ημείς δεν νομίζομεν τας οικοδομάς, όπως τα τείχη, τους ναούς και τους ναυστάθμους. Αυτά αποτελούν σώμα σταθερόν και ακίνητον, το οποίον χρησιμεύει εις ασφαλή διαμονήν των πολιτών• εις τούτους δε αποδίδομεν όλην την σημασίαν της πόλεως• διότι αυτοί την πληρούν και την διευθύνουν και εκτελούν παν ό,τι γίνεται και την φυλάττουν• είνε με άλλους λόγους όπως η ψυχή εις το σώμα εκάστου εξ ημών. Με αυτήν την ιδέαν φροντίζομεν, ως βλέπεις, και διά το σώμα της πόλεως και το κατακοσμούμεν, ώστε να φαίνεται όσον το δυνατόν ωραιότερον, εσωτερικώς με οικοδομήματα και απ' έξω με τείχη τα οποία το περιφράσσουν προς μεγαλειτέραν ασφάλειαν. Αλλά κυρίως και απαραιτήτως φροντίζομεν ώστε οι πολίται να γίνωνται ενάρετοι κατά τας ψυχάς και δυνατοί κατά τα σώματα• διότι οι τοιούτοι και εν καιρώ ειρήνης θα είνε καλοί πολίται και θα συντελούν προς το κοινόν συμφέρον και εν καιρώ πολέμου θα δύνανται να σώσουν την πόλιν και να διατηρήσουν την ελευθερίαν αυτής και την ευτυχίαν. Την πρώτην ανατροφήν των αναθέτομεν εις τας μητέρας, εις τροφούς και παιδαγωγούς, διά να τους εισάγουν εις τον δρόμον της αρετής και των ευγενών τρόπων. Όταν δε αρχίσουν να εννοούν τα καλά και τα πρέποντα και αναπτύσσεται εις τας ψυχάς των η εντροπή, ο φόβος και η ευγενής φιλοδοξία, συγχρόνως δε τα σώματά των έγιναν στερεώτερα και δυνατώτερα και φαίνωνται ικανά να υποφέρουν κόπους, τους παραλαμβάνομεν και προσθέτομεν εις την ανατροφήν των άλλα μαθήματα διά τας ψυχάς των και άλλας ασκήσεις διά τα σώματά των, ώστε να συνειθίζουν εις τας κακοπαθείας. Δεν ενομίσαμεν ότι πρέπει ν' αρκεσθώμεν εις ό,τι έκαστος είνε εκ φύσεως είτε κατά το σώμα είτε κατά την ψυχήν, αλλά τους υποβάλλομεν εις μαθήματα και εκπαίδευσιν, ούτως ώστε και όσοι είνε εκ φύσεως καλοί να γίνωνται καλλίτεροι και όσοι δεν είνε καλοί να βελτιούνται. Μιμούμεθα τους γεωργούς, οι οποίοι εφ' όσον μεν τα φυτά είνε μικρά και τρυφερά, τα σκεπάζουν και τα περιφράσσουν διά να μη τα βλάπτουν οι άνεμοι• άμα δε μεστώση το βλάστημα, το κλαδεύουν και το παραδίδουν εις τους ανέμους να το σαλεύουν και το ταράσσουν και ούτω τα κάνουν καρπιμώτερα. Τας ψυχικάς λοιπόν δυνάμεις εξεγείρομεν κατ' αρχάς με την μουσικήν και την αριθμητικήν και διδάσκομεν τους νέους γράμματα να τα γράφουν και να τα απαγγέλλουν μεγαλοφώνως. Όταν δε προοδεύσουν, διδάσκομεν αυτούς γνώμας και πράξεις παλαιών και σοφών ανδρών και διηγήσεις ωφελίμους στιχουργημένας διά να τας απομνημονεύουν ευκολώτερον. Αυτοί δε ακούοντες ανδραγαθήματα και πράξεις ενδόξους, αρχίζουν να τας ζηλεύουν ολίγον κατ' ολίγον και κινούνται προς μίμησιν, διά να εγκωμιάζωνται και θαυμάζωνται και αυτοί υπό των μεταγενεστέρων, όπως ο Ησίοδος και ο Όμηρος έψαλλαν την δόξαν των παλαιών ηρώων. Όταν πλησιάζουν προς την ηλικίαν κατά την οποίαν θ' αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα και θα λάβουν μέρος εις την διαχείρησιν των κοινών —αλλ' αυτά ίσως είνε έξω του θέματος, διότι δεν επρόκειτο να είπωμεν διατί εξασκούμεν τας ψυχάς των, αλλά διατί τους υποβάλλομεν εις τους κόπους των σωματικών ασκήσεων, ώστε μόνος μου επιβάλλω εις τον εαυτόν μου σιωπήν, χωρίς να περιμένω τον κήρυκα, ούτε σε τον Αρεοπαγίτην, ο οποίος από εντροπήν, υποθέτω, με ανέχεσαι να φλυαρώ επί τόσην ώραν έξω του προκειμένου.

ΑΝΑΧ: Ειπέ μου, Σόλων, εις εκείνους οι οποίοι δεν λέγουν εις τον Άρειον Πάγον τα πλέον αναγκαία, αλλά τα αποσιωπούν, δεν επιβάλλει η βουλή κανένα πρόστιμον;

ΣΟΛ. Διατί μ' ερωτάς αυτό; Δεν είνε δυνατόν να το γνωρίζουν οι Αρεοπαγίται.

ΑΝΑΧ. Διότι παραλείπεις τα καλλίτερα και εκείνα τα οποία θα είνε εις εμέ τα πλέον ευχάριστα ν' ακούσω, δηλαδή τα αφορώντα την ψυχήν, και εννοείς να περιορισθής εις τα ολιγώτερον αναγκαία, δηλαδή εις τας ασκήσεις και τα γυμνάσια των σωμάτων.

ΣΟΛ. Αλλ' ενθυμούμαι, φίλε μου, τι είπαμεν εξ αρχής και δεν θέλω να είπω πολλά και περί πολλών, διά να μη σε σκοτίσω και σου φέρω εις σύγχυσιν την μνήμην. Αλλ' όμως θα ομιλήσω και δι' αυτά συντόμως όσον το δυνατόν• διότι διά να γίνη περί αυτών ακριβής λόγος, πρέπει ιδικώς να ομιλήσωμεν περί αυτών. Διά να μορφώνωμεν λοιπόν τους χαρακτήρας και τα ήθη των νέων, τους διδάσκομεν τους κοινούς νόμους, οι οποίοι είνε με μεγάλα γράμματα γραμμένοι και εκτεθειμένοι εις δημόσια μέρη, ώστε να δύνανται όλοι να τους αναγινώσκουν, και ορίζουν ποία πρέπει να πράττωμεν και ποία ν' αποφεύγωμεν και τους παραδίδομεν εις την διδασκαλίαν χρηστών ανθρώπων, από τους οποίους μανθάνουν να λέγουν τα πρέποντα και να πράττουν τα δίκαια και να φέρωνται προς αλλήλους ως ίσοι και να μη επιθυμούν τα κακά, αλλά να επιδιώκουν τα καλά, ν' αποφεύγουν δε εις όλα την βίαν και αυθαιρεσίαν. Τους διδασκάλους δε τούτους ονομάζομεν σοφιστάς και φιλοσόφους. Αλλά και εις το θέατρον οδηγούμεν τους νέους και τους διδάσκομεν δημοσία διά των κωμωδιών και τραγωδιών, εις τας οποίας βλέπουν αρετάς και κακίας παλαιών ανθρώπων, και ούτω συνειθίζουν ώστε τας μεν κακίας ν' αποφεύγουν, προς δε τας αρετάς να ρέπουν. Διά τούτο και επιτρέπομεν εις τους κωμωδούς να εμπαίζουν και να κατηγορούν τους πολίτας, τους οποίους βλέπουν ότι πράττουν αισχρά και ανάξια διά την πόλιν. Τούτο δε και δι' αυτούς είνε καλόν, διότι κατακρινόμενοι γίνονται καλλίτεροι, και διά τους άλλους, διότι τους κάμνει να φοβούνται και να προσέχουν μήπως πάθουν τα όμοια.

ΑΝΑΧ. Τους είδα, Σόλων, αυτούς τους οποίους λέγεις κωμωδούς και τραγωδούς, αν είνε εκείνοι οι οποίοι φορούν βαρειά και υψηλά υποδήματα, έχουν στολισμένον το ένδυμά των με χρυσάς ταινίας και φορούν εις την κεφαλήν περικεφαλαίας γελοιωδεστάτας και πολύ πλατείας, οι οποίοι ομιλούν μεγαλοφώνως και δεν γνωρίζω πώς κατορθώνουν να περιπατούν ασφαλώς με εκείνα τα υποδήματα. Νομίζω δε ότι τότε η πόλις εώρταζε τα Διονύσια. Οι κωμωδοί είνε πλέον κοντοί από εκείνους και βαδίζουν χαμηλώτερα και ανθρωπινότερα και φωνάζουν ολιγώτερον, αλλά φορούν κράνη πολύ κωμικώτερα, διά τούτο δε και όλοι που ήσαν εις το θέατρον, εγελούσαν δι' αυτούς. Εκείνους όμως τους υψηλούς τους ήκουον όλοι σκυθρωποί• τους ελυπούντο, υποθέτω, διότι τους έβλεπαν να σύρουν τοιαύτα βάρη ωσάν κατάδικοι.

ΣΟΛ. Δεν ελυπούντο αυτούς, φίλε μου, αλλά θα παριστάνετο ίσως το έργον κανενός ποιητού ο οποίος διηγείτο προς τους θεατάς καμμίαν αρχαίαν συμφοράν και έλεγε θλιβερά πράγματα, τα οποία επροκάλουν τα δάκρυα των ακροατών. Θα είδες δε και μερικούς οι οποίοι έπαιζαν αυλόν και άλλους οι οποίοι συγχρόνως έψαλλαν σχηματίζοντες κύκλον. Ουδέ αυτά τα άσματα και τα αυλήματα, Ανάχαρσι, είνε άσκοπα και ανωφελή• διότι δι' όλων αυτών και άλλων παρομοίων παροτρύνομεν τας ψυχάς και τας κάμνομεν καλλιτέρας.

Τα δε σώματα, διά να έλθωμεν εις εκείνο το οποίον κυρίως επεθύμεις ν' ακούσης, γυμνάζομεν ως εξής. Όταν πλέον δεν είνε τρυφερά και εντελώς αμέστωτα, όπως είπα, κατά πρώτον τα γυμνώνομεν και τα συνειθίζομεν εις τον αέρα όλων των εποχών του έτους, ούτως ώστε μήτε η ζέστη να τα ενοχλή, μήτε από το ψύχος να καταβάλλωνται, έπειτα δε τα αλείφομεν με έλαιον και τα τρίβομεν δυνατά, διά να γίνωνται ευτονώτερα• διότι θα ήτο παράλογον να νομίζωμεν ότι τα δέρματα, όταν αλειφθούν με έλαιον και τριφθούν, σχίζονται δυσκολώτερα και γίνονται διαρκέστερα, μολονότι ήδη είναι νεκρά, το δε σώμα, το οποίον είναι ακόμη ζωντανόν, δεν γίνεται καλλίτερον υπό του ελαίου. Επενοήσαμεν δε διάφορα γυμνάσια και διωρίσαμεν διδασκάλους εκάστου εξ αυτών και άλλους μεν διδάσκομεν ν' αγωνίζωνται εις την πυγμαχίαν, άλλους δε εις το παγκράτιον, ώστε να συνειθίζουν και τους κόπους να υποφέρουν και να μη φοβούνται τα κτυπήματα, ούτε να υποχωρούν διά τον φόβον των πληγών. Εκ τούτου έχομεν δύο αποτελέσματα ωφελιμώτατα• οι νέοι γίνονται εις τους κινδύνους ορμητικοί και άφοβοι και συγχρόνως εύρωστοι και δυνατοί. Εκείνοι δε που βλέπεις να παλαίουν σκυμμένοι, μανθάνουν και να πίπτουν με ασφάλειαν και να σηκώνωνται ευκόλως και ν' αντέχουν εις ωθισμούς και περισφίγξεις και λυγισμούς και πιέσεις του λαιμού και να δύνανται να υψώνουν και να κρατούν υψηλά τον αντίπαλον. Δεν είνε δε και αυτά περιττά, αλλά δίδουν έν μέγα και κυριώτατον πλεονέκτημα• τα σώματά των αποκτούν αντοχήν και δύναμιν αλλ' έχουν και άλλην ωφέλειαν όχι μικράν• αποκτούν πείραν ήτις θα χρησιμεύση εις αυτούς εις τον πόλεμον διότι είναι φανερόν ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπον γυμνασμένος, εάν συμπλακή προς εχθρόν, ευκολώτερα θα τον καταρρίψη με υποσκελισμόν, και, αν πέση, θα δυνηθή ευκολώτατα να ανασηκωθή. Διότι όλα αυτά, Ανάχαρσι, εις εκείνον τον σκοπόν αποβλέπουν, τον πόλεμον, και νομίζομεν ότι οι ασκηθέντες κατ' αυτόν τον τρόπον θα γίνουν πολύ καλλίτεροι διά τον πόλεμον όταν προηγουμένως καταμαλάξωμεν γυμνά τα σώματά των και τα εξασκήσωμεν, γίνονται ρωμαλεώτερα και δυνατώτερα, δι' αυτούς μεν ελαφρά και νευρώδη, διά δε τους αντιπάλους βαρεία και δυσκίνητα. Εύκολον να εννοήσης, υποθέτω, τι θα είνε με τας πανοπλίας αυτοί οι οποίοι και γυμνοί δύνανται να προξενήσουν φόβον εις τους εχθρούς και οι οποίοι δεν επιδεικνύουν πολυσαρκίαν πλαδαράν και λευκήν ή ισχνότητα ωχράν, όπως είνε των γυναικών τα σώματα, τα οποία μαραίνονται εις την σκιάν και τρέμουν και περιλούονται αμέσως υπό ιδρώτος και ασθμαίνουν υπό την περικεφαλαίαν, μάλιστα εάν ο ήλιος καίη όπως τώρα. Εις τι δύνανται να χρησιμεύσουν αν διψούν και δεν δύνανται να υποφέρουν τον κονιορτόν και ταράσσωνται αν ίδουν αίμα και αποθνήσκουν πριν να φθάσουν εντός βολής και συμπλακούν με τους εχθρούς; Αυτοί δε οι δικοί μας είνε κόκκινοι και χρωματισμένοι υπό του ηλίου και αρρενωποί, με το ήθος θαρραλέον και θερμόν και ανδρικόν. Και έχουν τόσην ευεξίαν, ώστε ούτε ζαρωμένοι, ούτε οστεώδεις είνε, ούτε υπερβολικάς σάρκας έχουν, αλλ' είνε σύμμετροι, διότι, το περιττόν και άχρηστον μέρος των σαρκών αποβάλλουν με τους ιδρώτας• εκείνο δε το οποίον δίδει δύναμιν και τόνον διαφυλάττουν καθαρόν από κάθε νοσηρόν στοιχείον• ό,τι γίνεται κατά το λίκμισμα του σίτου, τούτο γίνεται και εις τα σώματα με τας ασκήσεις• τα άχυρα και η σκόνη απορρίπτονται, ο δε καρπός χωρίζεται και συσσωρεύεται καθαρός.

Ούτω και η υγεία διατηρείται και η αντοχή εις τους κόπους είνε μακρά• ο κατ' αυτόν τον τρόπον γυμνασμένος αργότερα από κάθε άλλον θα ιδρώση και σπανιώτερα θα ασθενήση. Και διά να επανέλθω εις το παράδειγμα του λικμίσματος, αν κανείς βάλη φωτιά εις τον σίτον και εις το άχυρον αυτού, νομίζω ότι πολύ ταχύτερα θ' ανάψη το άχυρον, ο δε σίτος δεν θ' αναφλεχθή διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον• δεν θ' αναδώση μεγάλην φλόγα, αλλ' αφού επί τινα ώραν καπνίση, θα καή επιτέλους και αυτός. Ούτε νόσημα λοιπόν, ούτε κόπος δύναται να καταβάλη εύκολα τοιούτον σώμα, διότι και τα εσωτερικά είνε καλά παρασκευασμένα προς αντοχήν και τα εξωτερικά είνε πολύ καλά και δυνατά φραγμένα ώστε μήτε να δύναται να εισέλθη μήτε να δύναται να μείνη είτε ζέστη, είτε ψύχος, τα οποία να βλάψουν το σώμα. Όταν δε εκ των κόπων επέρχεται εξάντλησις, η εσωτερική ζωτικότης, η οποία προ πολλού έχει παρασκευασθή και αποταμιεύεται διά παρουσιασθησομένην ανάγκην, έρχεται και διαχύνεται εις τα μέλη και δίδει εις αυτά νέαν ακμήν και καθιστά τους άνδρας περισσότερον ακαταπονήτους• διότι η μεγάλη προπόνησις και η άσκησις εις τους κόπους δεν καταναλίσκει την δύναμιν, αλλά την αυξάνει• όσον δε αναρριπίζεται, τόσον περισσοτέρα γίνεται.