Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

Part 4

Chapter 4 10 words Public domain Markdown

ΠΑΡ. Αυτοί πάλιν, Τυχιάδη, οι οποίοι καθημερινώς ομιλούν περί ανδρείας και κατατρίβουν εις το στόμα των το όνομα της αρετής, θ' αποδείξω ότι είνε και από τους ρήτορας πολύ δειλότεροι και μαλθακώτεροι. Και εν πρώτοις δεν δύναται κανείς να αναφέρη φιλόσοφον όστις εφονεύθη εις τον πόλεμον διότι είτε δεν έλαβον καθόλου μέρος εις εκστρατείαν, ή αν έλαβον, όλοι ελιποτάκτησαν. Ο Αντισθένης, ο Διογένης, ο Κράτης, ο Ζήνων, ο Πλάτων, ο Αισχίνης, ο Αριστοτέλης και όλον το πλήθος των φιλοσόφων τούτων ούτε είδον παράταξιν μάχης• ο μόνος δε όστις ετόλμησε να λάβη μέρος εις την μάχην του Δηλίου, ο σοφώτερος μεταξύ αυτών Σωκράτης, ετράπη εις φυγήν και διά της Πάρνηθος ήλθε και κατέφυγεν εις την παλαίστραν του Ταυρέου• διότι του εφαίνετο πολύ περισσότερον ευχάριστον να κάθηται μετά των παιδαρίων να φλυαρή και προβάλη σοφιστικάς ερωτήσεις εις τους συναντωμένους παρά να συμπλακή με Σπαρτιάτην.

ΤΥΧ. Αυτά, φίλε μου, τα ήκουσα και από άλλους, οίτινες μάλιστα δεν τα έλεγαν με σκοπόν να τους κατηγορήσουν και τους εμπαίξουν• ώστε δεν δύναμαι να υποπτεύσω ότι τους συκοφαντείς διά να υποστηρίξης την τέχνην σου. Αλλά τώρα, αν θέλης, έλα να μου παραστήσης και πώς είνε ο παράσιτος εις τον πόλεμον και εν γένει αν μεταξύ των αρχαίων οίτινες διεκρίθησαν εις τον πόλεμον αναφέρεται κανείς παράσιτος.

ΠΑΡ. Πρέπει να μη έχη κανείς, φίλε μου, καθόλου αναγνώσει τον Όμηρον και να είνε εντελώς αμαθής, διά να μη γνωρίζη ότι οι άριστοι των ηρώων τους οποίους αναφέρει ήσαν παράσιτοι. Και ο Νέστωρ εκείνος, από την γλώσσαν του οποίου ο λόγος έτρεχεν ως μέλι, ήτο παράσιτος αυτού του Αγαμέμνονος, και ούτε τον Αχιλλέα, όστις όχι μόνον εφαίνετο, αλλά και ήτο ανδρειότατος και εναρετώτατος, ούτε τον Διομήδην, ούτε τον Αίαντα ο βασιλεύς ηγάπα και εθαύμαζεν όσον τον Νέστορα• διότι ούτε δέκα Αίαντας, ούτε δέκα Αχιλλείς ηύχετο να είχε, ενώ έλεγεν ότι προ πολλού θα είχε κυριεύσει την Τροίαν εάν είχε δέκα στρατιώτας, όπως τον παράσιτον εκείνον, καίτοι γέροντα. Και τον Ιδομενέα τον έγγονον του Διός είχεν ομοίως παράσιτον ο Αγαμέμνων, κατά τον Όμηρον.

ΤΥΧ. Αυτά τα γνωρίζω και εγώ, αλλά δεν εννοώ πώς οι άνδρες εκείνοι ήσαν παράσιτοι του Αγαμέμνονος.

ΠΑΡ. Να ενθυμηθής τους στίχους τους οποίους ο Αγαμέμνων λέγει προς τον Ιδομενέα.

ΤΥΧ. Ποίους;

ΠΑΡ. σον δε πλείον δέπας αιεί έστηχ' ώσπερ εμοί πιέειν ότε θυμός ανώγοι. {31}

Εδώ το «αιεί πλείον δέπας» δεν σημαίνει ότι το ποτήρι ήτο πάντα πλήρες διά τον Ιδομενέα, είτε μαχόμενον είτε κοιμώμενον, αλλ' ότι μόνος αυτός είχε το προνόμιον να συνδειπνή καθ' όλην του την ζωήν μετά του βασιλέως και όχι όπως οι άλλοι του στρατιώται οίτινες μόνον είς τινας ευκαιρίας εκαλούντο. Τον Αίαντα λόγου χάριν, όταν ανδρείως εμονομάχησε μετά του Έκτορος, «εις Αγαμέμνονα δίον άγον»,{32} ως λέγει ο Όμηρος, διά να λάβη την τιμήν να παρακαθήση εις το δείπνον του βασιλέως. Ο δε Ιδομενεύς και ο Νέστωρ καθ' εκάστην συνεδείπνουν μετά του βασιλέως, όπως είπα. Και μου φαίνεται ότι ο Νέστωρ υπήρξε πολύ επιτήδειος και ευφυής παράσιτος των βασιλέων διότι δεν ήρχισε την τέχνην από του Αγαμέμνονος, αλλά πολύ πρότερον από του Καινέως και του Εξαδίου• φαίνεται δε ότι δεν έπαυσε να παρασιτή έως ότου ο Αγαμέμνων απέθανε.

ΤΥΧ. Αυτός ομολογουμένως είνε ένδοξος παράσιτος• αλλ' αν γνωρίζης και άλλους, σε παρακαλώ να τους αναφέρης.

ΠΑΡ. Μήπως, Τυχιάδη, και ο Πάτροκλος δεν ήτο παράσιτος του Αχιλλέως, μολονότι ουδενός των άλλων Ελλήνων ήτο κατώτερος και κατά το σωματικόν κάλλος και κατά τας αρετάς; Εγώ μάλιστα, συμπεραίνων από τα έργα του, ουδ' αυτού του Αχιλλέως τον νομίζω κατώτερον• διότι και τον Έκτορα, όταν ούτος διέρρηξε τας πύλας του Ελληνικού στρατοπέδου και έφθασε μαχόμενος μέχρι των πλοίων, εξεδίωξε και έσβυσε το πλοίον του Πρωτεσιλάου το οποίον είχε πυρποληθή, καίτοι ευρίσκοντο επ' αυτού άνδρες οίτινες δεν ήσαν οι χειρότεροι των Ελλήνων, ο Τελαμόνιος Αίας και ο Τεύκρος, ο μεν λαμπρός οπλίτης, ο δε άλλος τοξότης. Εφόνευσε δε ο παράσιτος του Αχιλλέως πολλούς εκ των βαρβάρων και μεταξύ αυτών τον υιόν του Διός Σαρπηδόνα. Αλλά και απέθανε κατά τρόπον εξαιρετικόν• διότι τον μεν Έκτορα εφόνευσεν ο Αχιλλεύς, είς ένα, και τον Αχιλλέα ο Πάρις, τον δε παράσιτον εφόνευσεν ένας θεός και δύο άνθρωποι {33}. Και κατά τας τελευταίας του στιγμάς δεν εξέπεμψε κραυγάς, όπως ο γενναιότατος Έκτωρ, ο οποίος επρόσπεσεν εις τον Αχιλλέα και τον ικέτευε ν' αποδώση τον νεκρόν του εις τους οικείους του, αλλ' ωμίλησεν ως εμπρέπει εις ένα παράσιτον. Τι δε είπε;

τοιαύτα δ' είπερ μοι εείκοσιν αντεβόλησαν, πάντες κ' αυτόθ' όλοντο εμώ υπό δουρί δαμέντες {34}

ΤΥΧ. Αρκετά αυτά. Αλλά θέλω να μου εξηγήσης πώς ο Πάτροκλος δεν ήτο φίλος, αλλά παράσιτος του Αχιλλέως.

ΠΑΡ. Θα σου παρουσιάσω τον ίδιον τον Πάτροκλον λέγοντα ότι ήτο παράσιτος.

ΤΥΧ. Αυτό δεν ηδυνάμην να το φαντασθώ.

ΠΑΡ. Άκουσε λοιπόν τους στίχους τους οποίους βάζει εις το στόμα του ο Όμηρος•

μη εμά σων απάνευεσθε τεθήμεναι οστέ' Αχιλλεύ, αλλ' ομού, ως ετράφημεν εν υμετέροισι δόμοισι {35}.

Και μετ' ολίγον πάλιν λέγει ο ίδιος• και «με δεξάμενος ο Πηλεύς»,

έτρεφεν ενδυκέως και σον θεράποντ' ονόμηνε. {36}

Δηλαδή τον είχε παράσιτον• διότι εάν ήθελε να λέγη φίλον τον Πάτροκλον, δεν θα τον ωνόμαζε θεράποντα, αφού ο Πάτροκλος ήτο ελεύθερος και όχι δούλος. Ποίους λοιπόν λέγει θεράποντας αν όχι τους μήτε δούλους, μήτε φίλους; Αναμφιβόλως τους παρασίτους. Ούτω και τον Μηριόνην ονομάζει θεράποντα του Ιδομενέως. Πρέπει δε να παρατηρήσης ότι και ενταύθα τον μεν Ιδομενέα, αν και υιόν του Διός, ο Όμηρος δεν ονομάζει «ατάλαντον Άρηϊ», δηλαδή ίσον προς τον Άρην, εν ώ το επίθετον τούτο δίδει εις τον Μηριόνην τον παράσιτόν του. Αλλά μήπως και ο Αριστογείτων, ο οποίος ήτο μικράς τάξεως και πτωχός, ως ο Θουκυδίδης λέγει, δεν ήτο παράσιτος του Αρμοδίου και συγχρόνως εραστής; Διότι επόμενον είνε οι παράσιτοι να είνε και ερασταί εκείνων οι οποίοι τους τρέφουν. Αυτός πάλιν ο παράσιτος έσωσε την πόλιν των Αθηναίων από την τυραννίαν και της απέδωκε την ελευθερίαν, και τώρα εις την αγοράν υπάρχει χαλκούς ανδριάς του ομού με το άγαλμα του φίλου του. Αυτοί λοιπόν και οι δύο, καίτοι υπήρξαν τοιούτοι, ήσαν παράσιτοι. Συ δε πώς φαντάζεσαι ότι φέρεται εις τον πόλεμον ο παράσιτος; Εν πρώτοις δεν εννοεί να μεταβή εις την μάχην αν προηγουμένως δεν προγευματίση, το οποίον είνε και του Οδυσσέως η γνώμη. Ούτος τωόντι λέγει, ότι οι μέλλοντες να πολεμήσουν πρέπει να γευματίζουν προηγουμένως και αν ακόμη η μάχη αρχίση από της αυγής. Ενώ δε οι άλλοι στρατιώται εκ δειλίας χρονοτριβούν ο ένας να προσαρμόζη εις την κεφαλήν του την περικεφαλαίαν, ο δε άλλος να φορή θώρακα και άλλος φανταζόμενος τους κινδύνους του πολέμου τρέμει, ο παράσιτος γευματίζει με φαιδρόν πρόσωπον, και όταν αρχίση η μάχη, μάχεται μεταξύ των πρώτων• εκείνος δε ο οποίος τον τρέφει τον ακολουθεί, και αυτός, όπως ο Αίας τον Τεύκρον, τον καλύπτει διά της ασπίδος και γυμνόνων τον εαυτόν του προστατεύει αυτόν από τα βέλη• διότι περισσότερον ενδιαφέρεται να σώση εκείνον παρά τον εαυτόν του. Εάν δε συμπέση να πέση εις την μάχην παράσιτος, βεβαίως δεν θα εντραπή δι' αυτόν ο λοχαγός ή οι συστρατιώται του, διότι θα είνε μεγαλόσωμος νεκρός και θα φαίνεται ως να έχη γύρει εις καλόν συμπόσιον. Φαντάσου τώρα και πλησίον του τον νεκρόν ενός φιλοσόφου, ισχνόν, ρυπαρόν, με μακρά γένεια, αδύνατον άνθρωπον, ο οποίος και προ της μάχης ήτο νεκρός. Τις δεν θα περιφρονήση πόλιν έχουσαν τόσον ελεεινούς υπερασπιστάς; Και ποίος δεν θα υποθέση όταν θα βλέπη τοιούτους ανθρωπάκους ωχρούς και μαλλιαρούς πεσμένους εις το πεδίον της μάχης, ότι η πόλις των μη έχουσα συμμάχους απέλυσε τους φυλακισμένους κακούργους διά να τους μεταχειρισθή εις τον πόλεμον; Τοιούτοι είνε οι παράσιτοι εις τον πόλεμον, συγκρινόμενοι προς τους ρήτορας και τους φιλοσόφους. Εν καιρώ δε ειρήνης φαίνεται ότι τόσον διαφέρει η παρασιτική της φιλοσοφίας όσον αυτή η ειρήνη διαφέρει από τον πόλεμον. Και πρώτον αν θέλης ας επισκοπήσωμεν τα διάφορα κέντρα της ειρήνης.

ΤΥΧ. Δεν καταλαμβάνω τι εννοείς με τούτο, αλλ' ας εξετάσωμεν όμως.

ΠΑΡ. Λοιπόν εγώ ονομάζω κέντρα ειρήνης την αγοράν, τα δικαστήρια, τας παλαίστρας και τα γυμναστήρια, τα κυνήγια και τα συμπόσια.

ΤΥΧ. Πολύ καλά.

ΠΑΡ. Ο παράσιτος λοιπόν δεν συχνάζει εις την αγοράν και εις τα δικαστήρια, διότι τα μέρη ταύτα αρμόζουν μάλλον εις τους συκοφάντας και διότι τα συμβαίνοντα εις αυτά τα μέρη δεν ταιριάζουν προς την μετριοπάθειαν και την αξιοπρέπειάν του• επιδιώκει όμως τας παλαίστρας και τα γυμναστήρια και τα συμπόσια, και είνε το κόσμημά των μόνος αυτός. Διότι ποίος φιλόσοφος ή ρήτωρ εμφανιζόμενος γυμνός εις παλαίστραν δύναται να συγκριθή κατά το σώμα προς τον παράσιτον ή ποίος εξ εκείνων παρουσιαζόμενος εις γυμναστήριον δεν είνε μάλλον καταισχύνη του μέρους; Αλλά και εις έρημον μέρος ουδείς φιλόσοφος ή ρήτωρ δύναται ν' αντικρύση άφοβος θηρίον το οποίον έρχεται κατ' επάνω του, ενώ ο παράσιτος τα περιμένει άφοβος και ατάραχος τα δέχεται, διότι εις τα γεύματα έχει συνειθίσει να μη τα φοβήται• και ούτε έλαφος ούτε αγριόχοιρος εξηγριωμένος τον τρομάζει• αλλά και αν ο αγριόχοιρος του επιτεθή με τα δόντια του και αυτός με τα δόντια αντεπιτίθεται. Τους λαγούς δε καταδιώκει καλίτερα και από λαγωνικόν. Αλλ' εις συμπόσιον ποιος δύναται να ανταγωνισθή προς παράσιτον είτε χαριεντιζόμενον είτε τρώγοντα; Και ποίος περισσότερον αυτού διασκεδάζει τους συμπότας; Αυτός ο οποίος άλλοτε μεν τραγουδεί, άλλοτε δε αστειεύεται ή άνθρωπος ο οποίος δεν γελά, αλλ' είνε τυλιγμένος εις τον μανδύαν του και βλέπει προς τα κάτω, ως να παρίσταται εις πένθος και όχι εις συμπόσιον; Εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται ότι εις το συμπόσιον ο φιλόσοφος είνε όπως σκύλος εις λουτρόν.

Αλλ' ας αφήσωμεν αυτά και ας έλθωμεν εις τον ιδιαίτερον βίον του παρασίτου και εξετάζοντες τα καθέκαστα ας τα συγκρίνωμεν προς τον βίον του φιλοσόφου. Και εν πρώτοις θα ίδωμεν τον παράσιτον να περιφρονή πάντοτε την δόξαν και ν' αδιαφορή τελείως διά την ιδέαν την οποίαν έχουν περί αυτού οι άνθρωποι. Οι ρήτορες όμως και οι φιλόσοφοι, όχι μερικοί αλλά όλοι, κατατρώγονται υπό αλαζονίας και της δοξομανίας και δεν βασανίζονται μόνον διά την δόξαν αλλά και διά κάτι το οποίον είνε ακόμη αισχρότερον, τα χρήματα. Ο παράσιτος αδιαφορεί διά τα χρήματα περισσότερον αφ' όσον οι άλλοι διά τα χαλίκια της ακρογιαλιάς, και ο χρυσός δεν έχει δι' αυτόν μεγαλειτέραν αξίαν από τα κάρβουνα. Οι ρήτορες όμως και, το χειρότερον, όσοι λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι, τόσον εξευτελίζονται χάριν του χρυσού, ώστε εκ των σήμερον περιφημοτέρων φιλοσόφων —περί των ρητόρων ούτε λόγος να γίνεται— είς μεν, εκτελών χρέη δικαστού εδωροδοκήθη διά να παρανομήση, άλλος δε, χωρίς να αισχύνεται, λαμβάνει μισθόν διδασκαλίας παρά του αυτοκράτορος, και μολονότι είνε γέρων, ταξειδεύει προς αργυρολογίαν και υπηρετεί ως μισθοφόρος δούλος, Ινδός ή Σκύθης, και ουδέ διά το όνομα το οποίον ούτω λαμβάνει εντρέπεται. Εκτός δε τούτου θα τους ίδης κατεχομένους και από άλλα πάθη, από λύπας και θυμούς και φθόνους και παντοειδείς επιθυμίας. Ο παράσιτος όμως είνε απηλλαγμένος όλων τούτων• είνε τόσον ανεξίκακος ώστε δεν οργίζεται, δεν έχει δε και λόγους διά να οργίζεται• και αν τύχη ποτέ ν' αγανακτήση, δεν κάνει τίποτε κακόν και δυσάρεστον, αλλά μάλλον γέλωτα και ευχαρίστησιν προξενεί η οργή του εις εκείνους με τους οποίους ευρίσκεται. Λυπείται δε και ολιγώτερον από κάθε άλλον, και τούτο το οφείλει εις την τέχνην του, η οποία συντελεί ώστε να μη έχη κανένα λόγον διά να λυπηθή• διότι ούτε χρήματα έχει, ούτε σπήτι, ούτε υπηρέτην, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ώστε αν πάθουν τίποτε κακόν κατ' ανάγκην να λυπηθή. Ούτε δόξαν δε επιθυμεί ούτε χρήματα, αλλ' ούτε τίποτε από τα ωραία.

ΤΥΧ. Αλλά, Σίμων, υποθέτω ότι θα λυπήται όταν του λείπη τροφή.

ΠΑΡ. Δεν σκέπτεσαι, Τυχιάδη, ότι δεν δύναται να είνε και να λέγεται παράσιτος εκείνος ο οποίος δεν έχει να φάγη; Ομοίως δεν είνε ανδρείος ο μη έχων ανδρείαν, ουδέ ο φρόνιμος είνε τοιούτος δι' έλλειψιν φρενών. Εδώ δε ομιλούμεν περί παρασίτου όστις είνε και όχι περί παρασίτου όστις δεν είνε. Εάν δε ο ανδρείος δεν δύναται να είνε τοιούτος παρά μόνον διά της ανδρείας και ο φρόνιμος διά της φρονήσεως, και ο παράσιτος μόνον διότι παρασιτεί είνε παράσιτος• και εάν δεν παρασιτή, πρόκειται περί άλλου και ουχί περί παρασίτου.

ΤΥΧ. Ώστε ουδέποτε έχει έλλειψιν τροφής ο παράσιτος;

ΠΑΡ. Εννοείται• ώστε ούτε διά τούτο, ούτε δι' άλλο τι του δίδεται αφορμή να λυπήται.

Αλλά και όλοι, φιλόσοφοι και ρήτορες, κατέχονται υπό φόβων• τουλάχιστον οι περισσότεροι εξ αυτών βαδίζουν κρατούντες ράβδον, και βεβαίως, εάν δεν εφοβούντο, δεν θα ήσαν ούτω ωπλισμένοι• και τας θύρας των δε μανδαλώνουν δυνατά φοβούμενοι μήπως εισέλθη κανείς την νύκτα και τους κακοποιήση. Ο δε παράσιτος απλώς κλείει την θύραν του δωματίου του, μόνον και μόνον διά να μη ανοιχθή υπό του ανέμου• και αν την νύκτα ακούση θόρυβον, μένει ατάραχος ως να μη ήκουσε τίποτε. Και όταν οδοιπορή εις έρημον μέρος, πηγαίνει άοπλος διότι πουθενά δεν φοβείται τίποτε. Φιλοσόφους δε έχω ίδη πολλάκις εγώ να είνε ωπλισμένοι με τόξα και χωρίς να υπάρχη κανείς κίνδυνος• και ράβδους κρατούν και όταν ακόμη πηγαίνουν εις το λουτρόν ή διά να προγευματίσουν. Ο παράσιτος δεν δύναται να κατηγορηθή διά μοιχείαν, διά βίαν ή αρπαγήν ή άλλο οτιδήποτε αδίκημα. Ο τοιούτος δεν θα ήτο παράσιτος, αλλ' εγκληματίας και κατά των άλλων και κατά του εαυτού του• διότι εάν μοιχεύση, θα παύση να ονομάζεται παράσιτος και θα λάβη το όνομα του αδικήματος. Καθώς δε ο κακός δεν ονομάζεται αγαθός, αλλά φαύλος, νομίζω ότι και ο παράσιτος, εάν αδικήση, αποβάλλει την υπόστασίν του και αναλαμβάνει την υπόστασίν του αδικήματος το οποίον έπραξε. Αδικήματα δε τοιαύτα ρητόρων και φιλοσόφων πάμπολλα όχι μόνον γνωρίζομεν ως συμβάντα επί των ημερών μας, αλλά και εις τα βιβλία ευρίσκομεν πολλά απομνημονευθέντα. Υπάρχει απολογία του Σωκράτους, του Αισχίνου, του Υπερίδου και του Δημοσθένους και σχεδόν των περισσοτέρων ρητόρων και σοφών, αλλά παρασίτου απολογίαν δεν έχει κανείς ν' αναφέρη, ούτε δίκην εναντίον παρασίτου. Αλλά μόνον ο βίος του παρασίτου είνε καλλίτερος από τον βίον τώς ρητόρων και των φιλοσόφων, μήπως δε ο θάνατός του είνε χειρότερος; Εξ εναντίας είνε πολύ ευδαιμονέστερος• γνωρίζομεν ότι πάντες ή οι πλείστοι εκ των φιλοσόφων απέθαναν κατά τον χειρότερον τρόπον, άλλοι μεν καταδικασθέντες διά τας μεγαλειτέρας κατηγορίας να πίουν δηλητήριον, άλλοι δε κατακαέντες και αποτεφρωθέντες, άλλοι υπό δυσουρίας βασανισθέντες, και άλλοι εξορισθέντες• παρασίτου δε θάνατον ουδείς έχει να αναφέρη τοιούτον, αλλά πάντες αποθνήσκουν ευχαριστημένοι, αφού έζησαν τρώγοντες και πίνοντες. Εάν δε και κανείς, φαίνεται ότι δεν απέθανε με φυσικόν θάνατον, ούτος θ' απέθανεν εκ δυσπεψίας.

ΤΥΧ. Αρκετά καλά υπερήσπισες τους παρασίτους εναντίον των φιλοσόφων. Υπολείπεται τώρα να αποδείξης εάν τούτο είνε καλόν και ωφέλιμον δι' εκείνον όστις τρέφει τον παράσιτον• διότι εις εμέ φαίνεται ότι οι πλούσιοι τους τρέφουν κατά χάριν και διά να τους ευεργετήσουν και το τοιούτον αποτελεί εξευτεσμόν διά τον τρεφόμενον.

ΠΑΡ. Πολύ ανόητος είσαι, Τυχιάδη, αν δεν γνωρίζης ότι ο πλούσιος άνθρωπος και τους θησαυρούς του Γύγου αν έχη, όταν τρώγη μόνος είνε πτωχός, και όταν περιπατή χωρίς να συντροφεύεται υπό παρασίτου πτωχός φαίνεται. Και καθώς ο στρατιώτης χωρίς όπλα δεν έχει επιβολήν και το χωρίς πορφύραν ένδυμα φαίνεται ευτελέστερον και ο άνευ φαλάρων ίππος ταπεινότερος, και ο πλούσιος ο οποίος δεν έχει παράσιτον φαίνεται ταπεινός και ευτελής. Τω όντι δε διά μεν τον πλούσιον ο παράσιτος είνε στόλισμα, ενώ διά τον παράσιτον ο πλούσιος δεν είνε ποτέ κόσμημα. Αλλ' ούτε καταισχύνη είνε δι' αυτόν, όπως λέγεις, το να τρέφεται παρ' εκείνου• τάχα ούτω παρίσταται εκείνος καλλίτερος και ο άλλος υποδεέστερος• διά τον πλούσιον είνε ωφέλιμον να τρέφη τον παράσιτον, διότι εκτός του ότι ο παράσιτος είνε δι' αυτόν στολισμός, και εκ της συνοδείας του έχει πολλήν ασφάλειαν• ούτε να επιτεθή κανείς κατά, του πλουσίου αποτολμά ευκόλως, όταν βλέπη παριστάμενον τούτον, αλλ' ούτε να δηλητηριασθή κανείς είνε εύκολον όταν έχη παράσιτον. Διότι ποίος θα ετόλμα να επιβουλευθή την ζωήν του πλουσίου όταν γνωρίζη ότι προ αυτού τρώγει και πίνει ο παράσιτος; Ώστε ο πλούσιος όχι μόνον τιμάται υπό του παρασίτου, αλλά και σώζεται από τους μεγαλειτέρους κινδύνους. Ούτω δε ο παράσιτος από αφοσίωσιν αψηφεί πάντα κίνδυνον και δεν συγκαταβαίνει όχι μόνον να τρώγη μετά του πλουσίου, αλλά και εκτίθεται εις τον κίνδυνον ν' αποθάνη διά να συντρώγη μετ' αυτού.

ΤΥΧ. Μου φαίνεται, Σίμων, ότι ανέπτυξες όλα τα προτερήματα της τέχνης σου χωρίς να παραλείψης τίποτε, και αντί, όπως είπες, να είσαι αμελέτητος, φαίνεσαι τουναντίον ως να έχης μεγάλως εξασκηθή εις αυτήν την συνηγορίαν. Τώρα δε θέλω να μάθω εάν το όνομα της παρασιτικής δεν είνε εξ εκείνων τα οποία δεν περιποιούν τιμήν.

ΠΑΡ. Θα σου απαντήσω και θα κρίνης• αλλά προς τούτο θα σου απευθύνω ερωτήσεις εις τας οποίας θέλω να μου απαντήσης. Ειπέ μου λοιπόν τι ενόουν οι παλαιοί διά της λέξεως σίτος;

ΤΥΧ. Την τροφήν.

ΠΑΡ. Το δε σιτούμαι τι σημαίνει παρά τρώγω;

ΤΥΧ. Μάλιστα.

ΠΑΡ. Λοιπόν ομολογείς ότι το παρασιτείν δεν είνε διάφορον από το σιτείσθαι;

ΤΥΧ. Με μόνην την διαφοράν, Σίμων, ότι το παρασιτείν θεωρείται αισχρόν.

ΠΑΡ. Τώρα να μου απαντήσης ποίον σου φαίνεται προτιμότερον και ποίον εκ των δύο θα επροτίμας, να ταξειδεύης ή να συνταξειδεύης;{37}

ΤΥΧ. Βέβαια να συνταξειδεύω.

ΠΑΡ. Να τρέχης μόνος ή να τρέχης με άλλον;

ΤΥΧ. Να τρέχω με άλλον.

ΠΑΡ. Να ιππεύης μόνος ή να ιππεύης με άλλον;

ΤΥΧ. Να ιππεύω με άλλον.

ΠΑΡ. Ν' ακοντίζης μόνος ή ν' ακοντίζης με άλλον;

ΤΥΧ. Ν' ακοντίζω με άλλον.

ΠΑΡ. Λοιπόν ομοίως δεν θα επροτίμας και αντί να τρώγης μόνος να τρώγης με άλλον;

ΤΥΧ. Αναγκάζομαι να συμφωνήσω μαζί σου. Και του λοιπού θα έρχωμαι, όπως τα παιδιά, κάθε πρωί και κάθε βράδυ να με διδάσκης την τέχνην σου. Και είνε δίκαιον να μου την διδάξης τελείως, αφού είμαι ο πρώτος σου μαθητής. Λέγουν δε ότι και αι μητέρες αγαπούν περισσότερον τα πρώτα των τέκνα.

ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ

Ή περί ασκήσεων.

ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ. Και δεν μου λέγεις, σε παρακαλώ, Σόλων, διατί τα κάνουν αυτά οι νέοι εδώ; Άλλοι συμπλέκονται και τρικλοποδίζονται, άλλοι συσφίγγονται, ώστε να φοβήται κανείς ότι θα πνίξουν ο ένας τον άλλον, και λυγίζονται, και εις την λάσπην χώνονται και συγκυλίονται σαν γουρούνια. Εν τοσούτω εις την αρχήν όταν εγδύθηκαν — διότι τους έβλεπα — αλείφθησαν με λάδι και έτριψαν ο ένας τον άλλον φιλικώτατα• έπειτα δεν γνωρίζω τι έπαθαν και ώρμησαν με την κεφαλήν χαμηλωμένην και ήρχισαν ν' αλληλοσπρώχνωνται και να συγκρούουν τα μέτωπα, καθώς οι κριοί. Και να! εκείνος άρπαξε τον άλλον από τα πόδια και τον έρριψε κάτω• έπειτα έπεσε πάνω του και δεν τον αφήνει νανασηκωθή, αλλά τον ωθεί κάτω και τον βυθίζει στην λάσπην. Τώρα δε αφού τον εκαβαλίκευσε και τον κρατή μεταξύ των σκελών του, επέρασε τον βραχίονα του κάτω από τον λαιμόν του και τον πνίγει τον δυστυχή, αυτός δε τον κτυπά ελαφρά εις τον ώμον τον παρακαλεί, υποθέτω, να τον αφίση, διά να μη πνιγή εντελώς. Και ουδέ χάριν του ελαίου, με το οποίον έχουν αλειφθή, φροντίζουν να μη λερωθούν, αλλά το ελαιόχρισμα εσκεπάσθη από τον βόρβορον, εις τον οποίον κυλίονται, και όπως είνε καταλασπωμένοι και συγχρόνως ιδρωμένοι και γλιστρούν ως χέλυα και ξεφεύγουν από τα χέρια, εις εμέ τουλάχιστον δίδουν όρεξιν να γελώ. Άλλοι εις το ασκέπαστον μέρος του περιβόλου κάνουν τα ίδια, όχι όμως εις την λάσπην αυτοί, αλλ' εις λάκκον γεμάτον άμμον την οποίαν τινάζουν ο ένας εις τον άλλον κ' επάνω των, ως πετεινοί, διά να πιάνωνται, υποθέτω, καλλίτερα εις τας συμπλοκάς, καθότι η άμμος αφαιρεί την ολισθηρότητα και το πιάσιμον εις το στεγνόν γίνεται ασφαλέστερον. Άλλοι όρθιοι και σκονισμένοι και αυτοί ορμούν ο είς εναντίον του άλλου και κτυπιούνται και λακτίζονται. Ένας από αυτούς φαίνεται ότι πτύει τα δόντια του μαζή με το αίμα και την άμμον που έχει γεμίσει το στόμα του του κακομοίρη. Ως βλέπεις, έφαγε γροθιά στο σαγώνι. Αλλά και ο άρχων ο οποίος παρίσταται, δεν τους χωρίζει και δεν τους διατάσσει να παύσουν το τσάκωμα—από το κόκκινον ένδυμά του συμπεραίνω ότι θα είνε κανείς από τους άρχοντας της πόλεως {38} — αλλ' εξ εναντίας τους παρακινεί και επαινεί εκείνον που εκτύπησε τον άλλον. Άλλοι εις άλλα μέρη ευρίσκονται εις μεγάλην κίνησιν και ενώ φαίνονται ότι τρέχουν, πηδούν και μένουν εις το αυτό μέρος ή πηδούν υψηλά και λακτίζουν τον αέρα. Θέλω λοιπόν να μάθω ποίον καλόν σκοπόν δύνανται να έχουν αυτά. Εις εμέ φαίνεται μάλλον ως τρέλλα το πράγμα και δεν θα δυνηθή κανείς εύκολα να με πείση ότι είνε στα καλά των αυτοί που τα κάνουν αυτά.

ΣΟΛΩΝ. Επόμενον είνε, Ανάχαρσι, να σου κάνουν τοιαύτην εντύπωσιν αυτά που γίνονται εδώ, διότι είνε διά σε παράξενα και πολύ διαφέρουν από τα Σκυθικά έθιμα, όπως και πολλά από εκείνα τα οποία διδάσκεσθε και συνειθίζετε σεις επόμενον είνε να φανούν αλλόκοτα και εις ημάς τους Έλληνας, αν κανείς από ημάς, όπως συ τώρα, έλθη εις την πατρίδα σου και τα ίδη. Αλλά μη ανησυχής, φίλε μου, διότι ούτε τρελλοί είνε αυτοί που βλέπεις, ούτε από έχθραν αλληλοκτυπούνται και κυλίονται εις την λάσπην ή σκονίζονται, αλλά το πράγμα έχει σκοπόν πρακτικόν και συγχρόνως τερπνόν και δίδει εις τα σώματα όχι μικράν ευρωστίαν και δύναμιν. Εάν δε κάμης, όπως ελπίζω, καιρόν εις την Ελλάδα, δεν θα βραδύνης να γίνης και συ ένας από τους λασπωμένους και σκονισμένους εκείνους• τόσον ευχάριστον και συγχρόνως ωφέλιμον θα σου φανή το πράγμα.

ΑΝΑΧ. Θεός φυλάξοι. Αυτά τα ωφέλιμα και τερπνά να τα κρατήσετε διά τον εαυτόν σας. Εμέ δε αν τολμήση κανείς να με μεταχεισθή με τοιούτον τρόπον, θα μάθη ότι δεν έχω για τα μάτια στο πλευρό μου τον ακινάκην. {39} Αλλά δεν μου λες τι όνομα δίδετε εις αυτά που γίνονται εδώ και τι θα πούμε ότι κάνουν αυτοί;

ΣΟΛΩΝ. Ο τόπος αυτός ονομάζεται γυμναστήριον και είνε αφιερωμένος εις τον Λύκειον Απόλλωνα. Βλέπεις δε εκεί και το άγαλμά του. Παρίσταται ακουμβημένος εις μίαν στήλην και εις μεν το αριστερό χέρι κρατεί το τόξον, εις δε το δεξιόν στηρίζει το κεφάλι του ως ν' αναπαύεται από κόπωσιν. Εκ των ασκήσεων δε εκείνη που γίνεται εις την λάσπην λέγεται πάλη• αλλά και εκείνοι που είνε εις την άμμον παλαίουν και αυτοί• οι άλλοι δε εκείνοι που αλληλοκτυπούνται όρθιοι λέγομεν ότι παγκρατιάζουν. Έχομεν δε και άλλας ασκήσεις, πυγμής, δίσκου και αλμάτων, των οποίων όλων προκηρύσσομεν αγώνας και όποιος νικήση θεωρείται άριστος μεταξύ των συμπολιτών του και λαμβάνει τα βραβεία.

ΑΝΑΧ. Τα δε βραβεία τι είνε;

ΣΟΛ. Εις μεν τους Ολυμπιακούς αγώνας είνε στέφανος από αγριελιάν, εις δε τα Ίσθμια από πεύκον• εις τα Νέμεα ο στέφανος, είνε πλεγμένος από σέλινα• εις τους Πυθικούς τα βραβεία είνε μήλα εκ των ιερών δένδρων του Απόλλωνος• ημείς δε εις τους Παναθηναϊκούς ως βραβεία δίδομεν έλαιον εκ της ιεράς ελαίας.{40} Αλλά διατί εγέλασες, Ανάχαρσι; Μήπως αυτά σου φαίνονται, ασήμαντα;

ΑΝΑΧ. Όχι, αλλά σπουδαιότατα και άξια διά να υπερηφανεύωνται διά την γενναιωδορίαν των εκείνοι που τα χορηγούν• και να δικαιολογούνται οι αγωνιζόμενοι διά να τ' αποκτήσουν. Πολύ λογικόν και φυσικόν διά μήλα και σέλινα να υποβάλλωνται εις τόσους κόπους και να κινδυνεύουν να πνιγούν και να τσακισθούν, ως να ήτο δύσκολον να προμηθευθή μήλα όποιος τα επιθυμεί, ή να στεφανωθή με σέλινον ή πεύκον, χωρίς διά τούτο να πασαλείψη το πρόσωπόν του με πηλόν, ούτε να λακτίζεται εις την κοιλιά υπό των ανταγωνιστών του.

ΣΟΛ. Αλλά, φίλε μου, ημείς δεν αποδίδομεν σημασίαν εις τα διδόμενα δώρα καθ' εαυτά. Διότι αυτά είνε σύμβολα της νίκης και χρησιμεύουν απλώς διά να φαίνεται ποίοι ενίκησαν αλλ' η δόξα η οποία τα παρακολουθεί, έχει την μεγαλειτέραν αξίαν διά τους νικητάς, και χάριν αυτής αξίζει και να λαμβάνουν λακτίσματα εκείνοι που επιδιώκουν διά των κόπων την καλήν φήμην• διότι ακόπως δεν αποκτάται, αλλά πρέπει όποιος την επιθυμεί αυτήν, να υποφέρη κατ' αρχάς πολλούς μόχθους και τότε μόνον να περιμένη το ωφέλιμον και το ευχάριστον ως καρπόν των κόπων.

ΑΝΑΧ. Δεν εννοώ, Σόλων, πώς ονομάζεις ωφέλιμον και ευχάριστον το ότι θα τους ίδουν όλοι στεφανωμένους και θα τους επαινέσουν διά την νίκην, αφού προηγουμένως τους ελεεινολογήσουν διά τα κτυπήματα, και πώς θα ευτυχήσουν διότι ως αμοιβήν των κόπων θα λάβουν μήλα και σέλινα.